Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 159

Η Tarja και Marko Hietala ζωντανά σε Αθήνα και Θεσσαλονικη στα πλαίσια της “Living The Dream TOGETHER” tour!

0
Tarja

Tarja

06.04.2025, Principal, Θεσσαλονίκη
08.04.2025, Gagarin, Αθήνα

TARJA + MARKO HIETALA

Living the Dream TOGETHER Tour

Η Tarja και Marko Hietala ζωντανά σε Αθήνα και Θεσσαλονικη στα πλαίσια της “Living The Dream TOGETHER” tour!

Τα δύο πρώην πλέον μέλη των Nightwish που φέτος περιοδεύουν επιτέλους μαζί, με τα συγκροτήματά τους, θα βρεθούν στην Ελλάδα για δύο εμφανισεις σε Αθήνα (8 Απριλίου στο Gagarin) και Θεσσαλονίκη (6 Απριλίου στο Principal).

H Tarja δεν είναι απλά η κορυφαία τραγουδίστρια της metal μουσικής. Είναι γενικότερα μια από τις πιο διάσημες φωνές στην metal ιστορία, με το έργο της ιδίως με τους Nightwish να έχει πλέον περάσει στη σφαίρα του θρύλου, χάρη στο εκπληκτικό εύρος και την οπερατική ερμηνεία της στα 5 άλμπουμς και κομμάτια όπως τα “Dark Chest of Wonders”, “Deep Silent Complete”, “Stargazers”.

Η τεράστια επιτυχία τους έγινε η αιτία να δημιουργηθεί η έννοια του female fronted act και άνοιξε το δρόμο για όλες τις υπόλοιπες γυναίκες που σήμερα ηγούνται επιτυχημένων metal συγκροτημάτων. Μετά την αποχώρησή της από τους Nightwish, η Tarja ακολούθησε μια μεστή σόλο πορεία με επιτυχημένα άλμπουμς και εξαιρετικές συνεργασίες, ενώ οι περιοδείες της ανά τον πλανήτη είναι διαρκώς sold out.

Στις συναυλίες της εξαιρετικά επιτυχημένης Living The Dream TOGETHER tour, η Tarja και ο Marko Hietala εμφανίζονται με τα συγκροτήματά τους, ενώ ερμηνεύουν και μαζί τραγούδια από την συνεργασία τους στους Nightwish. Η μετά από χρόνια συνεύρεση επί σκηνής των δύο τόσο οικείων φωνών, δημιουργεί μια αξέχαστη συναυλιακη εμπειρία!

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

33 ευρώ (early bird), 35 ευρώ, 37 ευρώ

Η προπώληση των online εισιτηρίων γίνεται αποκλειστικά από το www.more.com, τα Public και το υπόλοιπο δίκτυο της More.

Οι πωλητές χρεώνουν κόστη διαχείρισης ανάλογα με το τιμολόγιό τους.

Πληροφορίες: www.detoxevents.gr

 

KINGS OF THRASH: Η μπάντα των Ellefson / Young, που παίζει τα πρώιμα άλμπουμ των MEGADETH, στην Ελλάδα

0
Kings Of Thrash

Kings Of Thrash

The Blood Of Heroes Europe 2024 – Global Thrash Tour Continues

KINGS OF THRASH (U.S.A.)

David Ellefson & Jeff Young

The MEGA Years

+DIETH (U.S.A. / Brazil / Poland)

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024 – Θεσσαλονίκη – Principal Club Theater @ Mylos Area
Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024 –  Αθήνα – Κύτταρο Live

“Thrash Metal Is My Business… And Business Is Good

Μπορείτε να φανταστείτε τον εαυτό σας να βρίσκεται σ’ ένα κλειστό κλαμπ, στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’80 και να παρακολουθεί συναυλία των MEGADETH, οι οποίοι να παίζουν τραγούδια εκείνης της περιόδου;

Οι KINGS OF THRASH, είναι ό,τι πιο κοντινό μπορείτε να φανταστείτε σε αυτό που μόλις περιγράψαμε. Όταν το thrash metal ήταν επικίνδυνο, όταν τα αριστουργήματα έβγαιναν το ένα μετά το άλλο.

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι KINGS OF THRASH; Το γκρουπ αποτελείται βασικά από τον μπασίστα David Ellefson, επί δεκαετίες συνοδοιπόρο του Dave Mustaine στους MEGADETH, έχοντας παίξει σε 14 στούντιο άλμπουμ του σχήματος, ενώ κέρδισε και Grammy για το “Dystopia”. Έτερο, πρώην Megadeth μέλος, είναι ο Jeff Young, που έπαιξε κιθάρα στο εξαιρετικό, μα συνάμα υποτιμημένο, “So Far, So Good… So What!”.

Την σύνθεση του γκρούτπ, συμπληρώνει ο κιθαρίστας / τραγουδιστής, Chaz Leon (πρώην ABSOLUTION), ο οποίος αποδίδει τα μέρη του Dave Mustaine με εξαιρετικό τρόπο και ο Fred Aching Rios (επίσης μέλος των BILLYBIO, POWERFLO, BULLET BOYS, CULPRIT, A HERO WITHIN, κ.λ.π.) στα τύμπανα.

Η επερχόμενη περιοδεία τους, στα πλαίσια της οποίας θα περάσουν και από την Ελλάδα, ονομάζεται “The Blood Of Heroes” και οι KINGS OF THRASH θα παρουσιάσουν τραγούδια που ακούγονται σπάνια έως και ποτέ από τα τρία πρώτα άλμπουμ των MEGADETH, δηλαδή τα “Killing Is My Business… And Business Is Good”, “Peace Sells… But Who’s Buying?” και “So Far, So Good… So What!” αλλά παράλληλα θα κάνουν και μία «βουτιά» στο “Youthanasia” που κλείνει φέτος τα 30 του χρόνια και έτσι θα το τιμήσουν με τον δικό τους, ξεχωριστό τρόπο.

Ο David Ellefson δηλώνει: “Πιστεύω ότι έχουμε συγκεντρώσει μια δυναμική λίστα τραγουδιών και μια ομάδα μουσικών που αποδίδουν το πνεύμα ενός είδους που βοηθήσαμε στο να δημιουργηθεί και να το ορίσουμε πριν από τόσα χρόνια. Οι θαυμαστές ζητούν αυτά τα τραγούδια εδώ και πολύ καιρό και φαίνεται ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να τα φέρουμε πίσω στη σκηνή”.

Ο Jeff Young προσθέτει: “Η αποστολή μας εδώ είναι να φέρουμε μια σύνδεση καλής θέλησης μέσα από τη μουσική, με μια συνεργασία μουσικών και φίλων του χώρου μας. Το ιδίωμα του thrash μας, απλώνεται πλατιά για να δώσει στους ανθρώπους ελπίδα σε μια εποχή που αναζητούν κάτι θετικό και αναζωογονητικό. Τι καλύτερος τρόπος να το κάνουμε αυτό μέσω της μουσικής που έχει γίνει το soundtrack της ζωής μας”.

Όσοι, λοιπόν, θέλουν να ζήσουν μία εμπειρία που το σημερινό status των MEGADETH δεν το επιτρέπει, είναι επιβεβλημένο να βρεθούν στο Principal Club Theater @ Mylos Area την Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024 και μία μέρα αργότερα (Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024) στο Κύτταρο Live, για να ακούσουν τραγούδια που πλέον είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα απολαύσει κανείς από τον Dave Mustaine και την παρέα του: “Rattlehead” “The Skull Beneath The Skin”, “Hook In Mouth”, “Liar”, “502”, “Into The Lungs Of Hell”, “Mechanix”, “Killing Is My Business… And Business Is Good” και τόσα μα τόσα άλλα αριστουργήματα που έχουν να παρουσιαστούν ζωντανά εδώ και πολλά χρόνια, θα πάρουν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μας και μάλιστα από ορισμένα μέλη που έχουν περάσει από τους MEGADETH, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο.

Ο David Ellefson, πάντως, εκείνα τα βράδια θα κάνει διπλοβάρδια, αφού τις συναυλίες θα ανοίξουν οι death / thrashers DIETH, οι οποίοι αποτελούνται από τον ίδιο, τον κιθαρίστα / τραγουδιστή Guilherme Miranda (νυν KROW, πρώην ENTOMBED A.D., κ.λ.π.) και τον ντράμμερ Michał M. Łysejko (πρώην DECAPITATED, κ.λ.π.). Οι DIETH, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, με τίτλο “To Hell And Back”, πέρσι το καλοκαίρι και αποτελούν τον ιδανικό συνδετικό κρίκο με τους KINGS OF THRASH. Όπως και να έχει, εκείνο το βράδυ, οι KINGS OF THRASH μαζί με τους DIETH και πιθανώς με ένα ακόμα ξένο σχήμα, αναμένεται να μας προσφέρουν μία βραδιά που θα μας μείνει αξέχαστη. Να φροντίστε να είστε εκεί, new και old school οπαδοί!

Ώρα έναρξης: 21:00 – Τιμή εισιτηρίου: 30 Ευρώ (Περιορισμένη προπώληση) – 33 Ευρώ (Λοιπή προπώληση) – 35 Ευρώ (Ταμείο)

Online προπώληση εισιτηρίων: www.ticketservices.gr

Προπώληση Εισιτηρίων ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

The Nephilim Metal Music Store (Πατριάρχου Ιωακείμ 17, Θεσσαλονίκη / Κιν: 6947017720)
Alone Music Store (Γ. Θεοχάρη 2, Θεσσαλονίκη / Τηλ: 2310-266772)
Café Bar Διώροφον (Κερασούντος 81, Καλαμαριά – Θεσσαλονίκη / Τηλ: 2310-453998)

Προπώληση Εισιτηρίων ΑΘΗΝΑ

Ticket Services (Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), Αθήνα / Τηλ: 210-7234567)
Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα / Τηλ: 210-3304133)
No Remorse Records (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ. 210-3830981)
Reload Store (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ: 210-3801464)
Bowel Of Noise (Θεμιστοκλέους 25, Αθήνα / Τηλ. 210-3846783)
Le Disque Noir (Θεμιστοκλέους 29, Αθήνα / Τηλ: 211 2143554)
Cinema Libre Filmstore (Θεμιστοκλέους 34, Αθήνα / Τηλ: 210-3803833)
Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι / Τηλ: 210-3648180)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σύντομα θα ξεκινήσει και η προπώληση εισιτηρίων μέσω των φυσικών σημείων πώλησης σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων έχει ήδη ξεκινήσει.

FB event Αθήνας: https://www.facebook.com/events/1131165227970042/

FB event Θεσσαλονίκης: https://www.facebook.com/events/7921950384550520/

Release Athens Festival – BEHEMOTH, TESTAMENT, PESTILENCE (Πλατεία Νερού, 28/7/2024)

0

Η τελευταία μέρα του φεστιβάλ ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένη στον ακραίο ήχο, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στη χώρα μας στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε και μια ένδειξη του πόσοι είναι τελικά οι extreme metalheads και αν τα τρία συγκροτήματα που επιλέχτηκαν θα ικανοποιούσαν τους περισσότερους οπαδούς του thrash/death/black metal. Η πλατεία Νερού γέμισε σε κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό βαθμό από νωρίς, κάτι που μακάρι να μεταφραστεί σε μαζικότερη προσέλευση και στις αντίστοιχες συναυλίες σε κλειστούς συναυλιακούς χώρους με σαφώς μικρότερη χωρητικότητα. Η βραδιά αποζημίωσε τόσο τους thrashers με τους TESTAMENT, τους deathsters με τους PESTILENCE και τους πιο death/blacksters με τους headliners BEHEMOTH.

Λευτέρης Τσουρέας

Το να βλέπω τους Ολλανδούς death metal θρύλους PESTILENCE, ήταν το πρώτο μεγάλο σημείο κλειδί της βραδιάς, μια και όπως είχα πει και στο αφιέρωμα, δεν τους είχα δει τη προηγούμενη φορά. Ίσως για καλό, δεδομένων των πραγμάτων που είχαν γίνει. Ε λοιπόν καμία σχέση το τότε με το τώρα! Ο Patrick Mameli, νηφάλιος και με σαρωτική μπάντα γύρω του, βγήκε με σκοπό να αντιμετωπιστεί ως ίσος προς ίσο, σε σχέση με τα άλλα δύο ονόματα. Μπάσιμο με το “Morbvs propagationem” από το “Exitivm” (2021) με το κοινό ξεκινώντας από τις δύο τρεις πρώτες σειρές να ζεσταίνεται για τα καλά.

Έπειτα, με εξαίρεση το “Devouring frenzy” και το ομώνυμο του “Resurrection macabre”, ο χρόνος στο set τους σταμάτησε στο ’89 – ’91. “Dehydrated” για δεύτερο κομμάτι και τα λέγαμε! Ε, και πάνω που ο γράφων πάει να μπει στο pit, ακούει μια γνώριμη εισαγωγή: “The secrecies of horror” το κέρατο μου το τράγιο! Το circle pit το γνωστό, το ορθόδοξο παίρνει φωτιά. Και το σερί δεν σταματάει! Πάρε “Prophetic revelations”, πάρε “Twisted truth”, πάρε και την υπερχιτάρα “Land of tears” στα καπάκια! Μανούλα μου, άκουσα το μισό “Testimony of the ancients” (1991) και ζω να το διηγηθώ! Τι χαρά διάολε!

Και επειδή ο Ολλανδός είναι ένας τέτοιος, τσίμπα και την κομματάρα “Out of the body” για να σε αποτελειώσει! Αρχηγική εμφάνιση, αντάξια του ιστορικού ονόματος τους, με μόνο “παράπονο” ότι ήθελα και μια επιλογή από το “Mallevs maleficarvm”. Ας είναι, άκουσα τον μισό αγαπημένο μου δίσκο της μπάντας και ήμουν με ένα χαμόγελο ως το τέλος της ημέρας. Και που να ήξερα τι με περίμενε. Οι συνάδελφοι θα σας τα εξηγήσουν όπως έγιναν.

Γιάννης Σαββίδης

Τους TESTAMENT είχα να τους δω από το 2008, σε ένα live στα πλαίσια της περιοδείας του “The formation of damnation”, που είχε βγει τότε. Στο ενδιάμεσο τους έχασα και δε θυμάμαι τον λόγο. Βέβαια αυτό εσένα δεν σε ενδιαφέρει, οπότε fast forward στο 2024, όπου θα τους έβλεπα μετά από δεκάξι χρόνια, να περιοδεύουν για την υποστήριξη της remastered έκδοσης των θρυλικών δύο πρώτων δίσκων τους (“The legacy” και “The New Order”), που βρίσκονται στα δισκοπωλεία εδώ και κάποιες μέρες. Αν λοιπόν αφήσουμε εκτός το «εορταστικό» και «επετειακό» του προγράμματος και την απουσία του Paul Bostaph στα τύμπανα, με τον συμπατριώτη μας Chris Dovas να είναι επάξια στη θέση του, διαφορά μεταξύ των δύο αυτών συναυλιών, ως προς το αποτέλεσμα, δεν υπήρχε. Απλά, λιτά, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς βερμπαλισμούς… οι TESTAMENT σάρωσαν τότε, σάρωσαν και τώρα.

Ήρθαν, λοιπόν, δίδαξαν και όποιος είχε έτοιμο το τετράδιο των σημειώσεων, αποκόμισε πολλά έστω μέσα στη μόλις μια ώρα που έπαιξαν. Βέβαια, πρόκειται για μια μπάντα που έπαιζε δεύτερο όνομα, μόνο και μόνο λόγω εμπορικής απήχησης του headliner. Επί της ουσίας, οι TESTAMENT θα μπορούσαν (μην πω «θα έπρεπε» και τερματίσω το “boomer-όμετρο”) να είναι οι headliners, να έπαιζαν μισή ωρίτσα παραπάνω, όπως έγινε σε άλλες «στάσεις» της περιοδείας τους και να ακούσουμε και άλλους ύμνους, συμπεριλαμβανομένου και του “C.O.T.L.O.D”, το οποίο πάλι δεν άκουσα «ζωντανά»! Χμ, ίσως η αποστολή ενός σωφρονιστικού email προς το group, να ήταν η ενδεδειγμένη κίνηση, γιατί δεν πάει άλλο η κατάσταση!

Ναι, ναι, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ «έβγαινε» τουλάχιστον μισή ώρα ακόμη στο ίδιο «δολοφονικό» tempo. Όπως παρατηρήθηκε και από τους γύρω μου, η φυσική κατάσταση των TESTAMENT ήταν εξαιρετική. Ok, o συμπατριώτης μας Chris Dovas, ο οποίος μας μίλησε, αναμενόμενα, στα κουτσουρεμένα του Ελληνικά, είναι παλικάρι 26 ετών, στα ντουζένια του, αν δεν είναι αυτός καλά, ποιος θα είναι; Αλλά οι υπόλοιποι, όλοι σε ηλικία κάπως προκεχωρημένη για thrash-ο-πατινάδες, έδειχναν πιο ακμαίοι κι από έφηβοι! Eric Peterson, Alex Skolnick, Steve Di Giorgio… τι να λέμε τώρα, θα πέσει φωτιά να μας κάψει! Και πάνω απ’ όλους, ο αειθαλής, ο αλώβητος από τον χρόνο Chuck Billy. Ο επιβλητικότερος frontman (σούπερ κόντρα με Araya) ενός ολόκληρου ιδιώματος, αιωνίως με το πονηρό, σαδιστικό του χαμόγελο και με το larger than life λαρύγγι του, να γεμίζει τη μεγάλη σκηνή του Release και μόνος του, άμα λάχει.

Πάντα σε τέτοιες συναυλίες δεινοσαύρων, δεινοθηρίων κλπ ειδών προς εξαφάνιση, δε λέμε μεταξύ μας εμείς οι μεγαλύτεροι «οι πιτσιρικάδες θα πρέπει να έπαθαν πλάκα»; Ε, μετά από την εμφάνιση των TESTAMENT, οι ουκ ολίγοι πιτσιρικάδες μεταξύ του κοινού (black metal headliner γαρ), θα πρέπει λογικά όταν τελείωσε το μεγάλο pit στο “Into the pit” (που το «μαγείρευε» με χαρακτηριστικές κινήσεις ο Billy, κρατώντας μια αόρατη κουτάλα), να τσέκαραν δισκογραφία και bio στα κινητά τους, merch στους πάγκους και να σημείωσαν στο σημειωματάριο (βαρβαριστί “notebook”) «τη Δευτέρα να κατέβω κέντρο, να αγοράσω το “The legacy” και “The New Order”». Ωπ! Ξέχασα, έχουμε 2024, οι «πίτσιδες» δεν αγοράζουν, stream-άρουν, οπότε το τσεκάρισμα στο Spotify και στις λοιπές πλατφόρμες digital ακρόασης και αγοράς, θα έγινε επιτόπου!

“Trial by fire”, “Disciples of the watch”, “Over the wall”, “Do or die”… Δεν χρειάζονται οι «καλύτερες στιγμές» για να τις επισημάνω, ολόκληρο το live ήταν ένα έπος. Είπαμε, ακούσαμε αρχαίους TESTAMENT, τί άλλο θα μπορούσε να ήταν; Ακόμη και το ανάποδα κρεμασμένο logo στη βάση των τυμπάνων, έπος ήταν κι αυτό! Ποιος θεούλης να το κατάφερε… Και σκέφτηκα, πως αν τούτο το live το βλέπαμε σε έναν κλειστό χώρο σαν το Floyd, θα είχε σειστεί η περιοχή από τον Ταύρο μέχρι το Μοσχάτο κι από την άλλη πλευρά, μέχρι την Ομόνοια. Μήπως να τους βάλουν οι διοργανωτές στην “to do” λίστα, ώστε να τους δούμε κάποια στιγμή και σε ένα δικό τους, μεγάλο event; Αυτά τα ολίγα… για το πλήρες set με την σειρά που παίχτηκαν τα κομμάτια, η μνήμη μου κάνει παραδόξως «νερά», αλλά λύση υπάρχει, δες το setlist fm. Μέχρι και ο Γιώργος της προηγούμενης ανταπόκρισης  το είδε αυτή τη φορά. Άσε που έτσι κι αλλιώς, όλοι από εκεί κάνουν copy – paste, μουαχαχαχα (γέλιο a la Billy στο “C.O.T.L.O.D”)!

Αυτά από εμένα.

Λήξις.

Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!

Δημήτρης Τσέλλος

Η απόδοση των PESTILENCE και – κυρίως – των TESTAMENT ανέβασε τις προσδοκίες σε πολύ μεγάλο βαθμό για τους headliners της βραδιάς. Σε 70 λεπτά παρουσίασαν την σύγχρονη μορφή τους χωρίς σκηνικά και φωτιές, παρά μόνο με projections στο πίσω μέρος της σκηνής. Στην αρχή της εμφάνισης τους ένα λευκό πανί έδωσε μια ιδιότυπη θεατρικότητα στο “Post-God nirvana”, αξιοποιώντας το λευκό φως και τις κινήσεις που έκαναν τα μέλη τους επί σκηνής πίσω από το λευκό πανί.

Κακά τα ψέματα το show που παρουσιάζουν κανονικά οι BEHEMOTH έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη θέση που έχουν σε όλα τα φεστιβάλ που εμφανίζονται. Από την άλλη ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να δοθεί η πρέπουσα σημασία στην ουσία μιας συναυλίας που είναι η ίδια η μουσική του group και η γενικότερη σκηνική του παρουσία. Και στα δύο οι Πολωνοί τα πήγανε περίφημα, αν αναλογιστεί κανείς και τις αντιδράσεις του κόσμου σε κομμάτια όπως το “Ov fire and the void” και “Blow your trumpets Gabriel”.

Και ναι, οι BEHEMOTH έχουν απλοποιήσει τη δομή των κομματιών τους σε τέτοιο βαθμό που λειτουργούν συναυλιακά, μακριά από τα 90s που ξεκίνησαν. Η επιλογή να παίξουν με τον τωρινό τους blackened death ήχο το “Cursed angel of doom” από το πρώτο τους demo τιμώντας την 32χρονη ιστορία τους, έδειξε τη δραστική αλλαγή που έχει επέλθει τα τελευταία πάρα πολλά χρόνια. Το “Chant for eschaton 2000” έκλεισε το main set, δείχνοντας πόσο καταιγιστικοί και περίπλοκοι σε ρυθμούς ήταν στα late 90s, ζωγραφίζοντας ένα χαμόγελο ανάμνησης της τρομερής τους πρώτης συναυλίας στο AN club πριν 25 χρόνια.

Όμως ο ηγέτης τους, Nergal, είπε κατά τη διάρκεια της συναυλίας ότι τώρα δίνουν την καλύτερη συναυλία τους στη χώρα μας. Και πως να μην το ισχυριστεί όταν αποθεώνεται από τόσο κόσμο και όταν καταφέρνει με κάθε τρόπο να ξεσηκώνει το κοινό σχεδόν σε κάθε κομμάτι! Γεμάτος ενέργεια και αυτοπεποίθηση κατάφερε να είναι και frontman και επαρκής στις κιθαριστικές του υποχρεώσεις. Εμφανίστηκε εξ αρχής χωρίς κάποια αμφίεση και μόνο σε ορισμένα σημεία του show τους επέλεξε να δώσει και οπτική διαφορετικότητα, όπως η μπέρτα και η μάσκα που φόρεσε στο “The deathless sun” και το πανύψηλο στέμμα στο “Bartzabel”. Πριν το “Conquer all” αναφώνησε «This is Sparta» και πριν το “No sympathy for fools” είπε ότι πέρα από τους αρχαίους μεγάλους θεούς, έχουμε και τους σύγχρονους θεούς όπως τους  ROTTING CHRIST, NECROMANTIA και τον Γιώργο Κόλλια (NILE).

Μαζί του εδώ και 20 χρόνια μόνο στις συναυλίες είναι ο κιθαρίστας Seth, ο οποίος καταφέρνει να γεμίσει τον ήχο τους ειδικά στα σημεία που ο Nergal ξεσήκωνε τον κόσμο, αφήνοντας την κιθάρα του. Ο επιβλητικός Orion στο μπάσο, έδωσε το στίγμα του και στα φωνητικά. Και οι δυο τους δεν σταματούσαν να κινούνται σε όλο το μήκος και πλάτος της σκηνής, διαμορφώνοντας με τον Nergal μια σκηνική παρουσία αντάξια της φήμης που έχουν σαν μπάντα. Και το καταφέρνουν γιατί είναι μαζί για τόσα πολλά χρόνια, έχοντας πίσω από τα drums τον φοβερό Inferno, που έχει παίξει καταλυτικό ρόλο με την είσοδο του στο group, μεταστρέφοντας τον ήχο τους σε blackened death το μακρινό 1998.

Και το γεγονός ότι είναι μαζί όλα αυτά τα χρόνια δεν τους καθιστά μόνο ηχητικά καλοκουρδισμένη μηχανή, αλλά και σε κινησιολογία, φτάνοντας ακόμα και στη χορογραφία σηκώνοντας συγχρονισμένα τις κιθάρες δύο φορές στο encore του “O father O satan O sun”. Ήταν το σημείο κορύφωσης της εμφάνισης τους με τον Nergal και τον Orion να φοράνε τα κοστούμια τους και τον κόσμο να τραγουδά μαζί τους το ρεφραίν.

Οι 13 επιλογές από την μακρόχρονη δισκογραφία τους έδωσε μεγαλύτερο βάρος στο “The satanist” (2014), το οποίο είναι το άλμπουμ που τους γιγάντωσε. Η αναφορά στα 00s έγινε με τον καλύτερο τρόπο με τα “Christians to the lions”, “Conquer all” και “Demigod”. Και εκεί φάνηκε η μεγάλη διαφορά σε δομή, πολυπλοκότητα και ένταση που έχουν με τα πιο πρόσφατα κομμάτια τους όπως τα “Ora pro nobis lucifer” και “Once upon a pale horse”. Καλύπτοντας έτσι ένα μεγάλο μέρος της δισκογραφίας τους, ικανοποίησαν και τον πιο ορκισμένο οπαδό της σύγχρονης εκδοχής τους, αν και θα μπορούσαν να παίξουν ακόμα περισσότερο, όντας headliners.

Λευτέρης Τσουρέας
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

EJEKT FESTIVAL DAY 2: MÅNESKIN, PALAYE ROYALE, ALICE MERTON, THE BONNIE NETTLES (23/07/2024, OAKA P5)

0
Maneskin

Maneskin

Σίγουρα η ανακοίνωση της εμφάνισης των MÅNESKIN στην Ελλάδα πριν μήνες, χαροποίησε τους απανταχού οπαδούς τους στην Ελλάδα, αλλά και όσους είχαν τη διάθεση να παρακολουθήσουν ένα συγκρότημα που μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα έφτασε πολύ ψηλά σε εμπορική αποδοχή. Μαζί τους βέβαια και 3 ακόμα σχήματα, με αποστολή να «ζεστάνουν» (αν επιτρέπεται η έκφραση με 38 βαθμούς θερμοκρασία) το πολυπληθές, νεαρό, γυναικείο κυρίως, κοινό.

Έτσι το ζεστό και συννεφιασμένο απόγευμα της 23ης Ιουλίου, ξεκινά με την εμφάνιση των THE BONNIE NETTLES από την Αθήνα. Ακομπλεξάριστοι επί σκηνής, στην μισή ώρα που διάρκεσε το σετ τους με ήχο που κινήθηκε σε alternative rock με αρκετά psychedelic στοιχεία, ικανοποίησαν το κοινό που ήταν αρκετό από νωρίς.

Το ύφος της μουσικής θα αλλάξει ραγδαία με την εμφάνιση της Alice Merton που είναι γνωστή στο Ελληνικό κοινό από την επιτυχία της με το τραγούδι “No Roots”. Πολύχρωμα ρούχα, pop ήχος με rock στοιχεία, μελωδικά φωνητικά και συνεχείς χορευτική κίνηση που γέμιζε τη σκηνή είναι τα συστατικά της εμφάνισης της Alice Merton, που σίγουρα άφησε μόνο θετικές εντυπώσεις στους παρευρισκόμενους και μας θύμισε ότι festival σημαίνει και πολυφωνία.

Έχοντας στις αποσκευές στους το περσινό sold out show τους στην Ελλάδα, οι PALAYE ROYALE ανεβαίνουν στη σκηνή και υπάρχει η απορία αν μπορούν να τα καταφέρουν το ίδιο καλά σε ανοικτό χώρο, όπως πέρυσι σε κλειστό.

Με σύμμαχο τον κόσμο, έχοντας αποκτήσει ένα μεγάλο κοινό οπαδών στη χώρα μας, δείχνουν ότι δεν έχουν πρόβλημα με το μέγεθος της σκηνής. Με μπροστάρη τον frontman Remington Leith, από το εναρκτήριο “Little Bastards” έως τις τελευταίες νότες του αποχαιρετιστήριου “Mr. Doctor Man”, δεν σταμάτησαν να κινούνται σε όλα τα μήκη και πλάτη της διαθέσιμης σκηνής, ξεσηκώνοντας το κοινό και δικαιώνοντας την φήμη τους σαν ένα σαν ένα από τα καλύτερα live συγκροτήματος του είδους τους. Highlight η πολυαναμενόμενη φουσκωτή τους βάρκα απ’ όπου ο Remington Leith με το νεροπίστολο του δρόσισε την «θάλασσα οπαδών» που περίφεραν την βάρκα του.

Η ώρα για την εμφάνιση των headliners MÅNESKIN έχει φτάσει!!! Η μετάβαση του γκρουπ από νικητές της Eurovision σε παγκόσμιους σούπερ σταρ είναι απλά αξιοσημείωτη και το ταξίδι συνεχίζει να κρατά τα ημερολόγια του συγκροτήματος γεμάτα με λαμπερές τηλεοπτικές εμφανίσεις και συναυλίες.

Το ξεκίνημα καταιγιστικό, με τα “Don’t Wanna Sleep”, “Gossip” και το νικητήριο τραγούδι στην Eurovision “Zitti e Buoni” να παίζονται χωρίς ανάσα το ένα μετά το άλλο, και ο κόσμος στη θέα του Damiano David με τζιν μπουφάν, με φαρδύ παντελόνι και μουστάκι αλά Freddie Mercury, να ξεσπά σε κραυγές υστερίας!! Η Victoria De Angelis χτυπά ρυθμικά την μπότα της στη σκηνή του ΟΑΚΑ και ο ήχος του μπάσου της δονεί το έδαφος που πατάμε!!! Πίσω το video wall δίνει την αίσθηση ότι παρακολουθούμε μια κινηματογραφημένη εμφάνιση σε μαυρόασπρο φίλμ, ενώ τα φώτα άλλοτε σταθερά και άλλοτε να μετακινούνται ακολουθώντας τον ρυθμό των ντραμς του Ethan Torchio ή να κινούνται στις κινήσεις του Thomas Raggi, καθηλώνουν τα βλέμματα!!!

Όλες οι επιτυχίες τους, “Honey (Are U Coming?)”, “Supermodel”, “Gasoline”, διαδέχονται η μία την άλλη, με το Damiano David να είναι ιδιαίτερα ολιγόλογος και συγκροτημένος στα καθήκοντα του!!! Ο χρόνος δείχνει να κυλά πολύ γρήγορα και σε αυτό συντελούν και οι μικρές διάρκειες των κομματιών των MÅNESKIN. Η συνέχεια ανήκει στη διασκευή του “Beggin’”, με όλο το κοινό να τραγουδά το ρεφραίν καλύπτοντας σε κάποιο βαθμό το συγκρότημα!

Στο άκουσμα του ξεκινήματος του “I Wanna Be Your Slave” δημιουργείται κυριολεκτικά παροξυσμός, για να ακολουθήσει ένα ακόμα από highlight της βραδιάς, το “Mammamia”, με το κόσμο για άλλη μια φορά να αναλαμβάνει το ρεφραίν.

Ο ήχος πολύ καλός, με την κιθάρα σε κάποια σημεία να «βρωμίζει» παραπάνω απ’ όσο πρέπει, αλλά ποιος δίνει σημασία, παρακολουθώντας αυτό που εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια μας!!!

Το συγκρότημα μοιράζει χαμόγελα και δείχνει να φορτίζεται από την ενέργεια του κοινού του, έως ότου μια ομάδα του θα βρεθεί επί σκηνής στο “Cool Kids” και θα προβεί σε πράξεις λατρείας, τυλίγοντας με την Ελληνική σημαία τον Damiano David και προσκυνώντας κυριολεκτικά τον Thomas Raggi και την κιθάρα του που σολάρουν ασταμάτητα στο τέλος του κομματιού!

Η εμφάνιση των MÅNESKIN οδεύει προς το τέλος και το συγκρότημα αποσύρεται για να ετοιμαστεί για το καθιερωμένο encore.

Ο Thomas Raggi που έκλεισε το κυρίως μέρος της εμφάνισης, αναλαμβάνει να μας βάλει πάλι στο «παιχνίδι» των MÅNESKIN, με την μελαγχολική σύνθεση “The Loneliest” πριν μας αποχαιρετίσουν οριστικά παίζοντας άλλη μια φορά το “I Wanna Be Your Slave”.

Για τα 90’ που διήρκησε το εξαιρετικό show, οι MÅNESKIN βίωσαν στιγμές λατρείας από τον κόσμο που τον άγγιξε η μουσική, οι στίχοι και το performance των Ιταλών super stars. Σίγουρα η εμπειρία που βιώνεις παρακολουθώντας ζωντανά ένα συγκρότημα να γράφει τη δική του ιστορία, και ενώ βρίσκεται συνεχώς σε ανοδική τροχιά επιτυχίας, είναι μεγάλη. Οι MÅNESKIN με το  glam rock τους απέδειξαν ότι δεν βρίσκονται τυχαία στην κορυφή, και ότι κατέχουν τις ικανότητες και το θράσος να ανέβουν ακόμα ψηλότερα!!!

Πέτρος Καραλής
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

MOONSPELL – “Irreligious” – Worst to best

0
Moonspell

Moonspell

Μόλις πέρυσι μιλήσαμε για τη σπουδαιότητα του “Irreligious” των Πορτογάλων MOONSPELL, στη στήλη “Somewhere back in time”. Προφανώς στον αγαπημένο μου αρχισυντάκτη δεν του έφτασαν τα όσα είχα πει και με έβαλε στο βασανιστήριο του “Worst to best”. Και μιλάμε φυσικά για ένα άλμπουμ που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο το gothic metal genre, αλλά και τα Woodhouse Studios και κατ’ επέκταση η Century Media να δημιουργήσουν μια ουρά από ενδιαφερόμενα συγκροτήματα.

Το να βάλουμε τα κομμάτια ενός τόσο εμβληματικού δίσκου σε αξιολογική σειρά έχει έναν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό δυσκολίας, που με έκανε να αλλάζω τις τοποθετήσεις συνέχεια. Ας κάνω μια τελευταία προσπάθεια, πριν αλλάξω πάλι γνώμη:

The “Irreligious” countdown:

  1. “Subversion” (2.44)

Οι πρώτοι ΕΒΜ πειραματισμοί των MOONSPELL υπάρχουν σε αυτήν την ατμοσφαιρικοί εισαγωγή, που ανοίγει τη δεύτερη πλευρά του βινυλίου στο “Irreligious”. To “Raven claws” που το διαδέχεται το “Subversion” δεν έχει κάποια ηχητική συνάφεια, για αυτό και η τιμητική τελευταία θέση.

  1. Perversealmost religious” (1.07)

Άλλο ένα intro, αυτό που ανοίγει την πρώτη πλευρά του “Irreligious” Η διαφορά του είναι η υποβλήτική του ατμόσφαιρα, ότι είναι άρρηκτα δεμένο με το διαχρονικό “Opium” και ότι περιέχει ένα μέρος του “Ruin and misery”. Για τον λόγο αυτό και κερδίζει στο σημεία και πιάνει τη δεκάτη θέση.

  1. “Herr Spiegelmann” (4.35)

Μεταξύ των αριστουργημάτων που υπάρχουν στο πιο εμβληματικό δίσκο των MOONSPELL, το “Herr Spiegelmann” είναι το μοναδικό ολοκληρωμένο τραγούδι που λαμβάνει τον τίτλο του απλά καλού και μέχρι εκεί. Άφθονα medieval πλήκτρα, μια εισαγωγή βγαλμένη από κάποιο διεστραμμένο τσίρκο, σχεδόν gothic rock τέμπο, το μπάσο σε πρωταγωνιστικό ρόλο και ένα σχετικά αδιάφορο refrain. Παρακάτω έρχονται τα σπουδαία…

  1. “For a taste of eternity” (3.53)

Το “For a taste of eternity” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το ξαδερφάκι του “Vampiria”. ‘Η αλλιώς ο συνδετικός κρίκος που συνδέει το “Irreligious” με το “Wolfheart”. Πέρα από τον ήχο της κιθάρας, τα ξεσπάσματα και τα φωνητικά του Fernando παραπέμπουν καρφί στο (τότε) πρόσφατο παρελθόν τους. Τα ήρεμα σημεία του τραγουδιού όμως δένουν άψογα με την ατμόσφαιρα του όλου άλμπουμ, ενώ και οι tribal πειραματισμοί στον επίλογο θα έπαιρναν σάκα και οστά λίγα χρόνια αργότερα στο “Sin/Pecado”..

  1. “Raven claws” (3.16)

Άνετα ακούς το “Raven claws” σε ένα goth club και ρίχνεις και μια ζεμπεκιά “δύο μπροστά δύο πίσω” στην πίστα. Αν χαλάει κάτι το συγκεκριμένο τραγούδι είναι τα female vocals στο refrain, γιατί κατά τα άλλα μιλάμε για μια άρτια gothic metal σύνθεση. Θα μπορούσε να είναι άνετα το single του δίσκου, αντί για το “Opium” και θα έκανε σχεδόν ίδιο impact. Ας πατήσουμε το repeat!

  1. “A poisoned gift” (5.34)

Σαφώς επηρεασμένο στην ατμοσφαιρική του εισαγωγή από FIELDS OF THE NEPHILIM με τον Aleister Crowley να ακούγεται στο breaks του, το “A poisoned gift” είναι ένας mid-tempo ύμνος. Από τη μέση και μετά, το σόλο κιθάρας, έχει αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό Woodhouse ήχο, που έδινε στις παραγωγές του ο Waldemar Sorychta. Πάλι μας σκάνε φλασιές από το “Vampiria”, αλλά το τόσο overproduced μπάσο καθ’ όλη τη διάρκειά του, είναι και αυτό που κάνει τη διαφορά!

  1. “Awake” (3.05)

Και εδώ έχουμε επιρροές στην εισαγωγή από FOTN και τον Mr. Crowley να ακούγεται εδώ και εκεί. Η αλλαγή στον MOONSPELL ήχο είναι πλέον εμφανής, τα όποια black metal στοιχεία τείνουν να εξαφανιστούν, ενώ το refrain του που δίνει τα όποια γκάζια ανασταίνει (;;) και νεκρούς. Κι αφήστε τους κακεντρεχείς να λένε ότι είναι απλά το τραγούδι που διαδέχεται στη σειρά το “Opium”. Τόσα ξέρουν, τόσα λένε…

  1. “Opium” (2.46)

Εδώ μιλάμε για το απόλυτο χιτάκι των MOONSPELL. Εξ ου και πρόκειται και για το πρώτο τους ever single και video clip, που μάλιστα περιείχε και μια radio version (!!!), που διαρκεί ακόμη λιγότερο και από τα 2:46 του original τραγουδιού. Η μικρή του διάρκεια βοήθησε να τους μάθει ένα ευρύτερο metal κοινό, το refrain εντελώς catchy και αρκετοί έσπευσαν να αγοράσουν το “Irreligious” λόγω του όποιου hype είχε δημιουργηθεί τότε. Ευχαριστούμε το “Opium” και τους στίχους του κυρίου Peisoa, αλλά το άλμπουμ ευτυχώς δεν αρχίζει και τελειώνει με αυτό το gothic metal σφηνάκι.

  1. “Mephisto” (4.58)

Άλλο έπος από εδώ. Το slow tempo που υπάρχει εδώ και τα θεοσκότεινα πλήκτρα σε βάζουν σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, μέχρι που κάθε φορά το καταιγιστικό refrain βάζει τα πράγματα στη θέση τους και δίνει στον ακροατή τη λύτρωση. Δεν ξέρω για εσάς, προσωπικά κάθε φορά αυτό το goth masterpiece, παθαίνω απανωτές ανατριχίλες. Όταν σου ζητούν να περιγράψεις τον 90s gothic metal ήχο, βάζεις στα ηχεία το “Mephisto” και ξεμπερδεύεις!

  1. “Ruin and misery” (3.48)

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ! Από το spoken word intro μέχρι το συγκλονιστικό του φινάλε, το τραγούδι αυτό βρίσκεται στο πάνθεον των καλύτερων συνθέσεων των αγαπημένων μας Πορτογάλων. Το break στη μέση το ξανακούσαμε στο intro του “Perverse… almost religious” και για αυτό πάντα θεωρούσα ότι το “Ruin and misery” θα ήταν ο ιδανικός επίλογος στο “Irreligious” και όχι το “Full moon madness”. Το προσωπικά αγαπημένο μου “Irreligious” track, το οποίο έχει την “ατυχία” να συνυπάρχει στο ίδιο άλμπουμ με το πιο-trademark-MOONSPELL-track-ever. Raw models…

  1. “Full moon madness” (6.47)

Αν έχεις παρευρεθεί έστω και σε μία συναυλιακή εμπειρία των MOONSPELL και ισχυριστείς ότι η συναυλία έκλεισε με κάποιο άλλο τραγούδι, απλά μας πουλάς φύκια και μεταξωτές κορδέλες. Μιλάμε για το τραγούδι που θα δίνεις ως απάντηση τι παίζουν οι MOONSPELL. Μιλάμε για έναν ύμνο στο σκοτάδι, που παγώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Το guitar solo στο τέλος σου ξεσκίζει την καρδιά και είναι ότι πρέπει για να τα σπάσει όλα επί σκηνής η εκάστοτε παρέα του Ribeiro. Ένας απόλυτα θριαμβευτικός επίλογος σε ένα (σχεδόν) τέλειο άλμπουμ!

Γιώργος Κόης

A day to remember… 28/7 [MANOWAR]

0
Manowar

Manowar

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ : “Hail To England” – MANOWAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ : 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ : Music for Nations
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Jack Richardson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΑΛΜΠΟΥΜ :
Eric Adams – φωνητικά
Ross the Boss – κιθάρες, πλήκτρα
Joey DeMaio – μπάσο
Scott Columbus – ντράμερ

Το power/epic metal δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου, ήμουν πολύ συγκεκριμένος στα δισκάκια που αγάπησα. Αλλά όταν αγαπάω κάτι, το αγαπάω πολύ. Με πάθος. Και για όσους παρακολουθούν την στήλη και τα άρθρα, μπορεί να παραξενεύτηκαν με την ανάθεση του συγκεκριμένου δίσκου σε μένα, διαβάζοντας όμως τις γραμμές που ακολουθούν θα καταλάβουν γιατί. Το συγκεκριμένο άρθρο δεν μου ανατέθηκε, το ζήτησα (ταπεινά, πάντα) και το έλαβα. Κι επειδή συνηθίζω να προσθέτω και λίγη από την αυτοβιογραφία μου, εδώ θα βρεις κι ένα σημαντικό κεφάλαιο αυτής.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Το 1983 οι κανονικοί, ορθόδοξοι MANOWAR κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους, το “Into Glory Ride”. Γίνεται ένας χαμός, περνάει το καλοκαίρι, φθινόπωρο, εκεί γύρω στον Νοέμβριο μαζεύονται και λένε “θα γράψουμε τώρα το επόμενο”. Ο θρύλος λέει ότι το “Hail To England” ηχογραφήθηκε σε 6, έξι, ΕΞΙ μέρες. Θα κυκλοφορήσει βέβαια την επόμενη χρονιά, και μέχρι να βγει στον κόσμο ήταν ήδη έτοιμο και το επόμενο, 4ο άλμπουμ, το “Sign Of The Hammer” που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά. Πάρε λίγα δευτερόλεπτα να το συνειδητοποιήσεις, και συνεχίζουμε.

Οι MANOWAR είναι ίσως το συγκρότημα που έχει καταφέρει να διχάσει πλήρως τον metal κόσμο. Έχει ή ορκισμένους οπαδούς, ή ορκισμένους εχθρούς. Δεν υπάρχει μέση κατάσταση. Κι αυτό λογικά οφείλεται λίγο στο image, δηλαδή στον τρόπο ντυσίματος και πλασαρίσματος, λίγο στο attitude, αυτό το macho man, το υπεράνω, και ό,τι συνεπάγεται αυτών. Βέβαια όλο αυτό είναι ένας ρόλος που παίζουν και τον παίζουν καλά, γιατί η πραγματικότητα απέχει πολύ από αυτό που δείχνουν στις φωτογραφίες και στην σκηνή. Όταν το καταλάβεις, αποφασίζεις και αν σου αρέσει ή όχι. Εμένα προσωπικά δεν με ενόχλησε ποτέ το θέμα, από τη στιγμή που έχω παραδώσει σβέρκο από το headbanging και ματωμένο λαρύγγι από τις φωνές, ποσώς με ενδιαφέρει το περιτύλιγμα.

Πάμε να δούμε τώρα τι συμβαίνει στο “Hail To England” πιο συγκεκριμένα, μιας και στις 28 Ιουλίου έχει τα γενέθλιά του, λιονταράκι δηλαδή και γίνεται 40 χρονών μαντράχαλος.

Αρχικά το εξώφυλλο. Σχεδιασμένο από τον Ken Landgraf, σου κάνει εντύπωση ότι παρόλο που είναι φόρος τιμής στην Αγγλία, εκεί όπου γνωρίστηκαν τα μέλη και δημιουργήθηκε το συγκρότημα, στο κοντάρι είναι κρεμασμένη η σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ο πολεμιστής με τα μπράτσα, ματωμένα σπαθιά, κλασικά MANOWAR πράγματα δηλαδή. Ο γενικός διευθυντής, αρχηγός, μαέστρος, και γενικό αφεντικό της μπάντας, αποφασίζει αυτή τη φορά να κάνει βουτιά στα βαθιά. Μαζί με τον Ross the Boss βρίσκονται σε τρομερό οίστρο έμπνευσης και όλα τα κομμάτια είναι Ύμνοι με όλη τη σημασία της λέξης. Όλα; Εεε, εντάξει, όχι όλα. Υπάρχει μια μικρή παραφωνία, και δεν είναι άλλο από το instrumental “Black arrows”, το οποίο πραγματικά απορώ γιατί βρήκε θέση στο track list. Θεωρώ πως κανένας νοήμων άνθρωπος, επαγγελματίας μουσικός παραγωγός δεν θα επέτρεπε να μπει αυτό το αίσχος εκεί μαζί με τα υπόλοιπα, οπότε το μόνο που απομένει είναι να δεχτούμε ότι επρόκειτο για προσωπικό καπρίτσιο του αρχηγού. Αν εξαιρέσεις όμως αυτό, στα υπόλοιπα δεν θα βρεις ούτε μισό μέτριο δευτερόλεπτο. Βούτηξε λοιπόν στα βαθιά ο κύριος DeMaio, και τι βρήκε λέτε; Το μυστικό της επιτυχίας. Και αυτό είναι: ο Σατανάς. Μάλιστα αγαπητέ αναγνώστη. Το “Hail To England” είναι ποτισμένο και ευλογημένο από τον Άρχοντα του Σκότους αυτοπροσώπως.

Στιχουργικά, αισθητικά, φόρα παρτίδα και χωρίς αναμασήματα υπάρχει έντονο το στοιχείο του Εωσφόρου. Και του θανάτου γενικότερα. Εισαγωγή βιογραφικού σημειώματος λοιπόν. Την εποχή που πηγαίναμε σχολείο, πριν 128 χρόνια περίπου, είχε γίνει ένας τεράστιος σάλος πανελληνίως με την περιβόητη υπόθεση των σατανιστών στην Αθήνα. Τελετές μαύρης μαγείας και οι υπεύθυνοι ένοχοι που έπαιζαν στις ειδήσεις καθημερινά είχαν σοκάρει την χώρα. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, ήταν δύσκολη εποχή για ένα παιδάκι να ακούει heavy metal. Ο νεαρός τότε Μιμάκος είχε αρχίσει να εμπλουτίζει την συλλογή του με κασέτες (και CD αργότερα) έχοντας στην κατοχή του την αφρόκρεμα. Όλα τα METALLICA, IRON MAIDEN, SLAYER, MEGADETH, ήταν περήφανος και καμάρωνε για αυτά. Είχε και ένα πανό, μια σημαία METALLICA, με τα εξώφυλλα των δίσκων, την κρεμούσε στο δωμάτιο του και άκουγε μουσική.

Μέσα σε αυτή τη συλλογή δίσκων λοιπόν, υπήρχε ξεκάρφωτο και το “Hail To England” που το λάτρεψε. Ήταν έρωτας από το πρώτο άκουσμα. Του το είχε γράψει σε κασέτα ο κολλητός του ο Νικόλας και του το έδωσε πακέτο με ένα φύλλο τετραδίου, με τους στίχους του “Bridge of death”. Ναι. Όλο το τραγούδι. Λέξη προς λέξη. Ένα ράντομ απόγευμα λοιπόν, ο ανυποψίαστος Μιμάκος ακούει μουσική στο δωμάτιο του παρέα με το πανό κρεμασμένο. Ανοίγει η πόρτα, μπαίνει μέσα ο πατέρας του, ρίχνει στον μικρό μερικά καντήλια και η τιμωρία ήταν ήδη αποφασισμένη: αύριο τα πάντα σε μια σακούλα για τα σκουπίδια και κρατάς μόνο μία κασέτα! Ήταν σοκαριστικό! Τι να πρωτοδιαλέξεις από όλα αυτά καημένε Μιμάκο; Δεν το πολυσκέφτηκα τότε, τα βάζω ΟΛΑ σε μια σακούλα, τα δίνω, και κρατάω… το “Hail To England”!

Το σκέφτομαι τώρα στα γεράματα και γελάω, τι πήγα να πετάξω και τι κράτησα, τότε όμως φαινόταν σωστό. Αφορμή για όλο αυτό το σκηνικό ήταν το φύλλο με τους στίχους, που έπεσε στα χέρια των δικών μου, δεν ήξεραν να το μεταφράσουν επακριβώς γιατί δεν ξέρανε καλά αγγλικά, για κακή μου τύχη όμως τους βοήθησε η θεία μου (ομογενής από την Αυστραλία, αγγλικά μητρική γλώσσα…) και τους έκανε αυτολεξεί μετάφραση. Ναι, τα πάντα, και την επίκληση στη μέση του τραγουδιού. Κλείνω την παρένθεση λέγοντας ότι τίποτα δεν πήγε στα σκουπίδια εν τέλει, κι εγώ μεγάλωσα φυσιολογικά, δεν έκανα σατανιστικές τελετές, δεν σκότωσα κανέναν, τίποτα απολύτως. Για φαντάσου.

Βάζεις τον δίσκο.

Πατάς play.

“Blood of my enemies”. Εισαγωγή; Όχι με 4 επαναλήψεις, όχι με 8 επαναλήψεις. Αλλά με 6. Και μετά; Μια από τις πιο χαρακτηριστικές τσιρίδες του ημίθεου που ακούει στο επίγειο όνομα Eric Adams. Δεν θα επεκταθώ στο μεγαλείο του, μέχρι και αυτή τη στιγμή που μιλάμε είναι στην κορυφή των ενεργών frontmen εκεί έξω. Ross the Boss έχει κάνει εκπληκτική δουλειά στις κιθάρες, έχει συνεισφέρει και συνθετικά σε “Each dawn I die” & “Army of the immortals” και ο μακαρίτης Scott Columbus παίζει επιβλητικά και διαχρονικά τύμπανα.

Ο δίσκος κλείνει με το έπος “Bridge of death”, διάρκειας σχεδόν 9 λεπτών και εκεί βρίσκεται σχεδόν όλο το ζουμί του δίσκου.

Είναι αυτό το καλύτερο τραγούδι των MANOWAR; Μπορεί και να είναι, δεν θα διαφωνήσω με κανέναν.

Είναι το “Hail To England” ο καλύτερος δίσκος των MANOWAR;

Επίσης μπορεί και να είναι, πάλι δεν θα διαφωνήσω με κανέναν.

Αυτό που μπορώ να υπογράψω με πάσα σιγουριά πάντως, είναι ότι για μία πολύ συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όσον αφορά τον πιτσιρικά Μιμάκο, ήταν όχι απλά ο καλύτερος δίσκος των MANOWAR, αλλά ο καλύτερος δίσκος σε ολόκληρο το Heavy Metal…

Μίμης Καναβιτσάδος

A day to remember… 27/7 [QUIET RIOT]

0
Quiet Riot

Quiet Riot

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Condition critical” – QUIET RIOT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΙΑ: Pasha/CBS
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Spencer Proffer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Kevin DuBrow
Κιθάρες – Carlos Cavazo
Mπάσο – Rudy Sarzo
Τύμπανα – Frankie Banali

21/11/1983 και το αμερικάνικο Billboard δείχνει το αδιανόητο: ένα heavy metal άλμπουμ έχει ανέβει στην κορυφή του, το πρώτο του είδους που πάει στο νο. 1 των ΗΠΑ. Ο τίτλος “Metal health” και το συγκρότημα που το κυκλοφόρησε οι κάτοικοι Los Angeles, QUIET RIOT. Βέβαια κάποιοι θα ισχυριστούν ότι οι AC/DC με το “For those about to rock” του 1981 είχαν αυτή την διάκριση, όμως αφενός στο σημερινό πλαίσιο οι τελευταίοι θεωρούνται “hard rock”, αφετέρου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το “Metal health” είχε μεγαλύτερη απήχηση στην αγορά.

Η αποκάλυψη των QUIET RIOT συνέβη σε μια μεταβατική περίοδο στον χώρο του hard rock και του heavy metal. Έτσι, μια glam μπάντα της σειράς, με έναν κιθαρίστα-φαινόμενο που σύντομα τους άφησε για να προχωρήσει με τον Ozzy Osbourne και να γράψει ιστορία, τον Randy Rhoads, ξεκίνησε να φτιάχνει το όνομα της συναυλία με συναυλία, με δύο άλμπουμ που δεν κυκλοφόρησαν καν στην Αμερική (βγήκαν μόνο στην Ιαπωνία το 1978). Μετά την φυγή του Randy Rhoads στην μπάντα του Ozzy, τον ακολούθησε ο μπασίστας Rudy Sarzo και η διάλυση των QUIET RIOT δεν άργησε να έρθει. Πρόσκαιρα, ωστόσο, αφού ο ιδιόρρυθμος τραγουδιστής τους, Κevin DuBrow, δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Το 1982 επανεκκίνησε την μπάντα με τους Frankie Banali (ντραμς), Chuck Wright (μπάσο) και Carlos Cavazo (κιθάρα), με τις ευλογίες του συνιδρυτή Randy Rhoads, ο οποίος επέτρεψε στον DuBrow να συνεχίσει με το όνομα QUIET RIOT. Δυστυχώς, αυτή θα ήταν μία από τις τελευταίες του προσθήκες στην σύντομη αλλά λαμπρή παρακαταθήκη του, καθώς σκοτώθηκε σε ένα αεροπορικό δυστύχημα καθώς περιόδευε με τον Ozzy για το “Diary of a madman”. Ο Sarzo μην μπορώντας να διαχειριστεί την απώλεια του φίλου του, άφησε τον Ozzy και επέστρεψε στους QUIET RIOT.

Με την καθοδήγηση του μέντορα τους, παραγωγού Spencer Proffer κυκλοφόρησαν το τρίτο άλμπουμ τους, “Metal health” τον Μάρτιο του 1983. Διακριτικά στην αρχή, το πρώτο βήμα έγινε τον Μάιο στο “US Festival” στην Καλιφόρνια, όπου άνοιξαν θριαμβευτικά την heavy metal μέρα – στην οποία headliners ήταν οι VAN HALEN. Λίγους μήνες αργότερα, κυκλοφόρησαν το single που έμελλε να αλλάξει τα πάντα: μία διασκευή στο κλασικό hit των Βρετανών SLADE, “Cum on feel the noize”, το οποίο δεν ήθελε με τίποτα να ηχογραφήσει ο DuBrow, όμως ο διορατικός Proffer (ευτυχώς) επέμεινε και έτσι το έβγαλαν ως πρώτο single από το “Metal health”.

Τον καιρό εκείνο, οι QUIET RIOT περιόδευαν με τους Καναδούς LOVERBOY και τους BLACK SABBATH με τον Ian Gillan στα φωνητικά, για τους σκοπούς του “Born again”. Τότε ανέβηκε στο νο. 1 το άλμπουμ τους, ρίχνοντας το “Synchronicity” των POLICE από την κορυφή. Το σοκ ήταν μεγάλο, τόσο για την ίδια την μπάντα, που το γιόρτασε με σαμπάνια επί σκηνής (κερασμένη από τους BLACK SABBATH) όσο και για την μουσική βιομηχανία που συνειδητοποίησε ότι το heavy metal ήρθε για να μείνει και όλες οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες έψαχναν να στελεχώσουν το ρεπερτόριο τους με metal συγκροτήματα. Καθώς τα video clip των QUIET RIOT και των DEF LEPPARD αλώνιζαν στο MTV και τα τραγούδια από τα άλμπουμ τους να παίζουν στα ραδιόφωνα, η αγορά άνοιξε για μία πλειάδα συγκροτημάτων που γιγαντώθηκαν στην πορεία της δεκαετίας. Για την προώθηση του άλμπουμ, οι QUIET RIOT περιόδευσαν με τους ZZ TOP, ανοίγοντας τις συναυλίες τους για το σούπερ-επιτυχημένο “Eliminator” και συνέχισαν μέχρι το 1984 ξανά με τους BLACK SABBATH. Μέχρι το τέλος της χρονιάς, έδωσαν και τις πρώτες τους συναυλίες επί βρετανικού εδάφους, ανοίγοντας για τους JUDAS PRIEST.

O μπασίστας Rudy Sarzo, που συχνά έπαιζε τον ρόλο του πυροσβέστη προς τα έξω, ήταν πολύ συγκεκριμένος για το τι περίμεναν όλοι οι εμπλεκόμενοι από την μπάντα. Πρώτη και καλύτερη, η δισκογραφική τους εταιρεία ανέβασε τον πήχη, βγάζοντας τους σε περιοδεία ως headliners, παρά ως support σε άλλους. Για να πούμε την αλήθεια, ήταν καιρός να γίνει κάτι τέτοιο, όμως το συγκρότημα δεν αισθανόταν και τόσο έτοιμο να περιοδεύσει έτσι. Ιδίως όταν η μεγάλη πρόκληση ήταν η παράλληλη ηχογράφηση και κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ. Έτσι ενώ είχαν αρχίσει να προσαρμόζονται στο νέο τους ρόλο ως headliners, η εταιρεία τους έβγαλε εκτός περιοδείας και εντός στούντιο, προκειμένου να δουλέψουν στο διάδοχο άλμπουμ του “Metal health”, το οποίο είχε ήδη κλείσει ένα χρόνο κυκλοφορίας. Χρειάζονταν ένα νέο προϊόν για να προωθήσουν προκειμένου να καταγράψουν πωλήσεις στο τέλος του καλοκαιριού και, αργότερα, στα Χριστούγεννα του 1984. Στην πορεία, «έκαψαν» και τους Καναδούς HEADPINS, που άνοιγαν τις εμφανίσεις τους και είχαν επενδύσει πολύ στις κοινές τους εμφανίσεις με τους QUIET RIOT, αν και η εταιρεία τους ήταν αυτή που τα έκανε μαντάρα και όχι η μπάντα.

Καλούμενοι να κυκλοφορήσουν ένα άλμπουμ που θα ξεπερνούσε το υπερεπιτυχημένο “Metal health” σε πωλήσεις και παράλληλα να γράψουν νέα τραγούδια υπό πίεση, η μπάντα στράφηκε στα … αρχεία της. Κυρίως τραγούδια που είχαν γραφτεί την εποχή του προηγούμενου άλμπουμ αλλά είχαν μείνει απ’ έξω. Ένα από αυτά ήταν το “Winners take all”, που περιείχε και κάποιες ιδέες του μακαρίτη Randy Rhoads (θυμίζει λίγο το “Goodbye to romance” του Ozzy σε σημεία), μόνο που ο DuBrow, ο οποίος το δούλεψε από το original προσχέδιο που λεγόταν “Teenage anthem”, δεν τον ανέφερε πουθενά. Επίσης, μιας και η διασκευή στο “Cum on feel the noise” έκανε τόση επιτυχία, οι QUIET RIOT δεν δίστασαν να δανειστούν πάλι ένα τραγούδι των SLADE, αυτή την φορά το “Mama weer all crazee now” από το “Slayed?” (1972), αφού και πολλοί ραδιοφωνικοί DJs τους το επισήμαναν σαν μία καλή επιλογή και η μπάντα έτσι κι αλλιώς σκόπευε να το βγάλει στο “Metal health”, αντί του “Cum on feel the noise”. Το τραγούδι κυκλοφόρησε και ως single, με μέτρια επιτυχία, φτάνοντας μόνο μέχρι το αμερικάνικο νο. 51 και το καναδικό νο. 50. Τα δάνεια από τους SLADE δεν σταμάτησαν εδώ. Το τραγούδι “Stomp your hands, clap your feet” έφερε τον ίδιο τίτλο με τον τίτλο της αμερικάνικης έκδοσης του “Old new borrowed and blue” (1974) των Βρετανών glam rockers.

Τα δύο video clip που γυρίστηκαν για την προώθηση του άλμπουμ αφορούσαν το single “Mama weer all crazee now” και το “Party all night”, όπου και στα δύο εμφανιζόταν ο γνωστός μασκοφόρος τύπος, άτυπη πλέον μασκότ των QUIET RIOT. Φαίνεται πως την πλειονότητα του υλικού την έγραψε ο DuBrow, με τον Cavazo να συνεισφέρει στα “Sign of the times”, το Condition critical” και το “Scream and shout”. Στα δύο τελευταία έβαλαν το χεράκι τους και οι Banali και Sarzo, αντίστοιχα. Την παραγωγή ανέλαβε ξανά ο Spencer Proffer, που είχε στήσει τόσο την εταιρεία Pasha, όσο και το στούντιο που ηχογράφησε η μπάντα το άλμπουμ, το Pasha Music House στο βόρειο Χόλυγουντ.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1984, το “Metal health” είχε πουλήσει 6 εκ. αντίτυπα στις ΗΠΑ, όμως οι QUIET RIOT μπήκαν στο κακό στόχαστρο της δημοσιότητας, σε βαθμό που με ασφάλεια μπορεί κάποιος να πει ότι σαμποτάρισαν τον ίδιο τους τον εαυτό. Το νέο άλμπουμ, που τελικά ονομάστηκε “Condition critical” κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1984 και με την ώθηση του “Metal health” που ακόμα ήταν εντυπωμένο στα αυτιά των fans, άρχισε να μοσχοπουλάει, έχοντας γίνει χρυσό ήδη από την προπώληση. Παρόλαυτα, βρήκε τοίχο σχετικά νωρίς, φτάνοντας μέχρι το νο. 15 των αμερικανικών charts και μετά βίας να ξεπερνάει το όριο του πλατινένιου άλμπουμ, πουλώντας οριακά πάνω από ένα εκατομμύριο. Δεν έκανε σε καμία περίπτωση την εντύπωση του προκατόχου του, ούτε είχε τα δυνατά hits του. Αυτή η εξέλιξη δεν έκατσε καθόλου καλά με τον frontman των QUIET RIOT, Kevin DuBrow.

Τα απρόβλεπτα ξεσπάσματα του τραγουδιστή έπαιξαν τον ρόλο τους στην πτώση και την καθίζηση της μπάντας. Σε συνέντευξη του, ο DuBrow άρχισε να μιλά υποτιμητικά για τις άλλες μπάντες από το Los Angeles που υπέγραψαν σε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες μετά από την επιτυχία του δικού τους άλμπουμ, υπονοώντας ότι όλοι όφειλαν σε αυτούς την επιτυχία τους. Στην συνέχεια, αφού αποκάλεσε ένα μουσικό έντυπο «χαρτί υγείας» (που φυσικά δεν του κέρδισε πολλές συμπάθειες στον μουσικό Τύπο), προέβη σε υπερβολές τύπου να παρομοιάζει την μπάντα του με τους BEATLES. Και δυστυχώς δεν έμεινε εκεί. Επέλεξε να χλευάσει και μία από τις μεγαλύτερες μορφές του χώρου, τον Ozzy Osbourne, λέγοντας χαρακτηριστικά πως τραγουδάει σαν … βάτραχος. Όλες αυτές οι δηλώσεις προκάλεσαν πολύ αρνητική εντύπωση στους fans. Μάλιστα, σε απάντηση προς τον frontman των QUIET RIOT, o Ozzy δώρισε μερικά «μπουκέτα» στον παλιό του μπασίστα Rudy Sarzo, όταν τον πέτυχε τυχαία έξω.

Αυτές τις επιθέσεις απέναντι σε συνάδελφους και μουσικούς δημοσιογράφους θα τις πλήρωνε ακριβά το συγκρότημα, καθώς, δυστυχώς, η όποια δήλωση μεταμέλειας ακολούθησε, πέρασε τελείως στα ψιλά. Ήταν ξανά ο Sarzo που προσπάθησε να μαζέψει λίγο τα ασυμμάζευτα του DuBrow σε συνέντευξη που ακολούθησε. Περιέγραψε τις αντιδικίες με τον Ozzy ως «λυπηρές» και επέμεινε ότι ο DuBrow είχε «παρεξηγηθεί». Υπήρχαν όμως και άλλες επικρίσεις να απαντηθούν. Η απόφαση των QUIET RIOT να κυκλοφορήσουν το “Condition critical” με μια διασκευή ενός άλλου τραγουδιού των SLADE είχε χλευαστεί από τον Nikki Sixx των Mötley Crüe, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι QUIET RIOT δεν ήταν κάτι παραπάνω από μία μπάντα διασκευών που παίζει σε τοπικά μπαρ. Η απάντηση του Sarzo, αποστομωτική: «Οι Mötley Crüe διασκεύασαν το “Helter Skelter” (των BEATLES), σωστά; Η μόνη διαφορά είναι ότι εμείς είχαμε μια επιτυχία με το τραγούδι κάποιου άλλου και αυτοί όχι». Ο Sarzo έσπευσε επίσης να αποκρούσει μία δήλωση του μάνατζερ των DEF LEPPARD, Peter Mensch, ότι οι QUIET RIOT είχαν ήδη «πιάσει ταβάνι» και είχαν βαλτώσει. «Το “Condition critical”», είπε ο Sarzo, «είχε γίνει χρυσό πριν καν κυκλοφορήσει».

Ο μπασίστας δεν κατηγορούσε δημόσια τον τραγουδιστή τους για την αρνητική εξέλιξη που είχαν πάρει τα πράγματα, αλλά κατ’ ιδίαν, τόσο αυτός όσο και ο ντράμερ Frankie Banali άρχισαν να βλέπουν τον αθυρόστομο DuBrow ως βαρίδιο. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός εκείνη την χρονιά που περιλάμβανε άλμπουμ όπως το “Stay hungry” των TWISTED SISTER και το ”Out of the cellar” των RATT, φαινόταν να ταΐζει σκόνη τους QUIET RIOT, που δεν είχαν προϊόν αντάξιας ποιότητας να αντιπαραθέσουν. Την επόμενη κιόλας χρονιά, ο Sarzo θα έφευγε από τους QUIET RIOT για να γνωρίσει τελικά νέες δόξες με τους φρέσκους WHITESNAKE του 1987.

Όπως φάνηκε, το “Condition critical” σηματοδότησε την αρχή της βαθμιαίας πτώσης των QUIET RIOT, οι οποίοι δεν μπόρεσαν, εν τέλει, να διαχειριστούν την κατάκτηση της κορυφής το 1983. Είναι σίγουρα ένα άλμπουμ που αντικατοπτρίζει την διάθεση της εποχής, όμως πάντα οι συγκρίσεις με το “Metal health” – ευλογία και κατάρα ταυτόχρονα, όπως αποδείχτηκε – θα υποβαθμίζουν όποιο καλό στοιχείο μπορεί να είχε. Και μεταξύ μας αυτά δεν ήταν και πολλά. Άλλωστε, οι ειρωνικοί χαρακτηρισμοί “Condition Terminal” και “Prognosis Terminal” από τον Μουσικό Tύπο της εποχής αντικατοπτρίζει πλήρως την ελαφρότητα με την οποία η κοινότητα του σκληρού ήχου εξέλαβε τους QUIET RIOT το 1984, όταν η μπάντα είχε ακόμη λίγα αξιόλογα δείγματα γραφής να επιδείξει.

Κώστας Τσιρανίδης

EJEKT FESTIVAL DAY 3: BRING ME THE HORIZON/NECK DEEP/BURY TOMORROW/SIXFORNINE-(24/07/2024 – OAKA P5)

0

Τρίτη και τελευταία ημέρα λοιπόν για το φετινό EJEKT Festival και ίσως η πιο αναμενόμενη για όσους (εκ)τιμούν τη νέα γενιά των metal συγκροτημάτων. Οι BRING ME THE HORIZON βρίσκονται πλέον στο απόλυτο απόγειο της δόξας τους και σε συνδυασμό με ένα πάρα πολύ ελκυστικό support πακέτο, όλα έδειχναν ότι θα είχαμε από την αρχή κάτι που θα ήταν αξιομνημόνευτο. Η αρχή όμως συνοδεύτηκε από απρόοπτα.

Φτάνοντας στον χώρο του Ρ5 σχεδόν την ώρα που είχε ανακοινωθεί το άνοιγμα των θυρών, παρατήρησα μια τεράστια ουρά έξω από τον συναυλιακό χώρο. Απ’ ότι πληροφορήθηκα μετέπειτα, ένα τεχνικό πρόβλημα με τα scanners των εισιτηρίων καθιστούσε αδύνατη την έγκαιρη είσοδο του κόσμου για να δει τους δικούς μας SIXFORNINE. Το αποτέλεσμα ήταν να παίξουν μπροστά σε μόλις 30-40 άτομα, τα οποία μπήκαν στο Ρ5 πριν ανακύψει αυτό το ζήτημα.

Να ζητήσω λοιπόν μια συγνώμη από τον Φώτη και τα υπόλοιπα παιδιά που δεν μπορώ να καλύψω την εμφάνισή τους, αλλά στην ουρά που βρισκόμουν ούτε μπορούσα να διακρίνω ποια τραγούδια έπαιξαν και, το κυριότερο, την ώρα που κατάφερα τελικά να μπω, να έχουν μόλις κατέβει από τη σκηνή. Είναι πραγματικά κρίμα για τους ίδιους τους SIXFORNINE όλο αυτό, γιατί εκτός από το ότι είναι αξιολογότατοι, φαντάζομαι ότι έφαγαν και ένα αρκετά σεβαστό χρόνο για πρόβες εν όψει της συγκεκριμένης εμφάνισης. Επιφυλάσσομαι λοιπόν για την επόμενη φορά (και ίσως με κάποιο hard copy ticket κατά προτίμηση).

Αφού πήραμε τις απαραίτητες δόσεις ενυδατώσεις από τα εξαιρετικά περίπτερα που υπήρχαν στην είσοδο του P5, κινηθήκαμε μέσα στο λιοπύρι να δούμε τους εκ του Southampton ορμώμενους BURY TOMORROW. Οι οποίοι ναι μεν ξεκίνησαν στην ώρα τους με το “Seventh sun” από το περσινό, ομώνυμο άλμπουμ τους, ξεσήκωσαν το λιγοστό εκείνη την ώρα κοινό, όμως ο ήχος τους ήταν μπουκωμένος και ήταν εμφανής η ανησυχία του κιθαρίστα Kristan Dawson ότι κάτι δεν πάει καλά με την κιθάρα του. Αυτό έγινε ακόμη πιο εμφανές στο “Abandon us”, το οποίο βγήκε σχεδόν όλο χωρίς lead κιθάρα, οπότε το πρόβλημα ήταν αρκετά μεγαλύτερο απ’ όσο έδειχνε.

Μέχρι να αποκατασταθεί το πρόβλημα πέρασε σχεδόν ένα τέταρτο της ώρας, με αποτέλεσμα η εμφάνιση των BURY TOMORROW να κουτσουρευτεί αναφορικά με τα τραγούδια που εκτελέστηκαν ζωντανά, καθώς τα timetables ήταν αυστηρά. Η στεναχώρια ήταν εμφανής, ειδικά στο πρόσωπο του frontman Daniel Winter-Bates, ο οποίος απολογούνταν συνέχεια, χωρίς να φταίει ο ίδιος. Παρόλα αυτά, στον όσο χρόνο απέμεινε, οι ΒΤ τα έδωσαν όλα ώστε να το ευχαριστηθεί το κοινό.

Και η αλήθεια είναι ότι το κατάφεραν, αφού με μεγάλη ευχαρίστηση είδα κάποια moshpits, όπως και ένα wall of death στο αποχαιρετιστήριο “DEATH (even colder)”. Ο συνδυασμός των σκισμένων φωνητικών του Daniel με τα μελωδικά του Tom έδενε τέλεια από σκηνής, αλλά τελικά μείναμε με μια πικρή γεύση, καθώς αυτό που είδαμε ήταν ημιτελές. Μακάρι να δούμε σύντομα τους BURY TOMORROW σε κάποια indoor εμφάνιση, όπου εκεί θα γίνει μεγάλο γλέντι.

Όλα τα τεχνικά θέματα ήταν να τύχουν σε εμένα. Οπότε σας αφήνω στα χέρια του Γιάννη “Ιβάν” Σαββίδη, ο οποίος μπόρεσε να παρακολουθήσει την κορύφωση της τρίτης ημέρας του EJEKT Festival ανέμελα και να επικεντρωθεί ανέμελος στην οπτικοακουστική εμπειρία που ακολούθησε.

Γιώργος Κόης

 

Να δώσω εν τάχει εύσημα κι εγώ με τη σειρά μου στους παλικαράδες BURY TOMORROW (ο Dawson ειδικά που τόσο ταλαιπωρήθηκε με τον ήχο του – στα συν η μπλουζάρα OBITUARY – “Slowly we rot”!) και στους δικούς μας SIXFORNINE που αμφότεροι παίξανε κόντρα στις αντιξοότητες, ανανεώνοντας το ραντεβού για την επόμενη φορά. Πάμε στην υπόλοιπη βραδιά λοιπόν που κύλησε ευτυχώς, άνευ απροόπτων.

NECK DEEP από την Ουαλία σου λέει για τη συνέχεια. Αγνοούσα την ύπαρξή τους να σας είμαι απόλυτα ειλικρινής. Όταν ανέβηκαν στις 8 στο σανίδι του Ejekt, ήταν λες και τηλεμεταφέρθηκα στις αρχές του 2000 που ήμουν 10 χρονών και έβλεπα τα πρώτα βίντεο των BLINK-182 στο MTV. Ναι, αυτό το στυλ παίζουν, ελαφρώς πιο βαρύ για να μην είναι και εντελώς παράταιροι με το festival. Υπάρχουν μια δεκαετία λέει, οπότε έχουν χτίσει κοινό. Ένα στυλ, ό,τι πρέπει για καλοκαιρινό festival με όλα τα προβλεπόμενα/παρελκόμενα (σορτσάκια, μαγιό, δροσερά ποτά και τα συναφή), ενώ οι ίδιοι επί σκηνής ήταν άκρως ενεργητικοί (ο frontman μου θύμισε λιγάκι Phil Anselmo στη κινησιολογία) και επικοινωνιακοί με το κοινό.

Δεν ξέρω αν θα έβαζα να ακούσω σπίτι μου κάποιο από τα 5 full-length άλμπουμ τους, ωστόσο το πρόσημο είναι θετικό, διασκέδασα ρε παιδί μου πως το λένε. Μόνο τη στιγμή που πήγε να ξεκινήσει πολιτικό λογύδριο, σφίχτηκα και σκέφτηκα “ωχ…όχι σαχλαμάρες, να χαρείς!”. Καλώς ή κακώς, έχουν δει τα ματάκια μας πραγματάκια κατά καιρούς. Περιορίστηκε ευτυχώς σε μερικά εύστοχα, ενωτικά κοινωνικοπολιτικά σχόλια, τελειώνοντας με το (αμετάφραστο) “…I’m just an idiot with a microphone”. Δεν ξέρω για εσάς, εμένα με κερδίζει η ταπεινότητα σε τέτοια θέματα και ιδίως τα μετρημένα λόγια. Στη τελική, από “ινστρούκτορες” πια, χορτάσαμε, δεν θέλουμε άλλους.

Κατά τα άλλα, και με circle pit (το ορθόδοξο) ζεστάνανε το κοινό και αστειεύτηκαν μαζί του (ένας έδωσε κάρτα Pokemon στον frontman!!) και ο κόσμος εν γένει τους συμπάθησε, κι εγώ μαζί τους. Επίσης, να τονιστεί η εμφάνιση Nottingham Forest που φορούσε ο drummer (το εν λόγω σχόλιο ζητήθηκε από τον εκλεκτό συνάδελφο Γιώργο Κόη που το αναγνώρισε – ο γράφων άλλωστε, έχει τόση σχέση με τις ομάδες όση και με το καλλιτεχνικό πατινάζ!). Απλά, να πω την αμαρτία μου, θα προτιμούσα στη θέση τους, τους SIXFORNINE. Όχι λόγω σωβινισμού (μακριά από μας αυτά!), υφολογικά καθαρά. Και ας μπαίνανε οι Ουαλοί ως μπάντα να ανοίξει τη μέρα, δεν θα είχα καμία απολύτως αντίρρηση. Αλλά αρκετά από αυτά.

Ήρθε η ώρα για το κυρίως πιάτο της βραδιάς. BRING ME THE HORIZON το λοιπόν για πρώτη φορά εν Ελλάδι. Προετοιμαζόμενος για την χθεσινή συναυλία να σας είμαι ειλικρινής, είχα πάντα μια απορία. Για ποιο λόγο έκραζε το κοινό τους την αλλαγή τους; Δεν μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστό “άνοιγμα” του ήδη υπάρχοντος ήχου, αλλά και διατήρηση των ριζών τους, από αυτό που έγινε σε βάθος δεκαετίας και βάλε ως και το φετινό “Post human: next gen”. Υποθέτω κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο προσκολλημένοι με αυτή την εικόνα μιας μπάντας που μάθανε, αλλά και πάλι, για ποιο λόγο να τους κατακεραυνώσεις αν τα κομμάτια είναι καλά; Φυσικά, αυτό δεν έμοιαζε να νοιάζει τις πολλές χιλιάδες κόσμου που βρέθηκαν στον εξωτερικό χώρο του ΟΑΚΑ εχθές, τιμώντας το Βρετανικό σχήμα – μεγαθήριο του είδους του.

Μια ολόκληρη φουρνιά ατόμων νεαρής ηλικίας, που έδιναν πόνο και γκάριζαν κάθε λέξη με τον Olly Sykes από την αρχή με το “Darkside” ως και το φινάλε με το “Throne” 90 λεπτά μετά. Ενδιάμεσα τι είχαμε; Ένα φαντασμαγορικό show (πραγματικά για σεμινάριο, ακόμα και εγώ ο μετριοπαθής εντυπωσιάστηκα!), εφάμιλλο μιας μεγάλης μπάντας του είδους τους, έναν frontman ταλαντούχο, επικοινωνιακό, που ξέρει πως να δένεται με το κοινό του (στο “Drowned” κατέβηκε με κάμερα στη πρώτη σειρά και χάθηκε στην αγκαλιά του κόσμου, τέτοια να βλέπω!) αλλά ξέρει και πως να δίνει το έναυσμα για ολοκληρωτικό μακελειό στο pit (μέχρι και καπνογόνο άναψε σε μια φάση!), κρατώντας τα ωραία από την ακραία πτυχή των BRING ME THE HORIZON, κάνοντας τους ωστόσο προσβάσιμους αρκετά προκειμένου να ξεσηκώνουν αρένες χιλιάδων. Δύσκολη ισορροπία, μόνο οι σπουδαίοι τη πετυχαίνουν.

Με ένα set που κάλυπτε από το “Semptiternal” (2013) και πέρα (όπως είναι φυσικό), με έμφαση στη διλογία “Post human: survival horror” (2020), “Post human: next gen” (2024), οι Βρετανοί, έδειξαν πόσο δυνατά χαρτιά είναι αυτά τα δύο “πειράματα” και πόσο τα αγκάλιασε ο κόσμος. Αυτά, αλλά και την εν γένει πορεία δεκαετίας σε αυτό το ύφος. Και τα electro μέρη δένανε άψογα και τα πάντα! Τα “είναι τρελός, είναι τρελός ο Βρετανός” έδιναν και έπαιρναν (δεύτερη φορά που άκουσα αυτό το σύνθημα σε λιγότερο από μια βδομάδα – ναι, στους PRIEST έληγε στο “…ο καραφλός” αλλά το νόημα παραμένει!), με τον Sykes να μη το πιστεύει το που ήρθε, το πόσο πολύ τον αγκάλιασε αυτό το κοινό και εκείνον και τη μουσική του. “Παρότι είναι η πρώτη μας φορά, νιώθω ήδη σαν να μου λείψατε” είπε ο κύριος και γίναμε ολίγον τι Βιτάμ σοφτ!

Να σημειώσω ότι όλο το concept με το ανδροειδές που μας καλοσώρισε στο live από τις γιγαντοοθόνες, μας αποχαιρέτησε στο τέλος και γενικότερα έκανε μια τρομερή διάδραση με το κοινό και λοιπούς “χαρακτήρες” του concept, ήταν τρομερά ευρηματικό και γουστόζικο, ενώ σε σημεία είχε και την απαραίτητη δόση χιούμορ, δείχνοντας ότι κάποιος με μεράκι έβαλε ΠΟΛΛΕΣ εργατοώρες για να βγει αυτό το αποτέλεσμα. Έτσι για να μην νομίζετε ότι οι μεγάλες παραγωγές δεν έχουν δουλειά στην εντέλεια. Και αυτό είδαμε εν τέλει τη Τετάρτη, μια εδραιωμένη μοντέρνα μπάντα του σκληρού ήχου, στην ακμή της, στην Ελλάδα, τη στιγμή που έπρεπε, όταν έχουν κατακτήσει το κόσμο και βρέθηκαν μπροστά στο κατάλληλο κοινό για να τους αγαπήσει, αγκαλιάσει, απογειώσει και πάει λέγοντας. Εις το επανιδείν αγαπητοί Βρετανοί, κερδίσατε έναν οπαδό ακόμα και κάποιον που δεν ακούει κουβέντα πλέον για εσάς.

Αυτόν που υπογράφει αυτό το κείμενο. Και αυτό είναι κέρδος δικό σας. Τα σέβη μου!

Σας αφήνω με την επιγραφή που έβαλε επίλογο στην εμφάνιση τους αλλά και σε όλο το φετινό Ejekt:

ΒΜΤΗ JUST ROCKED MY WORLD!

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 27/7 [METALLICA]

0
Metallica

Metallica

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ride the lightning” – METALLICA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Megaforce
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Flemming Rasmusse
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες – James Hetfield
Κιθάρες – Kirk Hammett
Μπάσο – Cliff Burton
Drums – Lars Ulrich

40 ΧΡΟΝΙΑ “RIDE THE LIGHTNING”

40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑΣ

40 χρόνια από τότε που η απόλυτη μπάντα που πάτησε το πόδι της στο κόσμο τούτο, ανέβηκε κατηγορία, κατέκτησε συνειδήσεις και ως μια εντελώς άλλη μπάντα σε σχέση με το ήδη μνημειώδες ντεμπούτο (καταλύτης άλλου επιπέδου ο κοκκινοτρίχης άρχοντας των χαμηλών συχνοτήτων Clifford Lee Burton) άρχισε να στέκεται ήδη πέρα και μπροστά από τον ανταγωνισμό της εποχής. Κάθε τι που έκαναν οι κύριοι ως και την αρχή της επόμενης δεκαετίας, όριζε το πως θα κινούνταν ο υπόλοιπος χώρος που τους ανέδειξε. Έγραψαν μπαλάντα; Όλοι έγραψαν μπαλάντα, αφού τους κοροϊδέψανε πρώτα! Μεγαλώσανε σε διάρκειες τα κομμάτια; Το έκαναν και εκείνοι. Κι όλα αυτά, κάνοντας το κομμάτι τους, μη σκεπτόμενοι την εμπορική απήχηση.

Η αλήθεια είναι πως είχα πει μια πολύ γερή δόση στο αναλυτικό Insider από τα γεγονότα γύρω από το “Ride the lightning” των METALLICA. Τα μουσικά, όσο και τα μη μουσικά φυσικά. Συνεπώς, δεν θα σας πω τα ίδια και τα ίδια. Όχι τίποτε άλλο, μη διαβάζετε και το ίδιο κείμενο δύο φορές. Κι επειδή εδώ μιλάμε για βίωμα που φέτος συμπληρώνει 20 χρόνια, σε αυτό εδώ το κείμενο παρουσιάζεται η βιωματική μου σχέση με τον αγαπημένο μου δίσκο όλων των εποχών. Πάρτε σνακς, φαγητό, αναψυκτικά, ποτά, ό,τι θέλετε και ξεκινάμε. Ας γυρίσουμε το χρόνο πίσω λοιπόν:

Οκτώβριος 2004.

Ο μικρός Γιαννάκης, βρίσκεται σε ένα μικρό σταυροδρόμι στη μουσική του ζωή. Κάποια κομμάτια BON JOVI, κάποια κομμάτια SCORPIONS, κάτι rap/hip hop πράγματα που γούσταρε από τότε. Κάπου εκεί ανάμεσα, έχουν ήδη σκάσει οι LINKIN PARK που τον πιάσανε στην εφηβεία πάνω, με το “Live in Texas” (2003). Ένα εκπληκτικό live άλμπουμ, μιας μπάντας στην ακμή της που άνοιγε για μια θρυλική μπάντα που έκανε την λεγόμενη Summer Sanitarium stadium tour τότε. Η μπάντα αυτή, λεγόταν METALLICA. Έχει κουτσοακούσει σκόρπια κομμάτια από το παρελθόν τους (“Enter sandman”, “Fuel”, “The unforgiven II” – ευχαριστώ αδερφούλα!) και θέλει από κάπου να ξεκινήσει. Ένας συμμαθητής του, τότε στα κοντά είχε πάρει το “Ride the lightning”. Του βάζει να ακούσει το ομώνυμο κομμάτι….σοκ! Λίγα δεύτερα αρκούσαν για να πάρει την απόφαση.

Πλησιάζουν τα γενέθλια, ο Γιάννης με 38 πυρετό. Η μητέρα του τον ρωτάει “Γιάννη, τι δώρο θες για τα γενέθλια σου;”. “Το “Ride the lightning” των METALLICA, μαμά”. Πηγαίνει στο δισκάδικο, το παίρνει, γυρίζει, μου το δίνει μαζί με τις ευχές της. Το κοντινότερο που είχα ακούσει να ήταν το “Paranoid” των BLACK SABBATH σημειώνεται εδώ (το κομμάτι, ο δίσκος ήρθε λίγο πιο μετά). Ψαρωμένος έφηβος εγώ, από το εξώφυλλο που είχε την ηλεκτρική καρέκλα (από τα ακραία εξώφυλλα που είχαν δει τα έφηβα ματάκια μου), βάζω να παίξει ο δίσκος ενώ αναρρώνω από το πυρετό. Στην αρχή, πέφτει η εισαγωγή του “Fight fire with fire”. Λέω “ΟΚ, περίεργη εισαγωγή…” μέχρι να τελειώσω τη σκέψη μου, τελειώνει και η εισαγωγή….και αρχίζει ένα μαγευτικό ταξίδι στη λύσσα του thrash metal που καλά κρατεί μέχρι σήμερα!

“FIGHT FIRE WITH FIRE”

Το riff-ομοβροντία, τα τύμπανα που ακούγονται σαν ο ήχος του επερχόμενου ολέθρου όταν σκάνε τα πιατίνια, ή σαν ποδοβολητό όταν σκάνε τα γρήγορα τύμπανα, τα ρυθμικά που με κάνανε να γουρλώσω τα μάτια μου σαν τον Alex από το “Clockwork orange” και να προσέξω τι στο διάολο έβγαινε από τα ηχεία μου! Επιθετικό, βαρύ, λυσσασμένο και με πράγματα να πει: “Blow the universe, into nothingness….nuclear warfare, shall lay us to rest”. Ο φόβος του επικείμενου πυρηνικού ολοκαυτώματος, στα χέρια των METALLICA έγινε ένας ύμνος ορισμός του πως πρέπει να παίζεται το είδος. Χώρια που, οι στίχοι αυτοί, πρώτοι ξύπνησαν τον υποφαινόμενο στο γεγονός ότι δεν μιλάνε όλα τα τραγούδια για τον έρωτα. Δυνατή, δυνατότατη σφαλιάρα σε όλα τα επίπεδα, εκθέτοντας με στις υψηλές ταχύτητες, κάνοντας με να τις αγαπήσω από πολύ νωρίς. Μετά, θα ερχόντουσαν οι SLAYER (συγκεκριμένα ένα χρόνο μετά – το “Chemical warfare” την έκανε τη “ζημιά”) και το γλυκό θα έδενε έτι περαιτέρω για τον τύπο που βλέπετε να υπογράφει κείμενα σαν κι αυτό.

“RIDE THE LIGHTNING”

Το φερώνυμο κομμάτι, ένα δαιδαλώδες αριστούργημα για τις τελευταίες στιγμές ενός θανατοποινίτη πριν πάει στην ηλεκτρική καρέκλα (“Death in the air, strapped in the electric chair, this can’t be happening to me”). Ένα από τα καλύτερα μεσαία μέρη που έχουν γράψει ποτέ οι METALLICA, το άνοιγμα περαιτέρω του κόσμου του Γιαννάκη στα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια. Υπόψιν, η ως τότε εμπειρία του είχε μικρά κομμάτια που ήταν 3-5 λεπτά (έβλεπε MTV τότε και άκουγε mainstream ραδιόφωνο, οπότε αυτές τις προσλαμβάνουσες είχε βεβαίως-βεβαίως), οπότε το να ακούει όλες αυτές τις αλλαγές, ήταν μια συναρπαστική ανακάλυψη στην ηλικία των 14 και με τη βούλα πλέον. Μεγαλοπρεπές, σοβαρό κα το μόνο κομμάτι που επάξια θα μπορούσε να διαδεχθεί το σαρωτικό “Fight fire with fire”. Το γεγονός ότι όχι μόνο δεν με χάλασε που ήταν 6,5 λεπτά, αλλά ούτε που κατάλαβα πως πέρασαν αυτά τα λεπτά, σε ένα μόλις κομμάτι, ήταν ένα σοβαρότατο βήμα της προσωπικής μου εξέλιξης ως ακροατή. Περισσότερα παρακάτω επ’ αυτού.

“FOR WHOM THE BELL TOLLS”

Ποτέ μέχρι πολύ πολύ πρόσφατα δεν ήμουν του βιβλίου. Βιβλιοφάγος η αδερφή μου, εγώ δεν το είχα ποτέ τόσο έντονα, σίγουρα όχι όσο με τη μουσική. Μέχρι και τη λογοτεχνία στο σχολείο την έβλεπα με σκεπτικό μάτι. Έλα όμως, που μέσα από αυτό το κομμάτι, ήταν η πρώτη φορά που εξωσχολικό βιβλίο το οποίο μελετήσαμε στο συγκεκριμένο μάθημα, το τελείωσα! Τρίτο σοκ για τον Γιάννη, οι πόλεμοι για κομμάτια Γης (“For a hill, men would kill”), άνθρωποι που απλώς τυφλά ακολουθούν διαταγές (“Stranger now are his eyes, to this mystery”) που απολαμβάνουν την εκκωφαντική σιωπή του πεδίου της μάχης, πάντα περιμένοντας να γίνει απλά το χειρότερο, ή συχνά τυφλοί στο αναπόφευκτο, δηλαδή τον θάνατο. Βαριά θέματα για ένα παλικάρι που ούτε καλά καλά δεν είχε δει τα 15 του έτη. Μασίφ, σαν στρατιωτικό βάδισμα, εκκωφαντικό σαν βόμβες και πυροβολισμοί, αρκούσε για να παραδοθώ αμαχητί στον ήχο του. Κάπως έτσι, αγάπησα τα κομμάτια με πολεμικές αναφορές – θεματολογίες. Έπειτα ανακάλυψα πολλές μπάντες που εστίαζαν εκεί κατά κόρον (SODOM, BOLT THROWER, AMON AMARTH, GRAVE DIGGER κλπ.)

“FADE TO BLACK”

Η ημι-μπαλάντα που ο Γιαννάκης, κατάλαβε ακόμα περισσότερο μεγαλώνοντας. Αλλά από εκείνη τη πρώτη ακρόαση, κάτι τον άγγιξε. Από το πως μπήκαν οι ακουστικές; Από το πως έσκασε το πρώτο lead – μαχαιριά του Kirk Hammett; Από το πως ερμήνευσε αυτούς τους θλιμμένους στίχους ο James Hetfield (“Life it seems will fade away, drifting further every day”); Από τα ξεσπάσματα γεμάτα συναίσθημα και ένταση, που είναι το μουσικό αντίστοιχο της κραυγή πόνου ενός θλιμμένου ατόμου; (“Deathly lost this can’t be real, cannot stand this hell I feel“) Ή όταν όλα αυτά, όταν το μεσαίο ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ riff κάνει την εμφάνιση του, πλέον έχουν γίνει μια σκληρή πραγματικότητα και ένας μονόδρομος για ένα άτομο που έχει αποφασίσει να αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο: “Yesterday seems, as though it never existed, death greets me warm, now I will just say goodbye”. Μεγάλο μάθημα ενσυναίσθησης, άθελά τους, αλλά και μεγάλο μάθημα για το πως πρέπει να βγαίνει το συναίσθημα σε τέτοια κομμάτια με ΑΥΤΟ το στιχουργικό περιεχόμενο. Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα για μένα που ήρθαν στη πορεία, είναι οι PARADISE LOST, οι SENTENCED, οι DREAM THEATER, οι LEPROUS (ειδικά το “Pitfalls” που πιάνει και ανάλογο θέμα) και πάει λέγοντας.

“TRAPPED UNDER ICE”

Κι άλλα γκάζια. Σε περίπτωση δηλαδή που δεν σε ισοπέδωσε το “Fight fire with fire” με τη πρώτη μικρέ και αθώε Γιαννάκη, να σε ισοπεδώσει τούτο εδώ! Ένα κομμάτι παρμένο από τις μέρες του Kirk στους EXODUS (το κύριο riff από το “Impaler”, το μεσαίο riff από το “Hell’s breath” – που υπήρχε και στην επανηχογράφηση, προς διόρθωση του λάθους που έκανα στο κείμενο στο Insider τότε), ατόφιος thrash metal οδοστρωτήρας από το πάνω ράφι. Ο συνδετικός κρίκος όπως θα μάθαινα αργότερα, του “Kill ‘em all” και του “Ride the lightning”. Ο πρωταγωνιστής του τραγουδιού σε μια φρικιαστική κατάσταση: ξυπνάει παγιδευμένος στο πάγο, καθώς και παγιδευμένος κάπου ανάμεσα σε ζωή και θάνατο (“Crystallized as I lay here and rest, eyes of glass stare directly at death”), προσπαθεί να ξεφύγει, προσπαθεί να ουρλιάξει για βοήθεια, σε ένα από τα καλύτερα μεσαία μέρη του δίσκου. “SCREAM! From my soooul, fate, mystifiiiiied, hell, foooooreeeeeveeeermooooore”. Riffs τσίτα τα γκάζια μέχρι αποκολλήσεως σβέρκου, ενώ διαβάζοντας γύρω από αυτό το κομμάτι, ο Γιάννης, έμαθε και το όλο Bay Area thrash (EXODUS, DEATH ANGEL, TESTAMENT και πάει λέγοντας) πέραν των λοιπών Big 4. Να τα λέμε και αυτά φυσικά, βοήθησε εκείνη τη περίοδο περίπου (3 χρόνια μετά) το ντοκιμαντέρ “Get thrashed” που τον έμπασε για τα καλά στο κόσμο αυτό, δείχνοντας του το πεπρωμένο του από πάρα πολύ νωρίς!

“ESCAPE”

Σκέφτομαι ώρες – ώρες, πόσο τυχεροί είμαστε σαν μουσικόφιλοι για κάποια πράγματα. Μερικές μικρές αποφάσεις φέρανε ορισμένα κομμάτια στη προσοχή μας. Ένα από αυτά είναι το “Escape” με την γνωστή ιστορία που έχω ήδη αναπτύξει στο σχετικό Insider. Προτού πεις το οτιδήποτε εσύ που διαβάζεις, είναι το λιγότερο εκπληκτικό κομμάτι του δίσκου, ναι. Ωστόσο το μήνυμα του, όταν έσκασε μύτη, βρήκε τον μικρό Γιαννάκη κατευθείαν στο ψαχνό. “Feel no pain, but my life ain’t easy, I know I’m my best friend, no one cares but I’m so much stronger, I’ll fight until the end”. Μπήκε εκεί μέσα στο μυαλουδάκι, 20 χρόνια μετά, δεν λέει να φύγει ούτε με λοβοτομή. Ούτε η συμπαντική αλήθεια του ρεφρέν “OUT FOR MY OWN, OUT TO BE FREE, ONE WITH MY MIND, THEY JUST CAN’T SEE, NO NEED TO HEAR THINGS THAT THEY SAY, LIFE’S FOR MY OWN TO LIVE MY OWN WAY”. Δεν με νοιάζει αν θεωρείς ότι έχεις δίκιο (“who says that I ain’t right?”), με νοιάζει ότι εγώ το θεωρώ σωστό και θα το κάνω. Γιατί αυτός είμαι.

“CREEPING DEATH”

Άμα το “Ride the lightning” είναι σαν δίσκος το σημείο μηδέν μου, το “Creeping death” είναι γενικά το σημείο μηδέν μου σαν τραγούδι. Αυτό το κομμάτι, είναι όλα μα ΌΛΑ όσα θέλω να έχει η μουσική: riff-άρες, σολάρες, ρεφρενάρες, φοβερές δομές, ένταση και τσαμπουκά. Το στιχουργικό θέμα του λαού του Ισραήλ μέσα από έναν ύμνο σε όλα τα πράγματα που είναι το metal στα αυτιά μου. Με αποκορύφωμα το ρεφρέν που ακόμα και σήμερα, μετά από 20 χρόνια, δεν παύει δευτερόλεπτο να με τρελαίνει.

SO LET IT BE WRITTEN, SO LET IT BE DONE
I’M SENT HERE BY THE CHOSEN ONE
SO LET IT BE WRITTEN, SO LET IT BE DONE
TO KILL THE FIRST-BORN PHARAOH SON
I’M CREEPING DEATH!

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και άλλο ένα riff EXODUS από τον Kirk για να δημιουργήσει ένα από τα πωρωτικότερα σημεία στην ιστορία:

DIE, BY MY HAND, I CREEP ACROSS THE LAND, KILLING FIRST-BORN MAN!

Επί προσωπικότερου, δεν ήταν τυχαίο πως αυτό το σημείο, στη πρώτη αυτή ακρόαση, αρκούσε, για να φυτέψει στον μικρό Γιαννάκη, την ιδέα να πιάσει κιθάρα στα χέρια του. Η δε εκτέλεση του “Live in San Diego ‘92” και του “Live in Seattle ‘89” ήρθαν να προσθέσουν σε όλο αυτό. Η ιδέα αυτή, θα υλοιποιούνταν 4 χρόνια μετά, λίγο πριν τα 18 με τον διάλογο με τη μητέρα του να είναι ο ακόλουθος:

Εγώ: Μαμά, θέλω να μάθω κιθάρα!
Μάνα : (Με πολλή χαρά) Α, πολύ ωραία αγόρι μου! Θα μάθεις να παίζεις και μπαλάντα σε καμιά κοπελίτσα…
Εγώ: (Εμφανώς τσαντισμένος) Όχι μαμά, το “Creeping Death” των METALLICA θέλω να μάθω να παίζω!
Μάνα: (σιγή και αναστεναγμός συνοδευόμενα από το βλέμμα “τι έχω κάνει λάθος με αυτό το παιδί;”)

To έμαθα τελικά (σε περίπτωση που ένας το ‘χε απορία!), μαζί με πολλά άλλα κομμάτια άλλων λατρεμένων μου μπαντών στην πορεία. 16 χρόνια έχουν περάσει από τότε, δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή αυτή μου την απόφαση. Και ούτε πρόκειται να σας πω την αλήθεια.

“THE CALL OF KTULU”

Η πρώτη μου γνωριμία με κάτι που λέγεται instrumental. Εξ ορισμού, το αγαπημένο μου instrumental όλων των εποχών. Οριακά κάτω από 9 λεπτά, πιάνοντας χρόνο δύο και τριών κομματιών ραδιοφώνου δηλαδή (θυμίζω, είμαστε στη περίοδο που κάνω αυτή τη μετάβαση), μια ελεγεία προς τους Αρχέγονους θεούς του HP Lovecraft. Μια ωδή στον μεγάλο παλαιό Cthulhu, μέσα από μια πολυποίκιλη, επιβλητική, δαιδαλώδη σύνθεση, που ακούγεται σαν ένα μεγάλο ταξίδι σε μυστήρια νερά, όπου παραμονεύει όλο το κακό. Κυρίως αυτό που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Σινεματικό κομμάτι, το soundtrack κάποιας ταινίας για τα δημιουργήματα της φαντασίας του Lovecraft που δεν βγήκε ποτέ προς τα έξω. Ένα μεγαλειώδες φινάλε σε ένα αριστούργημα, όπου δεν υπάρχει περιττό δευτερόλεπτο, ούτε για αστείο. Άκρως επηρεασμένο από μοτίβα κλασσικής μουσικής, έδειξε πόσο μακριά μπορούν να πάνε τη μουσική τους οι METALLICA, γεννώντας πόσους εμπνευστές στη πορεία. Χάρη σε κάτι τέτοια κομμάτια ήμουν σε θέση να χωνέψω μπάντες όπως οι DREAM THEATER, οι DEATH, οι NEVERMORE, οι OPETH και ούτω καθεξής που είχαν περιπετειώδεις αντισυμβατικές δομές και μακροσκελή κομμάτια.

Ιούλιος 2024 – Οκτώβριος 2024

Ο πρώτος είναι ο μήνας που εορτάζεται η κυκλοφορία, ο δεύτερος ο μήνας που εορτάζεται η γνωριμία με την ιδέα που είναι το “Ride the lightning” των METALLICA. Την ιδέα πως όλη η μουσική κατά το μυαλό του γράφοντα, ορίζεται μέσα στα 49 λεπτά του, με όλα αυτά τα υπέροχα και ασύγκριτα χρώματα που αυτό έχει να της δώσει. 20 χρόνια στη ζωή μου, 40 χρόνια στο κόσμο, ούτε λίγο δεν έχει χαθεί από τη λάμψη του, τη λύσσα του, τη φλόγα του που καίει και τα κάνει όλα παρανάλωμα. Την ιδέα πως τέσσερις τύποι με τζιν σωλήνες, άσπρα αθλητικά, δερμάτινα μπουφάν και σπινθηροβόλα βλέμματα θα δίδασκαν ένα παλικαράκι τα τελευταία 20 χρόνια πως να είναι ο εαυτός του, πως να μην  αφήνει κανέναν να τον μειώνει και πως να περπατάει με ψηλά το κεφάλι.

Did you know that?

– Όλα τα κομμάτια του δίσκου, έχουν διασκευαστεί από τουλάχιστον μια μπάντα. THERION και VADER (“Fight fire with fire”), HALESTORM (“Ride the lightning”), APOCALYPTICA και DIE KRUPPS (“For whom the bell tolls”), APOPTYGMA BERSERK, DISTURBED, SONATA ARCTICA, STEEL PROPHET (“Fade to black”), DEATH ANGEL (το αίμα, νερό δεν γίνεται), EXHUMED, IMPIOUS (“Trapped under ice”), GOJIRA και HATEBREED (“Escape”), BULLET FOR MY VALENTINE, Corey Taylor, DARK ANGEL (“Creeping death”) και τέλος COFFIN TEXTS (“The call of ktulu”).

– Άμα θέλετε να έχετε όλα, μα ΌΛΑ τα σχετικά με το “Ride the lightning”, επενδύστε στο boxset του 2016 που έχει έναν κουβά καλούδια σε ένα, νοικοκυρεμένα. Όταν λέμε επενδύστε όμως, το εννοούμε, μια και η τιμή του είναι τριψήφια ως τώρα σε eBay και discogs. Όσοι γενναίοι και έχοντες, διαβαίνετε!

Γιάννης “Creeping Death” Σαββίδης

A day to remember… 27/7 [PANTERA]

0
Pantera

Pantera

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Projects in the jungle” – PANTERA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΙΑ: Metal Magic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: The “Eld’n”
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Terrence Lee – φωνητικά, πλήκτρα
Diamond Darrell Lance – κιθάρες
Rex Rocker – μπάσο
Vincent Paul – ντραμς

Κλασικά εικονογραφημένα, εδώ, αφού όταν μιλάμε για τους τέσσερις πρώτους δίσκους των PANTERA, έχουμε δύο κατηγορίες ανθρώπων:
Α) οι «έλα μωρέ τώρα με τους PANTERA που σκότωσαν το μέταλ μας στα 90s. Τα τέσσερα πρώτα μόνο»
και
Β) οι «ποιοι PANTERA στα τέσσερα πρώτα που δεν έκαναν τίποτα στην καριέρα τους και απ’ όταν το έριξαν στο groove έγιναν τεράστιοι».

Ανάλογα με την κατηγορία που βρίσκεστε, έχετε και την σχετική άποψη.
Εγώ πάντως, δεν θέλω να μακρηγορήσω. Αν κάποιος θεωρεί ότι «οι PANTERA σκότωσαν το μέταλ μας» ή «έλα μωρέ ποιοι PANTERA», προφανέστατα και είτε ζει σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, είτε έχει μείνει κολλημένος σε μία δεκαετία που μπορεί να την έζησε, μπορεί και όχι όμως!!!

Το “Projects in the jungle” είναι το δεύτερο άλμπουμ των Τεξανών, με τον Terry Glaze (με το όνομα Terrence Lee στο δίσκο) στα φωνητικά, ο οποίος είχε αυτόν το ρόλο στα τρία πρώτα άλμπουμ του σχήματος. Οι υπόλοιποι, είναι οι ίδιοι. Δηλαδή ο Vincent Paul (με το όνομα Vincent Paul), ο Dimebag Darrell (με το όνομα Diamond Darrell Lance) και ο Rex Brown (με το όνομα Rex Rocker).

Ο δίσκος, από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ αφότου έκαναν οι PANTERA μεγάλη επιτυχία, αφού έκρυβαν επιμελώς το παρελθόν τους για πολλά χρόνια, μου φαινόταν σαν μια συλλογή με b’ sides των MOTLEY CRUE και κυρίως των DEF LEPPARD της εποχής. Τόσο απλά. Το ίδιο μου ακούγεται και τώρα, που τον άκουσα ξανά στα πλαίσια αυτής της παρουσίασης.

Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλά χρόνια δεν έβρισκαν καν δισκογραφική εταιρία να βγάλει τους δίσκους τους και τους έβγαζαν οι ίδιοι, παρότι το ύφος που έπαιζαν πουλούσε στη χώρα τους, την Αμερική, σαν ζεστό κουλούρι. Από μόνο του αυτό κάτι σημαίνει. Φαντάζεστε να μην άλλαζαν ύφος και να γίνονταν αυτό το ΤΕΡΑΣΤΙΟ σχήμα που γέμιζε αρένες για πλάκα; Έχει σχέση το παίξιμο του Dimebag τότε και τώρα; Ολόκληρη σχολή δημιούργησε ο συγχωρεμένος που τόσο λείπει στη μουσική όχι μόνο με το παίξιμο αλλά και με ολόκληρη την περσόνα του… Για τα ντραμς του Vinnie Paul, θα σας άρεσε να ακούτε το basic παίξιμό του κι όχι αυτό για το οποίο οι σπουδαιότεροι ντράμερ στον κόσμο έλεγαν ότι το παίξιμό του με τα πόδια υπήρξε σεμιναριακό; Ο Terrence Lee, υπηρετεί σωστά το ύφος, χωρίς να έχει όμως το κάτι ξεχωριστό.

Διαφωνώ πλήρως με το γεγονός ότι σχεδόν από την περίοδο του “Cowboys from hell” το συγκρότημα, αγνοεί μέχρι και κρύβει την αρχή της καριέρας του. Διαφωνώ με το ότι ποτέ δεν πρόκειται πλέον να επανεκδοθούν αυτά τα άλμπουμ, που είναι η μουσική που έπαιζαν όταν ήταν έφηβοι και κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται για τη μουσική που βγάζει όταν ξεκινά, όσο διάσημος και να γίνει, όσο και να έχει αλλάξει.

Από εκεί όμως, μέχρι το να παρουσιάζονται ως «δισκάρες», όταν την εποχή τους ήταν του πεταματού, κυριολεκτικά, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Το να το παίζεις μάγκας επειδή το άκουσες στο YouTube ή το κατέβασες από τα torrents, δεν προσθέτει εκατοστά. Το “Projects in the jungle”, είναι ένας άοσμος δίσκος, χωρίς προσωπικότητα, που ακούγοντάς τον, καταλαβαίνει κανείς για ποιον λόγο άλλαξαν πλήρως ρότα οι PANTERA μετά από μερικά χρόνια.

Σάκης Φράγκος

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece