A day to remember… 27/7 [QUIET RIOT]

0
1








"/>



Καλούμενοι να κυκλοφορήσουν ένα άλμπουμ που θα ξεπερνούσε το υπερεπιτυχημένο “Metal health” σε πωλήσεις και παράλληλα να γράψουν νέα τραγούδια υπό πίεση, η μπάντα στράφηκε στα … αρχεία της. Κυρίως τραγούδια που είχαν γραφτεί την εποχή του προηγούμενου άλμπουμ αλλά είχαν μείνει απ’ έξω. Ένα από αυτά ήταν το “Winners take all”, που περιείχε και κάποιες ιδέες του μακαρίτη Randy Rhoads (θυμίζει λίγο το “Goodbye to romance” του Ozzy σε σημεία), μόνο που ο DuBrow, ο οποίος το δούλεψε από το original προσχέδιο που λεγόταν “Teenage anthem”, δεν τον ανέφερε πουθενά. Επίσης, μιας και η διασκευή στο “Cum on feel the noise” έκανε τόση επιτυχία, οι QUIET RIOT δεν δίστασαν να δανειστούν πάλι ένα τραγούδι των SLADE, αυτή την φορά το “Mama weer all crazee now” από το “Slayed?” (1972), αφού και πολλοί ραδιοφωνικοί DJs τους το επισήμαναν σαν μία καλή επιλογή και η μπάντα έτσι κι αλλιώς σκόπευε να το βγάλει στο “Metal health”, αντί του “Cum on feel the noise”. Το τραγούδι κυκλοφόρησε και ως single, με μέτρια επιτυχία, φτάνοντας μόνο μέχρι το αμερικάνικο νο. 51 και το καναδικό νο. 50. Τα δάνεια από τους SLADE δεν σταμάτησαν εδώ. Το τραγούδι “Stomp your hands, clap your feet” έφερε τον ίδιο τίτλο με τον τίτλο της αμερικάνικης έκδοσης του “Old new borrowed and blue” (1974) των Βρετανών glam rockers.

Τα δύο video clip που γυρίστηκαν για την προώθηση του άλμπουμ αφορούσαν το single “Mama weer all crazee now” και το “Party all night”, όπου και στα δύο εμφανιζόταν ο γνωστός μασκοφόρος τύπος, άτυπη πλέον μασκότ των QUIET RIOT. Φαίνεται πως την πλειονότητα του υλικού την έγραψε ο DuBrow, με τον Cavazo να συνεισφέρει στα “Sign of the times”, το Condition critical” και το “Scream and shout”. Στα δύο τελευταία έβαλαν το χεράκι τους και οι Banali και Sarzo, αντίστοιχα. Την παραγωγή ανέλαβε ξανά ο Spencer Proffer, που είχε στήσει τόσο την εταιρεία Pasha, όσο και το στούντιο που ηχογράφησε η μπάντα το άλμπουμ, το Pasha Music House στο βόρειο Χόλυγουντ.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1984, το “Metal health” είχε πουλήσει 6 εκ. αντίτυπα στις ΗΠΑ, όμως οι QUIET RIOT μπήκαν στο κακό στόχαστρο της δημοσιότητας, σε βαθμό που με ασφάλεια μπορεί κάποιος να πει ότι σαμποτάρισαν τον ίδιο τους τον εαυτό. Το νέο άλμπουμ, που τελικά ονομάστηκε “Condition critical” κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1984 και με την ώθηση του “Metal health” που ακόμα ήταν εντυπωμένο στα αυτιά των fans, άρχισε να μοσχοπουλάει, έχοντας γίνει χρυσό ήδη από την προπώληση. Παρόλαυτα, βρήκε τοίχο σχετικά νωρίς, φτάνοντας μέχρι το νο. 15 των αμερικανικών charts και μετά βίας να ξεπερνάει το όριο του πλατινένιου άλμπουμ, πουλώντας οριακά πάνω από ένα εκατομμύριο. Δεν έκανε σε καμία περίπτωση την εντύπωση του προκατόχου του, ούτε είχε τα δυνατά hits του. Αυτή η εξέλιξη δεν έκατσε καθόλου καλά με τον frontman των QUIET RIOT, Kevin DuBrow.

Τα απρόβλεπτα ξεσπάσματα του τραγουδιστή έπαιξαν τον ρόλο τους στην πτώση και την καθίζηση της μπάντας. Σε συνέντευξη του, ο DuBrow άρχισε να μιλά υποτιμητικά για τις άλλες μπάντες από το Los Angeles που υπέγραψαν σε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες μετά από την επιτυχία του δικού τους άλμπουμ, υπονοώντας ότι όλοι όφειλαν σε αυτούς την επιτυχία τους. Στην συνέχεια, αφού αποκάλεσε ένα μουσικό έντυπο «χαρτί υγείας» (που φυσικά δεν του κέρδισε πολλές συμπάθειες στον μουσικό Τύπο), προέβη σε υπερβολές τύπου να παρομοιάζει την μπάντα του με τους BEATLES. Και δυστυχώς δεν έμεινε εκεί. Επέλεξε να χλευάσει και μία από τις μεγαλύτερες μορφές του χώρου, τον Ozzy Osbourne, λέγοντας χαρακτηριστικά πως τραγουδάει σαν … βάτραχος. Όλες αυτές οι δηλώσεις προκάλεσαν πολύ αρνητική εντύπωση στους fans. Μάλιστα, σε απάντηση προς τον frontman των QUIET RIOT, o Ozzy δώρισε μερικά «μπουκέτα» στον παλιό του μπασίστα Rudy Sarzo, όταν τον πέτυχε τυχαία έξω.

Αυτές τις επιθέσεις απέναντι σε συνάδελφους και μουσικούς δημοσιογράφους θα τις πλήρωνε ακριβά το συγκρότημα, καθώς, δυστυχώς, η όποια δήλωση μεταμέλειας ακολούθησε, πέρασε τελείως στα ψιλά. Ήταν ξανά ο Sarzo που προσπάθησε να μαζέψει λίγο τα ασυμμάζευτα του DuBrow σε συνέντευξη που ακολούθησε. Περιέγραψε τις αντιδικίες με τον Ozzy ως «λυπηρές» και επέμεινε ότι ο DuBrow είχε «παρεξηγηθεί». Υπήρχαν όμως και άλλες επικρίσεις να απαντηθούν. Η απόφαση των QUIET RIOT να κυκλοφορήσουν το “Condition critical” με μια διασκευή ενός άλλου τραγουδιού των SLADE είχε χλευαστεί από τον Nikki Sixx των Mötley Crüe, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι QUIET RIOT δεν ήταν κάτι παραπάνω από μία μπάντα διασκευών που παίζει σε τοπικά μπαρ. Η απάντηση του Sarzo, αποστομωτική: «Οι Mötley Crüe διασκεύασαν το “Helter Skelter” (των BEATLES), σωστά; Η μόνη διαφορά είναι ότι εμείς είχαμε μια επιτυχία με το τραγούδι κάποιου άλλου και αυτοί όχι». Ο Sarzo έσπευσε επίσης να αποκρούσει μία δήλωση του μάνατζερ των DEF LEPPARD, Peter Mensch, ότι οι QUIET RIOT είχαν ήδη «πιάσει ταβάνι» και είχαν βαλτώσει. «Το “Condition critical”», είπε ο Sarzo, «είχε γίνει χρυσό πριν καν κυκλοφορήσει».

Ο μπασίστας δεν κατηγορούσε δημόσια τον τραγουδιστή τους για την αρνητική εξέλιξη που είχαν πάρει τα πράγματα, αλλά κατ’ ιδίαν, τόσο αυτός όσο και ο ντράμερ Frankie Banali άρχισαν να βλέπουν τον αθυρόστομο DuBrow ως βαρίδιο. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός εκείνη την χρονιά που περιλάμβανε άλμπουμ όπως το “Stay hungry” των TWISTED SISTER και το ”Out of the cellar” των RATT, φαινόταν να ταΐζει σκόνη τους QUIET RIOT, που δεν είχαν προϊόν αντάξιας ποιότητας να αντιπαραθέσουν. Την επόμενη κιόλας χρονιά, ο Sarzo θα έφευγε από τους QUIET RIOT για να γνωρίσει τελικά νέες δόξες με τους φρέσκους WHITESNAKE του 1987.

Όπως φάνηκε, το “Condition critical” σηματοδότησε την αρχή της βαθμιαίας πτώσης των QUIET RIOT, οι οποίοι δεν μπόρεσαν, εν τέλει, να διαχειριστούν την κατάκτηση της κορυφής το 1983. Είναι σίγουρα ένα άλμπουμ που αντικατοπτρίζει την διάθεση της εποχής, όμως πάντα οι συγκρίσεις με το “Metal health” – ευλογία και κατάρα ταυτόχρονα, όπως αποδείχτηκε – θα υποβαθμίζουν όποιο καλό στοιχείο μπορεί να είχε. Και μεταξύ μας αυτά δεν ήταν και πολλά. Άλλωστε, οι ειρωνικοί χαρακτηρισμοί “Condition Terminal” και “Prognosis Terminal” από τον Μουσικό Tύπο της εποχής αντικατοπτρίζει πλήρως την ελαφρότητα με την οποία η κοινότητα του σκληρού ήχου εξέλαβε τους QUIET RIOT το 1984, όταν η μπάντα είχε ακόμη λίγα αξιόλογα δείγματα γραφής να επιδείξει.

Κώστας Τσιρανίδης