Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 162

FROM NU METAL TO MELODIC HARDCORE (1994 – 2024)

0
Nu Metal

Nu Metal

Το φετινό EJEKT Festival έχει την ιδιαιτερότητα να έχει δύο headliners που ανήκουν στη “νέα” γενιά του σκληρού ήχου. Aν βέβαια μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι οι KORN, των οποίων το ομώνυμο ντεμπούτο συμπληρώνει φέτος τριάντα χρόνια ζωής. Ποια ήταν όμως η εξέλιξη του nu metal ήχου από το μακρινό 1994 μέχρι και σήμερα; Υπάρχουν άραγε συνδετικοί κρίκοι μεταξύ του ντεμπούτου των KORN μέχρι και το φετινό “Post Human: Nex gen” των εκ του Sheffield ορμώμενων BRING ME THE HORIZON;

Οι Γιάννης Σαββίδης και Γιώργος Κόης προσπαθούν να ενώσουν τις τελείες και, μέσα από μια εικοσάδα χαρακτηριστικών άλμπουμ, εξετάζουν την εξέλιξη του ήχου που λάνσαραν οι KORN και αναρωτιούνται, μέσα από ένα ιδιότυπο timeline, αν το melodic metalcore είναι το nu metal του σήμερα. Επιβάλλεται όμως να δώσουν και ένα reader discretion: Αν ο αναγνώστης έχει δοθεί ψυχή και πνεύμα στο παραδοσιακό μέταλλο, το κείμενο αυτό περιέχει ΠΟΛΛΕΣ απαγορευμένες λέξεις!

1994

KORN – “Korn” (Epic)

Η αρχή. Το σημείο μηδέν ενός ολόκληρου ιδιώματος. Ανήμερα των τετάρτων γενεθλίων του υποφαινομένου, οι KORN ξεκινούσαν το μουσικό τους ταξίδι με το ιδιότυπο μείγμα που αργότερα μάθαμε ως nu metal και επηρέασε μέχρι και μπάντες όπως οι SEPULTURA, με το “Roots” να έχει τον ίδιο παραγωγό-κλειδί (Ross Robinson). Χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες, φωνητικά που πότε λυσσάνε, πότε rap-άρουν, πότε γίνονται εσωτερικά και θλιμμένα, οι KORN ανοίξανε σχολή με τοn τρόπο έκφρασης που επέλεξαν. Και που να ανοίξουμε το βιβλιαράκι να δούμε και τους στίχους θα πω εγώ.

Τα δε στιχουργικά θέματα που επιλέχθηκαν, άνοιξαν και αυτά πολλά στόματα. Ήταν αρκετά “τζιζ” τότε, δυστυχώς άκρως επίκαιρα τώρα. Παιδική κακοποίηση (αυτό φαίνεται μέχρι και στο εμβληματικό εξώφυλλο με τη σιλουέτα δίπλα από το κοριτσάκι) σε κομμάτια όπως το “Daddy”, ανθρώπινες σχέσεις όπως το “Need to” (από τα singles του δίσκου) ή το “Blind” (σήμα κατατεθέν της μπάντας), μέχρι και χλευασμό των παιδικών τραγουδιών με το “Shoots and ladders” (επίσης single) έχουμε! Τουλάχιστον μνημειώδης δίσκος, εξερράγη εμπορικά και τους πήρε όλους μαζί του, χτίζοντας μια ολόκληρη γενιά οπαδών με αυτούς σαν ήρωες. (ΓΣ)

1997

COAL CHAMBER – “Coal chamber” (Roadrunner)

Πριν ο Dez Fafara γίνει γνωστός με τους DEVILDRIVER, υπήρχαν οι COAL CHAMBER. Ιδρυθέντες το ‘92, χάρη σε ένα demo του ‘94, που ο Ross Robinson έδωσε στον Monte Conner της Roadrunner σε πρώτη φάση και άλλο ένα από τον Cazares το ‘95 (είχαν διακοπεί οι διαπραγματεύσεις λόγω προβλημάτων με τον Fafara), η ιστορική εταιρεία υπογράφει αυτό το νεοσύστατο συγκρότημα από το Los Angeles. 3 χρόνια μετά, στις αρχές της χρονιάς, θα έβγαζαν το ιστορικό τους πρώτο άλμπουμ. Με τα singles “Loco”, “Big truck” και “Sway” να γίνονται επιτυχίες, οι COAL CHAMBER ξεκινάνε εμφατικά το ταξίδι τους.

Χρυσό από την RIAA, πάνω από 500000 πωλήσεις, κομμάτια τύπου “Oddity”, “Pig” (όπου στο τέλος ακούμε και τον Jonathan Davis των KORN σε ένα ενδιαφέρον puttake!) και “Clock” να βρίσκονται στις κορυφαίες στιγμές της καριέρας τους, οι COAL CHAMBER δεν βρέθηκαν απλά στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή. Είχαν και τα κατάλληλα τραγούδια προκειμένου να το υποστηρίξουν. Χώρια που με τον Jay Gordon και τον Jay Baumgardner στη παραγωγή, βρήκαν ΑΚΡΙΒΩΣ την έκφραση που θέλανε εκείνη τη στιγμή. Δεν μνημονεύεται άδικα ως κλασσικό άλμπουμ. (ΓΣ)

DEFTONES – “Around the fur” (Maverick)

Πραγματικά τι να πρωτογραφτεί για αυτό εδώ το γιγαντιαίο album; Κομβικό για την περαιτέρω εξέλιξη του nu metal ήχου, ακόμη κι αν ο Chino Moreno ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις ταμπέλες. Και η αλήθεια είναι ότι το σκοτάδι που επικρατεί εδώ μπέρδεψε αρκετούς “ειδήμονες” που ήθελαν ντε και καλά να κατατάξουν κάπου τους DEFTONES.

Στο “Around the fur” οι DEFTONES κάνουν αυτό που πραγματικά που νιώθουν, με τα refrains να είναι κανονικά ξεσπάσματα οργής, τις κιθάρες να είναι λεπίδια, τα grooves να είναι ατελείωτα και τον Chino να φτύνει τους στίχους με στυλ. Σίγουρα δε μιλάμε για μία ώρα εύπεπτης μουσικής, όμως μόλις πιάσεις το νόημα, θα σαγηνευτείς από τον μικρόκοσμο του “Around the fur”. Πολλοί εμπνεύστηκαν τη δημιουργία ενός νέου συγκροτήματος ακούγοντας αυτό εδώ το άλμπουμ, ακόμη περισσότεροι προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να το αντιγράψουν και για αυτό οι DEFTONES είναι μέσα στα κορυφαία συγκροτήματα που γέννησαν τα 90s. (ΓΚ)

1999

STATIC-X – “Wisconsin death trip” (Warner)

Ο Wayne Static, πρώην συνοδοιπόρος του Billy Corgan στους DEEP BLUE DREAM, όταν αποφάσισε στα μέσα των 90s να μετοικήσει από το εργατικό Michigan στο ηλιόλουστο LA, ταυτόχρονα θεώρησε καλό να αλλάξει και μουσική κατεύθυνση. Κι έχοντας στραμμένο το βλέμμα στον σκληρό ήχο των 90s, αλλά τιμώντας και τις post punk/industrial ρίζες του, δημιούργησε τους STATIC-X και έμελλε να κάνει αίσθηση στην τότε αναδυόμενη nu σκηνή.

Το “Wisconsin death trip” αποτελεί τη χρυσή τομή μεταξύ του nu metal, όπως το έμαθε ο μουσικός κόσμος από τους KORN και του 90s industrial metal, όπως αυτό εξελίχθηκε στη διάσημη “ΚΕΦΑΛΗ ΞΘ” των MINISTRY. Η μουσική πρόταση των STATIC-X ήταν ρηξικέλευθη για την εποχή της, έλαβε αποθεωτικές κριτικές από τύπο και μουσικόφιλους, δυστυχώς όμως αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος ότι το άλμπουμ αυτό ήταν τόσο, οριακό που ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί του δε μπόρεσαν ποτέ να το ξεπεράσουν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και ο ίδιος ο Wayne Static λίγο πριν το τραγικό τέλος του (R.I.P.), όπως και οι “κλωνοποιημένοι” STATIC-X του σήμερα περιόδευσαν κατά καιρούς παίζοντας το “Wisconsin death trip” στην ολότητά του. Τρομερά υποτιμημένο συγκρότημα. (ΓΚ)

LIMP BIZKIT – “Significant other” (Flip/Interscope)

Είπαμε και στον πρόλογο ότι αυτό το κείμενο θα έχει πολλές απαγορευμένες λέξεις και ίσως η μεγαλύτερη ύβρις να διαπράττεται εδώ. Η παρέα του Fred Durst είναι μια χαρακτηριστικότατη περίπτωση love/hate συγκροτήματος, που από τη στιγμή που έγιναν γνωστοί μέσα από το MTV, έφαγαν τόνους κατάρες από αφοσιωμένους metalheads. Από την άλλη όμως, δε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στον nu metal ήχο και ειδικότερα με το δεύτερο album τους.

Το “Significant other” είδε τους LIMP BIZKIT να προσλαμβάνουν τον διάσημο πλέον Terry Date (ζηλεύοντας μάλλον τους DEFTONES), ο οποίος τους ώθησε να κρατήσουν τα rap στοιχεία τους, αλλά ταυτόχρονα να σκληρύνουν ακόμη περισσότερο τον ήχο τους, δίνοντας έμφαση στην κιθάρα του Wes Borland. Τα αποτελέσματα γνωστά: Το “Nookie” να γίνει ο ύμνος μιας ολόκληρης γενιάς, το sequel της Family Values tour παρέα με τα κολλητάρια τους KORN να ξεπουλάει εισιτήρια σαν ζεστά ψωμιά και το “Break stuff” να συνδέεται άρρηκτα με το σύνθημα για τους άνευ προηγουμένου βανδαλισμούς στο Woodstock ‘99.  Όσο μίσος και να έχεις για τους LIMP BIZKIT, οφείλεις να παραδεχθείς τον καθοριστικό ρόλο που είχαν στη διαμόρφωση της nu metal κουλτούρας. (ΓΚ)

2002

OTEP – “Sevas tra” (Capitol)

Από τις μπάντες με έντονη death metal επίγευση στο είδος. Και εάν οι SLIPKNOT π.χ. παραέμπαιναν στο death metal υφολογικά, οι OTEP έμεναν στα όρια του ιδιώματος προσφέροντας το κάτι παραπάνω. Η φυσιογνωμία της τραγουδίστριας Otep Shamaya, διαφορετική από τη μέση τραγουδίστρια, σίγουρα βοήθησε. Ωστόσο, το “Sevas tra” (διαβάζεται ανάποδα ως “art saves”) έρχεται να σας κερδίσει επί της ουσίας, ντυμένα από τον σπεσιαλίστα παραγωγό Terry Date. Ακούμε μέσα στοιχεία από death metal, grindcore, rap, funk και πάει λέγοντας, που συνθέτουν ένα υπέροχο μωσαϊκό ήχων, που άγγιξε πάρα πολύ κόσμο, δεδομένου ότι μπήκε στη θέση 145 του Billboard 200.

To δε video clip του “Blood pigs”, είχε κάνει εντύπωση στον γράφοντα όταν το είχε πρωτοδεί σε τρυφερή ηλικία. Ομοίως και το “Possession” που ήταν το δεύτερο single. Το δε “Jonestown tea” ήταν από τις πιο ευαίσθητες στιγμές του δίσκου, μιας και πραγματεύεται την παιδική σεξουαλική κακοποίηση, ένα αντικείμενο πολύ κοντά στην Otep, αφού το είχε βιώσει από τον πατέρα της. Είχε προκαλέσει έκπληξη στους ανθρώπους της δισκογραφικής όταν το είχαν πρωτοακούσει, σύμφωνα με πληροφορίες. Όχι άδικα, θα πω εγώ. (ΓΣ)

MUDVAYNE – “The end of all things to come” (Epic)

Από τις πλέον τεχνικές μπάντες του είδους οι MUDVAYNE από το Illinois. Τρομερό rhythm section, από αυτά που θα έκαναν άλλου τύπου τζαμάρισμα ιδανικά, έξω από όρια ακόμα και του σκληρού ήχου. Αυτό το “Not falling” μου είχε κατεβάσει το σαγόνι. “Στο πρώτο άλμπουμ θέλαμε να εντυπωσιάσουμε τους εαυτούς μας. Οι πολλές περιοδείες, μας έκαναν να θέλουμε να παίζουμε περισσότερο παίρνοντας ο ένας πράγματα από τον άλλο, αντί να προσπαθούμε να καπελώσουμε ο ένας τον άλλο” είπε ο drummer Matthew McDonough για το άλμπουμ.

Και δεν είχε καθόλου άδικο. Ο progressive rock και jazz αέρας έδωσε στο “The end of all things to come” το συναίσθημα ότι εδώ μιλούσαμε για το δικό τους “Black album”. Στο δεύτερο τους άλμπουμ, μόλις λίγα χρόνια μετά την επιτυχία του “L.D. 50” (2000), οι MUDVAYNE βρίσκονται σε μια ελαφρά αλλαγή ρότας. O τζαμαριστός, ροκάδικος αέρας του δίσκου σε κομμάτια-φυσικά singles, όπως το “Not falling” και το “World so cold”, σε συνδυασμό με περιπετειώδη κομμάτια όπως το “Trapped in the wake of a dream”, “έπιασε” σε πάρα πολύ κόσμο εκεί έξω, μιας και έγινε χρυσό από την RIAA. (ΓΣ)

2003

LINKIN PARK – “Meteora” (Machine Shop/Warner)

Η στάνταρ ερώτηση είναι γιατί αυτό εδώ και όχι το ιστορικό “Hybrid theory”. Η απάντηση που προσωπικά δίνω είναι ότι αφενός αν θα έπρεπε να διαλέξω μόνο ένα άλμπουμ από ολόκληρο το κείμενο θα ήταν με απόλυτη σιγουριά το “Meteora” και αφετέρου επειδή εδώ έκαναν ένα μικρό αλλά πολύ σημαντικό παραπάνω βήμα. Κι από τη στιγμή που το ντεμπούτο των LINKIN PARK ήταν κάτι παραπάνω από υπερεπιτυχημένο, απαιτούνταν μια υπέρβαση.

Και η υπέρβαση εν τέλει έγινε με το “Meteora”, όπου στράφηκαν σε έναν πιο οργανικό ήχο, κρατώντας παράλληλα όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τους LINKIN PARK παγκοσμίως αναγνωρισμένους. Ο στόχος που έθεσαν εξαρχής ήταν να συνθέσουν ένα σύνολο κομματιών που να ακούγονται με αμείωτο ενδιαφέρον από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο και το κατάφεραν με το παραπάνω, αν αναλογιστούμε ότι κυκλοφόρησαν έξι singles μέσα από αυτό εδώ το album, οι ερμηνείες των Bennington και Shinoda έφτασαν στο απόλυτο ζενίθ, ενώ μέχρι και το εκπληκτικό Instrumental “Session” βραβεύτηκε με Grammy. Και το 2007 ήρθε η χιονοστιβάδα με το όνομα Rick Rubin για να γκρεμίσει ότι με κόπο χτίστηκε… (ΓΚ)

2004

KILLSWITCH ENGAGE – “The end of heartache” (Roadrunner)

Δίσκος από αυτούς που θεωρώ προσωπικά ορισμούς του είδους. Thrash ορμή, hardcore ενέργεια, μελωδίες που έρχονται κατευθείαν από το κλασσικό heavy metal μέσω του Σουηδικού μελωδικού death metal = όλα δηλαδή τα στοιχεία που συνιστούν τον metalcore ήχο. Και όλα αυτά, από μια μπάντα που είχε μόλις αλλάξει τον τραγουδιστή μετά το “Alive or just breathing” (2003), παίρνοντας τον Howard Jones (με τα υπέροχα καθαρά του) στη θέση του επίσης υπέροχου Jesse Leach (που το πλήρωμα του χρόνου τον έφερε πίσω κάποια χρόνια μετά).

Τα riffs του Adam Dutkiewicz εδώ ανοίγουν σχολή, οι KILLSWITCH ENGAGE χαιρετίζονται ως μια από τις μεγάλες μπάντες των 00s για το metal γενικά, όχι μόνο για το metalcore, και πολλοί έφηβοι βρήκαν τους προσωπικούς τους ήρωες, με τους οποίους μπορούσαν να ταυτιστούν και να μεγαλώσουν μαζί τους. ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΙ ύμνοι, όπως το “Breathe life”, το hit του δίσκου (και γνωριμία του γράφοντος με το είδος) “Rose of sharyn”, το ομώνυμο που μπήκε στο soundtrack του “Resident evil” ή οδοστρωτήρες όπως το “Take this oath”, “A bid farewell” και “World ablaze” πιστοποιούσαν αυτό ακριβώς που γράψαμε παραπάνω. (ΓΣ)

2005

DISTURBED – “Ten thousand fists” (Reprise)

Ένα από τα μοντέρνα κλασσικά ενός είδους, από μια μπάντα που ήθελε να σπάσει από τα κακώς εννοούμενα κλισέ του, με οδηγό τα φωνητικά του David Draiman. Στο τρίτο και φαρμακερό δίσκο, εκεί που άλλοι έσκιζαν το λαρύγγι τους, εκείνος είχε μια μελωδικότητα που πήγαζε από hard rock/heavy metal φόρμες. Στο “Forgiven” είχαμε και solo, κόντρα στη κουταμάρα του “όχι solo” που έβλεπες συχνά στο nu metal. Αυτό, σε συνδυασμό με την υπέροχη γκρούβα, συνθέτει τον ήχο και τη ταυτότητα της. Το φερώνυμο κομμάτι, το “Stricken”, το “Guarded”, το “Just stop” φώναζαν ότι η μπάντα θα γεμίσει στάδια.

Όπως και έκανε, μιας και ο δίσκος σημείωσε σειρά διακρίσεων: δεύτερο συνεχόμενο νούμερο ένα στο Billboard 200, 239.000 αντίτυπα στη πρώτη βδομάδα, πλατινένιο από την RIAA και συνεχίζει ως και σήμερα! Δίσκος φτιαγμένος για όλους τους οπαδούς του metal, όσους δεν θέλουν μόνο τη παραδοσιακή, μα και την μοντέρνα έκφανση του στα γούστα τους. Σημειώνεται πως αφιερώθηκε στη μνήμη του Dimebag Darrell Abbott των PANTERA που είχε δολοφονηθεί λίγο καιρό πριν την κυκλοφορία του εν λόγω άλμπουμ. Κερασάκι στη τούρτα, η διασκευή στο “Land of confusion” των GENESIS που αγαπήθηκε πάρα πολύ. (ΓΣ)

2006

UNEARTH – “III: In the eyes of fire” (Metal Blade)

Πιο hardcore-άδες και φυσικά πιο thrashers σε σχέση με τους συνοδοιπόρους τους, οι UNEARTH έχτιζαν σιγά σιγά το όνομα τους με demo (“Unearth”, 1998), με split (με τους UNDYING, 2000), με ντεμπούτο – φωτιά (“The strings of conscience”, 2001), με EP (“Endless”, 2002) και πολλές συναυλίες. Η μετάβαση στη Metal Blade με το “The oncoming storm” (2004) πιστοποίησε ότι αυτά τα λεβεντόπαιδα από τη Μασαχουσέτη (πάλι), έχουν φτιαχτεί για πολύ σπουδαία πράγματα. Ε και ήρθε το “III: in the eyes of fire”, δύο μόλις χρόνια μετά να εκπληρώσει κάθε υπόσχεση που έδωσε ο προκάτοχος του.

Δυνατές μελωδίες, τσαμπουκαλεμένα καθαρά πέραν των σκισμένων, κατευθείαν παρμένα από το hardcore, λυσσασμένες ταχύτητες όταν ανέβαιναν τα γκάζια, κομματάρες όπως το “This glorious nightmare”, το “Giles” (χιτάρα ολκής!), το “Sanctity of brothers”, το “Unstoppable” (πάει, όλο το δίσκο θα γράψω!), μέχρι το μεγάλο φινάλε “Big bear and the hour of chaos”, ένα instrumental που το πρώτο καιρό που το άκουσα (μιας και ήταν ο πρώτος μου σε πραγματικό χρόνο) το μουρμουρούσα για πολύ, πολύ καιρό (κυρίως το βασικό του riff). Τρομερά αγαπημένο συγκρότημα, που στον απόηχο αυτής της επιτυχίας, έβγαλε και το πρώτο του live DVD “Alive from the apocalypse”. (ΓΣ)

MY CHEMICAL ROMANCE – “The black parade” (Reprise)

Θυμάστε εκείνα τα επιτηδευμένα, θλιμμένα παιδάκια στα μέσα των 00s που προσδιόριζαν τους εαυτούς τους ως emo; Αν τα ρωτούσες ποιο είναι το αγαπημένο τους συγκρότημα, τα οκτώ στα δέκα θα επέλεγαν χωρίς δεύτερη σκέψη θα επέλεγαν την παρέα του Gerard Way. Σίγουρα δεν τους ανήκει η καινοτομία του συγκεκριμένου κινήματος/ήχου (αυτοί είναι οι JIMMY EAT WORLD), αλλά με βεβαιότητα οι MY CHEMICAL ROMANCE είναι αυτοί που έφαγαν την περισσότερη λέζα.

Στο “The black parade” οι MY CHEMICAL ROMANCE εμπιστεύτηκαν τη θέση του παραγωγού στον Rob Cavallo, τον άνθρωπο που έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομα του με τους GREEN DAY και έμελλε να εκτινάξει την καριέρα των MCR σε ύψη που ούτε οι ίδιοι δεν είχαν φανταστεί. Με την ηχητική βάση στο punk rock, αλλά τη θλίψη στους στίχους να εξακολουθεί να έχει περίοπτη θέση, αυτό εδώ το άλμπουμ έδωσε δύο ύμνους, τα “Teenagers” και “Welcome to the black parade”, που αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για τους νεολαίους εκείνης της εποχής. Κι αν εξακολουθείτε να αναρωτιέστε για το πως κολλάνε εδώ, φανταστείτε που έχουν τις βάσεις τους subgenres όπως το screamo ή τι θα άκουγαν στα νιάτα τους όλα αυτά τα γνωστά ονόματα των 10s ή των 20s… (ΓΚ)

2007

SHADOWS FALL – “Threads of life” (Atlantic/Roadrunner)

Μέσα στις μεγάλες μπάντες των αρχών του 2000 στο χώρο του metalcore, ήταν και οι υπέροχοι και πιο ακραίοι στο ξεκίνημα τους SHADOWS FALL. Πιο κοντά στο μελωδικό death metal στις πρώτες 2 δουλειές (“Somber eyes to the sky” – 1997, “Of one blood” – 2000), με τον Βrian Fair να αντικαθιστά στο δεύτερο τον Phil Labonte. Εκεί είχε έρθει και το συμβόλαιο με την Century Media, μα και το χτίσιμο του ήχου. Οι στίχοι πιο κοινωνικοπολιτικοί και δηκτικοί, τα κομμάτια όλο και πιο μεστά και η μπάντα σε μια πορεία προς τη κορυφή με τα φρένα σπασμένα. “The art of balance” (2002) το πρώτο χτύπημα, με τη μπάντα να κερδίσει γρήγορα φήμη, το “The war within” (2004) το δεύτερο και πιο επιτυχημένο χτύπημα.

Μετά από ακατάπαυστες περιοδείες, το πλήρωμα του χρόνου έφερε τον διάδοχο “Threads of life” και τα τέσσερα video clips για τα “Another hero lost”, “Burning the lives”, “Forevermore” και “Redemption”. Ντεμπούτο στο νούμερο 5 του Billboard 200 και τα λέγαμε! Μια φωνάρα όπως του Brian Fair, που στα καθαρά της είχε μια υπέροχη ραδιοφωνική ποιότητα, ενώ στα σκισμένα/τσαμπουκαλεμένα της είναι ασταμάτητη, μερικοί από τους καλύτερους παίκτες στο είδος και ένα ξεκάθαρα υποτιμημένο σχήμα. (ΓΣ)

AS I LAY DYING – “An ocean between us” (Metal Blade)

Ήρωες, που εμφανίστηκαν πριν σχεδόν 25 χρόνια, από το San Diego της California, οι AS I LAY DYING. Η εκτίναξη είχε διαφανεί από το “Shadows are security” (2005), αλλά στο “An ocean between us” 2 χρόνια μετά, τα πράγματα ξέφυγαν. Το πόσο μεγάλες hit-άρες γίνανε το “Nothing left” (πόσο “Blackened” το μπάσιμο-και το λατρεύω!) και το “The sound of truth” ή ακόμα και το “Within destruction” είναι απλά απίστευτο. Δίσκος τρίτος και φαρμακερός στη Metal Blade από τους σπουδαίους Αμερικανούς, πηγαίνοντας καρφωτός στο νούμερο 8 του Billboard 200.

Ένας τραγουδιστής (Tim Lambesis) που είχε καταστροφική σκισμένη φωνή, μια μπάντα με γερή thrash ανατροφή και τρομερή αίσθηση της riff-ο-λογίας γενικά (μια έξτρα επιθετικότητα προς το death metal θα έλεγα εγώ σε σημεία), ένας πάντα τρομερός καθαρός τραγουδιστής/κιθαρίστας/μπασίστας για τα ρεφρέν (όποιος κι αν ήταν) και το μείγμα των AS I LAY DYING με το μεράκι και την αγάπη με την οποία φτιάχτηκε, ήταν έτοιμο να κατακτήσει το κόσμο. Και αν τα λάθη του τραγουδιστή τους, το πήγαν πίσω, η πρόσφατη τους επίσκεψη, απέδειξε πως κάμποσοι, αγγίχτηκαν βαθιά από αυτό σε βάθος χρόνου. (ΓΣ)

2010

BULLET FOR MY VALENTINE – “Fever” (Jive/Sony)

Ίσως όχι το πιο αντιπροσωπευτικό BFMV άλμπουμ, αλλά σίγουρα αυτό που έχει την περισσότερη σύνδεση με τα προηγούμενα και τα επόμενα σε αυτό εδώ το κείμενο. Με τον ήχο που απογείωσαν στον προκάτοχο “Scream aim fire”, οι Ουαλοί έπρεπε να κάνουν ένα renovation στον ήχο τους και τελικά το κατάφεραν, παίζοντας τον ορισμό αυτού που μετέπειτα θα ονομάζονταν melodic metalcore με κάθε επισημότητα.

Στο “Fever” οι γωνίες έχουν λειανθεί, οι ταχύτητες έπεσαν λιγάκι, τα καθαρά φωνητικά υπάρχουν σχεδόν παντού, με ελάχιστα growls και τα γηπεδικά refrains είναι αυτά που έχουν τον πρώτο ρόλο. Οι πρώτες γκρίνιες για “ξεπούλημα” (αν είναι δυνατόν) άρχισαν να αναδύονται εδώ και εκεί, αλλά οι BFMV άκουσαν το ένστικτό τους, για αυτό και ζουν και βασιλεύουν μέχρι και τις ημέρες μας. Το “Fever” ακούγεται από την αρχή ως το τέλος μονορούφι και αυτό το γεγονός από μόνο του μπορεί να του χαρίζει το status του διαχρονικού. (ΓΚ)

2013

ASKING ALEXANDRIA – “From death to destiny” (Sumerian)

Τα τρίτα άλμπουμ τελικά είναι αυτά που η ιστορία δείχνει ότι είναι και τα πιο κομβικά στις καριέρες των συγκροτημάτων. Ένα τέτοιο turning point αποδείχθηκε και το “From death to destiny”, αφού η ένταση στις τάξεις των ASKING ALEXANDRIA έφτασε στο peak της, με την προσωρινή αποχώρηση του Danny Worsnop, αλλά και την αρκετά θεαματική αλλαγή στον ήχο τους, που έγινε αρκετά πιο φιλικός στα μεγάλα ακροατήρια.

Τα 80s hard rock ακούσματα των Bruce, Worsnop βγαίνουν αβίαστα στα ήρεμα μέρη, όπως και οι ηλεκτρονικές λούπες, τα riffs έχουν γίνει πιο radio friendly, ενώ και τα refrains είναι ακόμη πιο φιλικά στο ραδιόφωνο. Σε στιγμές πιστεύεις ότι οι SLIPKNOT και οι MOTLEY CRUE βρίσκονται ταυτόχρονα στο studio και τζαμάρουν. Αρκετά μακριά από τα αποκαλούμενα screamo και melodic metalcore, αλλά ταυτόχρονα εθιστικό και απολαυστικό, το “From death to destiny” είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό μουσικό αποτύπωμα των (διαλυμένων πλέον;) ASKING ALEXANDRIA. (ΓΚ)

2018

PARKWAY DRIVE – “Reverence” (Epitaph)

Ποιος είπε ότι δεν θα υπήρχε μια down under απάντηση σε όλα αυτά τα αμερικάνικα και βρετανικά σχήματα; Το “Reverence” είναι το άλμπουμ με το οποίο οι PARKWAY DRIVE ανοίχτηκαν για τα καλά σε ευρύτερο κοινό και αυτό αποτυπώθηκε και από την άποψη των πωλήσεων αλλά και στις συναυλίες τους, που μεταμορφώθηκαν σε larger than life εμπειρίες.

Ο Winston δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο συναίσθημα, χωρίς τα “σκισμένα” φωνητικά να αποτελούν θέσφατο αλλά με κάτι ρεφραίν που δύσκολα θα τα ξεχάσεις, ο Gaz τονίζει περισσότερο το groove παίξιμο, δίχως να χρειάζεται να μας βομβαρδίζει με double basses και οι κιθάρες τιμούν εντελώς τις 80s επιρροές τους. Μέχρι και πλήκτρα υπάρχουν σε σημεία (στην πυρά λέμε!). Ακόμη και τώρα να αποφάσιζαν να το λήξουν οι Αυστραλοί (χτυπάμε ξύλο), το “Reverence” θα είναι ο δίσκος με τον οποίο θα είναι άρρηκτα δεμένοι εις τους αιώνες των αιώνων. (ΓΚ)

2020

BLEED FROM WITHIN – “Fracture” (Century Media)

Μια ελαφρώς μεταγενέστερη metalcore μπάντα, που πραγματικά αγάπησα τα τελευταία χρόνια, όχι από τις ΗΠΑ, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα ηχητικά να ταιριάξουν εκεί, είναι οι Σκωτσέζοι BLEED FROM WITHIN. Εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000, στο τέλος της δεκαετίας βγάλανε τους πρώτους τους δύο δίσκους (“Humanity” – 2009, “Empire” – 2010) από την Rising, προτού αρχίσουν το σερί τους στην Century Media (“Uprising” – 2013, “Era” – 2018, “Fracture” – 2020) που θα τους έφτανε σε δυσθεώρητα ύψη δημοτικότητας. Γιατί επιλέγουμε για αυτό το άρθρο το “Fracture”;

Γιατί πρώτον με αυτό τους έμαθα, αφού πραγματικά αυτό το άλμπουμ έλιωσε στη καραντίνα! Δεύτερον, αυτό βοήθησε να τους πάρει χαμπάρι ακόμα περισσότερος κόσμος, μπαίνοντας σε όλο και περισσότερες περιοδείες από το 2022 και πέρα με το “Shrine”. Τρίτος και φαρμακερός λόγος, ότι ήταν το τελευταίο άλμπουμ πριν μεταπηδήσουν στη Nuclear Blast, οπότε βοήθησε τα μάλα στο να αλλάξουν επίπεδο. Και επιπλέον λόγος και ο πιο σημαντικός, κομματάρες όπως το “The end of all we know”, το “Into nothing”, το “Ascend” (με Matt Heafy καλεσμένο) και πάει λέγοντας! (ΓΣ)

2022

BAD OMENS – “The death of peace of mind” (Sumerian)

Οι BAD OMENS αποτελούν ίσως την αμερικάνικη απάντηση στους BRING ME THE HORIZON και δεν αποτελεί κρυφό ότι τους έχουν κατηγορήσει μέχρι και ως στεγνούς αντιγραφείς τους, ειδικά στο ομότιτλο ντεμπούτο τους του 2013. Αυτή η σύγκριση είναι εν μέρει ευσταθής, όμως οι BAD OMENS έχουν κάνει πολλά βήματα προόδου και ειδικά στο πλέον πρόσφατο “The death of peace of mind”. Ένα από τα τρία καλύτερα άλμπουμ του 2022, κατά την ταπεινή άποψη του υποφαινόμενου.

Το τρίτο άλμπουμ των BAD OMENS είναι από αυτά που σε κερδίζουν από την πρώτη κιόλας ακρόαση. Και δεν είναι μόνο η έντονη pop αισθητική που το διέπει, ούτε τα ιδιαίτερα φωνητικά του mainman Noah Sebastian, αλλά η ποικιλομορφία στον ήχο. Αυτή η ποικιλία που σε ταξιδεύει από την pop στο metalcore και από το EBM στο αμερικάνικο rock των 00s, αλλά με τέτοια μαεστρία, που μέχρι να το αντιληφθείς, έχεις φτάσει ασυναίσθητα από το “Concrete jungle” στο “Miracle” σε χρόνο dt. Το “The death of peace of mind” φοβάμαι ότι έπιασε το peak της δημιουργικότητας των BAD OMENS, που ίσως στο άμεσο μέλλον δεν θα τους συναντήσουμε από το σημείο που τους αφήσαμε… (ΓΚ)

2024

BRING ME THE HORIZON – “Post Human: Nex gen” (RCA/Sony)

Η φετινή, έβδομη δουλειά των headliners της τρίτης ημέρας του φετινού EJEKT festival είναι ίσως και αυτή που συνοψίζει όλες τις διαφορετικές ηχητικές προσεγγίσεις που αναφέρθηκαν στα προηγούμενα δεκαεννέα albums.  Με την ορμή που ήδη έχει, όλα δείχνουν ότι το πλέον πρόσφατο πόνημα των BRING ME THE HORIZON θα είναι και το πλέον εμπορικά επιτυχημένο. Και έχει όλα τα φόντα να τα καταφέρει.

Τα μισό tracklist του “Post human: Nex gen” έχει κυκλοφορήσει ήδη σαν αυτόνομα singles, ακόμη και αν το σύνολό του είναι το δεύτερο μέρος του Post Human concept, που ξεκίνησε το 2020. Έχοντας ως βασική πηγή έμπνευσης video games όπως το “Doom”, εδώ θα ακούσεις συμπυκνωμένα μια σειρά από ετερόκλητα και μη μουσικά είδη: Από το melodic metalcore στο nu metal και από την pop punk στο emocore. Όλα όμως αναμεμειγμένα με τέτοια μαεστρία, που νιώθεις εθισμένος από τις πρώτες νότες και να νιώθεις την ανάγκη να το ανακαλύψεις περισσότερο. Αναμφισβήτητα από τις κορυφαίες κυκλοφορίες του 2024!

 

Γιώργος Κόης – Γιάννης Σαββιδης

MÅNESKIN: Το σύγχρονο μουσικό φαινόμενο από την Ιταλία

0
Maneskin

Maneskin

Eurovision 2021…..

Το πλήθος σιωπά.

Η μόνη τους θέα προς τη σκηνή είναι δύο κλειστές πόρτες. Τότε η κάμερα αρχίζει να κινείται, και οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα για να αποκαλύψουν τέσσερις φιγούρες ντυμένες με κόκκινο δέρμα, ενώ αρχίζουν να παίζουν οι πρώτες νότες του “Zitti e buoni”.  Πίσω τους, οι τέσσερις σκιές τους προβάλλονται σε οθόνες κάνοντας το σκηνικό κινηματογραφικό και ελαφρώς νουάρ….Κάθε μέλος της μπάντας κινείται στο ρυθμό του τραγουδιού σαν να τους κινεί κάποια υπερφυσική δύναμη, εστιάζοντας στο όργανό του, ενώ ο τραγουδιστής παίρνει μια βαθιά ανάσα.

“Τι στο διάολο συμβαίνει στη Eurovision;” Αναρωτιέμαι….

Συνέβησαν οι MÅNESKIN. Και με αυτή την ανακάλυψη, θυμήθηκα πόσο διασκεδαστικό είναι να ανακαλύπτεις νέα μουσική.

Αυτή είναι η Eurovision 2021, και αυτοί είναι οι νικητές.

Χρόνια πριν καν ανέβουν σε αυτή τη σκηνή, οι MÅNESKIN ξεκίνησαν ως μια μπάντα αποτελούμενη από εφήβους στους δρόμους της Ρώμης, στην Ιταλία. Σήμερα είναι γνωστοί για το πιασάρικο glam-rock στυλ τους και την εντυπωσιακή μόδα τους, και έχουν εκτοξευθεί σε διεθνή φήμη μετά τη διασκευή τους στο “Beggin’” που έγινε viral και τη νίκη τους στη Eurovision.

Το συγκρότημα ξεκίνησε όταν τρία από τα τέσσερα μέλη του – ο τραγουδιστής Damiano David, η μπασίστρια Victoria De Angelis και ο κιθαρίστας Thomas Raggi – γνωρίστηκαν στο λύκειο το 2015. Στη συνέχεια, οι τρεις τους έστειλαν αίτημα για επιπλέον μέλη στο Facebook σε μια ανάρτηση με τον εύστοχο τίτλο “Ζητούνται μουσικοί (Ρώμη)”. Από τα περίχωρα της πόλης, ο ντράμερ Ethan Torchio ανταποκρίθηκε.

Το όνομα του συγκροτήματος, η δανέζικη λέξη για το “φεγγαρόφωτο”, προτάθηκε αρχικά από την De Angelis, εμπνευσμένη από τη Δανέζα μητέρα της. Τους έμεινε, και από τότε γυρνούσαν  και έκαναν αιτήσεις στους λίγους μουσικούς διαγωνισμούς της Ρώμης ως MÅNESKIN. Έκαναν αίτηση για το X-Factor Italia, κάνοντας οντισιόν με το τραγούδι τους “Chosen” ξεσηκώνοντας το πλήθος. Έγιναν δεκτοί και διαγωνίστηκαν στο σόου, ενώ μεγάλο μέρος της Ιταλίας παρακολουθούσε ενθουσιασμένο. Χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή της στους New York Times, η De Angelis θεωρεί καταλυτική την συμβολή της τολμηρής αίσθησης της μόδας τους. “Τότε ήταν που αρχίσαμε να γινόμαστε πιο τολμηροί, με λάτεξ, πιο αποκαλυπτικοί, ακόμη και αν είχαμε πολύ κακό γούστο εκείνη την εποχή”, δήλωσε η De Angelis. “Το να είμαστε συντηρητικοί πάντα μας «ενοχλούσε» αρκετά. Ήταν λοιπόν ένα μήνυμα που έλεγε: “Εντάξει, αυτό είμαστε και δεν μας νοιάζει αν θα μας επικρίνετε”.”

Photo: Maneskin Facebook Page

Παρόλο που το συγκρότημα κατέλαβε τη δεύτερη θέση, η φλόγα είχε ανάψει. Χιλιάδες άνθρωποι στην Ιταλία άκουσαν αυτό το νεαρό συγκρότημα, ερωτευόμενοι αργά αλλά σταθερά. Αν και οι MÅNESKIN έγιναν ευρέως δημοφιλείς στην Ιταλία μεταξύ της νεότερης γενιάς μετά την εμφάνισή τους στο X-Factor, το συγκρότημα ήταν σχετικά άγνωστο στο εξωτερικό. Αυτό δεν τους απέτρεψε από το να εξελιχθούν, τόσο μουσικά όσο και αισθητικά.

Το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Il ballo della vita”, έφερε στο επίκεντρο την ευελιξία του συγκροτήματος μέσα από μπαλάντες και ποπ-ροκ κομμάτια, αλλά αυτό που ξεχώριζε στο άλμπουμ ήταν η συνολική αφήγηση που συνέδεε όλα τα φαινομενικά ξεχωριστά τραγούδια μεταξύ τους. Σε μια συνέντευξη στο ιταλικό Rolling Stone το 2018, ο τραγουδιστής Damiano David δήλωσε: “Η κεντρική φιγούρα του άλμπουμ είναι η Marlena, μια γυναίκα που αντιπροσωπεύει την ομορφιά και το μήνυμα που θέλουμε να επικοινωνήσουμε: ένα μήνυμα ελευθερίας των επιλογών, της συμπεριφοράς, του στυλ στο οποίο προσπαθήσαμε να δώσουμε ένα πρόσωπο, ένα όνομα και μια φωνή. Η Marlena είναι η ελευθερία, το πάθος, όλα όσα θέλουμε να δείξουμε”.

Με την πάροδο του χρόνου, η δημοτικότητα των MÅNESKIN μεγάλωνε στην Ιταλία αλλά δεν είχαν ακόμη αποκτήσει ευρεία δημοτικότητα και αναγνώριση στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην παγκόσμια μουσική σφαίρα.

Όλα αυτά άλλαξαν το 2021.

Παίρνουν μέρος στο Φεστιβάλ μουσικής του Sanremo  και γρήγορα ξεχωρίζουν σαν ένα από τα φαβορί. Την επόμενη μέρα, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το single “Zitti e buoni” για να προϊδεάσει για το δεύτερο άλμπουμ τους, “Teatro d’ira – Vol I”. Το άλμπουμ, το οποίο μεταφράζεται σε “Θέατρο της οργής”, υποσχόταν σκληρό ροκ που το “Zitti e buoni” απέδωσε κατά γράμμα!!

Στον τελικό του Sanremo στις 7 Μαρτίου, οι κριτές και μεγάλο μέρος της Ευρώπης ξετρελάθηκαν και οι MÅNESKIN κέρδισαν.

Δεν ήταν έκπληξη, λοιπόν, που λίγο μετά τη νίκη το συγκρότημα ανακοίνωσε ότι θα εκπροσωπούσε την Ιταλία στη Eurovision 2021, ως ένας από τους νεότερους διαγωνιζόμενους σε ηλικία μόλις 20-22 ετών.

Η Eurovision του 2021 θα ήταν η πρώτη μετά το COVID-19 που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα συντονίζονταν για μια “απόδραση”. Για να μην αναφέρουμε – η τελευταία φορά που είχε κερδίσει η Ιταλία ήταν τριάντα ένα χρόνια πριν.

Αν οι MÅNESKIN επρόκειτο να καταφέρουν να κερδίσουν, θα χρειάζονταν κάτι περισσότερο από τη γοητεία και το ταλέντο που τους είχε φέρει ως εδώ. Θα χρειαζόταν κάτι επαναστατικό.

Με κόκκινες δερμάτινες φόρμες, εστιασμένη σκηνοθεσία, οι MÅNESKIN ερμήνευσαν το “Zitti e buoni”, εκμεταλλευόμενοι με επιτυχία τα δυνατά τους σημεία. Αυτό που τους έκανε να ξεχωρίσουν στη Eurovision ήταν ο τρόπος με τον οποίο κάθε μέλος αναδείχθηκε στην ερμηνεία, κάτι μοναδικό σε μια μουσική βιομηχανία που τείνει να επικεντρώνεται κυρίως στον τραγουδιστή. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε έκπτωση στο τραγούδι τους – το “Zitti e buoni”, ένα τραγούδι θυμού και αναγέννησης.

Οι MÅNESKIN είχαν γράψει ιστορία ως οι πρώτοι νικητές της Eurovision που γεννήθηκαν τον 21ο αιώνα.

Οι επόμενοι δύο μήνες είδαν τους MÅNESKIN να εκτοξεύονται στα ύψη τόσο σε φήμη όσο και σε προβολή. Το “Zitti e buoni” ξεπέρασε τα 200 εκατομμύρια streams λίγο μετά τη νίκη τους και ανακοίνωσαν μια συνεργασία με την Gucci στον τομέα της μόδας, φορώντας φτερά και γκλίτερ. Η Gucci έδωσε στο συγκρότημα την ελευθερία να εξερευνήσει τη διάσημη ανδρόγυνη μόδα του, οδηγώντας σε συγκρίσεις με άλλους θρύλους του glam rock, όπως ο David Bowie.

Ως συγκρότημα οι MÅNESKIN αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο, παγκόσμια, τα χρόνια μετά τη νίκη τους στη Eurovision και δεν δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης.

Οι MÅNESKIN δίνουν αρκετές συναυλίες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ έως το τέλος του 2021. Στις 17 Απριλίου 2022, οι MÅNESKIN έδωσαν μια 45λεπτη συναυλία στο φεστιβάλ Coachella στην Καλιφόρνια. Έκλεισαν τη συναυλία με το νέο τους τραγούδι “Gasoline”, ένα αφιέρωμα στην εμπόλεμη Ουκρανία.

Το “Supermodel”, το νέο τραγούδι των MÅNESKIN, κυκλοφόρησε στις 13 Μαΐου 2022. Το ιταλικό συγκρότημα το ερμήνευσε για πρώτη φορά στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision στο Τορίνο στις 14 Μαΐου 2022.

Ήταν σαν ο κόσμος να ξυπνούσε γι’ αυτό το νέο rock συγκρότημα και όλα όσα υποσχέθηκε. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The Guardian, η De Angelis δήλωσε: “Η ζωή μας έχει αλλάξει εντελώς [μετά τη Eurovision]. Δεν έχουμε σταματήσει. Έχουμε ζήσει πολλές τρελές εμπειρίες … όλα τα πράγματα που ονειρευόμασταν και δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα γίνονταν πραγματικότητα”.

Το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους, RUSH!, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2023 με έναν ψεύτικο γάμο. Οι τέσσερις “παντρεύτηκαν”, με τελετή που δεν ήταν άλλη από έναν πρώην δημιουργικό σχεδιαστή της Gucci, με λευκά ρούχα, κατακόκκινες ανθοδέσμες και όρκους που ανέφεραν “το όνομα του Apollo, του Elvis και του Jimmy Page” για να τα δέσουν όλα μαζί. Ήταν δημιουργικό και εντελώς τρελό – ο τέλειος τρόπος για να γιορτάσουν το εξίσου μοναδικό άλμπουμ τους. Το “RUSH!”, το πρώτο τους άλμπουμ σε μεγάλο βαθμό αγγλικό, περιείχε πιασάρικα riffs και αιχμηρούς στίχους που καυτηρίαζαν τη μουσική βιομηχανία και εξερευνούσαν θέματα όπως η αγάπη, η φήμη και η θλίψη.

Είναι γνωστοί, πλέον, σε εκατομμύρια ανθρώπους – όλοι τους πριν κανένας από αυτούς φτάσει τα 25. Έχουν υπάρξει ένθερμοι πολιτικοί υποστηρικτές, καταγγέλλοντας τον πόλεμο στην Ουκρανία και προωθώντας τα δικαιώματα των LGBTQ- όπως το βλέπουν οι ίδιοι, η φήμη τους συμβαδίζει με την έκκληση για σκοπούς στους οποίους πιστεύουν. Έχει περάσει σχεδόν μια δεκαετία από τότε που το συγκρότημα γνωρίστηκε ως νεαροί έφηβοι. Αν και η Eurovision είναι ακόμα νωπή στο μυαλό πολλών ανθρώπων, είναι σαφές ότι το συγκρότημα χαράζει το δικό του μοναδικό δρόμο προς τα εμπρός, αψηφώντας τις προσδοκίες σε μια βιομηχανία όπου αποτελούν σε μεγάλο βαθμό εξαίρεση.

Οι MÅNESKIN έρχονται στην Ελλάδα, στα πλαίσια του Ejekt Festival, στο P5 του ΟΑΚΑ, την Τρίτη 23 Ιουλίου, μαζί με τους PALAYE ROYALE, ALICE MERTON και BONNI NETTLES.

Πέτρος Καραλής

Brand New Metal Vol. 51 (10th May) – WARLORD, RIOT V, SEBASTIAN BACH, SIX FEET UNDER and more

0
Brand New Metal

Brand New Metal

Ο Σάκης Φράγκος, στο “Brand New Metal”, κάνει μία video παρουσίαση των άλμπουμ που βγαίνουν κάθε Παρασκευή. Στην πεντηκοστή πρώτη εκδοχή του, μετά από αρκετό καιρό απουσίας, μας μιλά για τους δίσκους που κυκλοφόρησαν στις 10 Μαΐου (κι όχι Απριλίου όπως εσφαλμένα ακούγεται) και συγκεκριμένα για τα νέα άλμπουμ των: WARLORD, RIOT V, SEBASTIAN BACH, ANETTE OLZON, FREEDOM CALL, SIX FEET UNDER, UNLEASH THE ARCHERS, IVANHOE, CROWNSHIFT και FULL HOUSE BREW CREW.

BLASTEROID – “Crypts of mind” (self-released)

0
Blasteroid

Blasteroid

Death metal, της προόδου, της έλλειψης στεγανών και κολλημάτων. Αυτό που γράφει τους πιουρίστες εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Ύστεροι DEATH, DISCINCARNATE, ATHEIST, CYNIC, NOCTURNUS και πάει λέγοντας, σπρώξανε τα όρια του ιδιώματος κατά πολύ. Μια μπάντα που υπηρετεί αυτόν τον ήχο είναι οι δικοί μας BLASTEROID. Άμα θέλετε ωστόσο να είστε και λίγο πιο “μέσα”, προσθέστε και μπάντες όπως οι REVOCATION ή ακόμα και οι VEKTOR. Το νέο τους πόνημα και ντεμπούτο full-length “Crypts of mind” κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες. 7 ολόκληρα χρόνια μετά το “Universal knowledge”, που παρουσιάζει ένα πιο τεχνικό death/thrash υβρίδιο, το “Crypts of mind” υπόσχεται ένα πιο προοδευτικό death metal.

Και οι πρώτες νότες του “The final parsec” φροντίζουν να τηρηθεί ακριβώς αυτός ο χαρακτηρισμός στο έπακρο. Έπειτα, στα φωνητικά, βλέπουμε έναν κύριο αρκετά γνώριμο, από διάφορα ανακατέματα του δεξιά και αριστερά. Πάλαι ποτέ τραγουδιστής των thrashers EXARSIS, frontman των blacksters NIGREDO και RAVENCULT, ενώ παράλληλα “τρέχει” και το REFLECTION BLACK gothic rock/post punk project. Ο λόγος για τον Αλέξη Παπαθεοφάνους, ο οποίος βρίσκεται να γεμίζει τα παπούτσια του προκατόχου του, με χαρακτηριστική ευκολία. Αν κάτι μου κάνει εντύπωση, είναι το πόσο διαφορετικός είναι ΚΑΙ εδώ από τα όσα έκανε στις μπάντες που προανέφερα.

Πιο βαθιά χροιά, πιο κοντά σε παραδοσιακές death metal φόρμες. Μην αφήσουμε ωστόσο ασχολίαστη την μουσικότητα του δίσκου αυτού αυτή καθαυτή, θα είναι κρίμα. Οι δύο κιθαρίστες ειδικά (ο ένας με παρελθόν στους NUCLEAR TERROR/TYPHUS μάλιστα) ξεσαλώνουν, εξισορροπώντας την μελωδία και την τεχνική, μ’ έναν old school μα και μοντέρνο τρόπο. Μιλώντας για old school, ένα από τα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση, είναι το πόσο πυκνό και σύντομο χρονικά είναι το υλικό. Μου θυμίζει προσωπικά, την λογική μπαντών όπως οι ATHEIST για παράδειγμα, που οι δίσκοι διαρκούσαν 30-40 λεπτά, και όμως έλεγαν όλα όσα είχαν να πουν εκεί μέσα.

Το δε εξώφυλλο που ντύνει τον δίσκο, από τον “πολύ” Dan Goldsworthy (ACCEPT, ABORTED, SYLOSIS, XENTRIX και πάει λέγοντας), φέρνει πιο πολύ στο σοφιστικέ και “φεύγα” συναίσθημα του δίσκου και του ύφους των BLASTEROID, παρά σε ένα τυπικό death metal εξώφυλλο. Κάτι πάρα πολύ θετικό, διότι έχουμε να κάνουμε με ένα μη τυπικό death metal άλμπουμ. Κομμάτια όπως το “Causal closure”, το πρώτο single “Reign of eris” ή το εξάλεπτο ομώνυμο που κλείνει πανηγυρικά το δίσκο, δεν απευθύνονται σε τυπικούς deathsters. Ή σωστότερα, δεν απευθύνονται μόνο σε αυτούς, μια και η βαναυσότητα υφίσταται σε γερές δόσεις.

Απλώς, η προοδευτική φύση τους, τους φέρνει σαφώς πιο κοντά στα ακούσματα ενός πιο φιλόκαινου, προοδευτικού ακροατή. Η παραγωγή δε, του Γιώργου Εμμανουήλ, υποδειγματική καθώς είναι, βοηθάει στο να τονιστούν τα παιξίματα, οι τρομερές ιδέες μεταξύ των οργάνων (μπασο-τύμπανα στο “Chaos god” για παράδειγμα, ξεφεύγουν πραγματικά!), ανεβάζοντας στη μεγάλη κατηγορία το τελικό αποτέλεσμα. Δεν λείπουν φυσικά τα blastbeats, όπως στo “Void alchemy” ή το “Mass synthesis”, το οποίο δείχνει την πιο μοντέρνα ακραία πτυχή της μπάντας. Σοφά δε τοποθετημένο είναι και το “Binary orbit” ιντερλούδιο, πριν τα τρία τελευταία κομμάτια, ιδανική ανάπαυλα από ό,τι λαμβάνει χώρα.

Συνοψίζοντας, οι BLASTEROID με το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Crypts of mind”, ξεκάθαρα προσφέρουν μια σοβαρή μουσική πρόταση για τους θιασώτες του προοδευτικού ακραίου ήχου, ανοίγοντας την όρεξη για περισσότερα ωραία πράγματα στο μέλλον. Όσα άφησε να εννοηθούν το “Universal knowledge” EP, τα πραγματοποίησε το “Crypts of mind”. Το μόνο που χρειαζόμαστε τώρα, είναι μια συνέχεια άμεση, σε δύο με τρία χρόνια από τώρα ας πούμε, γιατί εδώ υπάρχουν πολλές δυνατότητες.

8,5 / 10

Γιάννης Σαββίδης

ORDEN OGAN – “The order of fear” (Reigning Phoenix Music)

0
Orden Ogan

Orden Ogan

Υπήρχε μια περίοδος που το Power Metal ήταν πιο στεγνό και από καλοκαίρι στην Ελλάδα. Αυτή η περίοδος έχει φύγει ανεπιστρεπτί, καθώς έχουν ξεπηδήσει άπειρες μπάντες. Κάποιες απλά υπάρχουν, άλλες έχουν πάρει ηγετικό ρόλο στη σκηνή και άλλες, μπορεί να μην γεμίζουν αρένες ακόμα (για εξωτερικό πάντα), αλλά τυγχάνουν μεγάλης αναγνώρισης και αγάπης από τους φίλους του είδους. Οι ORDEN OGAN με το BLIND GUARDIAN meets POWERWOLF metal τους, ανήκουν στην τελευταία κατηγορία. 

Μετά από το σύντομο πέρασμα στην φουτουριστική θεματολογία που έφερε το “Final days”, επιστρέφουμε σε πιο γνώριμα και σκοτεινά μονοπάτια. Η εισαγωγή σε αυτήν την κατεύθυνση γίνεται γίνεται μέσω του εξαιρετικού εξωφύλλου, όπου συναντάμε για άλλη μια φορά τον Vale ή αλλιώς την μασκότ του συγκροτήματος που κοσμεί σχεδόν όλες τις δουλειές τους. 

Μουσικά βρίσκουμε κάποια βασικά γνωρίσματα του είδους. Οι ταχύτητες είναι συχνά ανεβασμένες, αλλά αντί για δυνατές ρυθμικές κιθάρες που θα οδηγούσαν σε ένα πιο “θρασάτο” αποτέλεσμα, έχουμε έναν καταιγισμό από μελωδικά leads. Εννοείται πως γίνεται της πολυφωνίας στο δίσκο, οπότε ο δείκτης πηγαίνει πολύ συχνά στο επικό, ειδικά στα ρεφραίν. Ενορχηστρώσεις υπάρχουν, αλλά δεν κάνουν και πολύ αισθητή την παρουσία τους, οπότε μένουμε κυρίως με την μουσική που παίζει το συγκρότημα. Δεν μας χαλάει καθόλου, καθώς τεχνικά έχουμε κάτι παραπάνω από άρτιο. Έγχορδα και κρουστά δίνουν ρέστα παικτικά, επομένως έχουμε με ευκολία βρει και ποιος τομέας είναι ο MVP του “The order of fear”.

Πέρα από αυτό θα μου επιτρέψετε να πω πως δεν βρίσκω κάτι άλλο να με εντυπωσιάζει. Το μεγαλύτερο κόλλημα που έχω, είναι πως τα φωνητικά του αρχηγού Seeb μου ακούγονται μονοδιάστατα. Οι πιο ωραίες μελωδίες έρχονται από τις χορωδίες, που από μόνες τους δεν αρκούν για να κάνουν τη νύχτα μέρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια στο σύνολό τους. Πλην μιας εξαίρεσης, μου άρεσαν όλα και κανένα. Όλα γιατί δεν υπάρχει κακή σύνθεση, τα 48 λεπτά κυλούν ευχάριστα. Κανένα, καθώς δεν βρήκα τραγούδι που θα έβαζα σε οποιαδήποτε playlist μου, που δεν αφορά κυκλοφορίες του ‘24. Η εξαίρεση πάει στο “The long darkness” που ρίχνει την αυλαία, το οποίο έχει ένα εξαιρετικό ρεφραίν το οποίο ναι, με κάνει και νιώθω κάτι για πρώτη φορά κατά την ακρόαση, εκτός του ότι έχει και φοβερό κλείσιμο. Μακάρι να ήταν όλο ο δίσκος σε αυτό το επίπεδο.     

Έχω και κάτι άλλο να τους προσάψω. Έχουμε να κάνουμε με ένα οριακά horror concept, με αποκεφαλισμούς, κατάρες και μια μυστική οργάνωση που θέλει να καταστρέψει την ανθρωπότητα. Μουσικά, δεν διακρίνω σκοτάδι στους ORDEN OGAN, κοιτώντας εξώφυλλο και concept περίμενα κάτι πιο δυνατό, αλλά στην πράξη ακούω κάτι τελείως αντίθετο. Είναι κάτι που πιθανώς να μην σας πειράζει, αλλά εγώ θεωρώ πολύ σημαντική την σωστή ατμόσφαιρα. Δεν με νοιάζει αν οι στίχοι έχει να κάνουν με νάνους, ξωτικά, νεράιδες, σατανάδες ή ότι άλλο, αρκεί θεματολογία και παρτιτούρα να πάνε χέρι χέρι. 

Όπως καταλαβαίνετε, το “The order of fear” δεν είναι άσχημο, αλλά δεν πληροί 2 πολύ βασικές προϋποθέσεις που εγώ θέλω να υπάρχουν: Δεν με ενθουσιάζει στο φωνητικό τομέα, δεν ανταποκρίνεται στην υπόσχεση ότι θα ακούσουμε Dark Power Metal. Εννοείται πως για να χτυπάει το συγκρότημα θέσεις στα charts (προφανώς μιλάμε για το εξωτερικό ακόμα), υπάρχει πολύς κόσμος που θα διαφωνήσει με αυτήν την άποψη και θα το λατρέψει. Εγώ το κρατάω σαν μία κυκλοφορία που και να μην την άκουγα, δεν θα ένιωθα πως έχασα κάτι.  

Για τα trivia: Το album θα μπορούσε έμμεσα να χαρακτηριστεί και ομώνυμο, καθώς η μετατροπή των λέξεων Orden Ogan στα Αγγλικά, μας δίνει το The order of fear!

6,5 / 10

Παύλος Παυλάκης

A Day to Remember… 18/07 [OVERKILL]

0
Overkill

Overkill

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “W.F.O.” – OVERKILL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: OVERKILL
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά –  Bobby “Blitz” Ellsworth
Κιθάρες – Merritt Gant, Rob Cannavino
Μπάσο – D.D. Verni
Drums – Tim Mallare

Το 1993 οι Αμερικανοί thrashers OVERKILL κυκλοφόρησαν το “I hear black”, έναν δίσκο που, παρά τις εξαιρετικές πωλήσεις του, έσπασε το σερί των αψεγάδιαστων δίσκων που είχαν μέχρι τότε. “Αστοχία υλικού” το είχα χαρακτηρίσει στο αντίστοιχο αφιέρωμα από είχα κάνει από ετούτη εδώ τη στήλη και σας παραπέμπω εκεί για περισσότερες λεπτομέρειες. Μόλις όμως ένα χρόνο αργότερα, οι OVERKILL κυκλοφόρησαν το έβδομο άλμπουμ τους με τον μυστήριο τίτλο “W.F.O.”  που είχε σαν σκοπό να επαναφέρει τα αλάνια του New Jersey στις… εργοστασιακές τους ρυθμίσεις.

Βλέποντας ότι οι ηχητικοί πειραματισμοί του “I hear black” δεν τους έκατσαν και πολύ καλά, οι OVERKILL αποφάσισαν να επιστρέψουν στον old school thrash ήχο, με μια επιπλέον δόση τραχύτητας.  Και αν το εναρκτήριο “Where it hurτs” παραπέμπει ξεκάθαρα στο “I hear black”, είμαι σίγουρος ότι τη συνέχεια δεν την περίμενε ούτε ο πιο αισιόδοξος οπαδός τους.

Οι ταχύτητες χτυπούν κόκκινο στα fan favorites “Fast junkie” και “The wait/ New high in lows “ που ακολουθούν ενώ και το “They eat their young” συνεχίζει με το γκάζι σανιδωμένο, μην αφήνοντας τον ακροατή να πάρει ανάσα από το σφυροκόπημα. Μικρή ανάπαυλα από τις ταχύτητες, όχι όμως και από την επιθετικότητα  με το “What’s your problem”, άλλο ένα κομμάτι που παραπέμπει στο “I hear black” με το groovy tempo του. Το “Under one” είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, το κρυμμένο διαμαντάκι του δίσκου με τις εναλλαγές στο ρυθμό του και το πορωτικό ρεφραίν του. Ο κακός χαμός και η ισοπέδωση έρχεται με το καθηλωτικό “Supersonic hate” και το φοβερό break στο μέσον του με τη μπασογραμμή του D.D. Verni. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι σε όλο το άλμπουμ το μπάσο του D.D. ακούγεται πολύ μπροστά, ίσως υπερβολικά μπροστά για κάποιους, προσωπικά πάντως δεν με ενοχλεί καθόλου.

Άλλη μια ανάπαυλα, ακουστική αυτή τη φορά με το “R.I.P. (Undone)”. To “Up to zero”, αν και πολύ καλό, εκτιμώ ότι είναι μάλλον το πιο αδύναμο (εδώ γελάμε!) κομμάτι του δίσκου και ουσιαστικά προετοιμάζει το έδαφος για τον επίλογο. Και τι επίλογος είναι αυτός, με τα highlights του δίσκου, που είναι αναμφισβήτητα τα δύο τελευταία κομμάτια του, το “Bastard nation” και το “Gasoline dream”, το μεν πρώτο να είναι άνετα το αδερφάκι του “In union we stand” και το δεύτερο να είναι ένα επικό thrash αριστούργημα, από εκείνα που μόνο οι OVERKILL ξέρουν να γράφουν.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι περισσότερο για αυτή τη δισκάρα, δεν αναφέρομαι καν στην απόδοση της μπάντας που παίρνει κεφάλια. Προσωπικά θεωρώ το “W.F.O.” ένα από τα καλύτερα άλμπουμ στην πλούσια δισκογραφία των OVERKILL και από τα πλέον αγαπημένα μου. Τραχύ, ωμό, επιθετικό, ασυμβίβαστο.  Με άλλα λόγια….

HERE COMES THE PAIN!

Did you know that:

  • Ο τίτλος του άλμπουμ κανονικά είναι “Wide fucking open” αλλά ευνόητους λόγους προτιμήθηκε να χρησιμοποιηθεί το ακρωνύμιο της φράσης.
  • Το άλμπουμ σηματοδότησε το κλείσιμο ενός κεφαλαίου για τους OVERKILL καθώς ήταν το τελευταίο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν με την Atlantic. Ήταν επίσης και το τελευταίο studio άλμπουμ των Gant / Cannavino με την μπάντα. Και λέω “studio” επειδή η τελευταία φορά που συναντούμε το συγκεκριμένο κιθαριστικό δίδυμο με τους OVERKILL είναι στο live “Wrecking your neck” που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα.
  • Είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίο οι OVERKILL αναλαμβάνουν αποκλειστικά μόνοι τους την παραγωγή του.
  • Υπάρχει ένα hidden track στη θέση 98 (!) του CD, διάρκειας περίπου πέντε λεπτών, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα τζαμάρισμα επάνω στο “Heaven & hell” των BLACK SABBATH, στο “The ripper” των JUDAS PRIEST και στο “Voodoo child” του Jimi Hendrix.
  • To instrumental “R.I.P (Undone)” είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Criss Oliva.
  • Η εισαγωγή του “ The wait/ New high in lows” με τη θρυλική φράση “Here comes the pain” στο τέλος της είναι από την ταινιάρα “Carlito’s way” με τον Al Pacino.
  • Είναι ο δίσκος με την τρίτη καλύτερη θέση στα charts στην ιστορία των OVERKILL μετά τα “ I hear black” και “Ironbound”.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 18/07 [AT THE GATES]

0
At The Gates

At The Gates

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Terminal spirit disease” – AT THE GATES
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑPeaceville
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣFredrik Nordstrom
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Tomas Lindberg
Κιθάρες – Anders Bjorler
Κιθάρες – Jonas Bjorler
Drums – Adrian Erlandsson
Μπάσο – Martin Larsson

Για τους περισσότερους, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό όταν ακούν AT THE GATES, είναι το “Slaughter of the soul”. Όμως πριν από το ομολογουμένως αριστούργημα μιας ολόκληρης σχολής, από τους AT THE GATES προηγήθηκαν δουλειές, κάτι παραπάνω από απλά αξιοσημείωτες. Η δυναμική στη σκηνή του μελωδικού death metal, ξεκίνησε να χτίζεται στις αρχές των 90s και οι AT THE GATES, με το “Terminal spirit disease”, έδειξαν τον δρόμο και τον τρόπο. Αυτό το αριστούργημα σηματοδότησε μια κομβική στιγμή στην εξέλιξη του είδους, καθώς μέσα στα επόμενα δύο έτη τα “Jester race”, “The gallery” και “Slaughter of the soul”, από IN FLAMES, DARK TRANQUILLITY και AT THE GATES αντίστοιχα, οριστικοποίησαν τον μαγικό ήχο του Gothenburg.

Οι AT THE GATES μέχρι την κυκλοφορία του “Terminal spirit disease”, είχαν ήδη καθιερώσει τη φήμη τους, κυρίως για την ακατέργαστη ενέργεια και την καινοτόμο προσέγγισή τους στο death metal. Τα προηγούμενα άλμπουμ τους, “The red in the sky is ours” και “With fear I kiss the burning darkness”, έθεσαν τα θεμέλια για την εξέλιξή τους. Ωστόσο, ήταν το “Terminal spirit disease” που παρουσίασε την ωρίμανση και τη βελτίωσή τους.

Κάτι που παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον στο “Terminal spirit disease” είναι ότι περιλαμβάνει έξι στούντιο κομμάτια και τρεις ζωντανές ηχογραφήσεις, καθένα από τα οποία συμβάλλει στην συνολική επίδραση του άλμπουμ. Το εναρκτήριο “The swarm” έθετε αμέσως τον τόνο με το εισαγωγικό μελαγχολικό riff του αλλά και την αμείλικτη συνέχεια του. Στο σύνολο του όμως το “Terminal spirit disease”, ήταν προάγγελος του “Slaughter of the soul”. Επάνω σε αυτή την δομή των τραγουδιών, την αμεσότητα των συνθέσεων, στα riff και στις μελωδικές γραμμές, πάτησαν για να δημιουργήσουν ένα από τα σπουδαιότερα άλμπουμ αυτής της σκηνής.

Κοινώς, στο “Terminal spirit disease” πιστώνεται η γεφύρωση της πρώιμης πειραματικής τους φάσης, με τον πιο λουστραρισμένο ήχο που θα ακολουθούσε. Κάτι για το οποίο βοήθησε και η παραγωγή του άλμπουμ από τον Fredrik Nordstrom, μέσω της οποίας τέθηκαν νέα πρότυπα για το είδος, τονίζοντας ότι στο μελωδικό death metal μπορεί να επιτευχθεί ένας ήχος με δύναμη και ένταση αλλά και καθαρός, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ένα σημείο αναφοράς για τους μουσικούς που θα ακολουθούσαν τα χνάρια τους μετέπειτα.

Did you know that:

  • Το “Terminal spirit disease” διαρκεί μόλις περίπου 35 λεπτά, o λόγος πίσω από αυτό είναι γιατί το συγκρότημα ήθελε να γράψει αρχικά ένα EP με το νέο του υλικό αλλά η Peaceville επέμεινε για ένα full length άλμπουμ και για τον λόγο αυτό πρόσθεσαν τα live τραγούδια

Δημήτρης Μπούκης

Underground Halls Vol. 180 (CARNIVORA’S FEAST, DARKENED, SABIRE, WINTER ETERNAL)

0
Underground Halls

Underground Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CARNIVORA’S FEAST
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Teufel”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Self-financed
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Lazaris Paikou – Μπάσο
Agis Tzoukopoulos – Τύμπανα
Yiannis Pulkaris – Κιθάρες
Zisis Sapnaras – Κιθάρες
Giannis Seviloglou – Φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
YouTube

Την παραγωγικότητα της Ελληνικής metal σκηνής την έχουμε αναφέρει και εκθειάσει πλείστες όσες φορές. Δεν χρειάζεται να ξαναπούμε πόσο ανθηρή είναι και ειδικά στον extreme metal χώρο από τον οποίο πέραν των παραδοσιακών δυνάμεων, κάθε τόσο όλο και κάποιο καινούργιο σχήμα θα πετάγεται για να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο, μία από τις ενεργότερες «σχολές» της σκληρής μουσικής. Αυτό για το οποίο δεν έχουμε και πάρα πολλά παραδείγματα να αναφέρουμε, παρά τις πάμπολλες Ελληνικές μπάντες που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο black metal χώρο, είναι σχήματα που δεν θα φοβηθούν να πειραματιστούν πολύ έντονα με την μουσική τους, φεύγοντας τελείως από τα όποια στεγανά και αγγίζοντας τη παράνοια με τις δημιουργίες τους.

Μία τέτοια μπάντα που τόλμησε και μάλιστα τόλμησε πολύ, είναι οι νεόκοποι CARNIVORA’S FEAST, οι οποίοι έρχονται από την Μακεδονία και την Κοζάνη συγκεκριμένα, παρουσιάζοντάς μας ένα ντεμπούτο που σίγουρα προκαλεί με το ύφος και την παράλογη (εντελώς) οπτική του.  Το συγκρότημα, ξεκίνησε αρχικά ως μία προσωπική προσπάθεια του Ζήση Σαπναρά, προτού εξελιχθεί σε πλήρες σχήμα και κυκλοφορήσει φέτος την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, με το όνομα “Teufel”. Το black metal, έχει άπειρα παρακλάδια. Από τα πιο ενδιαφέροντα για τον γράφοντα, εξαιτίας του εντονότατου παράγοντα της εκπλήξεως, είναι το avant – garde, το βαθύτατα πειραματικό, αυτό που μπάντες όπως οι IMPERIAL TRIUMPHANT, οι LE CHANT NOIR και οι ALFA OBSCURA δεν φοβήθηκαν να παίξουν.

Αυτό το μονοπάτι ακολούθησαν στο προοδευτικό, πειραματικό, avant – garde ντεμπούτο τους οι CARNIVORA’S FEAST. Έγραψαν έντεκα θεότρελα κομμάτια, τα τύλιξαν μέσα στο σατανικό “Teufel” τους (ναι, Διάβολος σημαίνει εκτός των άλλων) και το προσέφεραν σε αυτούς που θέλουν να ακούσουν κάτι που θα τους βγάλει από οτιδήποτε συνηθισμένο. Πλήκτρα από το πουθενά, blast beats εκεί που δεν τα περιμένεις (στα τύμπανα ο drummer των εκπληκτικών TRIUMPHER), κιθάρες που κάνουν ότι θέλουν, φωνητικά που αλλού βρυχώνται, αλλού ειρωνεύονται, αλλού γελάνε μέσα στην τρέλα τους, ρυθμοί χωρίς συνέχεια και συνέπεια και όμως, υπέροχα δομημένοι.

Σε κάτι τέτοια άλμπουμ, δεν είναι «σωστό» να μπεις στην διαδικασία να ξεχωρίσεις κομμάτια. Αδικείς το σύνολο και δεν μπορείς να δεις την πλήρη εικόνα. Οπότε, ακούγεται αυστηρά ολόκληρο. Προσοχή, δεν είναι εύκολο άκουσμα, αντιθέτως θέλει υπομονή και πολλά περάσματα, αλλά όχι απλά αποζημιώνει, αλλά επιβραβεύει τον υπομονετικό ακροατή του.

Και άλλα τέτοια ρε παιδιά… και άλλα!

(9 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: DARKENED
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Defilers of the light”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Edged Circle Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Perra Karlsson – Τύμπανα
Hempa Brynolfsson – Κιθάρα
Linus Nirbrant – Κιθάρα
Gord Olson – Φωνητικά
Tobias Cristiansson – Μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:

Facebook
Bandcamp 1
Bandcamp 2
Spotify
Full album in YouTube

Δεν είμαι αυτό που λένε «συνήθης ύποπτος», όσον αφορά τις death metal κυκλοφορίες. Πρέπει να είναι κάτι που πραγματικά να αξίζει τον κόπο, για να το αναλάβω και να ασχοληθώ μαζί του. Όπως λοιπόν κατάλαβες, μόλις σου φανέρωσα από την αρχή πως το “Defilers of the light” των Καναδοσουηδών (ή Σουηδοκαναδών) DARKENED, είναι μια τέτοια περίπτωση! Μιλάμε για τον τρίτο full length δίσκο του group, μετά τα Kingdom of decay και The black winter και σίγουρα για την πιο μεστή, ώριμη, κατασταλαγμένη και εν τέλει καλύτερη δουλειά του.

Μιλάμε για death metal με χαρακτήρα. Δε μιλάμε για την χιλιοστή, κακή «φωτοτυπία» των SUFFOCATION, φερ’ ειπείν. Νοσηρό μα και άκρως μελωδικό ταυτόχρονα. Μελωδικό όμως και με έναν δικό του τρόπο, όχι κατ’ ανάγκη με τον τρόπο του melo-death των 90s (έχει βέβαια ΚΑΙ από αυτό μέσα). Που κινείται όχι αποκλειστικά σε υψηλές ταχύτητες ώστε να δώσει μουσική απλά για να χτυπιόμαστε χωρίς λόγο, αλλά δίνει περισσότερη βάση στους μέσους ρυθμούς, αφήνοντας άπλετο χώρο στην ατμόσφαιρα να διεισδύσει ανάμεσα στα riffs και στα blast beats. Death metal a la BOLT THROWER και DISMEMBER που φλερτάρει και με το thrash, όποτε θελήσει. Με φωνητικά που δεν είναι αποτρεπτικά για κάποιον εκτός του ακραίου ήχου και ως εκ τούτου σίγουρα μεταξύ των highlights, για κάποιον που δηλώνει, μουσικά πάντα, ακραίος.

Οι DARKENED είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα death metal μπάντας που, υπηρετώντας το ιδίωμα αυτό, γίνεται θελκτική και για ακροατές πέραν αυτού. Η μουσική της χαρακτηρίζεται από μια ισορροπία που μόνο απαρατήρητη δεν περνάει και μοιάζει να μοιράζει την τράπουλα εξίσου ανάμεσα στο old school και το πιο σύγχρονο death. Η εξαιρετική παραγωγή και το ταιριαστό εξώφυλλο (ξανά) του Juanjo Castellano, ολοκληρώνουν το πακέτο. Συμπέρασμα; Για τους extreme metallers, δίσκος λίστας και δεν κάνω πλάκα. Για τους υπολοίπους, δεδομένο το τσεκάρισμα, ποιος ξέρει τι συναισθήματα μπορεί να δημιουργηθούν… Το μόνο σίγουρο πάντως, είναι πως θα είναι θετικά. Το “Masses of vain observance” είναι τρελή κομματάρα!

(8/10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SABIRE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Jätt”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Listenable Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Paul Corben – Τύμπανα
Scarlett Monastyrski – Κιθάρα, μπάσο, φωνητικά, πλήκτρα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Spotify
YouTube

Οι SABIRE είναι μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση η οποία ειλικρινά δεν ξέρω αν χρήζει της προσοχής μας ή όχι. Με άλλα λόγια, δεν ξέρω αν πρέπει να βάλω θετικό πρόσημο ή όχι στην πρώτη (ουσιαστικά) ολοκληρωμένη τους δουλειά. Ο λόγος για αυτό είναι από τη μία η… περίεργη, καλλιτεχνική φύση του ηγέτη των SABIRE με το περίεργο όνομα (Scarlet Monastyrski) και από την άλλη όμως το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του. Το “Jätt” με το εξαιρετικό εξώφυλλο μπαλανσάρει, λοιπόν, ανάμεσα σε δύο κόσμους, ανάμεσα σε έναν συνθετικό παράδεισο και μία…ηχητική κόλαση! Εξηγούμαι…

Ο Monastyrski έχει καταφέρει και έχει «χτίσει» ένα πραγματικό ολοκληρωμένο (με όλη την έννοια) δίσκο και έχει ξεδιπλώσει το όραμα του μέσα από 15 (!) τραγούδια τα οποία έχουν αρχή, μέση και τέλος. Πλήρης δουλειά. Επιπλέον, η hard n’ heavy προσέγγιση με μία ξεκάθαρη NWOBHM αισθητική που θυμίζει όμως και πολύ MOTORHEAD τοποθετημένη εξαίσια σε ένα μελωδικό χωνευτήρι δίνει έξτρα πόντους ενώ ο πειραματισμός στο καψουροτράγουδο “The last day” που κάλλιστα θα ήταν b’side σε ένα single των… TEARS FOR FEARS (!) αποτιμάται θετικά.

ΟΜΩΣ…και αυτό το «όμως» οφείλουμε να το γράψουμε με κεφαλαία, οι SABIRE αποδεικνύονται την ίδια στιγμή ιδανικοί αυτόχειρες καθώς η παραγωγή – ειδικά στα φωνητικά – είναι χείριστη θυμίζοντας (επιτηδευμένα, φαντάζομαι) κακές 80ς demo κασέτες. Δεν ξέρω γιατί ο Monastyrski επέλεξε να επενδύσει μουσικά αυτά τα πολύ όμορφα τραγούδια του με μία κάκιστη παραγωγή η οποία χαντακώνει ξεκάθαρα το όραμα του. Ίσως, από την άλλη, ο ίδιος να διακρίνει κάτι που εγώ προσωπικά αδυνατώ να δω (σ. Δ.Τ: Ούτε εγώ το βλέπω).

Όπως και να έχει, το “Jätt” θα έπαιρνε ένα μεγαλοπρεπές 8/10 αν είχε μία στοιχειωδώς ικανοποιητική παραγωγή αλλά επειδή με το “what if” δεν γράφεται η ιστορία, παίρνει ένα…

(5 / 10)

Σάκης Νίκας

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: WINTER ETERNAL
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Echoes of primordial gnosis”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Hells Headbangers Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Soulreaper – Φωνητικά, κιθάρες, μπάσο
Matthew Dakoutros – Βιολί, τσέλο
V. Nuctemeron – Τύμπανα
Hildr Valkyrie – Φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Deezer
Instagram
Reverbnation
Spotify

Έχοντας ιδρυθεί με το όνομα UNVEILED NIGHTSKY το 2000, οι WINTER ETERNAL, με το τωρινό τους όνομα, ξεκίνησαν την διαδρομή τους το 2011, κυκλοφορόντας το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 2013. Από τότε και μέχρι σήμερα, η μπάντα έχει δημιουργήσει τέσσερα συνολικά άλμπουμ με τελευταίο το φετινό “Echoes of primordial gnosis”.

Με έδρα του βασικού και μοναδικού ουσιαστικά συντελεστή του σχήματος Soulreaper, αρχικά την Αθήνα και πλέον το Ηνωμένο Βασίλειο και την Σκωτία, οι WINTER ETERNAL παίζουν ένα εξαιρετικό μείγμα Σουηδικού μελωδικού black metal με στοιχεία από την Ελληνική σκηνή, κάνοντας το ύφος τους πολύ ενδιαφέρον και πολύ ελκυστικό, όχι μόνο για τους φίλους της μαυρομεταλλικής σκηνής. Το “Echoes of primordial gnosis” και τα οκτώ τραγούδια του, είναι ίσως ό,τι καλύτερο μας έχει προσφέρει το σχήμα μέχρι σήμερα, από πανέμορφες ενορχηστρώσεις μέχρι την ευρύτατη χρήση ακουστικών σημείων και τσέλου (όχι του Δημήτρη, αυτός είναι με δύο «λάμδα»), πραγματικά το άλμπουμ είναι ικανό να ξεσηκώσει όσο και να ταξιδέψει.

Οι πρώτες θετικές εντυπώσεις δημιουργούνται από το artwork, δημιούργημα του Αντώνη Βάιλα, frontman των TRIUMPHER (δεύτερη φορά που τους συναντάμε στο vol. αυτό). Μουσικά τώρα, το φάντασμα του Jon Nödtveidt ψιθυρίζει μελωδίες στο αυτί του Soulreaper, η κληρονομιά των DISSECTION είναι διάχυτη στο “Echoes of primordial gnosis”, με ολίγη από LORD BELIAL και άλλα συναφή σχήματα. Από το ομώνυμο εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου που σε βουτάει κατευθείαν από τα μαλλιά με την έντονη εισαγωγή του και την χρήση των Ελληνικών στις απαγγελίες του, μέχρι το απίστευτα μελωδικό “The serpent’s curse” με τις εναλλαγές του σε ρυθμό και ύφος (κάτι κέλτικο πλανάται εδώ), ως το πανέμορφο ορχηστρικό “Voices”, με τις ακουστικές κιθάρες του που σε εισαγάγουν στο ταχύτατο “Bending the fabric of reality” και το “Sacrifice for glory” με την συμμετοχή της Hildr Valkyrie στα φωνητικά, το άλμπουμ θα σας αποζημιώσει απευθείας για τον χρόνο που θα του αφιερώσετε.

Απολαύστε το.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 16/7 [ASPHYX]

0
Asphyx

Asphyx

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Asphyx” – ASPHYX
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Classen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, μπάσο – Ron van Pol
Κιθάρες – Eric Daniels
Κιθάρες – Tony Brookhuis
Drums – Sander van Hoof

Στο προηγούμενο κείμενο για το “Last one on earth” (1992), είχα βάλει την ακόλουθη φράση “Τη θέση ανέλαβε ο Ron van Pol, τραγουδώντας στο διάδοχο του εδώ παρουσιαζόμενου δίσκου, “Asphyx” (1994)”, αναφερόμενος στην αντικατάσταση του Martin Van Drunen. Μια αντικατάσταση που εκκινούσε την ενδεχομένως πιο υποτιμημένη περίοδο του αγαπημένου μου Ολλανδικού death metal σχήματος. Μετά το δεύτερο σερί μνημείο λοιπόν, οι ASPHYX, βρίσκονται προ ολικής αλλαγής. Πέρα από τον Martin, έχουμε να φεύγει και ο Bob Bagchus από τη μπάντα, με τον Eric Daniels πλέον να κρατάει τα ηνία. Τη σύνθεση θα ολοκλήρωνε ο Sander Van Hoof (Roel Sanders κανονικό όνομα) στα τύμπανα.

Δεν θα έχαναν χρόνο ωστόσο. Στο στούντιο γρήγορα με τον Andy Classen, με τον Robert Kampf (αφεντικό της Century Media) να επιβλέπει. Κάπως έτσι, μια μέρα σαν τη σημερινή κυκλοφορεί το φερώνυμο άλμπουμ του σπουδαίου Ολλανδικού σχήματος. Από την εισαγωγή “Prelude of the unhonoured funeral” γίνεται ένα πράγμα σαφές. Υπάρχει ζωή χωρίς τον Martin, ενώ το “Depths of eternity” έρχεται να επιβεβαιώσει αυτόν τον ισχυρισμό. Λίγο πιο “ωμή” παραγωγή στα τύμπανα, που πάντα μου αρέσει στον ακραίο ήχο. Κάτι που αναδεικνύεται από αυτά τα υπέροχα τύμπανα του “Emperors of salvation” που με διαλύουν ακόμα και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Τι κομμάτι που να με πάρει ο διάολος!

Δεν τσιγκουνεύονται τα γρήγορα σημεία, ούτε στο “’Til death do us part” ούτε στο “Incarcerated chimaeras”. Τα πατροπαράδοτα αργόσυρτα σημεία ωστόσο, είναι θάνατος. Βλέπε “Initiation into the ossuary” ας πούμε, που φτάνει τα 10 λεπτά, θυμίζοντας τα αντίστοιχα κομμάτια από τα δύο πρώτα άλμπουμ. Να σταθούμε στα φωνητικά, σε αυτό το σημείο. Ο Ron van Pol είναι εντελώς διαφορετικός τραγουδιστής, δεν έχει το υψηλό death metal γρύλλισμα του Martin, έχει ωστόσο έναν έμφυτο old school death metal τσαμπουκά, κρατιέται κατά κύριο λόγο σε πιο χαμηλές συχνότητες, προσφέροντας ιδανικά στην μοναδική ατμόσφαιρα του δίσκου.

Η σύνδεση με το πρόσφατο παρελθόν της μπάντας, παραμένει άρρηκτη μέσω των εξής συνθέσεων: “Abomination echoes” και “Thoughts of an atheist”. Γιατι αυτό, ρωτάτε; Διότι οι εν λόγω συνθέσεις, απαντώνται στο “Crush the cenotaph” EP (1989), ενώ η δεύτερη υπάρχει και στο “Enter the domain” demo (1989). Φυσικά, έχει τρομερό ενδιαφέρον το πόσο όμορφα αυτές οι συνθέσεις στέκονται εντός του κλίματος του δίσκου. Και τι δίσκου! Η αλήθεια είναι πως η ενδιάμεση φύση της παραγωγής (καθαρή αλλά όχι κρυστάλλινη/καλογυαλισμένη) τα αναδεικνύει κατάλληλα. Τα δε πλήκτρα που γουστόζικα εκκινούν το “Back into eternity”, προσθέτουν μια ενδιαφέρουσα νότα σε μια ορθόδοξη σύνθεση των ASPHYX, που είναι φτιαγμένη για αποκόλληση σβέρκου, το αυτό και για το “Valleys in oblivion”.

30 χρόνια μετά, που στέκεται αλήθεια, ένα άλμπουμ σαν το “Asphyx”; Ειδικά όταν σε αυτά τα χρόνια έχουν μεσολαβήσει άλλες δύο διαλύσεις (1996, 1998, 2000) και ένα άκρως επιτυχημένο reunion από το 2007 και πέρα, με τους λατρεμένους μου Ολλανδούς να παίρνουν έστω και κατόπιν εορτής όσα δικαίως και πανάξια έπρεπε να λαμβάνουν από τη σκηνή τα τελευταία 10 – 15 χρόνια. Η απάντηση είναι απλή και σαφής: το “Asphyx” έδειξε μια μπάντα που στο πρόσωπο της σχεδόν διάλυσης και του “μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας” σκηνικού αυτής της δεκαετίας (κάθε δίσκος θα είχε και ένα ελαφρώς διαφορετικό line up), δεν το έβαλε ΠΟΤΕ κάτω. Δίσκος που ωρίμασε στις συνειδήσεις των ορκισμένων οπαδών του σχήματος, ως πραγματικά σπουδαίος.

Did you know that?

– Ο Roel Sanders, θα πήγαινε αργότερα να παίξει τύμπανα στα λατρεμένα “The grand grimoire” (1997), “Bloody blasphemy” (1999) αλλά και στο “Passiondale” (2012) των συμπατριωτών GOD DETHRONED. Καθόλου άσχημα θα πω εγώ!

– Αυτή δεν θα ήταν η πρώτη φορά που κάτι από το παρελθόν έρχεται να κυκλοφορήσει ως κάτι νέο από τους ASPHYX, μια και το “Embrace the death”  (ίδια χρονιά δηλαδή με το εξαιρετικό διάδοχο του εδώ παρουσιαζόμενου δίσκου, “God cries”), αποτελούσε επί της ουσίας το ντεμπούτο των ASPHYX. Γιατί δεν κυκλοφόρησε; Γιατί η εταιρεία που έμελλε να το βγάλει (C.M.F.T. Productions), φαλίρισε. Η Century Media κατάφερε να πάρει τα δικαιώματα για τη κυκλοφορία του το ‘96, αγκαζέ με το “Mutilating process” single (1989). Τότε, βέβαια, η μπάντα είχε διαλυθεί, με τα μέλη να φτιάχνουν τους τότε βραχύβιους SOULBURN με το εκπληκτικό “Feeding on angels” (1996).

– “Depths of eternity” και “Abomination echoes” ονομάστηκαν δύο συλλογές των ASPHYX που κυκλοφόρησαν από την Century Media. Η πρώτη, περιείχε αυτό το άλμπουμ και το “God cries” και κυκλοφόρησε το 2009. Η δεύτερη έπιανε όλη την προ – “The rack” περίοδο, μαζεύοντας όλα τα demo/EP/single σε μια κυκλοφορία. Αυτές οι κυκλοφορίες έλαβαν χώρα, στον απόηχο του πάταγου που έκανε το reunion άλμπουμ της μπάντας “Death…the brutal way” (2009).

– O Tony Brookhuis που αναλαμβάνει credit για όλα τα lead μέρη στις κιθάρες, είναι φυσικά κιθαρίστας των ASPHYX στις πρώιμες μέρες του σχήματος, παίρνοντας και συνθετικό credit για τις παλαιότερες συνθέσεις του δίσκου. Στον αντίποδα, ο Heiko Hanke στον οποίο χρεώνονται τα πλήκτρα, έκανε μόνο αυτό το δίσκο, συν τα πλήκτρα στο “The last supper” (1995) των Αυστριακών BELPHEGOR.

Γιάννης Σαββίδης

METAL UNION FEST AGRINIO 2024 με δύο αλλαγές στο billing

0
Metal Union

Metal Union

Το Metal Union Fest γίνεται και φέτος στο Αγρίνιο την Παρασκευή 30 και το Σάββατο 31 Αυγούστου, με headliners τους RHAPSODY OF FIRE και τους VILLAGERS OF IOANNINA CITY αντίστοιχα.

Μόλις ανακοινώθηκε η ακύρωση των εμφανίσεων των PRAYING MANTIS και του SAKIS TOLIS, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν από τους AMONGRUINS και τους NIGHTSTALKER. Το τελικό line-up του φεστιβάλ, λοιπόν, διαμορφώνεται ως εξής:

Παρασκευή 30 Αυγούστου: RHAPSODY OF FIRE, SILENT WINTER, AMONGRUINS, AETHERIAN, BLAZING LIGHT

Σάββατο 31 Αυγούστου: VILLAGERS OF IOANNINA CITY, NIGHTSTALKER, THE SILENT WEDDING, VALIANT SENTINEL, BURNING SKULLS

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece