Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 163

IRON MAIDEN: Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μισό αιώνα ο Paul Di’Anno συναντά τον Bruce Dickinson

0
Dickinson

Dickinson

Ο μάνατζερ του Paul Di’Anno, Stjepan Juras, ανέφερε ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία των IRON MAIDEN και του heavy metal: «Εκεί που νομίζαμε ότι τίποτα δεν μπορούσε πλέον να μας εκπλήξει στον κόσμο του heavy metal, το ‘θαύμα’ απόψε στο Ζάγκρεμπ μας απέδειξε όλους λάθος. Ο Paul Di’Anno και ο Bruce Dickinson συναντήθηκαν για πρώτη φορά και είχαν μια φιλική συνομιλία εκεί ακριβώς στο Ζάγκρεμπ.

Συμπωματικά, στα πλαίσια της περιοδείας του για το νέο του άλμπουμ, ‘The Mandrake Project’, ο Bruce βρέθηκε στο Ζάγκρεμπ στις 13 Ιουλίου και την ίδια μέρα, μετά το σόου του Bruce, ο Paul Di’Anno είχε μια ζωντανή προώθηση και υπογραφή του πρώτου του άλμπουμ με το πρότζεκτ Paul Di’Annos’ WARHORSE. Αυτή ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για τους δύο θρύλους της heavy metal μουσικής και τους θρυλικούς τραγουδιστές των IRON MAIDEN να συναντηθούν για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μισό αιώνα. Αυτή είναι μια εξαιρετική νύχτα για ολόκληρη την κοινότητα των MAIDEN και για τους οπαδούς του metal σε όλο τον κόσμο, επειδή δείχνει ότι οι IRON MAIDEN και όλοι όσοι ήταν σε αυτήν τη μπάντα είναι μια μεγάλη οικογένεια.»

Ο Κροάτης μάνατζερ του Di’ Anno, είχε ανακοινώσει στις αρχές της χρονιάς που διανύουμε, την κυκλοφορία ενός βιβλίου με τίτλο “666 Days with the beast”, που έγραψε ο ίδιος για τον τραγουδιστή. Σε αυτό περιγράφει όλες τις βασικές στιγμές της ανάρρωσης και της νέας ζωής του Paul, συμπεριλαμβανομένης της συνάντησης με τον Steve Harris και τον Bruce Dickinson. Μια ειδική περιορισμένη έκδοση αυτού του βιβλίου μπορεί να παραγγελθεί αποκλειστικά στο www.maidencroatia.com/666days.

Είναι η μουσική χειρότερη σήμερα; Πως ακούγαμε και πως ακούμε – Rock Hard The Pod S02E24

0
Rock Hard - The pod

Rock Hard - The pod

Ο Σάκης Φράγκος στο 24ο επεισόδιο, του δεύτερου κύκλου του Rock Hard – The Pod, αναρωτιέται αν όντως η μουσική είναι χειρότερη σήμερα, αν η μεγαλύτερη ευκολία με την οποία ηχογραφεί κανείς έχει ρίξει την ποιότητά της, αν φταίει το streaming και τελικά πώς ακούγαμε μουσική στο παρελθόν και πώς ακούμε τώρα. Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά αυτής της κατάστασης που βιώνουμε; Περιμένουμε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τις δικές σας απόψεις!


Κι επίσης στα iTunes, PocketCasts και Amazon Music.

A Day to Remember… 15/07 [OVERKILL]

0
Overkill

Overkill

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “White devil armory” – OVERKILL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: OVERKILL
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά –  Bobby “Blitz” Ellsworth
Κιθάρες – Dave Linsk , Derek Tailer
Μπάσο – D.D. Verni
Drums – Ron Lipnicki

Είναι γεγονός ότι από την κυκλοφορία του “Ironbound” το 2010, τα αγαπημένα μου αλάνια από το New Jersey, οι θρυλικοί thrashers OVERKILL δείχνουν να περνούν μια νέα περίοδο νεότητας, και μάλιστα  είναι τόσο παρατεταμένη που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Πιστοποιώντας περίτρανα αυτό το γεγονός, το 2014 οι OVERKILL κυκλοφόρησαν τον δέκατο έβδομο δίσκο τους, το “White devil armory”, κατά γενική ομολογία έναν από τους καλύτερους δίσκους της μετά “Ironbound” εποχής.

Συνεχίζοντας με κεκτημένη ταχύτητα από εκεί που σταμάτησαν με το εξαιρετικό “The electric age” δύο χρόνια πριν, οι OVERKILL είναι αποφασισμένοι να μην χαρίσουν κάστανα σε κανέναν και να διδάξουν σε όλους, νέους και παλιούς, πώς παίζεται η σωστή μπαλίτσα. Αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό με το εναρκτήριο θυελλώδες “Armorist” που δείχνει ότι οι OVERKILL βρίσκονται σε δαιμονιώδη  φόρμα.  Με εξαίρεση τα “Bitter pill”, “Another day to die”  αλλά και το “In the name”που είναι αμιγώς mid tempo και πιο groovy, τα υπόλοιπα κομμάτια κινούνται σε γρήγορους ρυθμούς. Το σωστό, το ορθόδοξο thrash metal, όπως συνηθίζω να λέω. Και αν διαφωνείτε, ακούστε το “Freedom rings” και μετά ελάτε να συζητήσουμε! Αν και για μένα πάντα τα διαμαντάκια στα άλμπουμ των OVERKILL είναι τα κομμάτια εκείνα όπου έχουν εκείνες τις τρομερές εναλλαγές και τα απίστευτα riffs.  Εδώ σε αυτήν τη κατηγορία εμπίπτουν τα “It’s all yours”, “Down to the bone” (με το φοβερό solo του Dave Linsk να κλέβει την παράσταση ) και το προσωπικό αγαπημένο μου “King of the rat bastards”.

Με τους Biltz και D.D. Verni για μια ακόμη φορά να αποδίδουν τα μέγιστα σε ένα δίσκο των OVERKILL, αξίζει να αναφέρουμε επιπλέον την εξαιρετική κιθαριστική δουλειά του Dave Linsk αλλά και του “αφανή’ Derek Tailer, ο οποίος συμπαγής σαν τσιμέντο που δένει υπέροχα με το κολασμένο μπάσο του D.D.

Για πολλούς, το”White devil armory “ θεωρείται από τους πιο δυνατούς δίσκους των OVERKILL και όπως προανέφερα, από τους καλύτερους δίσκους που κυκλοφόρησαν μετά το “Ironbound”. Μέχρι στιγμής, ο χρόνος τους δικαιώνει καθώς, στα δέκα χρόνια που πέρασαν από την κυκλοφορία του, το “White devil armory” δεν έχει χάσει ίχνος από την φρεσκάδα και την επιθετικότητα του.  Εξαιρετικό!

Did you know that:

  • Η limited edition του άλμπουμ περιέχει δύο επιπλέον κομμάτια. Το ένα λέγεται “The fight song” και το άλλο είναι μια διασκευή στο “Miss Misery” των NAZARETH. Στο δεύτερο μάλιστα συμμετέχει στα φωνητικά ο Mark Tornillo των ACCEPT. Υπάρχει επίσης και ένα limited box set σε αριθμημένα αντίτυπα που περιέχει μια δερμάτινη ζώνη με μια αγκράφα της μπάντας.
  • Για την προώθηση του άλμπουμ γυρίστηκαν δύο βίντεο κλιπ για τα κομμάτια “Armorist” και “Bitter pill”.
  • Ο δίσκος κινήθηκε πολύ καλά σε πωλήσεις φτάνοντας μέχρι τη θέση 31 στο Billboard.
  • Ανέφερα παραπάνω τον Derek Tailer ως “αφανή” και υπάρχει εξήγηση για αυτό. Αν και μέλος των OVERKILL από το 2003 και το “Killbox 13”, για κάποιο λόγο, ενώ ηχογραφεί κανονικά τις ρυθμικές κιθάρες, στα credits αναφέρεται να συμμετέχει μόνο στα … backing vocals. Κάτι που σταμάτησε επίσημα στο “The wings of war” του 2019, οπότε και αναφέρεται κανονικά στο line up.

Θοδωρής Κλώνης

JUDAS PRIEST – “The Metal Gods on stage!”

0
Judas Priest
Photo by Elena Vasilaki
Judas Priest
Photo by Elena Vasilaki

Το ξέρουν και οι πέτρες, είναι κάτι σαν άγραφος νόμος. Άγραφος και απαράβατος. Heavy metal = live και live = heavy metal. Δε νοείται το ένα χωρίς το άλλο. Επίσης JUDAS PRIEST = heavy metal και heavy metal = JUDAS PRIEST, άλλος απαράβατος κανόνας αυτός. Οπότε, από τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι JUDAS PRIEST = Live και Live = JUDAS PRIEST. Τόσο απλά είναι όλα. Μιας λοιπόν και καταλήξαμε σε αυτό το λογικό συμπέρασμα και αποδείξαμε σε όλον τον κόσμο πόσο καλοί είμαστε στα μαθηματικά (μπορεί και όχι), ανατρέχουμε στην δισκογραφία των Βρετανών και παρουσιάζουμε τα επίσημα, «ζωντανού περιεχομένου», άλμπουμ τους, με την σειρά που κυκλοφόρησαν, από το παλαιότερο μέχρι το πιο πρόσφατο. Τους ακούμε ξανά μέσα από την πορεία της «ζωής» τους, νιώθουμε και πάλι στο πετσί μας πόσο κυριαρχική μπάντα ήταν και είναι και αδημονούμε για την εμφάνιση της 21ης Ιουλίου στο Release Athens Festival, όπου θα τοποθετήσουμε εκ νέου, ευλαβικότατα, τα λαρύγγια μας στο έδαφος της Πλατείας Νερού, τραγουδώντας τους ύμνους τους. Ας αρχίσουμε!

“Unleashed in the East” (CBS, 1979)
Μεταφερόμαστε στο Koseinenkin Hall και στο Nakano Sunplaza Hall του Tokyo, στις 10 και 15 Φεβρουαρίου αντίστοιχα. H σπουδαιότερη heavy metal μπάντα που είδε ποτέ το φως του ήλιου (του κανονικού, όχι μόνο του «ανατέλλοντος») αποβιβάζεται στην Μέκκα της Άπω Ανατολής με σκοπό να δρέψει τους καρπούς των προηγουμένων τεσσάρων ετών και να τους μετουσιώσει σε ένα ζωντανά ηχογραφημένο μανιφέστο. Μανιφέστο του τι σημαίνει και πως πρέπει να ακούγεται το καθάριο heavy metal. Η εκ νέου, «μια κι έξω» ηχογράφηση των φωνητικών από τον Halford στο studio, λόγω της μόλυνσης που τον ταλαιπωρούσε, δεν είναι αρκετή να αφαιρέσει το παραμικρό από το τελικό αποτέλεσμα. Οι JUDAS PRIEST ήταν μια μπάντα που εκείνον τον καιρό, έτσι κι αλλιώς, έτρεχε με «σπασμένα φρένα». Τα bootlegs από εμφανίσεις της ιδίας περιόδου κλείνουν στόματα, στην ουσία ήταν ακόμη καλύτεροι από αυτό που ακούς στο “Unleashed…”. Εξάλλου, ξέρουμε και τούτο: Όλα, ΜΑ ΟΛΑ, τα ΕΠΙΣΗΜΑ live άλμπουμ, είναι «πειραγμένα» κατόπιν εορτής. Κάποια δε εξ αυτών, πάρα πολύ (χμ…) Η επανακυκλοφορία του, ειδικά μαζί με το επιπρόσθετο 7’’ που δεν ενσωματώθηκε τότε, θα μετουσίωνε το “Unleashed…” στο απόλυτο 70s metal επίτομο έργο… ΑΝ υπήρχε μέσα και το “Beyond the Realms of Death”! Μα τι κάνω τώρα, ψειρίζω τη μαϊμού; ΕΙΝΑΙ!

“Judas Priest Live”/“Live vengeance ‘82” (Columbia, 1983/2004)
12/12/1982, Memphis, περιοδεία για το “Screaming for vengeance”. Είτε το έχεις παρακολουθήσει σε VHS κασέτα ως “Judas Priest Live”, είτε το έχεις δει και ακούσει σαν “Live Vengeance ’82” σε DVD/CD, είναι το ίδιο μυθικό show. Φωτιά και λάβρα τα παιδιά, τρώνε αστραπές και χ#ζουν κεραυνούς, όπως θα έλεγε ο μεγάλος Mickey Goldmill. Δε θυμάμαι αν το έχω γράψει κι άλλη φορά, ίσως ναι, αλλά αυτή η κασσέτα ήταν ο απόλυτος γυρολόγος στο σχολείο μου, στα γυμνασιακά χρόνια. Αγορά δική μου, από ένα αλήστου μνήμης μαγαζί στο Μοναστηράκι, όπου έβλεπες δίπλα-δίπλα κασέτες metal συγκροτημάτων, ντοκιμαντέρ για τα ζώα στη σαβάνα και Oscar-ικές υπερπαραγωγές με την Traci Lords (πάλι χμ…), ήταν το μεγάλο όπλο της πλύσης εγκεφάλου προς όλους τους τότε μεταλλάδες του σχολείου μου. Δεν υπήρχε κάποιος που να μην την είχε δει και αντιγράψει! Ωραία χρόνια… και live – ΕΠΟΣ, μη ξεχνιόμαστε!

Priestlive!” (Columbia, 1987)
Εντάξει… περιττό κάθε σχόλιο, περιττή κάθε κουβέντα πάνω σε αυτό το ιδανικό, τελειότερο του τέλειου (φυσικά και δεν υπάρχει τέτοιος χαρακτηρισμός αλλά έπρεπε με κάποιον τρόπο να τονίσω την υπερβολή) «80s metal αποτύπωμα». Ηχογραφημένο στο The Omni της Atlanta στις 15 Ιουνίου 1986 και στην Reunion Arena του Dallas δώδεκα ημέρες μετά, «πιάνει» ακριβώς τόσο το πνεύμα της εποχής, με όλες της τις υπερβολές, όσο και το μεγαλείο των JUDAS PRIEST όταν, ανεβαίνοντας τα σκαλιά προς την σκηνή, γίνονταν “larger than life”! Πως αλλιώς να περιγραφεί το γεγονός ότι ακόμη και με τραγούδια σαν το “Private property”, το “Parental guidance” ή το “Rock you all around the world”, που ίσως τα προσπερνάς ακούγοντας το “Turbo”, αποκλείεται να μη μαγνητιστείς; Εδώ υπάρχει και η πιο cool, επιβλητική, τιτανοτεράστια είσοδος μουσικού ή/και συγκροτήματος, εις τον αιώνα τον άπαντα, στο ΕΠΟΣ “Out in the cold”.

“’98 live meltdown” (Steamhammer, 1998) & “Live in London” (Steamhammer, 2003)
Disclaimer (πςςς…): Άσχετα με το αν μας άρεσε ή όχι ο ήχος που διάλεξαν οι JUDAS PRIEST στα “Jugulator” και “Demolition” (για το αν και κατά πόσο είναι καλοί δίσκοι τα έχουμε πει και ξαναπεί και πιθανόν να τα ξαναπούμε), δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα εκείνης της περιόδου δεν επιδέχονται αμφισβήτησης: Το πρώτο είναι η τερατώδης φόρμα του Tim “Ripper” Owens, ο οποίος ερμηνευτικά «καταπίνει» το σύμπαν ολόκληρο, κάνοντας με τη φωνή του ό,τι μα ό,τι θέλει και το δεύτερο είναι τα πολύ καλά shows που έδιναν οι Βρετανοί. To “’98 live meltdown” έχει αποσπάσματα από διάφορες στάσεις της “’98 Jugulator world tour”, το “Live in London” ολόκληρη την συναυλία στο Brixton Academy του Λονδίνου, στις 19 Δεκεμβρίου του 2001. Χρειάζεται τώρα να μιλήσουμε για την εν Ελλάδι πρώτη στα χρονικά εμφάνιση των JUDAS PRIEST, στο Rockwave ’01; Όσοι ήταν παρόντες, ξέρουν. Απόλυτο highlight και των δύο δίσκων, μέσα από αρκετές στιγμές που πραγματικά αξίζουν, η νέα (τότε) εκδοχή του “Diamonds and Rust”. Ασύλληπτη!

A touch of evil live
Συρραφή διαφόρων αποσπασμάτων από τις περιοδείες του 2005 (προώθηση “Angel of retribution”) και του 2008 (προώθηση “Nostradamus”) είναι τούτο το live. Πολύ λίγα είναι τα κομμάτια που φιγουράρουν εδώ κι έχουμε ξαναπετύχει σε live κυκλοφορία του group (πόντος που ισοσταθμίζει το αρνητικό του μικρού συνολικού αριθμό των τραγουδιών), ο ήχος είναι απίστευτα βαρύς και επιθετικός, το “Judas rising” μονομιάς παγιώνει τη θέση του ανάμεσα στα κλασσικά τους έπη και το “Dissident aggressor”, σε μια περίπου thrash εκτέλεση, τους δίνει το βραβείο “Best metal performance” στα 52α Βραβεία Grammy. Η ιαπωνική έκδοση έχει ως bonus tracks το “Worth fighting for” και το “deal with the devil”, η ρωσική το πρώτο και το “Angel”.

“British Steel 30th anniversary live” (Sony, 2010)
Επετειακών κυκλοφοριών ξεκίνημα. Το “British steel live” θα ήταν το πρώτο από μια σειρά live albums, με τα οποία θα εορτάζονταν σημαδιακές «τριακονταετίες», σημαινόντων δίσκων. Εδώ ακούμε και βλέπουμε, αφού κυκλοφόρησε και σε DVD, ολόκληρο το “British steel”, μαζί με έξι ακόμη κλασσικές συνθέσεις. Ημερομηνία η 17η Αυγούστου του 2009, τόπος του «εγκλήματος» η Seminole Hard Rock Arena, στο Hollywood. Πέραν της τρομερής εμφάνισης της μπάντας, που παίζει σε κάποιες περιπτώσεις τα τραγούδια δυναμικότερα (!) από ότι τα έπαιζε στα 80s (το “Steeler” μπαίνει απευθείας στα highlights ολόκληρης της πορείας της), σημαντικό κάνει τούτο το live το γεγονός ότι και εδώ, κάποια από αυτά (“The rage”, “Hell patrol”), τα ακούμε για πρώτη φορά «ζωντανά» μέσα από δίσκο.

Long Beach arena, 1984” (Legacy, 2015)
Ένα πρώην bootleg που μετετράπη σε κανονικό άλμπουμ, ώστε να συνοδεύσει την deluxe edition του “Defenders of the Faith” και έτσι να εορταστούν, όπως τους άρμοζε, τα τριάντα του χρόνια. Πρόκειται για την πρώτη από τις τρεις εμφανίσεις του group στο Long Beach της California, από την 5η ως την 7η Μαΐου του 1984. «Ωμό», «ακατέργαστο» αποτέλεσμα ακόμη και μετά από «επεξεργασία», αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο τη δαιμονιώδη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τότε οι Βρετανοί. Είναι και πλουσιότατο, καθώς έχει 20 τραγούδια και μαζί με το studio “Defenders…”, φτάνει την deluxe έκδοση σε τριπλό CD. Επίσης, δεν είχαμε κάποιο ολοκληρωμένο δείγμα από την “Metal Conqueror Tour” και αυτό ήταν ένα κενό που έπρεπε να καλυφθεί οπωσδήποτε. Σημείωση: Πολύ θα ήθελα να υπήρχε οπτικό ντοκουμέντο της συναυλίας στο Madison Square Garden, με τον «μαξιλαροπόλεμο», που δεν άφησε τίποτα όρθιο! Περισσότερα, στο “worst to best” του “Defenders of the faith”.

Live at the Kemper Arena” (Sony Music, 2017)
Πόσο τυχερός πρέπει να αισθανόσουν, ως κάτοικος του Kansas, όταν πέρασε από την πόλη σου ο τυφώνας “JUDAS PRIEST”! O μοναδικός τυφώνας που δε θα σε έστελνε στο καταφύγιο, αλλά στο κοντινότερο στάδιο, με το εισιτήριο ανά χείρας, να περιμένεις από νωρίς τις θύρες να ανοίξουν για να πιάσεις την καλύτερη δυνατή θέση! Από την απίστευτη “Fuel for life Tour”, μέχρι να γίνει το “Turbo” τριάντα ετών, είχαμε ως επίσημο ντοκουμέντο μόνο το θρυλικό “Priest…live!”. Από το 2017, έχουμε και αυτήν εδώ την συναυλία που, μην σου πω, είναι ακόμη καλύτερη! Θυμάμαι την έκπληξη του Νίκα, όταν του έστειλα να ακούσει πρώτη φορά… «Ρε μεγάλε, τι είναι αυτό;!;», ήταν η πρώτη του ατάκα και πίστεψέ με, ανάλογη ήταν και η δική μου έκπληξη, στη δική μου παρθενική ακρόαση! Η διαφορά στο set με το “Priest…live!” είναι μόνο μια, αλλά μα την αλήθεια, μετράει για δέκα: το “Victim of changes”, ως ο μοναδικός εκπρόσωπος της προ 1980 εποχής της μπάντας, ακούγεται σε μια θεϊκή εκτέλεση!

Battle cry” (Columbia Records, 2016)
1η Αυγούστου 2015, Wacken Open Air, Γερμανία, με το “Redeemer of souls” ως την πιο πρόσφατη προσθήκη στο οπλοστάσιο. Μπορεί να μην υπάρχουν ιδιαίτερες εκπλήξεις, πλην ίσως του “Devil’s child”, αλλά τα τραγούδια του “Redeemer…” είναι σίγουρα πολύ-πολύ καλύτερα εδώ, παρά στην studio μορφή τους, λόγω της οπωσδήποτε αδύναμης παραγωγής του δίσκου. Δεν τα κολάκευε καθόλου! Ωραίο live συνολικά, αλλά αν έχεις δει τρία χρόνια πριν το ασύλληπτο “Epitaph” DVD, πόσο μάλλον αν το έζησες από κοντά στην Πλατεία Νερού το 2011, μοιάζει λίγο σαν… φτωχός συγγενής. Απ’ όλα όσα παρουσιάζονται εδώ, το “Battle cry” είναι το λιγότερο αγαπημένο μου κι αυτό που έχω ακούσει λιγότερες φορές, χωρίς καμία αμφιβολία.

ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ “50 Heavy Metal Years of Music”

Για να εορταστούν τα πενήντα χρόνια του group, η Columbia κυκλοφόρησε ένα super box set, γεμάτο με υλικό που μέχρι τότε βρίσκαμε μόνο μέσα από bootlegs, τα οποία και κυνηγούσαμε, ορισμένοι, μανιωδώς. Μετά την άριστη remastering επεξεργασία του ήχου από τον Tom Allom, οι δίσκοι για τους οποίους θα διαβάσεις παρακάτω, άνετα πλασάρονται δίπλα στην ήδη γνωστή μας «ζωντανή» δισκογραφία. Οπότε, όπως κατάλαβες, άσε λίγο στην άκρη τα 2-3 γνωστότερα live της μπάντας που ακούς συνέχεια και κοίτα και προς τα δω!

Ξεκινάμε από το “Live at The Mudd Club, New York, 1979”. To Mudd Club ήταν καλλιτεχνικός χώρος στο νούμερο 77 της White Street στο Manhattan, κάτι μεταξύ club και gallery, όπου συνήθως εμφανίζονταν post punk και new wave καλλιτέχνες. Εκεί ήταν καλεσμένοι οι JUDAS PRIEST, με ένα σύντομο set οκτώ τραγουδιών, για διαλεκτό κοινό. Μεταξύ των παρευρισκομένων, ήταν και ο Andy Warhol. Οι Ιερείς ακούγονται χαλαροί, σαν να βρίσκονται στο studio και προβάρουν τα κομμάτια της “Hell bent for Leather Tour”. Ενδεικτικό το ότι σε κάποιες φάσεις, θα ακούσεις τον Halford να μιλά με τον κόσμο. Ακόμη όμως και με σβηστές μηχανές, είναι η απόλυτη heavy metal μπάντα. Το παίξιμο είναι καταπληκτικό και το τελικό αποτέλεσμα άνετα θα μπορούσε να είναι ένα κανονικό, επίσημο album, από το 1979 ακόμη! Live – «χάσιμο»!

Η επόμενη χρονιά, θα μας βρει στο Rainbow Music Hall, την 25η Ιουνίου του 1980, όπου στα πλαίσια της “British Steel Tour” θα ηχογραφηθεί το Live in Denver, Colorado, 1980”. Η βραδιά εκείνη, ήταν μια από τις 44 του αμερικανικού σκέλους της περιοδείας. Από το “British Steel” ακούμε το “Steeler” (!), το “You don’t have to be old to be wise” (!!) το “Grinder” και το “Living after midnight”. Πουθενά το “Breaking the law” (αυτό έτσι κι αλλιώς ξεκίνησε την πορεία του από την επόμενη περιοδεία), πουθενά το “Metal Gods”, πουθενά το “Rapid fire”. Περίεργο; Οι JUDAS PRIEST έδιναν ακόμη βάση στα 70s, αλλά αυτό θα άλλαζε πολύ σύντομα. Πάρα πολύ καλός δίσκος, αν και είναι μάλλον η πιο αδύναμη από τις κυκλοφορίες του «κουτιού».

Το Live in London, 1981” είναι ό,τι λέει ο τίτλος. Λονδίνο, The Hammersmith Odeon. Από το ιστορικό venue οι Ιερείς θα περνούσαν στις 21-22 Νοεμβρίου 1981, με το δεύτερο ευρωπαϊκό σκέλος της “World Wide Blitz Tour”. Η μπάντα είναι ως συνήθως απίστευτα «δεμένη», η 70-ίλα είναι παρούσα, ο ήχος «σπέρνει» και τα τρία τραγούδια του υποτιμημένου “Point of entry” (πρόκειται για τα “Solar angels”, “Heading out to the highway” και το τιτάνιο “Desert plains”) υπό συνθήκες “live” είναι πολύ πιο “heavy” από τις studio εκδοχές τους. Ψάξε επίσης το επίσημο κανάλι του group στο YouTube. Θα βρεις, με ίδιο set, το Live at the Palladium, New York, 1981” ηχογραφημένο στο πάλαι ποτέ Palladium, ένα εξίσου ιστορικό venue της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για radio broadcast, της μεσαίας από τις τρεις «κολλητές» συναυλίες του Ιουλίου (22, 23 και 24 του μηνός), με support τους IRON MAIDEN. Τρομερός live ήχος, θα «κολλήσεις» άσχημα!

Για την “World Vengeance Tour” και με τι μανία δούλευαν τα πιστόνια των JUDAS PRIEST τα έχουμε πει. Τα ντοκουμέντα, αρκετά: “Live vengeance”, το live στο US Festival του San Bernardino, στο Rock/Pop Festival του Dortmund… οι JUDAS PRIEST φαντάζουν σαν ένα τραίνο που πήγαινε με σπασμένα φρένα! Πρόσθεσε τώρα στα παραπάνω και το ηχογραφημένο μια μέρα πριν το “Live vengeance”, δηλαδή στις 11 Δεκεμβρίου, στο Omni Coliseum, Live in Atlanta 1982”. Για να καταλάβεις τί κακός χαμός γίνεται δω μέσα, είτε η «Ζώσα Εκδίκηση» είχε κυκλοφορήσει είτε αυτό εδώ, το ίδιο θα ήταν! Και τώρα, ερωτώ: Σου φτάνουν το “Priest… live!” και το “Live at the Kemper Arena””, για να χορτάσεις την “Fuel for life tour”; Εμένα, όχι! The Summit, Houston, Texas και “Live in Houston ’86”. Radio broadcast της 21ης Ιουνίου. Ωραία υποδέχτηκαν το καλοκαίρι οι Τεξανοί! Και έχεις σήμερα τον κόσμο να σου λέει με το παραμικρό, «τι ζήσαμε!»… Δηλαδή, αν με μια χρονομηχανή ορισμένους σας πετούσαν σε ένα τέτοιο event, τι θα γινόταν; Θα χάνατε τη μιλιά σας;

Φτάνουμε σιγά σιγά προς το τέλος, φτάνουμε σ’ένα, για χρόνια, καλά κρυμμένο διαμάντι. Στο καλύτερο JP bootleg που κυκλοφορούσε εκεί έξω. Live in New Haven 1988” λοιπόν ή με άλλα λόγια… Beast mode: ΟΝ! Περιοδεία “Ram it down”, η επονομαζόμενη και “Mercenaries of Metal Tour”. Την εβδόμη μέρα του Αυγούστου. Οι Ιερείς σε μια κατάσταση σχεδόν εξωγήινη, περίπου αλλόκοτη. Ο Halford «δαιμονισμένος», αφύσικος, άπιαστος, στο peak της τεράστιας καριέρας του. O Dave Holland να μοιράζει υπογλώσσια σε όσους τον αμφισβητούσαν τον τελευταίο καιρό και μετά να φεύγει. Βασικά, τον «έφυγαν»… Φωτιά κι ατσάλι από σκηνής, χάσκοντα στόματα από κάτω. Τέλος πάντων, περισσότερα λόγια δε χρειάζονται, απλά, άκουσέ το!

Και η αυλαία κλείνει με το Live ‘91” αφού δε γινόταν να μείνει εκτός η εποχή του “Painkiller” και της “Operation Rock ‘n’ Roll Tour”… 12 Ιουλίου, Irvine Meadows Amphitheatre. Οι τελευταίες στιγμές του Rob Halford στους JUDAS PRIEST, μέχρι φυσικά τις επόμενες. Μια περίπτωση περίπου όμοια με αυτή των Dickinson/IRON MAIDEN το 1992-1993. Φαίνεται να υπάρχει μια ένταση, ένα απροσδιόριστα περίεργο κλίμα επάνω στην σκηνή, χωρίς όμως να προμηνύονται όσα ακολούθησαν. Για όσους έχουν στην κορυφή το «Παυσίπονο», το “Live ‘91” είναι σκέτη απόλαυση. Για μας τους υπολοίπους που είμαστε πιο… vintage, είναι σίγουρα ένα σημαντικό απόκτημα, αλλά οι πραγματικές απολαύσεις, βρίσκονται πιο… πίσω.

Δημήτρης Τσέλλος

BRUCE DICKINSON – Worst to best

0
Bruce Dickinson

Bruce Dickinson

Ο Bruce Dickinson, όσο και αν έχει στεναχωρήσει, ενοχλήσει ή βάλτε όποιο ρήμα θέλετε εσείς,  κάποιους με την συμπεριφορά του, ειδικά τα τελευταία χρόνια, θα είναι για πάντα ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στη heavy metal εγκυκλοπαίδεια. Ξεκινώντας από ένα «μικρό» σχήμα της χώρας του, κατάφερε με τη μεταγραφή του στους IRON MAIDEN, αφενός να τους δώσει την όποια ώθηση ήθελαν για να γίνουν αυτό που όλοι έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει, αφετέρου πέτυχε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με τις φωνητικές του ικανότητες και ταλέντο, να θέσει εαυτόν, σαν μια από τις σημαντικότερες παρουσίες που έχει αναδείξει η heavy metal μουσική. Παράλληλα με την πορεία του στους IRON MAIDEN, αλλά και όταν τους είχε εγκαταλείψει για κάποια χρόνια, δημιούργησε και μας προσέφερε solo δισκογραφικές δουλειές, τις οποίες παρουσιάζω παρακάτω με προσωπική αξιολογική σειρά, με αφορμή την εμφάνισή του μαζί με τους JUDAS PRIEST και ACCEPT στα πλαίσια του Release στις 21 Ιουλίου.

7. “Skunkworks” (1996)

Ο Dickinson μετά την περιοδεία του “Balls to Picasso”, αποφασίζει να μην συνεχίσει, τότε, την συνεργασία του με τον Roy Z, και να δοκιμαστεί σε καινούργια μουσικά μονοπάτια. Ο ίδιος είχε δηλώσει: «Είχα αυτή τη «διαμάχη» με τον manager μου (Rod Smallwood). Μου είπε: «Είσαι ένας heavy metal τραγουδιστής. Δεν μπορείς να αλλάξεις. Μπορείς να προσπαθήσεις, αλλά έχεις «κολλήσει» σε αυτό». Αντιτίθεμαι σε αυτό… Δεν με πειράζει να είμαι ένας heavy metal τραγουδιστής, αλλά αντιτίθεμαι στο να μου πει κάποιος ότι δεν μπορώ να αλλάξω. Στο τέλος όλων, είχα ξεσπάσει, θα έπρεπε να είχα μια καριέρα σαν grunge τραγουδιστής τότε, γιατί ήμουν πολύ θυμωμένος, πολύ απογοητευμένος και φτωχός». «Κράτησε» τους μουσικούς που είχε στις ζωντανές του εμφανίσεις, και μπήκε στο studio μαζί τους για να ηχογραφήσουν τον διάδοχο του “Balls to Picasso”. Κάπως έτσι ξεκίνησε το “Skunkworks” project, το οποίο αρχικά βάση των θέλω του, θα ήταν το όνομα του νέου του group. Η εταιρία του όμως διαφώνησε, μην αφήνοντας τον να το κυκλοφορήσει, παρά μόνο αν το άλμπουμ είχε/»έφερε» το όνομα του. Έτσι τον Φεβρουάριο του 1996, το “Skunkworks”, είδε το φως της δημοσιότητας με παραγωγό του δίσκου τον Jack Endino, γνωστό για τον δουλειά του στο “Bleach” των NIRVANA. Η κίνηση αυτή τυχαία δεν ήταν, αφού αποφάσισε να καταπιαστεί ηχητικά με πιο alternative και grunge ήχους, αναμεμιγμένους και με λίγα πιο progressive στοιχεία. Από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο τραγούδι, ο ακροατής θα άκουγε ότι πιο «μακρινό» ηχητικά, σχετικά με ότι τον έχουμε συνηθίσει σε όλη την καριέρα του. Φυσικά κάθε μουσικός έχει δικαίωμα να πειραματιστεί, αλλά δυστυχώς το αποτέλεσμα του δίσκου, δεν ήταν ούτε καν το προσδοκώμενο, αφού τα τραγούδια ως επί το πλείστων ήταν άνευρα, με τις αξιόλογες συνθέσεις να μην ξεπερνούν σε αριθμό μερικά δάχτυλα του ενός χεριού. Τραγούδια χωρίς κάποια συγκεκριμένη μουσική δομή, με τρομερές ελλείψεις σε λέξεις όπως «μελωδία», «μουσικό μπρίο», «ηχητική σπιρτάδα», αποτέλεσαν τον συνθετικό σκελετό ενός δίσκου που θεωρώ πως απλά αναφέρεται στην δισκογραφία του και μόνο.

Highlight του δίσκου: “Back from the edge”
Προσωπική αδυναμία (με μεγάλη δυσκολία): “Inside the machine”

  1. “The mandrake project” (2024)

Όταν λέγεσαι Bruce Dickinson, σίγουρα δεν έχεις να αποδείξεις κάτι σε κάποιον. Έτσι ότι νομίζεις και θεωρείς εσύ ωραίο, το κυκλοφορείς και κρίνεσαι αναλόγως. Από την άλλη, εγώ σαν οπαδός θεωρώ πως αν δεν έχεις να «δώσεις» κάτι ουσιαστικό στον ακροατή, μην το κάνεις, γιατί όσο πιο διάσημος είσαι, τόσο πιο άσχημο είναι για την φήμη και την αίγλη που έχεις. Επίσης όταν φέρεις αυτό το «βαρύ» όνομα, νομίζω πως ο εκάστοτε οπαδός θέλει να ακούσει τραγούδια που θα τον εξιτάρουν. Ειδικά όταν οι προηγούμενες κυκλοφορίες είναι αυτές που στην solo δισκογραφία σου αποτελούν τα highlights της, έχει σίγουρα απαιτήσεις για κάτι πέραν του αξιόλογου. Δυστυχώς η τελευταία, πρόσφατη δισκογραφική προσπάθεια του Dickinson, δεν είχε το αποτέλεσμα που περίμενα. Ενώ το ξεκίνημα είναι σχετικά καλό με τα “Afterglow of Ragnarök” και “Many doors to hell”, να αποτελούν δυο ωραία δείγματα γραφής στην συνολική πορεία του καλλιτέχνη, η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Τα “Rain on the graves”, “Fingers in the wounds”, “Shadow of the Gods” και “Sonata (Immortal Beloved)” χαίρουν, προσωπικά, παντελούς έμπνευσης, το “Face in the mirror” είναι μια νερόβραστη μπαλάντα, ενώ το “Eternity has failed”, η νέα version του “If eternity should fail” από το “Book of souls” των IRON MAIDEN, ακόμα προσπαθώ να καταλάβω ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης της και στο δίσκο αλλά και σαν σκέψη δημιουργίας. Μοναδική όαση τα “Resurrection Men” και «Mistress of mercy». Βεβαίως Θα μου πείτε: «έτσι ήθελε, έτσι έκανε» και θα έχετε πολύ δίκιο. Προσωπικά όμως, περιμένω άλλα, από μουσικούς τέτοιου βεληνεκούς, αλλιώς καλύτερα να σιγούν.

Highlight του δίσκου: “Afterglow of Ragnarok”
Προσωπική αδυναμία: “Resurrection Men”

  1. Balls to Picasso” (1994)

Το 1993, ήταν σίγουρα μια πολύ ιδιαίτερη χρονιά για τους απανταχού μεταλλάδες αφού ο frontman των IRON MAIDEN αποφασίζει να αποχωρήσει από το συγκρότημα, κάτι που λογικά συντάραξε τότε πολλούς. Ένα χρόνο μετά, κυκλοφορεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο εκτός του group, και σαφώς το ηχητικό αποτέλεσμα κέντριζε αρκετά το ενδιαφέρον όλων. Αρχικά, για να ολοκληρώσει το project του, ζήτησε την βοήθεια των SKIN, επειδή όμως το αποτέλεσμα δεν του άρεσε, απευθύνθηκε στον Roy Z., μόνιμο συνεργάτη από τότε και μετά, και κάπως έτσι το “Balls to Picasso”, είδε το φως της δημοσιότητας. Το άλμπουμ ήταν πιο «βαρύ» από την παρθενική του προσπάθεια 4 χρόνια πριν, ελαφρώς όμως εκτός των μουσικών ορίων που τον είχαμε γνωρίσει, με τις πιο πολλές συνθέσεις να ήταν σχετικά «άνευρες», «πειραματικές», και με κάποια πιο progressive στοιχεία, σε γενικότερο σύνολο όμως χωρίς κάποια πολύ ιδιαίτερη συνθετική ουσία. Εννοείται ότι αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση κατακριτέο αφού ο κάθε καλλιτέχνης στην προσωπική του καριέρα, έχει δικαίωμα, να κάνει ότι θέλει. Τα “Tears of the dragon” (ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει η πλήρης δισκογραφία του), “Laughing in the hiding bush”, “Gods of war” και “Change of heart” αποτελούν μια μικρή ηχητική όαση, σε ένα δίσκο που παραμένει απλά αξιόλογος και χρίζει αναφοράς, ίσως μόνο λόγω του μουσικού που το κυκλοφόρησε.

Highlight του δίσκου: “Tears of the dragon”
Προσωπική αδυναμία: “Gods of war”

  1. Tattooed millionaire” (1990)

Υπάρχουν κάποια άλμπουμ που ενώ μπορεί να μην είναι κάτι κολοσσιαίο συνθετικά, λόγω της χρονιάς που κυκλοφόρησαν όμως, έχουν «χαραχτεί» μέσα σου. Για τον γραφών ένα από αυτά είναι και το “Tattooed millionaire”, το πρώτο σόλο άλμπουμ του Dickinson, όντας ακόμα μέλος των IRON MAIDEN. Το όλο project ξεκίνησε όταν του ζητήθηκε να γράψει ένα τραγούδι για το soundtrack της ταινίας “Nightmare on elm street no 5”. Έτσι το “Bring your daughter…to the slaughter” (που θα εμπεριέχονταν αργότερα στη χρονιά και στο “No prayer for the dying” των IRON MAIDEN), θα ήταν η αφορμή για την πρώτη προσωπική του δουλειά. Συνεργάζεται με τους Janick Gers (μετέπειτα κιθαρίστα των IRON MAIDEN), Fabio Del Rio (drums, JADDED EDGE UK) και Andy Carr (session μπασίστα με πλούσια καριέρα δίπλα σε σπουδαίους μουσικούς από όλο το μουσικό φάσμα), και κυκλοφορεί έναν πιο hard rock δίσκο, σε σχέση με ότι είχε κάνει πρωτίστως στην καριέρα του. Οι Dickinson/Gers δημιουργούν ένα άλμπουμ που είχε πολλές, σαφείς επιρροές από την Αμερικάνικη αντίστοιχη σκηνή εκείνης της εποχής, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν σε καμία περίπτωση άσχημο. Οι συνθέσεις για όποιον τις ακούσει σήμερα, ίσως του φαίνονται παράταιρες, απλοϊκές και άνευρες, για τα τότε όμως μουσικά δεδομένα ήταν άκρως εναρμονισμένες στην χρονιά κυκλοφορίας, αλλά και στο γενικότερο ηχητικό ύφος ενός hard rock δίσκου, με heavy ψήγματα. Επίσης τα τότε χρόνια η πληροφορία δεν μεταδιδόταν τόσο εύκολα όπως σήμερα, οπότε όταν έβλεπες ή άκουγες κάτι συχνά, σου «έμπαινε» μέσα σου πιο εύκολα. Το σημαντικότερο όμως προσόν του δίσκου, πέρα από την όποια προώθηση, ήταν οι ίδιες οι συνθέσεις οι οποίες είχαν μια τέτοια έμπνευση, που ίσως «χάλαγ(σ)ε» τους πιο παρωπιδιασμένους οπαδούς, τις έκανε όμως σε σύνολο ενός δίσκου, να αντέχ(ξ)ουν στον χρόνο, και μέχρι και σήμερα να ηχούν ωραία(ες).

Highlight του δίσκου: “Tattoed millionaire”
Προσωπική αδυναμία: “Son of a gun”

  1. “Tyranny of souls” (2005)

Ο Dickinson το 2005, είχε ενταχθεί και πάλι στις τάξεις των IRON MAIDEN, δεν είχε χάσει καθόλου την φόρμα του, και από ότι φάνηκε εκ των υστέρων, ούτε την θέληση να δημιουργεί πολύ καλά albums, εκτός της κύριας μπάντας του. Τα προηγούμενα χρόνια στα τότε δυο προηγούμενα album του, από το “Accident of birth” και μετά, η συνεργασία του με τον Roy Z., ήταν όπως λέμε ποδοσφαιρικά «βλέπονται με κλειστά μάτια». Είχαν βρει μεταξύ τους μια τέτοια φόρμουλα στο να γράφουν ωραία τραγούδια, άμεσα αρεστά στον κόσμο, εναρμονισμένα ηχητικά στην κάθε χρονιά κυκλοφορίας τους, και πάνω από όλα τιμώντας στο έπακρο τις λέξεις “heavy metal”. Έτσι το “Tyranny of souls”, παρόλο που κυκλοφόρησε έξι χρόνια μετά το “The chemical wedding”, θα ήταν το τρίτο πολύ σημαντικό κεφάλαιο στην συνεργασία των δυο μουσικών, αποτελώντας την φυσική ηχητική συνέχεια. Ακολουθώντας και οι δυο την ίδια συνταγή, δημιούργησαν συνθέσεις που κάποιες θα μπορούσαν να ήταν και στους προηγούμενους δυο δίσκους. Μετά από τόσα χρόνια που έχουν κυκλοφορήσει όλες οι solo δουλειές του, σκέφτομαι χαριτολογώντας πως το 1997, πριν το “Accident of birth”, έγραψαν περίπου 31 τραγούδια, χωρίς να το ξέρει κανείς, και αποφάσιζαν κάθε χρονιά επιθυμητής κυκλοφορίας, ποια θα «μπουν» σε ποιο άλμπουμ, αφού το στυλ δόμησης των συνθέσεων ηχεί σχετικά παρόμοιο. Το “Tyranny of souls”, σε σύνολο τραγουδιών είναι ένα πολύ μικρό κλικ πιο κάτω από δύο πρώτες θέσεις, γι’ αυτό και προσωπικά παίρνει το χάλκινο μετάλλιο. Σε μεμονωμένες συνθέσεις όμως, αποτελεί ένα πολύ καλό δείγμα γραφής από μουσικούς που ξέρουν να γράφουν διαχρονικά τραγούδια, που «χτίζουν» και εδραιώνουν καριέρες.

Highlight του δίσκου: “Abduction”
Προσωπική αδυναμία: “Kill devil hill”

  1. The chemical wedding” (1998)

Είσαι μουσικός και έχεις κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν το “Accident of birth”, τον δίσκο που άλλαξε το ρου της προσωπικής σου καριέρας, όντας εκτός του συγκροτήματος που έχεις συνδέσει το όνομα και πάρα πολλές επιτυχίες σου, μαζί του. Είσαι λοιπόν στο studio και σκέφτεσαι ποιο/πως θα είναι το επόμενο δισκογραφικό σου βήμα. Άλλοι ίσως να έκαναν ένα album συντήρησης του ονόματος τους, απλά για να είναι στο προσκήνιο. Όταν όμως υπάρχει η τριπλέτα Bruce Dickinson/Roy Z./Andrian Smith, δηλαδή μουσικοί με αποδεδειγμένα αστείρευτα περίσσιο ταλέντο, το αρεστό τελικό αποτέλεσμα είναι κάπως αναμενόμενο. Το “The chemical wedding”, «κράτησε» την ηχητική και συνθετική συνταγή του προκατόχου του, με γνώμονα μάλλον την επιτυχία του προϊόντος. Οι 2 πρώτοι προαναφερθέντες κύριοι, διατήρησαν την δομή σύνθεσης που υπήρχε, για να μην «επέλθει» όμως μια ηχητική επανάληψη που ίσως θα κούραζε, έδωσαν περισσότερη βαρύτητα στην λυρικότητα και θεατρικότητα στις περισσότερες συνθέσεις, παρά στο να γράψουν πιο «in your face» τραγούδια που σαφώς θα άρεσαν, αλλά ίσως να αναδείκνυαν και μια λαθεμένα υπάρχουσα επαναληπτική συμπεριφορά. Έτσι οι συνθέσεις ήταν ως επί το πλείστων σε πιο mid-tempo ρυθμούς και δεν είχαν, παρά λίγες ηχητικές «εκρήξεις» πολύ πιο γρήγορων σημείων. Είχαν όμως από την αρχή μέχρι το τέλος την ηχητική ταυτότητα που είχε δημιουργηθεί στο “Accident of birth”, δίνοντας στο δίσκο την υπόσταση που του χρειαζόταν για να μνημονεύεται σαν μια πολύ καλή δουλειά, και ας μην είχε τα τρομερά «χιτάκια», που ίσως κάποιοι περίμεναν.

Highlight του δίσκου: “The tower”
Προσωπική αδυναμία: “Killing floor”

  1. “Accident of birth” (1997)

Ένα χρόνο πριν έχεις κυκλοφορήσει το “Skunkworks”, θέλοντας να βαδίσεις σε μονοπάτια που ναι μεν εσύ θέλεις, για τους δικούς σου λόγους, ο κόσμος όμως δεν σε έχει συνηθίσει, και έτσι όλο το project αποτυγχάνει. Επειδή λέγεσαι Bruce Dickinson, έχοντας φύγει από το συγκρότημα που σε καθιέρωσε, πρέπει (εντός ή εκτός εισαγωγικών) να κυκλοφορήσεις κάτι αξιόλογο. Σκέφτεσαι τον Roy Z. με τον οποίο είχες κάνει ένα αξιόλογο άλμπουμ στο παρελθόν, απευθύνεσαι και στον πρώην συνεργάτη σου στους IRON MAIDEN, κιθαρίστα Adrian Smith, αναθέτεις στον Derek Riggs (σκιτσογράφο των εξωφύλλων των IRON MAIDEN) να σου κάνει το εξώφυλλο του δίσκου, και ευελπιστείς να δημιουργήσεις ένα καλό δίσκο. Όταν όμως η λέξη «ταλέντο» έχει «ποτίσει» μέσα σου, τελικά τα «ονόματα» κάποιες φορές συνθέτουν αριστουργήματα. Όπως το “Accident of birth”, το καλύτερο αντικειμενικά άλμπουμ του Dickinson, και σίγουρα μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές δισκογραφικές κινήσεις του ιδιώματος. Μια δουλειά που θεωρώ πως κανείς δεν περίμενε να δημιουργηθεί, ειδικά με τα μουσικά δείγματα γραφής που είχε «δείξει» τα τότε προηγούμενα χρόνια αλλά και το όλο στήσιμο του καλλιτεχνικά, στο που ήθελε «να το πάει».

Οι Dickinson/Roy Z., άφησαν τους όποιους συνθετικούς πειραματισμούς του παρελθόντος στην άκρη και κατάφεραν να γράψουν τραγούδια που έγιναν άμεσα πολύ αγαπημένα, και όχι αδίκως. Συνέθεσαν «απλά» τραγούδια, με ένα-δυο βασικά ριφ, ωραία couple και solos, κιθαριστικές μελωδίες και refrain που όταν δεν ήταν ξεσηκωτικές(ά), σίγουρα σου διέγειραν όλες τις αισθήσεις. Δεν χρειάστηκε να δημιουργήσουν πολύπλοκες συνθέσεις με ηχητικές εναλλαγές ενδιάμεσα, απλά για να συγκλονιστεί ο ακροατής από το πόσο καλοί μουσικοί ήταν. Αυτό αφενός το ξέραμε αλλά και αφετέρου φάνηκε στο τελικό αποτέλεσμα, μια και το album από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο τραγούδι, τιμούσε επακριβώς ότι πρεσβεύει το heavy metal, με ποιοτικά τραγούδια που θα ακούς για πάντα, με την ίδια θέρμη. Οι Dickinson/Roy Z., χάρισαν στους οπαδούς ένα δίσκο που έχει τόσα πολλά και καλά, «κολλητικά» τραγούδια, κάτι που νομίζω ο Dickinson «όφειλε» να κάνει αφού η φυγή του στεναχώρησε πολλούς και ίσως άτυπα «χρωστούσε» μια τόσο καλή δουλειά. Το σίγουρο είναι ότι το “Accident of birth”, «ξανασύστησε» με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο κοινό, τον τραγουδιστή που θα είναι για πάντα καλλιτεχνικά ένα από τα μετρημένα στο δάκτυλο του ενός χεριού τοτέμ της heavy metal μουσικής.

Highlight του δίσκου: “Road to hell”
Προσωπική αδυναμία: “The magician”

Μακάρι στις 21 Ιουλίου να απολαύσουμε μια μοναδική εμφάνιση αυτού του καλλιτέχνη, αντάξια της αίγλης και φήμης που έχει, αλλά και των μουσικών που τον απαρτίζουν, χωρίς ευτράπελα έτσι ώστε το μόνο θέμα που να έχουμε να συζητήσουμε μετά το πέρας της συναυλίας, να είναι το «καθαρά» μουσικό. Δεν σας κρύβω ότι μετά από τόσα «εξωμουσικά» γεγονότα έχουν βγει στην δημοσιότητα όλα τα τελευταία χρόνια, έχω βαρεθεί τις κόντρες μεταξύ οπαδών ή/και μουσικών. Αυτό που πρέπει να μας απασχολεί κυρίως είναι η μουσική και τίποτα άλλο. Heavy metal μόνο!

Θοδωρής Μηνιάτης

PARADISE LOST – “Shades of God” – Worst to best

0
Paradise Lost

Paradise Lost

Κάθε άλμπουμ και κάτι διαφορετικό. Είναι ένα θα λέγαμε «δόγμα» για τους PARADISE LOST, μιας και αρνούνται πεισματικά να ακολουθήσουν μία πεπατημένη, όσο επιτυχημένη και να είναι αυτή. Το “Lost Paradise” ήταν ένας death/doom ογκόλιθος, το “Gothic”, με τα πλήκτρα του, τα γυναικεία του φωνητικά, τις μελωδίες του και τα γοτθικά στοιχεία του, γέννησε ένα είδος. Παρόλη την αναγνώριση που έφερε όμως για το συγκρότημα, οι πεντάδα από το Γιόρκσαϊρ, στο τρίτο άλμπουμ της που κυκλοφόρησε τριάντα δύο χρόνια πριν, το 1992, δεν ακολούθησε καμία  από τις δύο προηγούμενες συνταγές του.

Το Shades of God, ίσως είναι ένα παραγνωρισμένο αριστούργημα. Βλέπετε η μοίρα το ήθελε να βρίσκεται ανάμεσα στο εμβληματικό “Gothic” και στο για πολλούς καλύτερο άλμπουμ των LOST, το “Icon”. Αυτό το κάνει να είναι ένας τύποις παρίας, ευρισκόμενο ανάμεσα σε αυτά τα θηρία της δισκογραφίας των Βρετανών. Στην πραγματικότητα όμως, το “Shades of God”, είναι μια πανέμορφη γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο προδιαγραφόμενο στον δίσκο, μέλλον της μπάντας.

Έχει την doom υφή, τα Sabbath-ικά ριφ, την απαραίτητη φυσικά μελαγχολία, την βαρύτητα και την ταχύτητα όπου χρειάζονται. Τα φωνητικά του Nick, παρότι στο φάσμα του growl ακόμα, δείχνουν να αλλάζουν και να γίνονται πιο «μαλακά» αλλά παράλληλα και πιο εκφραστικά. Τόσα πολλά στοιχεία, τα οποία δείχνουν ξεκάθαρα προς το “Icon” σε μια πρωτόλεια μορφή του, με ένα μεγαλύτερο ηχητικό «βάθος» και μία μεγαλύτερη τραχύτητα.

Μέσα από το άλμπουμ, έχουν βγει κλασσικά κομμάτια, έχει βγει το ίσως διαχρονικότερο hit του συγκροτήματος, το “As I die”. Έχει προσθέσει στην κληρονομιά των LOST ένα μεγάλο λιθάρι και όχι ένα λιθαράκι. Δεν είναι «καλύτερο» ούτε από τον προκάτοχό του, ούτε από τον διάδοχό του. Είναι όμως αυτό ακριβώς που είπαμε και παραπάνω. Μία γέφυρα, πολύ γερή και ανθεκτική και στον χρόνο και στις κακουχίες και φυσικά αυτό είναι αυταπόδεικτο, μιας και μπορεί για λίγους να είναι το αγαπημένο τους άλμπουμ από τους Άρχοντες της μελαγχολίας, είναι όμως για όλους ένας δίσκος άξιος του ονόματός τους.

Ακολουθεί μία απόπειρα αξιολογικής τοποθέτησης των εννέα τραγουδιών του. Υποκειμενική φυσικά.

The “Shades of God” Countdown:

  1. No forgiveness” (07:37)

Ιδιαίτερα μακροσκελές, βέβαια αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, όταν το τραγούδι έχει να πει τόσα πολλά ώστε να δικαιολογείται η διάρκειά του. Εδώ όμως μάλλον οι LOST φλυαρούν και αυτό δίνει στο τραγούδι την θέση του. Πιο σύντομο, δεν θα κούραζε και οι ιδέες που έχει ίσως να το κατέτασσαν διαφορετικά.

  1. The word made flesh” (04:41)

Το outro του Βινυλίου της εποχής, μιας και το “As I die” δεν είχε συμπεριληφθεί σε εκείνη την έκδοση του δίσκου. Βαρύ, πολύ doom-άτο. Σε μία άλλη δουλειά των LOST ίσως ήταν σε άλλη θέση, αυτό που το φέρνει σε αυτήν την θέση είναι αφενός αυτά που είναι σε υψηλότερη, αφετέρου αυτό το ενοχλητικό τομάκι που για άγνωστο λόγο ο Archer αποφάσισε να χρησιμοποιήσει και είναι λες και για κάποιο λόγο χρονομετρά το τραγούδι μην και λήξει απροειδοποίητα.

  1. “Daylight torn” (07:53)

Μπορεί να είναι, κατά δήλωσή του, το αγαπημένο κομμάτι του Nick από αυτό το άλμπουμ, όμως είναι μάλλον χλιαρό σε σχέση με τα υπόλοιπα. Δεν είναι filler σε καμία περίπτωση, απλώς φαίνεται κάπως εκτός τόπου. Ίσως βέβαια αυτό να είναι και κάτι που θα έπρεπε κανονικά να το κάνει να ξεχωρίζει; Περί ορέξεως… Το άνοιγμα του τραγουδιού πάντως, είναι μια ευθύτατη αναφορά στο “Gothic”.

  1. “Embraced” (04:29)

Ευθύ, μέτριο σε διάρκεια, όσο πρέπει να είναι ένα κομμάτι της λογικής του. Ένα από τα αμεσότερα τραγούδια του άλμπουμ, το οποίο δίνει και την death metal νότα του, που μπορεί να μην είναι τρομερά ταχύ, είναι όμως ιδανικό για το ύφος του.

  1. “Crying for eternity” (07:05)

Ένα πανέμορφο δείγμα της PARADISE LOST αισθητικής. Ένα τραγούδι που κατά πάσα πιθανότητα, μέσα του, είναι συμπιεσμένη η λογική τους, σε πολλά κομμάτια που φέρουν την σφραγίδα τους. Ας όψονται τα επόμενα, και εδώ.

  1. “Your hand in mine” (07:08)

Ναι, δεν είναι εδώ η θέση του. Αλλά που είναι; Ίσως τα υπόλοιπα να τραγούδια που ακολουθούν και αυτό μαζί, να μπορούσαν να είναι όλα μαζί μία πρώτη θέση, ανάλογα με την διάθεση και τι θέλει να ακούσει κανείς εκείνη την ώρα που θα βάλει τον δίσκο να γυρνάει. Το “Your hand in mine” είναι ένα βαθιά συναισθηματικό κομμάτι με οργή να κρύβεται κάτω από τους στίχους. Απελπισία και ελπίδα που δεν αποδίδει καρπούς εναλλάσσονται, δίνοντας ένα εξαιρετικό σύνολο.

  1. Pity the sadness” (05:05)

Ορμή, ταχύτητα, τραχύτητα, μια σχεδόν thrash επιθετικότητα στο ίσως πιο άγριο και ωμό κομμάτι του δίσκου. Χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, το τραγούδι σε αρπάζει με την μία από τον λαιμό και σε αφυπνίζει μια και καλή, χωρίς οι προθέσεις του να αμφισβητούνται καθ’ όλη την διάρκειά του.

  1. “Mortals watch the day” (05:12)

Παρότι μέτριας διάρκειας, το κομμάτι έχει τόσες εναλλαγές, που φαντάζει τεράστιο. Από την ήρεμη εισαγωγή μέχρι το ξέσπασμα της καταιγίδας, το opener του άλμπουμ είναι διαχρονικό και αιώνιο. Μία απίστευτη σύνθεση με συναίσθημα αλλά και θυμό, η οποία πραγματικά θα ήταν στην πρώτη θέση αναμφισβήτητα, αν δεν υπήρχε το επόμενο. Γεμάτο, ουσιώδες, ατμοσφαιρικό αλλά και καταιγιστικό, το “Mortals watch the day” είναι το τραγούδι που θα περιέγραφε το “Shades of God” καλύτερα από κάθε άλλο.

  1. As I die” (03:46)

Αναμενόμενο; Μάλλον. Δίκαια βρίσκεται εδώ; Όχι δεν είναι το καλύτερο από άποψη πολυπλοκότητας και σύνθεσης τραγούδι του δίσκου. Η πρώτη θέση όμως ανήκει δικαιωματικά στο “As I die”, γιατί είναι ένα κομμάτι συναυλιακός ύμνος, ένα κομμάτι που ακολουθεί σχεδόν μόνιμα τους LOST στις περιοδείες τους, ένα κομμάτι το οποίο χαρακτηριστεί ή όχι hit, είναι αυτό το οποίο θα ταίριαζε σχεδόν σε κάθε άλμπουμ των Άγγλων. Αυτό από μόνο του κάτι λέει. Στακάτο, ατμοσφαιρικό, με ένα βίντεο να δημιουργεί ακόμα πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα, το “As I die” έχει κάτι το μοναδικό και αυτή του η μοναδικότητα, επιβραβεύεται με την θέση αυτή στη λίστα μας.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 13/7 [GRIM REAPER]

0
Grim Reaper

Grim Reaper

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “See you in hell” – GRIM REAPER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ebony
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Darryl Johnston
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Steve Grimmett
Κιθάρες – Nick Bowcott
Μπάσο – Dave Wanklin
Drums – Lee Harris

Το heavy metal δεν ορίζεται μόνο από τους επιφανείς ήρωες, που έκαναν εκατομμύρια πωλήσεων και γεμίζουν αρένες ως και τις μέρες μας. Κάποιες φορές ορίζεται και από μπάντες που προσπάθησαν, μόχθησαν αλλά παρόλο που δεν τα κατάφεραν εμπορικά στον ίδιο βαθμό, έμειναν στις συνειδήσεις των οπαδών ως πραγματικά σπουδαίες. Μια από αυτές τις περιπτώσεις, είναι οι Βρετανοί θεοί GRIM REAPER από το Droitwich του Worcestershire. Ιδρυθέντες στα τέλη του ‘70 (1979), μέρος του τόσο επιδραστικού NWOBHM κινήματος (όσοι διαφωνείτε, ρωτήστε τους thrashers της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Θα σας πουν πολλά), οι GRIM REAPER, μετά από δύο demo (“Bleed ‘em dry” – 1981, “For demonstration only” – 1982) το 1984, υπό το βλέμμα του Darryl Johnston στη παραγωγή, θα ηχογραφούσαν ένα από τα ωραιότερα heavy metal ντεμπούτα που έχουν ακούσει τα αυτιά μου.

“See you in hell”. 33 λεπτά ατόφιου heavy metal από τα άγια Αγγλικά χώματα που ακούγεται τόσο φρέσκο όσο όταν κυκλοφόρησε προ 40 ετών. Από τα mid-tempo “All hell let loose” και “Dead on arrival” (τι τίτλος για να ανοίγεις δίσκο, πόσο μάλλον κομμάτι) στα πιο γκαζωμένα “Liar” και “Wrath of the ripper” βλέπουμε όλες τις αρετές των GRIM REAPER. Μια hard rock μελωδικότητα, μια πρωτόλεια heavy metal αιχμηρότητα, μια παικτική αρτιότητα και πάνω από όλα, την υπέροχη φωνή του Steve Grimmett. Αυτό το ωραίο γρέζι, σε συνδυασμό με τις κορώνες που πετούσε, ήταν απλά μια τρομερή επιλογή από κάθε άποψη. H δεύτερη πλευρά, μας επιφυλάσσει, το προσωπικό μου αγαπημένο, την ωδή στη σχέση που πρέπει να τελειώσει: “Now or never”. Τι κομματάρα διάολε, ΤΙ ΚΟΜΜΑΤΑΡΑ. “This moment in love, it ain’t a game I want to play. I like to be free, so I can face another way, It ain’t such a dream, cause I can’t take it any time. If that’s such a scene, honey that’s no crime”. Απορίες; Φυσικά και όχι! Έρχεται τότε και το “Run for your life” καπάκια και ισιώνεις χαρακτήρα.

Ξεχωριστά θέλω να σταθώ στο “The show must go on”, εκτός του ότι είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου, είναι το κοντινότερο σε μπαλάντα που έχει αυτός ο δίσκος, που είναι ή γκαζωμένο mid-tempo ή γκαζωμένο σκέτο. Λυρικό, πανέμορφο, σαν ένα ταξίδι συναισθημάτων που διαρκεί 7,5 λεπτά. Άλλη μια ωδή σε χαμένη αγάπη (είναι ερωτιάρηδες, τι να τους κάνουμε Σάκη μου;!) με ένα σαφώς πιο μελαγχολικό τόνο αυτή τη φορά. Έξυπνη κίνηση, το ένα γκαζιάρικο, το άλλο μελαγχολικό. Όχι ότι θα τρώγανε ξύλο οι άνθρωποι, άμα κάνανε κάτι τέτοιο! Απλά εντάξει, όπως και να το κάνουμε όταν γράφεις δύο ίδια τραγούδια, ε το ένα θα είναι σαφώς καλύτερο από το άλλο και δεν το θες στο δίσκο σου αυτό. Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο μεγάλο φινάλε του δίσκαρου, το κοντινότερο πράγμα που έκανε αυτή η μπάντα σε hit: το θρυλικό ομώνυμο. Ακούς τον Grimmett να ωρύεται “See you in heeeeeeeeeeell” και λες “μαζί σας και στη κόλαση”, μέχρι να τελειώσουν τα 4,5 λεπτά του κομματιού.

Στη συνέχεια GRIM REAPER, θα ακολουθούσαν άλλα δύο άλμπουμ (“Fear no evil” – 1985, “Rock you to hell”  – 1988), ίδιου υψηλού επιπέδου, με τη μπάντα ωστόσο δυστυχώς να διαλύεται το ‘88. Αλλά η αρχή βρίσκεται 40 χρόνια πίσω, σε αυτό το τόσο σπουδαίο ντεμπούτο, που κυματίζει περήφανα τη σημαία της Αγγλίας στο heavy metal. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει τελειώσει άλλη μια ακρόαση, με εμένα να διαπιστώνω πόσο μα πόσο όμορφα του έχει φερθεί ο χρόνος.

Did you know that?

– Μετά τη διάλυση των GRIM REAPER το ‘88, o Steve Grimmett θα γινόταν μέλος των ONSLAUGHT για το “In search of sanity” (1989), ενώ θα πήγαινε να αναστήσει τους GRIM REAPER ως Steve Grimmett’s GRIM REAPER το 2010. Μια μπάντα που θα έβγαζε ορισμένους δίσκους και θα κρατούσε ως και το τέλος της ζωής του το 2022 από θέματα με τη καρδιά του.

– Τεχνικά, η Ebony έβγαλε τον δίσκο το 1983, αλλά η RCA το έκανε ευρέως γνωστό το 1984.

– Η RCA θα ήταν η τελευταία εταιρεία που θα κυκλοφορούσαν κάτι οι GRIM REAPER

Γιάννης Σαββίδης

CHANIA ROCK FESTIVAL – Το τελικό billing του φεστιβάλ, με BLIND GUARDIAN, EXODUS, VILLAGERS OF IOANNINA CITY και πολλούς άλλους

0
Chania Rock Festival

Chania Rock Festival

CHANIA ROCK FESTIVAL

(26 – 28 Ιουλίου 2024 – Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά)

Το Chania Rock Festival, ένα από τα παλαιότερα φεστιβάλ στη χώρα μας, αφού κλείνει τα 22 του χρόνια, φέτος είναι τριήμερο και φιλοξενεί μία τεράστια γκάμα της ευρύτερης rock και σκηνής, διεθνούς κι εγχώριας, στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, το τριήμερο 26, 27 και 28 Ιουλίου.

Την Παρασκευή 26 Ιουλίου, headliners, θα είναι οι Γερμανοί «βάρδοι», BLIND GUARDIAN, το συγκρότημα που ίσως και να είχε το πιο ενθουσιώδες feedback απ’ όλα όσα έχουν παίξει ποτέ στο Chania Rock Festival, στην καλύτερη –ίσως- στιγμή της καριέρας τους, όπου η δημοφιλία τους έχει αγγίξει ιστορικό …υψηλό, με συνεχόμενα sold out στη χώρα μας όπου και να έχουν παίξει!!!

Πριν από τους Blind Guardian, θα έχουμε την –αποκλειστική για τη χώρα μας- εμφάνιση των Αμερικάνων EXODUS, ενός συγκροτήματος που ίσως δικαιούται να έχει θέση στο Big 4 ανάμεσα στους METALLICA, SLAYER, MEGADETH και ANTHRAX, οι οποίοι μάλιστα, ξεκινούν την Ευρωπαϊκή τους περιοδεία από τα Χανιά. Ιστορικό γκρουπ, με λαμπρό παρόν, επιστρέφουν στην Ελλάδα 12 ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία εμφάνισή τους, όπου περιμένουμε να ακούσουμε διαχρονικά τραγούδια, όπως το “The toxic waltz”.

Τη βραδιά θα ανοίξουν οι LUNARSEA από την Ιταλία, οι Ρεθυμνιώτες SCARFLOOD και οι Αθηναίοι STYGIAN PATH, που ήταν οι νικητές του καθιερωμένου διαγωνισμού «Γιώργος Μανουσέλης».

Πιστοί στη στήριξη της ελληνόφωνης rock σκηνής και φέτος, το Σάββατο 27 Ιουλίου θα έχει μία τετράδα που απλά δεν χάνεται!!! Τα ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ, θα είναι το σχήμα που θα κλείσει τη βραδιά. Με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό τους, έντονα κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, ζωντανές εμφανίσεις με πάθος και αμεσότητα, είναι έτοιμα να αποδείξουν για ποιον λόγο θεωρούνται από τα πιο σημαντικά γκρουπ της ελληνικής rock σκηνής.

Τι να πει κανείς, όμως, και για τους MAGIC DE SPELL… Η πεντάδα από την Αθήνα, με 35 χρόνια ενεργής παρουσίας και πάνω από χίλιες εμφανίσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο, έρχεται στα Χανιά, έχοντας στη φαρέτρα της αξέχαστες επιτυχίες, όπως τη διασκευή στον «Μαθητή», το “Sarajevo” ή το «Εμένα οι φίλοι μου είναι», θεωρούμε βέβαιο ότι θα ξεσηκώσουν το πολυπληθές κοινό τους.

Ο Μάνος Τρυπιάς & Αυτοσχέδιος Μηχανισμός, ο Χανιώτης ερμηνευτής και τραγουδοποιός που είχε εμφανιστεί και το 2019 ως τραγουδιστής στους Πληνθέτες καθώς και η ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΤΑΣΗ το ροκ σχήμα του Μουσικού Σχολείου Χανίων!

Το μαγικό αυτό τριήμερο, θα κλείσει την Κυριακή 28 Ιουλίου, με headliners τους δημοφιλέστατους VILLAGERS OF IOANNIΝA CITY. Το συγκρότημα που έκανε «μόδα» σε όλες τις χώρες του κόσμου, την πεντατονική της Ηπείρου, ξεφεύγοντας από τα στενά πλαίσια της χώρας μας, που ήδη θεωρούνται από τα μεγαλύτερα σχήματα σε όλα τα είδη μουσικής. Τα sold out shows είναι το πιο συνηθισμένο φαινόμενο για τους V.I.C. και οι συναυλίες τους, είναι εμπειρίες ζωής. Πολύ κοντά στον ήχο τους, βρίσκονται και οι KHIRKI, που έκαναν αίσθηση με το πρόσφατο άλμπουμ τους, «Κυκεώνας». Το τρίο από την Αθήνα, ισορροπεί ανάμεσα στο rock n’ roll και την παραδοσιακή μουσική, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα που τους καθιστά ένα από τα πιο “hot” ονόματα του σκληρού ήχου για τη χώρα μας.

Την τελευταία, αυτή, μέρα, θα ανοίξουν δύο τοπικά συγκροτήματα. Οι PLANET NONE που επιστέφουν στο Chania Rock μετά από 3 χρόνια  και οι DRUID  για πρώτη φορά!

Έναρξη κάθε μέρα του τριήμερου φέτος Chania Rock Festival 17:30
Τιμές εισιτηρίων κατά την προπώληση: A μέρα (26/7) 43€ , Β μέρα (27/7) 17€ , Γ μέρα (28/7) 17€.
Στην πόρτα -εφόσον θα υπάρχει διαθεσιμότητα- οι τιμές διαμορφώνονται σε 48€ για την Α μέρα , 20€ για την Β μέρα  και 20€ για τη Γ μέρα.

Προπώληση σε 18 επιλεγμένα σημεία στην σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, και Κρήτη:

🔴 ΑΘΗΝΑ:   No Remorse Records,  Nathan’s Saloon

🔴 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ:  Alone Records

🔴 XANIA:   Avalon ,   BarFly ,   Mamouth Nanadakis Travel,   Δημήτρης Α. Γαροφαλάκης  ,   Θρι Έλλη  ,   Barcade ,   Μοναστήρι του Καρόλου

🔴 ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΑ: Opto-Net Χατζηαθανασίου

🔴 ΚΙΣΣΑΜΟΣ: Βalos Travel

🔴 AΛΙΚΙΑΝΟΣ: Γκανακάκης Market

🔴 ΚΑΒΡΟΣ: Posto Di Caffe

🔴 ΗΡΑΚΛΕΙΟ: Dark Tales ,  Beer O’ Clock ,  Πολυτεχνείο Café ,  Route 66

🔴 ΡΕΘΥΜΝΟ: Chaplin’s ,  Unique Tattoo

 

🔴 Online Εισιτήρια : https://www.chaniarockfestival.gr/en/tickets

Παιδιά έως 10 ετών και ΑΜΕΑ με ελεύθερη είσοδο!
LINKS:
Official website :
https://www.chaniarockfestival.gr
Facebook:
https://www.facebook.com/ChaniaRockFestival
Instagram
https://www.instagram.com/chaniarockfestival/
Youtube
https://www.youtube.com/@chaniarockfestival6900

 

MOTHER OF MILLIONS: Νέο τραγούδι, νέος δίσκος, νέες συναυλίες!

0
Mother Of Millions

Mother Of Millions

Η ελληνική progressive metal μπάντα MOTHER OF MILLIONS κυκλοφόρησε ένα video clip για το τελευταίο τους single “Inside”, προάγγελο του πολυαναμενόμενου νέου τους άλμπουμ “Magna Mater”. Προγραμματισμένο για παγκόσμια κυκλοφορία στις 4 Οκτωβρίου μέσω της ViciSolum Productions, το πρώτο single από το νέο άλμπουμ είναι πλέον διαθέσιμο σε όλες τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες.

“Το ‘Inside’ αιχμαλωτίζει την ουσία του νέου μας άλμπουμ. Είναι βαρύ αλλά κινηματογραφικό, περιλαμβάνοντας όλα τα βασικά στοιχεία της μουσικής μας, ενώ εξερευνά νέες μουσικές κατευθύνσεις”, σχολιάζουν οι MOTHER OF MILLIONS. “Είναι ο πρόλογος του ταξιδιού του “Magna Mater” και αφορά καταπιεσμένα συναισθήματα πριν αυτά ξεδιπλωθούν ως ανεξερεύνητες περιοχές. Το ‘Inside’ είναι το εναρκτήριο τραγούδι και το πρώτο μας single από το νέο άλμπουμ και σας καλωσορίζουμε να μας ακολουθήσετε καθώς η πλήρης ιστορία αποκαλύπτεται αργά!”

Στο μεταξύ, ανακοινώθηκαν εμφανίσεις του γκρουπ σε όλη την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται μία στην Αθήνα (Fuzz) στις 9 Νοεμβρίου και μία στη Θεσσαλονίκη, στις 16 του ίδιου μήνα, στο We.

“Magna Mater” track listing:
01. Inside
02. Feral
03. Magna Mater
04. Celestial
05. Liminal
06. The Line
07. Halo
08. Irae
09. Space

MOTHER OF MILLIONS are:
George Prokopiou – Vocals
Kostas Konstantinidis – Guitars
Panos Priftis – Bass
George Boukaouris – Percussion/Keys

For more info visit:

https://www.motherofmillionsband.com 
https://www.facebook.com/motherofmillionsband
https://www.instagram.com/motherofmillionsband
https://vicisolumrecords.com
https://www.facebook.com/vicisolumproductions

PLANET OF ZEUS: Μας δίνουν μια γεύση από το νέο τους ύφος με νέο τραγούδι και μουσικό video

0
Planet Of Zeus

Planet Of Zeus

Οι Planet of Zeus, έδωσαν στην κυκλοφορία ένα εντυπωσιακό μουσικό video για το τραγούδι “Baptized in his Death”, από την επερχόμενη, έκτη σε σειρά στουντιακή δισκογραφική τους δουλειά, με τίτλο “Afterlife”, που είναι προγραμματισμένη για κυκλοφορία στις 11 Οκτωβρίου 2024, μέσω της Ihaveadrum Records.

Δείτε το μουσικό video του “Baptized in his Death”:

Της σκηνοθεσίας του βίντεο επιμελήθηκε ο Άλεξ Παπαθανασόπουλος, το σενάριο έγραψε ο Γιώργος Ζαφειρόπουλος και σε αυτό πρωταγωνιστούν οι Κώστας Βασαρδάνης και Φοίβος Πατέλης.

Το νέο album “Afterlife” ηχογραφήθηκε και μιξαρίστηκε από τον Γρηγόρη Μάγο στα Few Studios, ενώ της παραγωγής επιμελήθηκε ο κιθαρίστας του συγκροτήματος Στέλιος Προβής. Το mastering ανέλαβε ο σπουδαίος Nick Townsend στα Infrasonic Studios, ενώ το πολύ ιδιαίτερο artwork του album, όπως και του single έχει σχεδιάσει ο Morgan Sorensen.

Την Δευτέρα 15 Ιουλίου ξεκινούν οι προπαραγγελίες για το νέο album “Afterlife” και τα merch bundles του.

TRACKLIST:
1. Preview Of An Afterlife
2. Baptized In His Death
3. Step On, Skin Off
4. No Ordinary Life
5. The Song You Misunderstand
6. Let’s Call It Even
7. Bad Milk
8. Letter To A Newborn
9. The Vixen
10. State Of Non-Existence

“Η γέννηση μιας ιδέας, πάντα απαιτεί μια θυσία και αυτός που είναι πρόθυμος να θυσιαστεί δεν ξέρει τι θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει. Κάποιες φορές δεν ξέρει καν τον τελικό του προορισμό. Το μόνο του κίνητρο είναι οι πιο ισχυρές πεποιθήσεις του και το αξιακό του σύστημα. Η προσπάθεια σταματάει να είναι επίπονη και ξεκινάει να αποτελεί τον σπόρο για κάτι νέο που ετοιμάζεται να ανθίσει. Είναι τρελό για κάποιους και ηρωικό για κάποιους άλλους. Η φράση “Baptized in His Death” (Βαπτισμένος στον Θάνατό Του) χρησιμοποιείται από τους Χριστιανούς, αλλά ο ήρωας του τραγουδιού είναι ο αρχαίος ημίθεος Ηρακλής που επιλέγει την αρετή από την κακία.”

Facebook: https://www.facebook.com/planetofzeus

Instagram: https://www.instagram.com/planetofzeus

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece