Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 164

A day to remember… 12/7 [AMORPHIS]

0
Amorphis

Amorphis

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Tales from the thousand lakes” – AMORPHIS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Relapse
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tomas Skogsberg και τα παιδιά
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Tomi Koivusaari – φωνητικά, κιθάρα
Esa Holopainen – κιθάρα
Kasper Martenson – πλήκτρα
Olli-Pekka Laine – μπάσο
Jan Rechberger – τύμπανα

Είναι το λιγότερο αστείο, γλαφυρό, γραφικό, το να γράφω για το “Tales from the thousand lakes” των παιδιών, πόσο μάλλον για την 30η επέτειό του! Το ότι το μαλλάκι είναι ακόμα μαύρο και στη θέση του, ακούγοντας αυτόν το δίσκο ξανά και φέρνοντας στο μυαλό όλες μα όλες αυτές τις αναμνήσεις από το τότε που «πρωτογνωριστήκαμε», το λες και ένα μικρό θαύμα. Αυτό που λες μεγάλο θαύμα, είναι το πως ένα άλμπουμ από μία άσημη, τότε, μπάντα, το μόλις δεύτερό της και με τα μέλη της να είναι 19-20 χρονών, κατάφερε όχι μόνο να εδραιωθεί στο πιο σκοτεινό παρακλάδι της μουσικής μας, αλλά να αποτελέσει και σημείο αναφοράς για μεταγενέστερα σχήματα, επηρεάζοντας ακόμα και είδη (ανατρέξτε στις δηλώσεις πχ των ENSIFERUM και λοιπών).

Θυμάμαι ακόμα, ήμουν παιδάκι, όταν μου βάλανε το Μπλακγουιντερντάκι. ΟΚ, δεν χωράνε εδώ οπαδικά που λέμε, αλλά με λες και αρούγκανο ορκ των γηπέδων με αυτόν το δίσκο. Άλλωστε είναι η πρώτη επαφή με τους AMORPHIS και η πρώτη είσοδος σε αυτό το παρακλάδι, τότε. Και πως να μην μαγευτείς όταν είσαι 13 χρονών και αυτός ο κλασικός φίλος σου που είχε τότε έναν αδερφό/ξάδερφο λίγο μεγαλύτερο και σου μάθαινε νέους κόσμους, σου φέρνει το βινύλιο μάλιστα (έτσι, για να βλέπεις μεγάλη την εξωφυλλάρα (ευχαριστούμε κύριε Sjlvain Bellemare) και να ψαρώνεις με το «καλησπέρα και καλή βραδιά»). Πρώτο-πρώτο, το “Black winter day” φυσικά (ακόμα δεν είχαμε βάλει το δίσκο να παίξει ολόκληρο). ΣΟΚ! Και βάζουμε το δίσκο. Τα φιλιά μου στο Αίγιο Πέλαγος που λέει και μια ψυχή.

Οι AMORPHIS λοιπόν, τότε, το μαγικό 1994, ήταν μία άγουρη μπάντα. Είχαν κυκλοφορήσει το “The Karelian isthmus”, ένα τυπικό death metal άλμπουμ της εποχής, χωρίς ιδιαίτερα (ως κανένα θα μπορούσαμε να πούμε) προσωπικά στοιχεία, παίζοντας όπως ήταν λογικό, κάτι κοντά στις μπάντες που γούσταραν. Άλλωστε, οι συνθετικοί διόσκουροι του σχήματος, Tomi Koivusaari και Esa Holopainen, αλλά και οι Jan Rechberger, ξεκίνησαν «μωρά» με thrash metal (VIOLENT SOLUTION), προχώρησαν σε death metal (ABHORRENCE) και φυσικά κατέληξαν εκεί που έπρεπε. Όταν λοιπόν βάλεις δίπλα δίπλα το ντεμπούτο, το «Καρέλια» και το “Tales”, η εξέλιξη είναι τρομακτική, ειδικά για την ηλικία των μελών. Και τότε, δεν υπήρχαν ακόμα τα άπειρα ερεθίσματα αντίστοιχων ήχων όπως σήμερα. Τότε, ήταν «παρθένο» το έδαφος σε μεγάλο βαθμό.

Στο “Tales” λοιπόν, τα παιδιά, μειώνουν ταχύτητες, μπαίνουν μεν σε doom/death metal μονοπάτια (αυτά υπήρχαν ήδη), αλλά βάζουν το στοιχείο που τους έκανε μοναδικούς τότε και έδωσε αυτήν την cult (με την καλύτερη έννοια) υπόσταση στο δίσκο: Το folk στοιχείο, στηριζόμενο στις 2 κιθάρες με συνεχόμενα leads, αλλά και στα πλήκτρα του Kasper Martenson. O δίσκος εκπέμπει μία μαγεία. Από την αρχή του, το απλοϊκό μα συνάμα επιβλητικό instrumental “Thousand lakes”, σε βάζει σε μία ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή με το εξώφυλλο και είναι από εκείνα τα άλμπουμ που λέμε ότι σε ταξιδεύουν. Και σε πάνε ακριβώς εκεί που λέει ο τίτλος του. Στις χίλιες λίμνες.

Παγωμένο, σκοτεινό, μαγικό και σε συνδυασμό με τους στίχους από το κλασικό πλέον “Kalevala” (ασχέτως που με την προσαρμογή που κάνανε από τη μεταφρασμένη έκδοση του Keith Bosley το 1989,  δεν έχουν πάντα την καλύτερη ροή και νοήμα), το πακέτο είναι τίγκα ελκυστικό. Τα καθαρά φωνητικά που βάζουν για πρώτη φορά και ειδικά μέσα στην ατέλειά τους, ταιριάζουν γάντι στον ήχο, ενώ, προσωπικά, το μεγαλύτερο ατού, είναι τα out of the box που λέμε πλήκτρα του Kasper, που οι ψυχεδελικές καταβολές του, αλλά και η ανάγκη του για πειραματισμό, τα κάνουν ιδιαίτερα. Οριακά δεν «χορεύω trans trans» στο “Castaway” και τόσα άλλα παραδείγματα.

O συνθετικός οίστρος της μπάντας εκείνη την περίοδο, αλλά και το πόσο άνετα ένιωθαν με αυτόν τον πειραματισμό, φάνηκε και στο EP που ακολούθησε, το “Black winter day”, το οποίο περιέχει δύο κομματάρες, τα “Moon and sun” (part I και II), όπου ειδικά το “II” είναι φανταστικό. Προσπερνάω τη διασκευή στο “Light my fire” των THE DOORS (που ήταν και bonus στο δίσκο), γιατί προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ πέραν του αρχικού χαβαλέ ακούγοντάς την, αλλά ήταν και δείγμα της διάθεσης της μπάντας και καλά έκαναν εννοείται. Ο πειραματισμός όμως, τότε, ήταν το βασικότερο χαρακτηριστικό των AMORPHIS. H αρχή έγινε με το “Tales”, αλλά και η συνέχεια ήταν εντυπωσιακή, στο πως εξελισσόταν η μπάντα δίσκο με δίσκο, ασχέτως των προσωπικών γούστων του καθενός μας. Η τριάδα “Tales”, “Elegy”, “Tuonela” (το “Am universum”, όσο δισκάρα και αν είναι, που είναι, δεν απέχει τόσο από το “Tuonela” όσο τα άλλα τρία μεταξύ τους), είναι απόδειξη μίας μπάντας με έμπνευση δίχως περιορισμούς και με όραμα. Και τους έβγαινε και σε απόλυτο βαθμό, πάντα προσωπικά μιλώντας.

Εμπορικά, το “Tales…” δεν έκανε καμία εκτόξευση, ούτε έκανε τους AMORPHIS μεγάλους και τρανούς. Πραγματικά μεγάλη (για τα δεδομένα της), έγινε η μπάντα στο σήμερα και με σταθερά βήματα από το “Under the red cloud” και μετά (με εκτόξευση στη μέλισσα), αφότου στην ουσία επέστρεψαν δυναμικά, μετά από διάφορες αναταραχές. Όμως, αυτό που έδωσε, είναι ένα status μίας μπάντας που παίζει ωραία μουσική, το ψάχνει χωρίς συμβιβασμούς και βγάζει ποιοτικές δουλειές. Και πολλά μάτια (όχι του Sauron) στράφηκαν προς τα εκεί, αρχής γενομένης με αυτόν το δίσκο.

Το ”Tales from the thousand lakes” είναι ένας δίσκος μαγικός. Είναι η αρχή (άντε, από τις αρχές αφού τότε βγαίνανε πράγματα παράλληλα και πολύ κοντινά σε ημερομηνίες) του λεγόμενου melodic doom/death metal. Είναι doom/death, είναι λυρικό, είναι μελωδικό, έχει φουλ ποικιλία και σε tempο και σε επιρροές, είναι ψυχεδελικό (“To father’s cabin” ένα απλό παράδειγμα), είναι progressive με την έννοια του διαφορετικού/προοδευτικού/πειραματικού (όχι με αυτήν του κάνω σεμινάρια για μουσικούς), είναι metal, είναι rock, είναι ένας αχταρμάς ξεχωριστών επιρροών 5 μουσικών που είχαν και κοινούς παρανομαστές φυσικά, που για κάποιο λόγο λειτούργησε εξαιρετικά! Και είναι δίσκος προπομπός και σημείο αναφοράς για πολλές μπάντες αντίστοιχου ήχου ή ακόμα και παρεμφερών. Ένα concept άλμπουμ που προσωπικά αδίκως δεν μπαίνει σε λίστες με κορυφαία concept άλμπουμ της μουσικής μας. Δεν έχει τη λάμψη, την εμπορικότητα και την αναγνωρισιμότητα άλλων κορυφαίων concepts, αλλά έχει την ουσία.

Μωρή μπαντάρα, μωρή δισκάρα!!!

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

A day to remember… 12/7 [ALICE COOPER]

0
Alice Cooper

Alice Cooper

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “The last temptation” – ALICE COOPER
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΙΑ: Epic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Don Fleming, Duane Baron, John Purdell, Andy Wallace
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Alice Cooper
Κιθάρες /Δεύτερα φωνητικά – Stef Burns
Μπάσο/ Δεύτερα φωνητικά – Greg Smith
Πλήκτρα/ Δεύτερα φωνητικά – Derek Sherinian
Τύμπανα – David Uosikkinen

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο Alice Cooper επέστρεφε εμφατικά από την αυτοκαταστροφική άβυσσο στην οποία είχε βυθιστεί για χρόνια (μέχρι τα μέσα της δεκαετίας), με την κυκλοφορία του τεράστιου “Trash”, του άλμπουμ που, εμείς της γενιάς μου τουλάχιστον, μνημονεύουμε ως το μεγάλο του hit. Με ένα εντυπωσιακό track list, το “Trash” σημείωσε μεγάλη επιτυχία στα charts και ένα ακόμα ιστορικό υψηλό στην καριέρα του Alice, κάτι το οποίο προσπάθησε να αναπαραγάγει το 1991 με το επόμενο του πόνημα, το εξαιρετικό “Hey Stoopid”, με το αποτέλεσμα να αφήνει το ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές των fans.

Παρά την συνύπαρξη όλων αυτών των ευνοϊκών, αν μη τι άλλο, συνθηκών, το “Hey Stoopid” δεν τα πήγε τόσο καλά όσο ο προκάτοχος του, αν και στο Ηνωμένο Βασίλειο μπήκε στο νο. 4 των charts και στις ΗΠΑ έγινε χρυσό. Ο Alice βγήκε σε περιοδεία την ίδια χρονιά στην Αμερική, ως μέρος της ασύλληπτης τριάδας που περιλάμβανε τον εαυτό του, τους JUDAS PRIEST και τους Motörhead, με τίτλο “Operation Rock n’ Roll”, ενώ ακολούθησαν εμφανίσεις μόνο με δικές του συναυλίες στην περιοδεία “Nightmare On Your Street”. Τον Σεπτέμβριο ξεκίνησε στο Δουβλίνο η ευρωπαϊκή περιοδεία για το “Hey Stoopid”, η οποία τελείωσε στο Gothenburg της Σουηδίας στις αρχές Νοέμβρη του 1991.

Ο Alice παρέμεινε δραστήριος και στο κομμάτι εκτός περιοδειών για την προώθηση του “Hey Stoopid”. Το 1991, παράλληλα με την κυκλοφορία του άλμπουμ, εμφανίστηκε στο βίντεο “Alice Cooper: Prime Cuts”, μία εξιστόρηση της καριέρας του, με συνεντεύξεις του ιδίου, του επί χρόνια παραγωγού και συνεργάτη του Bob Ezrin και του μάνατζερ του Shep Gordon. Επιπλέον, συνεργάστηκε με τους Guns N’ Roses στο τραγούδι “The Garden” του πρώτου “Use Your Illusion” και έκανε μια σύντομη εμφάνιση στην ταινία τρόμου «Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες 6». Το 1992, τον είδαμε στην υπερεπιτυχημένη κωμωδία του Mike Myers, “Wayne’s World”, να ερμηνεύει το “Feed My Frankenstein” και να προβάλλει με άνεση και χιούμορ την «υποκριτική» του πλευρά.

Η δεκαετία του ’90 μπήκε δυνατά, αλλά μετά το 1992, τα πράγματα δεν έδειχναν και πολύ καλά για την πιο «εμπορική» hard rock σκηνή που είχε αναδειχθεί από το MTV στα 80s. Τίποτα δεν ήταν ίδιο μετά την άφιξη του grunge και η σχεδόν ταυτόχρονη κυριαρχία στο mainstream συγκροτημάτων όπως οι Nirvana, Pearl Jam, Soundgarden και Alice in Chains τελείωσε τη δουλειά που είχαν ξεκινήσει οι Guns N’ Roses και άλλα συγκροτήματα του glam κινήματος λίγα χρόνια νωρίτερα. Κάποιες επιτυχημένες καριέρες σταμάτησαν ακαριαία, ακόμη και καλλιτεχνών που προσπάθησαν να ταιριάξουν με δουλειές πιο κοντά στη νέα τάξη πραγμάτων. Και ενώ κάποιοι κατάφεραν να συνεχίσουν σχετικά αλώβητοι, άλλοι χάθηκαν κάπου στην προσπάθεια να απομακρυνθούν από την αισθητική της δεκαετίας του ’80, είτε προσπαθώντας να ενσωματωθούν σύμφωνα με τις νέες τάσεις είτε απλά αλλάζοντας … κουρέματα.

Όμως, για τον άνθρωπο που αισίως έμπαινε στην τέταρτη δημιουργική δεκαετία του και δεν είχε κολλήσει πουθενά, εκείνο που ήταν τροχοπέδη για άλλους, δεν εμπόδισε αυτόν να βγει μπροστά με το εντελώς προσωπικό του ύφος και αγνοώντας επιδέξια τις νέες τάσεις στον χώρο του σκληρού ήχου, κάτι λογικό μιας και ο ίδιος κατάλαβε ότι δεν άνηκε ποτέ σε αυτό τον χώρο αλλά είχε στα χέρια του μία διαχρονική περσόνα, που υπερέβαινε τον προσωρινό χαρακτήρα της όποιας μόδας.

Καθώς η συμφωνία του Alice με την Epic Records, όπου είχε κυκλοφορήσει τα “Trash” και “Hey Stoopid”, ήταν ακόμη σε ισχύ, αυτός πήρε τον χρόνο του και άρχισε να στήνει το επόμενο έργο του, ένα concept άλμπουμ – κάτι που είχε να κάνει από το “DaDa” (1983) – που θα συνοδευόταν από το δικό του comic – κάτι που επίσης είχε γίνει ξανά στο παρελθόν όταν η Marvel κυκλοφόρησε το “Tales from the inside” βασισμένη στο άλμπουμ “From the inside” (1978). Και για αυτό θα συνεργαζόταν με τον γνωστό και μη εξαιρετέο Άγγλο Neil Gaiman, έναν από τους πιο πολυβραβευμένους και σπουδαίους συγγραφείς της εποχής μας, όσον αφορά τον χώρο των graphic novels, των κόμικς και του φανταστικού μυθιστορήματος. Μία αρμονική συνεργασία θα υπέθετε κάποιος, αφού η αισθητική του Gaiman ταίριαζε γάντι με τον καλλιτεχνικό χαρακτήρα του Alice, σκοτεινό, τρομακτικό, υπερβατικό και μεταφυσικό.

Για το φιλόδοξο αυτό project, ήταν απαραίτητο να γραφτεί πρώτα η ιστορία πίσω από το άλμπουμ. Η τριβή και η συνεργασία με τον Gaiman κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη να γίνει πρώτα το κόμικ και μετά να ηχογραφηθούν τα τραγούδια, έτσι ώστε να είναι έτοιμα ταυτόχρονα για κυκλοφορία, παράλληλα με την παραγωγή του live. Για τους σκοπούς της ιστορίας, ο Alice θα επανέφερε στο προσκήνιο έναν χαρακτήρα που μας τον είχε συστήσει το μακρινό 1975 και το άλμπουμ-σταθμό στην καριέρα του, “Welcome to my nightmare”, τον βασανισμένο Steven.

Εμβαθύνοντας σε θέματα πίστης, πειρασμού, αποξένωσης και απογοητεύσεων της σύγχρονης ζωής, η αφήγηση επικεντρώνεται στο νεαρό αγόρι, ο οποίος, φοβούμενος να μεγαλώσει και να αντιμετωπίσει τις πραγματικότητες της ζωής, έρχεται με κάποιο τρόπο σε επαφή με έναν μυστηριώδη σόουμαν (τον “Showman”), που διέθετε υπερφυσικές ικανότητες. Αυτός προσπαθεί να δελεάσει τον Steven να προσχωρήσει στο απόκοσμο ταξιδιάρικο σόου του, “The Theatre of the Real – The Grand-est Guignol!”, όπου υπόσχεται αιώνια νεότητα, θέτοντας παράλληλα το αγόρι ενώπιων διάφορων σύγχρονων πειρασμών, όπως τα ναρκωτικά, η βία και η υπαρξιακή απόγνωση. Η ιστορία τονίζει ότι αυτοί οι πειρασμοί είναι διαχρονικοί, εμφανίζονται σε όλη την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας και υπογραμμίζει τη σημασία της αντίστασης σε αυτούς. Αυτό το ταξίδι του Steven στην παράσταση του “Showman” αποτελεί, εν τέλει, μια μεταφορά για τον αγώνα ενάντια στην υποταγή στους σύγχρονους πειρασμούς. Επίκαιρο ακόμα και στις μέρες μας, δεν βρίσκετε;

Ο ατμοσφαιρικός ήχος του άλμπουμ, που διαμορφώθηκε από διάφορους παραγωγούς (Don Fleming, Duane Baron, John Purdell και Andy Wallace), δημιουργεί το κατάλληλο σκηνικό για να ξεδιπλωθεί η δραματική αυτή ιστορία. Ο Gaiman δεν ήταν ο μόνος εξωτερικός συνεργάτης στο άλμπουμ, αλλά κι άλλοι γνωστοί (και λιγότερο γνωστοί) καλλιτέχνες πρόσφεραν την αρωγή τους. Πρώτος και καλύτερος, ο εκλιπών Chris Cornell, τότε frontman των SOUNDGARDEN, που έγραψε ένα τραγούδι με τον Alice (“Stolen prayer”) και στο οποίο έκανε και δεύτερα φωνητικά. Ωστόσο, μία ακόμη από τις συνθέσεις πιστώθηκε αποκλειστικά στον ίδιο και αυτή ήταν το “Unholy war”. Είναι εκπληκτικό πως οι δύο καλλιτέχνες μπόρεσαν να συγκεράσουν τις ξεχωριστές τους προσεγγίσεις, ο μεν με πιο grunge ήχο, ο δε με πιο κλασικά ακούσματα.

Ένας άλλος συνεργάτης που κλήθηκε να συγγράψει κάποια κομμάτια ήταν ο Dan Wexler, κιθαρίστας των cult θρύλων ICON, προερχόμενος και αυτός από το Phoenix της Αριζόνα (τόπος κατοικίας του Alice). O Wexler βοήθησε να γραφτούν τα τέσσερα πρώτα τραγούδια του άλμπουμ, συγκεκριμένα τα “Sideshow”, “Nothing’s free”, “Bad place alone” και το πρώτο single (και γνωστότερο τραγούδι του άλμπουμ, στο οποίο παίζει και κιθάρα), “Lost in America”. Το τραγούδι, που είναι και το μοναδικό από το άλμπουμ που ο Alice παίζει ακόμα στα live του, έχει το δικό του video clip, το οποίο δυστυχώς δεν παίχτηκε και πάρα πολύ στην τηλεόραση. Στα βρετανικά charts έφτασε μέχρι το νο. 22, ενώ σημείωσε και μία μικρή επιτυχία στην Ωκεανία (νο. 46 στην Νέα Ζηλανδία, νο. 65 στην Αυστραλία).

Άλλοι αξιομνημόνευτοι καλλιτέχνες που πήραν μέρος στις συνθέσεις του άλμπουμ ήταν οι πασίγνωστοι Jack Blades και Tommy Shaw, που έπαιζαν μαζί στους DAMN YANKEES (μαζί με τους Ted Nugent και Michael Cartellone), μέχρι και το 1994. O Blades, πρώην μέλος των NIGHT RANGER και ο Shaw, πρώην μέλος των θρυλικών STYX, πρόσφεραν απλόχερα την βοήθεια τους στα “You’re my temptation” και “It’s me”, με το τελευταίο να κυκλοφορεί ως δεύτερο single. Και αυτό έκανε ένα ικανοποιητικό πέρασμα από τα βρετανικά charts, φτάνοντας στο νο. 34, παρόλα αυτά ούτε το δικό του video clip έλαβε ιδιαίτερη προώθηση, ούτε live ξαναπαίχτηκε μετά το 1995.

Στο “Lullaby” συμμετέχει ο επίσης γνωστός Καναδός συνθέτης Jim Vallance, διάσημος από τις συνεργασίες του με τον Bryan Adams (στα πετυχημένα του άλμπουμ “Cuts like a knife” και “Reckless”) και τους AEROSMITH (σε τραγούδια όπως τα “Rag doll”, “The other side” και “Eat the rich”). Το άλμπουμ κλείνει με το “Cleansed by fire”, το οποίο συνυπογράφει ο Mark Hudson, γνωστός επίσης από την δουλειά του με τους AEROSMITH (στο hit τους “Livin’ on the edge”). Εδώ να πούμε ότι η κύρια μπάντα που έπαιξε στο άλμπουμ ήταν ο κιθαρίστας Stef Burns (με συμμετοχή και στο προηγούμενο “Hey Stoopid”), ο μπασίστας Greg Smith (πρώην RAINBOW στο άλμπουμ “Stranger in us all”), ο ντράμερ David Uosikkinen (πρώην HOOTERS), και ο μάγος των πλήκτρων Derek Sherinian, γνωστός πλέον ως μέλος των DREAM THEATER από το 1994 και έπειτα.

Μετά την πιο εμπορική αισθητική των “Trash” και “Hey Stoopid”, το καινούριο άλμπουμ, που ονομάστηκε “The last temptation”, από την ιστορία που δημιούργησε ο Alice με τον Gaiman (και όχι από τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Ν. Καζαντζάκη), διέφερε σημαντικά σε όλα τα σημεία. Αναβίωσε μερικά από τα πιο σκοτεινά, μακάβρια θέματα από το παρελθόν του Alice ενώ ηχητικά χαρακτηρίζεται από grunge στοιχεία και πιο αιχμηρές μελωδίες. Αν και μερικές φορές καταλήγει σε κάποια μικρά αδιέξοδα (παιδικές χορωδίες, άφθονα ηχητικά εφέ), το τελικό αποτέλεσμα δεν επηρεάζεται και πολύ. Άλλωστε ο Alice δεν ήταν ποτέ φειδωλός με την υπερβολή και την θεατρικότητα. Στο ηχητικό ντοκουμέντο, ήρθε να προστεθεί το ομώνυμο κόμικ σε τρία μέρη, γραμμένο από τον Neil Gaiman και σε εικονογράφηση Michael Zulli (“The Sandman”), επί σειρά ετών συνεργάτη του συγγραφέα. Τοv “Showman” στο κόμικ, υποδύεται – ποιος άλλος; – ο ίδιος ο Alice. To κόμικ αρχικά κυκλοφόρησε από την Marvel και έπειτα επανεκδόθηκε από την Dark Horse Comics.

Την Τρίτη 12η Ιουλίου, ακριβώς τρεις δεκαετίες πριν, κυκλοφόρησε το 13ο σόλο (και 20ο συνολικά) άλμπουμ του Alice, από την Epic Records, τόσο ως το combo άλμπουμ και κόμικ, όσο και ως σκέτο άλμπουμ. Ήταν το τρίτο που κυκλοφόρησε η εν λόγω εταιρεία, ωστόσο δεν είχε καμία σχέση με τις δύο προηγούμενες δουλειές, θεματικά και μουσικά. Το “The last temptation” τα πήγε περίφημα στο Ηνωμένο Βασίλειο (έφτασε στο νο. 6) αλλά όχι και τόσο καλά στις ΗΠΑ (νο. 68). Ενόψει του διαζυγίου με την Epic, η προγραμματισμένη περιοδεία δεν χρηματοδοτήθηκε από την εταιρεία και ο Alice τελικά δεν προώθησε συναυλιακά το άλμπουμ. Μέχρι σήμερα, μόνο το “Lost in America” έχει επιβιώσει στο set list των συναυλιών του καλλιτέχνη. Αυτό βέβαια δεν λέει κάτι για την συνολική αξία του “The Last Temptation”, παρά μόνο ότι αποτέλεσε ένα εξαιρετικό, (ίσως) υποτιμημένο άλμπουμ και σίγουρα σημείο καμπής στην πορεία του μεγάλου Alice Cooper.

Κώστας Τσιρανίδης

ΥΓ: Ευχαριστώ τον Κωνσταντίνο Κουζήγιαννη, τον ειδήμονα στα πάντα περί Alice Cooper, για την πολύτιμη συνδρομή του!

A day to remember… 11/7 [JUDAS PRIEST]

0
Judas Priest

Judas Priest

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Redeemer of Souls” – JUDAS PRIEST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Epic/Columbia
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mike Exeter – Glenn Tipton
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Robert Halford – Φωνητικά
Glenn Tipton – Κιθάρα
Richie Faulkner – Κιθάρα
Ian Hill – Μπάσο
Scott Travis – Τύμπανα

Ποια είναι η χρησιμότητα τέτοιων κειμένων; Να γράφουμε για να τιμήσουμε μια επέτειο, βγάζοντας γούστα και καταθέτοντας τον οπαδισμό μας; Ή να επανερχόμαστε και να παρουσιάζουμε ξανά κάποιο άλμπουμ, περνώντας το από μια όσο γίνεται αντικειμενικότερη επανεξέταση; Η θεώρηση του γράφοντος, επιβάλει το δεύτερο. Το γεγονός πως οι απανταχού οπαδοί των JUDAS PRIEST είναι μακράν οι αντικειμενικότεροι οπαδοί μεγάλης μπάντας και δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να καυτηριάσουν τα κακώς κείμενα του αγαπημένου τους συγκροτήματος, το ενισχύει. Συνεπώς, πάμε να ξαναδούμε καλύτερα τι έγινε το 2014 στο στρατόπεδο του Ιερέα και να βγάλουμε εκ νέου ετυμηγορία.

Ξεκινάμε από το ότι ο KK Downing είχε αποχωρήσει από το group ήδη, από τον Απρίλιο του 2011, λόγω αγεφύρωτων διαφορών με τους υπολοίπους (ας το θέσουμε κομψά) και στην ομολογουμένως ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ “The Epitaph World Tour”, o Richie Faulkner ήταν αυτός που θα κρατούσε πια τη δεύτερη κιθάρα. Ανοίγει παρένθεση: Τότε ήταν που τους είδαμε στην Πλατεία Νερού και μας έφυγαν τα ούρα από την συγκίνηση και το δέος, γιατί αφενός είχαμε την εντύπωση πως αποσύρονται (υπήρχε αυτή η εντύπωση, διάχυτη), αφετέρου το live ήταν ασύλληπτο, με το καλύτερο set που έχουμε ακούσει ποτέ, στο σύνολο των εδώ εμφανίσεων των Ιερέων. Κλείνει η παρένθεση.

Long story short, από εκεί που θα κυκλοφορούσε τέλη του 2011 με αρχές του 2012, φτάσαμε στο 2014 για να ακούσουμε το “Redeemer of Souls”. Ως «επιστροφή στις ρίζες» χαιρετήθηκε, μετά το «πείραμα» του “Nostradamus” (το οποίο είναι καλό άλμπουμ, μη γελιόμαστε) που για πολλούς, δεν ταίριαζε σε μια μπάντα σαν τους JUDAS PRIEST. Επί της ουσίας ναι, επρόκειτο για επιστροφή. Έλειπαν οι μεγάλες ατμοσφαιρικές συνθέσεις, τα πλήκτρα, το άλμπουμ ήταν σαφέστατα πιο «φωτεινό» και πολύ πιο… JUDAS PRIEST. Το ένα από τα δυο μεγάλα ερωτήματα λοιπόν που μέχρι τότε αιωρούντο πάνω από το κεφάλι (σαν το μεγάλο ερωτηματικό που βλέπουμε στα cartoons) των οπαδών, απαντήθηκε. Το δεύτερο, αφορούσε τον Faulkner και κατά πόσο αυτός θα μπορούσε να «γεμίσει τις μπότες» (κατά το “fill the boots” των Αγγλοσαξόνων) του K.K. Downing.

Κι αυτό έγινε. Τόσο στο εν λόγω άλμπουμ, όσο κυρίως στα χρόνια που ακολούθησαν και μας άφησαν με ανοικτό το στόμα. Η δυάδα Tipton/Faulkner συνεργάστηκε πολύ καλά στην «κοπτοραπτική» των riffs και των leads και με την δεδομένη προσθήκη του Halford, υπέγραψε όλες τις συνθέσεις. Τις δεκατρείς του κυρίως δίσκου και τις άλλες πέντε της deluxe έκδοσης (που κυκλοφόρησαν κι ως αυτόνομο, περιορισμένης έκδοσης δεκάιντσο βινύλιο με τίτλο “5 Souls”), που ανεβάζουν τον αριθμό στις δεκαοχτώ! Εντάξει, εδώ έχουμε όχι απλά αυτογκόλ… μπήκε ο αμυντικός με τη μπάλα μαζί στο τέρμα του! Είναι δυνατόν; Δίσκος 83 λεπτών;;; Εδώ μετά τα σαράντα και μας πιάνει τεταρταίος πυρετός, υπάρχει άτομο που να αντέχει τέτοιες διάρκειες; Σχεδόν αδύνατον. Όπως είναι σχεδόν αδύνατον, να υπάρχει συνθετική ισορροπία σε ένα τέτοιο έργο και το επίπεδο να είναι συνεχώς υψηλό.

Εκεί εστιάζεται το σημαντικό μειονέκτημα του “Redeemer…”. Η αδύναμη παραγωγή, για την οποία ακούω πολύ κόσμο να μιλά και δικαίως, είναι δευτερευούσης σημασίας. Ας είχε μόνο τραγουδάρες ο δίσκος κι ας είχε μέτρια παραγωγή. Η αρχή του είναι αισιόδοξη πάντως, με το “Dragonaut” και το ομώνυμο κομμάτι, που μου θυμίζει και λίγο “Hell patrol”, χωρίς εννοείται να αγγίζει το μεγαλείο του. Το “Halls of Valhalla” είναι ΕΠΟΣ και στα σίγουρα, η καλύτερη στιγμή του δίσκου. Αξιόλογο είναι επίσης το “Sword of Damocles”, που θα μπορούσε να είναι άνετα και στο “Nostradamus”. Δεν ξέρω, αλλά πάντα το θεωρούσα ως «ένα metal τραγούδι των MAGNUM», για κάνε και συ λίγο τον συσχετισμό. Από εκεί και κάτω όμως, «χαλάει η σούπα»…

Τα “March of the damned” και “Down in flames”, που θα μπορούσε να τα γράψει και ένας 18χρονος οπαδός τους, πέραν του πιασάρικου ρυθμού τους, δεν προσφέρουν κάτι. Κανονικό γεώμηλο το “Hell & back”, ανούσιο το “Metalizer”, βαρετό το “Secrets of the dead”, «φτωχό» το “Beginning of the end”… Οι εξαιρέσεις των “Cold blooded” (παιδάκι του “Bloodstone”), “Crossfire” (bluesy, διαφορετικό, άρα αυτομάτως έχει ένα ενδιαφέρον παραπάνω) και “Battle cry” (μάλλον η δεύτερη καλύτερη στιγμή του άλμπουμ) δεν μπορούν να ισορροπήσουν την κατάσταση, η οποία βυθίζεται στο bonus CD… Και τα πέντε κομμάτια που βρίσκονται εκεί (“Snakebite”, “Tears of blood”, “Creatures”, “Bring it on”, “Never forget”) είναι ό,τι πρέπει για όσους πάσχουν από αϋπνία… Ακόμη και ο Rob, για όνομα δηλαδή, ούτε αυτός είναι σε φόρμα! Μολονότι εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι κακός, ακούγεται «μαγκωμένος», «κρατιέται», δεν είναι ο Halford που επισκίαζε τα πάντα με τις ερμηνείες του και τρόμαζε όποιον τολμούσε να σταθεί δίπλα του.

Παραδόξως, η εμπορική απήχηση του “Redeemer…” ήταν έξοχη! Παράδοξο βέβαια σε πρώτη ανάγνωση, απολύτως φυσιολογικό σε δεύτερη. Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία, πως αυτό οφείλεται στην απογοήτευση του “Nostradamus”. Στις ΗΠΑ ειδικά έσκισε, πήγε στην έκτη θέση του Billboard. Έλαβε απίθανα εγκωμιαστικά σχόλια από τον Τύπο, συντάκτες υμνούσαν την καταπληκτική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Halford (άντε βγάλε άκρη), επισήμαναν πως ο Faulkner «αναγέννησε» το συγκρότημα και φτάσαμε να διαβάζουμε πως το άλμπουμ ήταν ισάξιο ενός “Sad wings of Destiny” και ενός “British Steel”. Εμ, δεν σας παίρνουν την πένα, ή σωστότερα το πληκτρολόγιο ορισμένων, σας έχουν αμολητούς να γράφετε μπούρδες!

Επομένως ναι, το “Redeemer of souls” δεν είναι δίσκος – απογοήτευση, αλλά συνάμα όχι, δεν είναι και να σκίζεις τα ρούχα σου από την πώρωση, μην τρελαθούμε τώρα. Και η περιρρέουσα αίσθηση περί του «τελευταίου JUDAS PRIEST άλμπουμ», έκανε όλους τους σώφρονες και απαιτητικούς οπαδούς του σχήματος, να θέλουν περισσότερα. Ευτυχώς, η συνέχεια ήταν αυτή που έπρεπε και τα «περισσότερα» μας δόθηκαν απλόχερα. Ο Andy Sneap ανέλαβε παραγωγή και δεύτερη κιθάρα, ο Faulkner πήρε επ’ ώμου την σύνθεση όντας το πρώτο βιολί στο group, o Rob αναζωογονήθηκε και τα “Firepower” και “Invincible shield” μας έκαναν να τρέχουμε τρελαμένοι σε βουνά και λαγκάδια.

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 11/7 [GRAVE DIGGER]

0
Grave Digger

Grave Digger

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Return Of The Reaper” – GRAVE DIGGER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Napalm Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: GRAVE DIGGER
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Chris Boltendahl
Κιθάρες – Axel Ritt
Μπάσο – Jens Becker
Drums – Stefan Arnold
Keyboards – Hans Peter “H.P.” Katzenburg

Οι GRAVE DIGGER, είναι ένα συγκρότημα που αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους στο heavy metal οικοδόμημα, με μοναδική συνεισφορά στην μεταλαμπάδευση του heavy metal στις νεότερες γενιές. Παρόλο που για κάποιους ίσως θεωρούνται ηχητικά ή συνθετικά τετριμμένοι, εκείνοι αψηφούν κάθε σχόλιο «κρατώντας» ψηλά την σημαία του ιδιώματος, χαρίζοντας στον κόσμο, ποιοτικές δουλειές, με κάποιες, λογικά, να αρέσουν περισσότερο. Το σίγουρο είναι ότι κάθε μια που έχουν κυκλοφορήσει αποτελεί ωδή στο ιδίωμα, γι’ αυτό και τα μέσα ενημέρωσης αλλά και φυσικά οι οπαδοί, ασχολούνται ενδελεχώς μαζί τους.

Παρόλο που ξέρεις «πάνω κάτω» τι να περιμένεις μουσικά από το σχήμα, θέλεις τα τραγούδια που θα εμπεριέχονται σε κάθε νέα τους δουλειά να είναι τέτοια που να δικαιολογούν στο έπακρο, την αίγλη αλλά και το «όνομα» που έχει κάνει το group. Κάτι που κατάφεραν και με την 17η δισκογραφική τους κίνηση, με τίτλο “Return of the reaper”.

Το “Hell funeral” που «ανοίγει» τον δίσκο, μετά το σύντομο intro, αποτελώντας ένα τραγούδι – σήμα κατατεθέν του ύφους της μπάντας, έδωσε άμεσα το στίγμα όλου του άλμπουμ. Οι GRAVE DIGGER και σε αυτή τη δισκογραφική τους κίνηση, δημιούργησαν συνθέσεις που έχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που έχουν κάνει το σχήμα γνωστό, με τον παραδοσιακό κλασικό heavy metal ήχο να συνδυάζεται αρμονικά με πιο δυναμικά power metal στοιχεία. Τα τραγούδια ήταν και πάλι «απλά χτισμένα» σε ένα/δύο χαρακτηριστικά riff που αποτελούσαν την βασική ιδέα και πάνω εκεί «στηνόταν» η κάθε σύνθεση. Και το νέο –τότε- πόνημά τους, είχε τραχείς και στακάτες συνθέσεις, άκρως πορωτικές, με κύριο γνώμονα τις δυναμικές μελωδίες και το ηχητικό τσαγανό, σε midtempo ή πιο up-tempo ρυθμούς, με τα καινούργια τότε τραγούδια να έχουν και αυτά το «αέρινα» ξεσηκωτικό στοιχείο των συνθέσεων του συγκροτήματος.

Και αυτό το άλμπουμ, δεν είχε ξεφύγει καθόλου από την γενικότερη ηχητική και συνθετική τους ταυτότητα που είχαν δημιουργήσει, ακολουθώντας κατά γράμμα την όποια επιτυχημένη συνταγή που υπήρχε, με μια όμως διαφορά. Σε όλα τα τραγούδια του “Return of the reaper”, ήταν μπολιασμένο το πιο «ωμό» feeling που υπήρχε στις πρώτες δουλειές του σχήματος. Τα πολλά power σημεία του πρόσφατου παρελθόντος, είχαν δώσει την θέση τους σε πιο κλασικού ύφους μέρη, φέρνοντας άμεσα στο μυαλό του (πιο μυημένου κυρίως) οπαδού, δίσκους όπως τα “Heavy metal breakdown”, “Witch hunter” και “The reaper” (ίσως γι’ αυτό ονόμασαν και την δουλειά έτσι).

Ο δίσκος είναι ένας από τους καλύτερους σε σύνολο συνθέσεων της καριέρας τους, αφού από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, ο ακροατής άκουγε ό,τι ακριβώς επεδίωκε να «λάβει» από το σχήμα. Είτε του αρέσαν οι πιο mid tempo συνθέσεις “Tattooed rider” (με τα πρώτα δευτερόλεπτα να φέρνουν στο νου το “Turbo lover” των JUDAS PRIEST), “Season of the witch”, “Grave desecrator”, “Dia de los muertos” είτε οι πιο γρήγορες “Hell funeral”, “War dog”, “Resurrection day”, “Road rage killer” και “Satan’s host” (τραγούδι που θυμίζει MOTORHEAD των τελευταίων ετών από χιλιόμετρα), όλο το άλμπουμ συμπεριλάμβανε και τιμούσε στο έπακρο τις λέξεις «heavy metal».

Οι GRAVE DIGGER για ακόμα μια φορά έδωσαν στον οπαδό ένα άλμπουμ ολοκληρωμένο, έχοντας και άλλο ένα εκπληκτικό εξώφυλλο αλλά και πανέμορφες συνθέσεις, με τα τραγούδια να ήταν τέτοια που δεν θα μπορούσες να βρεις κάποιο να υστερεί σχετικά με τα υπόλοιπα. Ένα άλμπουμ που από την αρχή μέχρι το τέλος, και αυτό, είχε 100% ποιοτικές heavy metal συνθέσεις, όπως άλλωστε μας έχει συνηθίσει το group από την πρώτη του δισκογραφική κίνηση, και μας εκπλήσσει ευχάριστα μέχρι και σήμερα.

Did you know that?

–  Το άλμπουμ είναι το δεύτερο των τελευταίων ετών, μετά την πιο πρόσφατη κυκλοφορία τους δυο χρόνια πριν.

– Ο δίσκος θα ήταν ο τελευταίος του Hans Peter “H.P.” Katzenburg στα keyboards, μέλος των GRAVE DIGGER από το 1996.

– Στην limited έκδοση του άλμπουμ σε διπλό CD, υπάρχουν δυο επιπλέον νέα τραγούδια, ένα συνθετικό κλικ κάτω από αυτά της κυρίως κυκλοφορίας, καθώς και οχτώ παλιότερες συνθέσεις σε ακουστική ζωντανή εκτέλεση. Όλα τα bonus του δεύτερου CD υπάρχουν και στην έκδοση του βινυλίου προς τέρψη των συλλεκτών.

– Το άλμπουμ έχει επίσης και μια άλλη συλλεκτική έκδοση πολύ μικρού τιράζ (100 κομμάτια), όπου εκτός του μονού ή διπλού CD, στο box set εμπεριέχει και ένα μικρό ξύλινο φέρετρο με ένα κρασί μέσα.

Θοδωρής Μηνιάτης

Weekly metal meltdown (29/6 – 5/7)

0
Weekly metal meltdown 29-6-5-7

Weekly metal meltdown 29-6-5-7

Weekly Metal Meltdown και αυτήν την εβδομάδα με την ανασκόπηση των νέων τραγουδιών που κυκλοφόρησαν και από επερχόμενες κυκλοφορίες που περιμένουμε με ενδιαφέρον. Σ’ αυτήν την εκδοχή, παρουσιάζουμε μερικά από τα πιο πολυαναμενόμενα τραγούδια, που βγήκαν από τις 29 Ιουνίου μέχρι τις 5 Ιουλίου.

Photo by Tallee Savage

Ξεκινάμε με το νέο single μέσα από το επερχόμενο, 13ο άλμπουμ των Σουηδών “σταυροφόρων” του heavy metal, HAMMERFALL. To “Avenge the fallen”, θα κυκλοφορήσει από τη Nuclear Blast στις 9 Αυγούστου και μέσα από αυτό, μπορούμε να ακούσουμε το τραγούδι “Freedom”.

Photo by Shane Eckart

Σίγουρα οι Τεξανοόι FLOTSAM & JETSAM είναι ένα συγκρότημα πολύ αγαπητό στο ελληνικό κοινό κι όχι μόνο. Το νέο τους άλμπουμ, “I am the weapon”, αναμένεται από την AFM Records στις 13 Σεπτεμβρίου (έχουμε ακόμα καιρό). Παρόλα αυτά, εμείς μπορούμε να ακούσουμε ήδη το τρίτο τους single, για το τραγούδι “Burned my bridges”.

Photo by Jussi Ratilainen

Οι Φινλανδοί masters του death doom metal, οι SWALLOW THE SUN, δούλεψαν με τον Dan Lancaster (Bring Me the Horizon, Muse, Enter Shikari) στην παραγωγή και τη μίξη για το τραγούδι “Innocence was long forgotten”, το video clip του οποίου μπορείτε να δείτε από κάτω. Δεν μας έχουν δώσει πολλές παραπάνω πληροφορίες, αλλά υποθέτουμε ότι σε λίγο καιρό θα ανακοινώσουν κι αυτοί καινούργιο δίσκο.

Photo by Rob Shotwell

Αν μη τι άλλο, η σύνθεση των CATEGORY 7, σε κάνει να θέλεις να ακούσεις το δίσκο τους. Δεν βρίσκεις κάθε μέρα, μπάντα με τους ακόλουθους μουσικούς: John Bush (Armored Saint, Anthrax), Mike Orlando (Adrenaline Mob, Sonic Universe, Noturnall), Phil Demmel (Machine Head, Kerry King, Vio-Lence), Jack Gibson (Exodus), Jason Bittner (Shadows Fall, Overkill). Το ομώνυμο ντεμπούτο τους, έχει προγραμματιστεί από τη Metal Blade για τις 26 Ιουλίου κι ως τότε, μπορούμε να απολαύσουμε το “Mousetrap”.

Photo by Jim Rakete (courtesy of The Outside Organisation)

Με το “=1” να βρίσκεται λίγες μέρες πριν την ημερομηνία κυκλοφορίας του (19 Ιουλίου), οι DEEP PURPLE, μας προσφέρουν το video clip για το τραγούδι “Lazy sod” (μετά τα “Portable door” και “Pictures of you”, που είχαν αφήσει θετικότατες εντυπώσεις). Θα πρέπει να πούμε ότι τα τρία τελευταία στούντιο άλμπουμ των γερόλυκων του hard rock, έχουν πάει στο #1 των charts πολλών χωρών κι έχουν πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, κάτι που τους κάνει ένα από τα πιο εμπορικά rock σχήματα ακόμα και σήμερα…

Κακά τα ψέματα, τους Βρετανούς BLITZKRIEG, τους γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος από τη διασκευή των METALLICA στο ομώνυμο τραγούδι τους. Όμως οι NWOBHM ήρωες, με ηγέτη τον τραγουδιστή τους Brian Ross, είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Συνεχίζουν και δισκογραφούν και το ομώνυμο άλμπουμ τους, αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι από τη Mighty Music. Από εκεί, θα ακούσουμε το “The spider”.

Photo by Martin Darksoul

Ένα από τα κορυφαία σύγχρονα hard rock σχήματα, είναι δίχως άλλο, οι Σουηδοί ECLIPSE, του Erik Martensson, οι οποίοι ανακοίνωσαν ότι στις 20 Σεπτεμβρίου θα βγάλουν από τη Frontiers, το “Megalomanium II”. Το νέο τους video clip είναι για το τραγούδι “The spark”. Πάντα στο αγαπημένο τους/μας ύφος:

Last but not least, αφού μιλάμε για ένα εγχώριο σχήμα, τους heavy/power metallers SIRIUS. Οι SIRIUS, κυκλοφορούν το “A quest for life” στις 26 Ιουλίου από τη WormHoleDeath Records, με τη συμμετοχή του Tim “Ripper” Owens και του Derek Sherinian και από κάτω μπορούμε να ακούσουμε το “Desdichado”.

Ραντεβού σε λίγες μέρες με περισσότερα ολοκαίνουργια τραγούδια από κυκλοφορίες που ανυπομονούμε να ακούσουμε!

SONJA: Ανακοινώθηκε συναυλία τους στην Αθήνα

0
Sonja

Sonja

Pedrera Live Productions presents

SONJA

Live in Athens

Opening act:

Saturday Night Satan

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

An Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια)

Join the FB Event

Τιμές εισιτηρίων:

€21 (early birds / αποκλειστικά online)

€24 (προπώληση)

€27 (ταμείο)

Προπώληση εισιτηρίων:

Μέσω του δικτύου More by Viva

Hard copy tickets:

  • Oldschool (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια)
  • Metal Era (Εμμ. Μπενάκη 22, Εξάρχεια)
  • Full Moon Store (Θεμιστοκλέους 42, Εξάρχεια)
  • Monsterville (Αγ. Ειρήνης 13, Μοναστηράκι)

SONJA

 “I know they’re all coming for me again tonight

A pack of wolves coming to devour

And they might get me this time

But I’ll take a piece of every one of their souls as payment”

Η ιδέα για τη δημιουργία ενός gothic rock/heavy metal συγκροτήματος με το όνομα Sonja, γεννήθηκε στο μυαλό της Melissa Moore το 2014, όταν ένιωσε να καταρρέει υπαρξιακά κατά τη διάρκεια μιας αγχωτικής πτήσης με την οποία επέστρεφε στο σπίτι της, από τη Μελβούρνη στη Φιλαδέλφεια.

Μόλις προσγειώθηκε, τηλεφώνησε στον ντράμερ Grzesiek Czapla και αφού αργότερα προσκάλεσαν και τον μπασίστα Ben Brand, βυθίστηκαν σε μυστικές τοποθεσίες, όπου ο φόβος και ο πόνος μετατράπηκαν σε εμμονικό metal που ήταν γερά συνδεδεμένο με pop καταβολές.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ήταν γεμάτα από άκρατη σεξουαλικότητα, μια αποκάλυψη φύλου, περιστασιακές συνευρέσεις, γενναιοδωρία, εχεμύθεια, κινδύνους, επιθυμίες, παράνοια, πάθος και ατελείωτο rock n’ roll.

Το 2022, οι Sonja κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους “Loud Arriver” μέσω της Cruz Del Sur Music, σε μίξη του Arthur Rizk. Αιχμαλωτίζοντας το αληθινό πνεύμα του metal και του rock n’ roll με μια σκοτεινή και αισθησιακή προσέγγιση, και περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το single “Nylon Nights”, το βίντεο του οποίου επιμελήθηκε ο δημοφιλής Zev Deans, το άλμπουμ έλαβε αποθεωτικές κριτικές, οδηγώντας το γκρουπ σε έναν αέναο κύκλο συναυλιών σε ΗΠΑ και Ευρώπη, με τους Sonja να ετοιμάζονται πλέον για τον διάδοχό του, όσο συνεχίζουν τις φεστιβαλικές εμφανίσεις και τις περιοδείες.

Μάλιστα, έχοντας μεταπηδήσει πλέον στη Century Media Records, οι Sonja παρουσίασαν πρόσφατα και ένα δείγμα από τις νέες τους συνθέσεις, το single “Discretion for the Generous”, που με τη δυναμική του και την ανάμιξη του gothic rock στιλ με ένα άκρως κολλητικό ρεφρέν, δημιουργεί έναν εκρηκτικό metal “ανεμοστρόβιλο”, σε στίχους και μελωδίες της Melissa Moore, που αποδεικνύουν την οξυδέρκεια της και το πώς έχει μάθει να αλληλεπιδρά.

Με τη σειρά του, το βίντεο για το “Discretion for the Generous” ταιριάζει απόλυτα με την ορμητικότητα του τραγουδιού, παρουσιάζοντας αφενός το συγκρότημα σε μια καθηλωτική ερμηνεία, αφετέρου μια παράλληλη ιστορία τέχνης και συμβολικής αναπαράστασης, όπου οι Sonja αφήνονται στα χέρια του πόθου και του πειρασμού, χαράζοντας ταυτόχρονα το δικό τους μονοπάτι, κάτι που άλλωστε αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό σε όλη αυτή την ανοδική πορεία της μπάντας.

Δηλώνοντας πλήρη υποταγή στη θεά τους, το Heavy Metal, οι Sonja επιστρέφουν το Σάββατο 12 Οκτωβρίου στον “τόπο του εγκλήματος”, το ιστορικό An Club, εκεί όπου την άνοιξη του 2023 είχαν πραγματοποιήσει την πρώτη τους, θριαμβευτική εμφάνιση στην Ελλάδα, ως headliners του Up the Hammers Warm-Up Show.

Έγραψαν για τους Sonja:

[…] Το αμερικάνικο trio σκότωσε με high energy απόδοση του δικής του έμπνευσης γοτθίζοντος metal. Κάρφωσαν τις κιθάρες στο πάτωμα και μας καληνύχτισαν. Αφεντικά. […] / Metal Hammer

[…] Η Melissa άνοιξε δίοδο με την εκπληκτική μουσική που έγραψε για τους Sonja, ώστε να κάνει κάθε μεταλλά και δύσπιστο να αδιαφορήσει. Δυσφόρησε στο σώμα της, δυσφόρησε στη μπάντα της όταν αποφάσισε να αποτάξει το πρώτο, δέχτηκε bullying. Το βράδυ της Πέμπτης όμως, κυριάρχησε πανηγυρικά σε ένα An Club που την αγκάλιασε χωρίς καμία δεύτερη σκέψη. […] / Rocking.gr

[…] Up The Hammers 2023: Με μια συναυλία-πυρκαγιά ιστορική για την Αθήνα, οι Sonja έδειξαν ότι τα τρανς άτομα χωράνε (και) στο metal […] / Athinorama.gr

[…] Δυσκολεύομαι να εντοπίσω στο συναυλιακό μου ιστορικό, τη ζωντανή εμφάνιση μιας μπάντας που σε σκάρτο μιας ώρας με συνεπήρε στο μέγιστο βαθμό. Στα δικά μου μάτια οι Sonja αντιπροσωπεύουν το πραγματικό νόημα του Heavy Metal! […] / Soundcheck.network

[…] Εντελώς «χύμα» στην σκηνή, απίστευτα ενεργητικοί, όντως «μαγνήτισαν» το κοινό και το παρέσυραν στον δικό τους, αυθεντικό rock n’ roll «κόσμο» […] / Rockhard.gr

[…] Πατώντας στις διδαχές του κλασικού metal, αλλά μπολιάζοντάς το με αποχρώσεις που δείχνουν αγάπη τόσο για το post punk όσο και το goth, η Moore μας συστήνει έναν κόσμο που το σκοτάδι έχει πολλές αποχρώσεις […] / Depart.gr

[…] Γι’ αυτό λοιπόν, αν και είναι προφανές, θα το πω: Ακόμα κι αν δεν είναι ο πρώτος καλύτερος, το “Loud Arriver” δεν μπορεί παρά να είναι ο heavy metal δίσκος της χρονιάς. […] / Mic.gr

[…] Το “Loud Arriver” δίνει μαθήματα για το πώς πρέπει να συνδυάζονται επιτυχημένα διαφορετικά είδη μεταξύ τους, έτσι ώστε να αναδεικνύει το ένα το άλλο και το τελικό αποτέλεσμα να είναι κάτι εξαιρετικό […] / Rockoverdose.gr

[…] Δίσκοι που κουβαλάνε τέτοιες ιστορίες από πίσω τους, εμπνευσμένοι από αρνητικά συναισθήματα από τη μία και με έναν ξεκάθαρο στόχο μπροστά τους από την άλλη, συνήθως αποτελούν ευχάριστες εκπλήξεις. Μεγάλη υπόθεση η κάθαρση και μακάριοι όσοι την επιτυγχάνουν. […] / Rocking.gr

[…] Διασκεδαστικό απ’ την πρώτη νότα, θα μπορούσε να αποτελεί το soundtrack μιας νύχτας στην πόλη που τα έχετε κάνει όλα: έχετε τραγουδήσει, μεθύσει, κλάψει, κάνει σεξ, έχετε αποκτήσει καλές και κακές εμπειρίες […] / Rockway.gr

[…] Η Melissa Moore απελευθερώνεται επιτέλους και πετυχαίνει την υπέρτατη προσωπική της νίκη και κάθαρση. Οι Sonja έρχονται με φόρα, συνθλίβουν τα πάντα στο πέρασμά τους, δηλώνουν βροντερό παρόν και κάνουν πραγματική κατάθεση ψυχής. Ο δίσκος αυτός είναι το ντεμπούτο εκείνο που θα μνημονεύουμε στα χρόνια που έρχονται. […] / Rockinathens.gr

[…] Πώς διάολο καταφέρνουν να βάλουν όλη την “80ίλα” μέσα σε έναν δίσκο, μπορεί κάποιος να το εξηγήσει; Ας βάλω για μία ακόμη φορά το “Pink Fog”, να πατήσω γκάζι και να αδειάσει το κεφάλι μου. […] / i-JUKEBOX.gr

[…] Ο ήχος και οι συνθέσεις εκπέμπουν έναν ρετρό χαρακτήρα, παράλληλα με μια έντονα μυστηριώδη ατμόσφαιρα που έρχεται και σε αγκαλιάζει σαν μαύρο πέπλο και δεν σε αφήνει να ξεφύγεις. […] / Metalinvader.net

[…] Με περίβλημα ένα πολύ ευαίσθητο κοινωνικά θέμα, αυτό των σεξεργατριών και της βίας που ασκείται πάνω τους, η μουσική των Sonja έχει ψυχή, έχει ορμή, έχει χαρακτήρα και κυρίως έχει έμπνευση […] / Avopolis.gr

Links:

Facebook | Instagram

Bandcamp | Youtube | Spotify

Opening act:

SATURDAY NIGHT SATAN

Προερχόμενοι από βαθιές underground ρίζες, οι Saturday Night Satan μάς συστήθηκαν για πρώτη φορά στα τέλη του 2023 με τις κυκλοφορίες εξαιρετικών singles, που σταδιακά άνοιξαν τον δρόμο για την παρθενική δισκογραφική τους δουλειά, το εκπληκτικό “All Things Black”, που κυκλοφόρησε ψηφιακά, σε CD και βινύλιο, μέσω της Made of Stone Recordings, τον Μάρτιο του 2024.

Έχοντας στις τάξεις τους την εντυπωσιακή frontwoman Kate και στην οπισθοφυλακή τον Δημήτρη Κότση (επίσης μέλος των Black Soul Horde), που ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος σύνθεσης, ενορχήστρωσης και συγγραφής στίχων του πρώτου τους άλμπουμ, οι Saturday Night Satan έτυχαν θερμής υποδοχής από το παγκόσμιο μουσικό κοινό κι έτσι οδηγήθηκαν μοιραία στη συναυλιακή τους ενσάρκωση, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει εμφανίσεις πλάι σε σημαντικά ονόματα του παγκόσμιου μουσικού στερεώματος, όπως οι Green Lung, Lucifer και Night Demon.

Με επιρροές που ποικίλουν, από το occult rock κίνημα των late 60s, το proto-metal των 70s, το heavy metal sleaziness των 80s και το ομιχλώδες σαμπαθικό heavy rock των 90s, αλλά και αναφορές σε horror cinema, σκοτεινή μυθοπλασία και θρησκευτική μυθολογία, οι Saturday Night Satan προσφέρουν μία ακαταμάχητα elegant σκοτεινή αισθητική, υποσχόμενοι μια λαμπρή πορεία, αλλά και καθηλωτικές ζωντανές εμφανίσεις!

Links

Facebook | Instagram

Bandcamp | Youtube | Spotify

VISIONS OF ATLANTIS – “Pirates II: Armada” (Napalm Records)

0
Visions Of Atlantis

Visions Of Atlantis

Μεγαλώνοντας, μπορώ να πω πως οι VISIONS OF ATLANTIS μου περνούσαν αδιάφοροι. Πριν 2 χρόνια έπεσε στην προσοχή μου το “Pirates” και έμεινα λίγο κάγκελο, οπότε ψάχνοντας, έχω αγαπήσει οτιδήποτε έχουν βγάλει από το “The Deep & the Dark” του 2018 και μετά. Ο λόγος, είναι φυσικά ότι μιλάμε για άλλο συγκρότημα σε σχέση με το παρελθόν. Με τον drummer τους να είναι το μόνο σταθερό μέλος από την δημιουργία της μπάντας, έχουμε μία φρέσκια ομάδα με το φιλί της ζωής να δίνει η Γαλλίδα τραγουδίστρια Clementine Delauney. Σημαντική συνεισφορά έχει και ο Ιταλός Michele Guaitoli (TEMPERANCE), ο οποίος μοιράζεται σε μεγάλο ποσοστό τα φωνητικά μαζί με την Clementine, έχοντας δημιουργήσει ένα εξαιρετικό δίδυμο που αποτελεί και το πιο δυνατό σημείο αναφοράς του group.

Έκτοτε, κάνουν τα πάντα σωστά ώστε να μεγαλώσει το εκτόπισμα του συγκροτήματος! Αρχικά σε κάθε δίσκο επανέρχονται με όλο και καλύτερα τραγούδια. Στα live τους είναι πολύ δεμένοι και η καλή εμφάνιση είναι δεδομένη. Βάλτε στο σακί τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό συναυλιών, μία δυνατή παρουσία στα social media και φυσικά τη σταθεροποίηση της πειρατικής θεματολογίας που τους πάει γάντι, οπότε δεν υπάρχει χώρος για απορίες σχετικά με την ανοδική τους πορεία. 

Να πω την αλήθεια, το “Pirates” του 2022 ήταν τόσο καλό που δεν περίμενα ότι θα το ξεπεράσουν. Περίμενα όμως μια δουλειά που θα κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα, κάτι που το “Armada” έκανε με μεγάλη αξιοπρέπεια, συνεχίζοντας το σερί των VOA να κυκλοφορούν ποιοτική μουσική. Τόσο το συγκρότημα όσο και το δελτίο τύπου, μιλούν για μία πιο heavy κατεύθυνση, κάτι που δεν θα έλεγα ότι ισχύει σε τόσο μεγάλο βαθμό. Εκεί που αδιαμφισβήτητα διαπρέπουν, είναι  στο πόσο μεγαλεπήβολο, σινεματικό και θεατρικό είναι το αποτέλεσμα, ακόμα και σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. 

Από το intro “To those who choose to fight”, καταλαβαίνουμε ότι κάτι καλό μας περιμένει, καθώς δεν μιλάμε για ένα διεκπερεωτικό δίλεπτο instrumental, αλλά για μία σχεδόν a capela ερμηνεία που σε ταξιδεύει και σε εισάγει αμέσως στο κλίμα του δίσκου. Στη συνέχεια γινόμαστε μάρτυρες ενός καλογυαλισμένου και καλοδουλεμένου, τέρμα μελωδικού, Symphonic Metal! Έχει πέσει πολύ προσοχή στις ενορχηστρώσεις, ενώ οι απόλυτοι πρωταγωνιστές είναι οι 2 τραγουδιστές και οι φωνητικές γραμμές που σκαρφίστηκαν, καθώς κάθε verse και ρεφραίν, είναι φτιαγμένο για να κολλήσει στο μυαλό σου. Όχι ότι η κιθαριστική παρουσία του Douscha πάει πίσω, μπορεί στα ρυθμικά να μην ξεφεύγει από τα απολύτως απαραίτητα, αλλά στα σόλο η δουλειά του είναι εξαιρετική!  

Στα συν, το “Armada” είναι λες και φτιάχτηκε για soundtrack ταινίας, είναι ξεσηκωτικό, ενώ είναι από τις λίγες φορές που η λέξη μελωδικό σημαίνει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ μελωδίες και όχι ένας προάγγελος ενός νερόβραστου αποτελέσματος. Τολμάει να δοκιμάσει καινούρια πράγματα και το αποτέλεσμα είναι στιγμές όπως το “Tonight I’m alive”, το οποίο κέρδισε τον τίτλο του καλύτερου τραγουδιού στα αυτιά μου! Στα πλην, θα έκοβα 2-3 συνθέσεις. Το “Collide” είναι όμορφο μεν, αλλά πολύ απλό σε σχέση με το υπόλοιπο tracklist, το “Magic of the night” μου θυμίζει folk NIGHTWISH από αυτά που πρωταγωνιστεί ο Troy (το λες και PTSD), ενώ δεν υπάρχει λόγος για δύο μπαλάντες, μία ήταν αρκετή. Αν μας σερβίρανε δηλαδή 9 τραγούδια αντί 12, το αποτέλεσμα θα ήταν πιο συμπαγές. 

Συνολικά η ζυγαριά γέρνει εύκολα στην πλευρά της επιτυχίας. Όσοι γουστάρουν κοπάνημα, νομίζω δεν θα φτάσουν καν μέχρι τη μέση. Εγώ αυτό που θέλω είναι να βάζω έναν δίσκο να παίζει, να κλείνω μάτια και να χάνομαι σε αυτό που ακούω. Ε, αυτό το έλαβα και με το παραπάνω! Το αν το “Armada” θα καταλήξει να είναι η καλύτερη δουλειά του συγκροτήματος, θα το δείξει ο χρόνος, η μάχη είναι μεταξύ αυτού και του “Pirates” μέχρι στιγμής. Όσοι κολυμπάτε στα νερά του είδους ορμάτε! Μακάρι να λεηλατήσουν και από Ελλάδα κάποια στιγμή, είχα την τύχη να τους δω πρόσφατα και ήταν ανέλπιστα καλοί σε κάθε πτυχή!

8 / 10

Παύλος Παυλάκης 

PORTRAIT – “The host” (Metal Blade)

0
Portrait

Portrait

Το χούι δεν κόβεται… Εκεί που στο εναρκτήριο “The blood covenant” ξεκίνησα να γράφω πως οι PORTRAIT ακούγονται σχεδόν απογαλακτισμένοι από τις MERCYFUL FATE επιρροές τους, με κάποιες 90s power metal τσίτες να έχουν παρεισφρήσει, το βασικό riff του “The sacrament” σε επαναφέρει στον οικείο ήχο που έχουν επιλέξει οι Σουηδοί να κινούνται από την αρχή της καριέρας τους.

Αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του ύφους τους και είναι μάταιο να επαναλαμβανόμαστε κάθε φορά με τα ίδια σχόλια. Ίσως μάλιστα να τους αδικούμε με αυτόν τον παραλληλισμό, από την στιγμή που ειδικά στις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες τους  προσεγγίζουν και φανερώνουν πτυχές της μουσικής τους προσωπικότητας που δεν ήταν τόσο διακριτές. παραμένοντας πάντα πιστοί στο παραδοσιακό heavy metal ενισχύοντάς το με υποβόσκον ακραίο metal, σκοτεινή αισθητική, θεατρικότητα και υμνικά μέρη σε κιθάρα και φωνητικές μελωδίες, στοιχεία που ταιριάζουν στο στιχουργικό concept του δίσκου με την ιστορία να διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα.

Ομόηχα άλμπουμ όπως το “The world, the flesh, the devil” των IN SOLITUDE θα μπορούσαν να αναφερθούν αλλά οι PORTRAIT είναι περισσότερο εξωστρεφείς και με άλμπουμ όπως το “The host” δείχνουν να μην έχει στερεύσει η πώρωσή τους για πυρακτωμένο heavy metal παρότι βρίσκονται στην έκτη τους δισκογραφική δουλειά και η προσθήκη του κιθαρίστα Karl Gustafsson στο line-up ακούγεται απόλυτα ταιριαστή. Το κλείσιμο με το ενδεκάλεπτο “The passions of Sophia” συνεχίζει την κληρονομιά των μακροσκελών συνθέσεων, μόνο που αυτή τη φορά τους ακούμε σε πιο δραματοποιημένο ύφος με έναν έντονο επικό IRON MAIDEN αέρα που δείχνει να τους κολακεύει.

7,5 / 10

Κώστας Αλατάς

ACCEPT: 45 Δισκογραφικά Χρόνια Μεταλλικής Καρδιάς

0
Accept
Photo by Grzegorz Golebiowski
Accept
Photo by Grzegorz Golebiowski

Κάποια πράγματα είναι ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι αυτονόητα και δεδομένα. Ακόμη και αν το συγκεκριμένο κείμενο γραφόταν το 2524 πάλι τα ίδια πράγματα θα ίσχυαν. Βλέπετε, εξ ορισμού, μία σταθερή αξία παραμένει αναλλοίωτη στο χρόνο και οι ACCEPT ευτυχώς για όλους μας αποτελούν μία αδιαμφισβήτητη σταθερά στο μεταλλικό γίγνεσθαι. Και μπορεί τα τελευταία χρόνια τα άλμπουμ τους να είναι κατώτερα των προσδοκιών ή έστω της αίγλης του ονόματός τους αλλά τόσο το δισκογραφικό παρελθόν όσο και η εν γένει παρουσία τους πάνω στο σανίδι δεν αφήνει περιθώρια καμίας απολύτως αμφισβήτησης. Αν με ρωτήσετε, τα γερμανικά panzer ανήκουν στην πεντάδα των σημαντικότερων heavy metal συγκροτημάτων όλων των εποχών. Και αυτό δεν θα αλλάξει στον αιώνα τον άπαντα. Πάμε, λοιπόν, να κάνουμε μία ιδιαίτερη αναδρομή, με αφορμή την εμφάνισή τους μαζί με τους JUDAS PRIEST και τον Bruce Dickinson στο Release (Κυριακή 21/7) αναφέροντας επιγραμματικά 2 τραγούδια από κάθε τους δίσκο: αυτό που είναι πραγματικά κλασικό και αυτό που αποτελεί ένα παραγνωρισμένο διαμάντι ή όπως λένε στη slang της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, το underdog του εκάστοτε δίσκου.

ACCEPT (1979)

The Classic: “Lady Lou – Το κομμάτι που ανοίγει το δίσκο και το μοναδικό single από αυτό. Αν και απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί classic, είναι ό,τι πιο κοντινό σε αυτό τον χαρακτηρισμό.

The Underdog: “Seawinds – Δεν ξέρω αν μπορεί να θεωρηθεί υποτιμημένο αλλά το συγκεκριμένο τραγούδι έχει εξαιρετικούς στίχους και μόνο γι’ αυτό βρίσκεται ουσιαστικά σε αυτή την κατηγορία.

IM A REBEL (1980)

The Classic: “Im a rebel – Και μόνο το γεγονός ότι τόσο οι ACCEPT όσο και οι U.D.O. συνεχίζουν και παίζουν σε τακτική βάση το συγκεκριμένο κομμάτι, λέει πολλά. Όχι η καλύτερη δισκογραφική στιγμή των ACCEPT αλλά σίγουρα μία αξιοσημείωτη παρακαταθήκη.

The Underdog: “The king – Χωρίς καν δεύτερη σκέψη! Η ερμηνεία του Baltes είναι αψεγάδιαστη και το συγκεκριμένο κομμάτι είναι με διαφορά το αγαπημένο μου στο δίσκο. Θα έπρεπε να είναι κλασικό…

BREAKER (1981)

The Classic: “Midnight highway – Καθαρά συναυλιακό κομμάτι που στις συνειδήσεις τόσο της μπάντας (περισσότερο) όσο και των οπαδών ενέχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός classic track!

The Underdog: “Breaking up again– Πόσο ταιριάζουν στη φωνή του Baltes αυτές οι μπαλάντες! Είναι ιδέα μου ή το συγκεκριμένο τραγούδι έχει επηρεάσει τη δομή όλων σχεδόν των slow tracks κάθε power metal μπάντας εκεί έξω…;

RESTLESS AND WILD (1982)

The Classic: “Fast as a shark – Δεν θα μπορούσε να είναι κάποιο άλλο αφού και μόνο ο επιδραστικός του χαρακτήρας στα επόμενα χρόνια για πολλές μπάντες και κινήματα είναι καταλυτικός.

The Underdog: “Neon nights – Συγκλονιστική σύνθεση η οποία φυσικά είναι κλασική αλλά καμιά φορά ξεφεύγει από τα ραντάρ του μέσου οπαδού ειδικά στις νεότερες γενιές.

BALLS TO THE WALL (1983)

The Classic: “Balls to the wall – Ένας εκ των απόλυτων ύμνων των Γερμανών και μία αποθέωση ατόφιου, τευτονικού metal! To video clip είναι εξίσου κλασικό και δικαίως έχει αποκτήσει με τα χρόνια και ένα cult status.

The Underdog: “Losing more than youve ever had – Όταν οι ACCEPT αγκαλιάζουν την πιο εμπορική (πάλαι ποτέ) ή αν προτιμάτε μελωδική πλευρά τους, το αποτέλεσμα είναι πάντα…μα, πάντα εντυπωσιακό!

Photo by Mark Weiss

METAL HEART (1985)

The Classic: “Midnight mover – Όσοι μεγάλωσαν στα 80s γνωρίζουν πολύ καλά το πόσο επηρέασε το ελληνικό, μεταλλικό κοινό το συγκεκριμένο τραγούδι. Βέβαια, παθαίνεις μία επιληψία με το video clip αλλά η σύνθεση είναι 50 στα 10!

The Underdog: “Living for tonite” – Τι riff-άρα, Θεέ μου! Πόσο «δένει» η φωνή του Στρατηγού με την κιθαριστική επίθεση που εξαπολύουν οι Hoffmann & Fisher…πολλά χρόνια αργότερα οι U.D.O. θα χρησιμοποιήσουν σχεδόν αυτούσιο το συγκεκριμένο riff σε δίσκο τους. Το έχετε εντοπίσει το κομμάτι…;

RUSSIAN ROULETTE (1986)

The Classic: “Aiming high – Ο απόλυτος ορισμός ενός κλασικού τραγουδιού των ACCEPT. Τα δεύτερα χαρακτηριστικά φωνητικά απογειώνουν το κομμάτι και το power metal βρίσκει μία ακόμη πηγή έμπνευσης.

The Underdog: “Its hard to find a way – Ό,τι έγραψα για το “Losing more than you’ve ever had” ισχύουν και εδώ αφού το εν λόγω κομμάτι είναι μία φανταστική σύνθεση που υπό άλλες συνθήκες (άλλη φωνή) θα έπαιζε στα ερτζιανά της Αμερικής.

ΕΑΤ ΤΗΕ ΗΕΑΤ (1989)

The Classic: “Generation clash – Αν και τα πράγματα εδώ παίρνουν άλλη τροπή, το “Generation clash” είναι ένα αξιοπρεπέστατο κομμάτι μέσα σε ένα δίσκο που αν έφερε το όνομα ενός άλλου συγκροτήματος θα είχε καλύτερη τύχη.

The Underdog: “XTC – Δεν ξέρω αν θα μπορούσε το συγκεκριμένο κομμάτι να γινόταν ποτέ κλασικό αλλά σίγουρα διαθέτει κάτι από τη στόφα των καλών στιγμών των ACCEPT.

OBJECTION OVERRULED (1993)

The Classic: “Objection overruled – Με τέτοιο εναρκτήριο κομμάτι, τίποτα δεν μπορεί να πάει λάθος σε ένα δίσκο που είναι πραγματικά κλασικός και ένα εξαιρετικό comeback για τον Στρατηγό (αλλά χωρίς τον Fisher).

The Underdog: “Amamos la vida – Εύκολα το αγαπημένο μου τραγούδι στο δίσκο. Φανταστική ερμηνεία από τον Udo, τέλειες κιθάρες από τον Hoffmann και ένα μοναδικό, συνολικά, συναίσθημα.

DEATH ROW (1994)

The Classic: “Sodom and Gomorra – Αλλαγή πλεύσης και ήχου για τους ACCEPT για να συμβαδίσουν με τα σημεία των καιρών. Παραδόξως τόσο το “Sodom and Gomorra” όσο και ο δίσκος γενικότερα μου αρέσει πολύ.

The Underdog: “Bad habits die hard – Εδώ έχουμε κάτι από το κλασικό ηχητικό αποτύπωμα των ACCEPT και σίγουρα μιλάμε για ένα τραγούδι που κόλλαγε περισσότερο στο “Objection overruled” παρά εδώ. Δεν είναι διόλου περίεργο που οι οπαδοί της μπάντας το ξεχώρισαν με τη μία.

PREDATOR (1996)

The Classic: “Crossroads – Μέσα σ’ έναν αναιμικό δίσκο, το “Crossroads” ξεχωρίζει κυρίως λόγω του πολύ εμπνευσμένου ρεφραίν που σου «κολλάει» στον εγκέφαλο με τη μία και θυμίζει τις καλές στιγμές των Γερμανών.

The Underdog: “Digginin the dirt – Κλασικό ύφος ACCEPT και ας μην αποτελεί κανένα…δαφνοστεφανωμένο συνθετικό δείγμα. Σίγουρα έχουμε ακούσει καλύτερα τραγούδια από τους ACCEPT αλλά γενικά το “Predator” υστερεί σε πάρα πολλά σημεία.

BLOOD OF THE NATIONS (2010)

The Classic: “Teutonic Terror – Θυμάστε τι σοκ είχαμε πάθει όταν ακούσαμε το πρώτο αυτό single από το comeback των ACCEPT; Instant classic και ένα άλμπουμ που με το καλημέρα εδραιώθηκε σαν ένα από τα καλύτερα δισκογραφικά πονήματα της μπάντας.

The Underdog: “Pandemic – Άλλος οδοστρωτήρας και αυτός! Σε μία προ-πανδημίας εποχή, οι ACCEPT συνθέτουν ένα αριστούργημα διατυμπανίζοντας τα αυτονόητα: “It’s a pandemic, it’s a metal disease”!

STALINGRAD (2012)

The Classic: “Stalingrad – Το ομώνυμο κομμάτι συγκαταλέγεται άνετα και αυτό στις κλασικές στιγμές των ACCEPT αφού η όλη δομή και τεχνοτροπία του παραπέμπει στο πολύ χαρακτηριστικό στυλ της μπάντας.

The Underdog: “Shadow soldiers– Πάντα μου άρεσαν οι mid-tempo συνθέσεις των ACCEPT και το “Shadow soldiers” δεν αποτελεί εξαίρεση. Ίσως εδώ έχουμε και την καλύτερη ερμηνεία του Tornillo στο δίσκο.

BLIND RAGE (2014)

The Classic: “Dying breed – Το αγαπημένο μου κομμάτι στο “Blind rage” το οποίο συνδυάζει όλα τα κλασικά κιθαριστικά περάσματα και τις μελωδίες των ACCEPT με φανταστικούς (και τόσο ταιριαστούς) στίχους.

The Underdog: “Dark side of my heart– Σε ένα δίκαιο κόσμο εδώ θα είχαμε μία μεγάλη επιτυχία και ο δίσκος θα άγγιζε ένα πλατύτερο ακροατήριο. Η ιστορία όμως δεν γράφεται με τα «αν» και έτσι το “Dark side of my heart” παρέμεινε στην ένδοξη “deep cuts” κατηγορία.

THE RISE OF CHAOS (2017)

The Classic: “Die by the sword” – Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα που έλεγε και ο Sakis! Μόνο κατ’ ευφημισμό τοποθετούμε τραγούδια στην κατηγορία “classic” καθώς οι δίσκοι των ACCEPT αρχίζουν να κινούνται σε ρηχά νερά. Το “Die by the sword” κάπως ξεχωρίζει.

The Underdog: “Analog man – Ωραία μουσική, κάκιστοι στίχοι αλλά έστω και έτσι ο Hoffmann δείχνει σημάδια…συνθετικής ζωής χωρίς όμως πάλι να αγγίζει κανένα σοβαρό επίπεδο ποιότητας.

TOO MEAN TO DIE (2021)

The Classic: “Overnight sensation” – Αυτούς τους ACCEPT θέλουμε! Εξαιρετικό riff, ευφάνταστες γραμμές φωνητικών και ένα καθαρόαιμο τευτονικό συναίσθημα που θυμίζει άλλες εποχές.

The Underdog: “The best is yet to come – Μία πολύ όμορφη μπαλάντα που δίνει πολλούς πόντους στο δίσκο. Ωραίοι στίχοι και μία εξαιρετική ερμηνεία από τον Tornillo.

HUMANOID (2024)

The Classic: “Ravages of time – Σε ένα δίσκο-απογοήτευση το “Ravages of time” διασώζεται παρουσιάζοντας ένα ποιοτικό συνθετικό δείγμα το οποίο απουσιάζει με τον πλέον κατάφορο τρόπο στο “Humanoid”.

The Underdog: “Straight up Jack – Τραβηγμένο από τα μαλλιά αφού πραγματικά αδυνατώ να βρω κάτι θετικό να πω όχι μόνο για το συγκεκριμένο κομμάτι αλλά για το δίσκο γενικότερα.

Σάκης Νίκας

QUEENS OF THE STONE AGE: Ακύρωση της συναυλίας τους στην Αθήνα

0
Queens Of The Stone Age
Queens Of The Stone Age
Οι QUEENS OF THE STONE AGE, ανακοίνωσαν ότι ο Josh Homme θα πρέπει να υποβληθεί σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση και ως αποτέλεσμα ακυρώνονται κάποιες εμφανίσεις του σχήματος, συμπεριλαμβανομένης και αυτής στην Αθήνα.
Η διοργανώτρια εταιρία, High Priority, έκανε το ακόλουθο post στα social media.
Σε συνέχεια της επίσημης ανακοίνωσης των QUEENS OF THE STONE AGE είμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι η πρώτη φεστιβαλική μέρα του AthensRocks το Σάββατο 27 Ιουλίου δεν θα πραγματοποιηθεί.
Η διαδικασία επιστροφής των χρημάτων στους κατόχους εισιτηρίων θα ξεκινήσει τη Δευτέρα 15 Ιουλίου και θα έχει ολοκληρωθεί εντός 20 εργάσιμων ημερών.
Οι κάτοχοι των ηλεκτρονικών εισιτηρίων θα πιστωθούν το αντίτιμο των εισιτηρίων τους αυτόματα το χρονικό διάστημα που προαναφέραμε, χωρίς να χρειαστεί κάποια ενέργεια από μέρους τους.
Οι κάτοχοι των hard copy εισιτηρίων θα μπορούν να εξαργυρώνουν το εισιτήριό τους στα φυσικά σημεία προπώλησης (Monsterville: Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι, τηλ.: 21 0364 8180, Metal Era: Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα, τηλ.: 21 0330 4133) αρχής γενομένης από τη Δευτέρα 15 Ιουλίου και για 20 εργάσιμες ημέρες.
Αν κάποιος κάτοχος εισιτηρίου επιθυμεί αντί εξαργύρωσης να παρακολουθήσει τη δεύτερη φεστιβαλική μέρα του AthensRocks στις 2 Αυγούστου όπου θα εμφανιστούν οι LENNY KRAVITZ, SLEAFORD MODS, THE LAST INTERNATIONALE, ILIAS BOGDANOS & INCO μπορεί να το κάνει στέλνοντας σχετικό mail στο info@highpriority.gr


  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece