A day to remember… 12/7 [ALICE COOPER]

0
3








"/>



Εμβαθύνοντας σε θέματα πίστης, πειρασμού, αποξένωσης και απογοητεύσεων της σύγχρονης ζωής, η αφήγηση επικεντρώνεται στο νεαρό αγόρι, ο οποίος, φοβούμενος να μεγαλώσει και να αντιμετωπίσει τις πραγματικότητες της ζωής, έρχεται με κάποιο τρόπο σε επαφή με έναν μυστηριώδη σόουμαν (τον “Showman”), που διέθετε υπερφυσικές ικανότητες. Αυτός προσπαθεί να δελεάσει τον Steven να προσχωρήσει στο απόκοσμο ταξιδιάρικο σόου του, “The Theatre of the Real – The Grand-est Guignol!”, όπου υπόσχεται αιώνια νεότητα, θέτοντας παράλληλα το αγόρι ενώπιων διάφορων σύγχρονων πειρασμών, όπως τα ναρκωτικά, η βία και η υπαρξιακή απόγνωση. Η ιστορία τονίζει ότι αυτοί οι πειρασμοί είναι διαχρονικοί, εμφανίζονται σε όλη την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας και υπογραμμίζει τη σημασία της αντίστασης σε αυτούς. Αυτό το ταξίδι του Steven στην παράσταση του “Showman” αποτελεί, εν τέλει, μια μεταφορά για τον αγώνα ενάντια στην υποταγή στους σύγχρονους πειρασμούς. Επίκαιρο ακόμα και στις μέρες μας, δεν βρίσκετε;

Ο ατμοσφαιρικός ήχος του άλμπουμ, που διαμορφώθηκε από διάφορους παραγωγούς (Don Fleming, Duane Baron, John Purdell και Andy Wallace), δημιουργεί το κατάλληλο σκηνικό για να ξεδιπλωθεί η δραματική αυτή ιστορία. Ο Gaiman δεν ήταν ο μόνος εξωτερικός συνεργάτης στο άλμπουμ, αλλά κι άλλοι γνωστοί (και λιγότερο γνωστοί) καλλιτέχνες πρόσφεραν την αρωγή τους. Πρώτος και καλύτερος, ο εκλιπών Chris Cornell, τότε frontman των SOUNDGARDEN, που έγραψε ένα τραγούδι με τον Alice (“Stolen prayer”) και στο οποίο έκανε και δεύτερα φωνητικά. Ωστόσο, μία ακόμη από τις συνθέσεις πιστώθηκε αποκλειστικά στον ίδιο και αυτή ήταν το “Unholy war”. Είναι εκπληκτικό πως οι δύο καλλιτέχνες μπόρεσαν να συγκεράσουν τις ξεχωριστές τους προσεγγίσεις, ο μεν με πιο grunge ήχο, ο δε με πιο κλασικά ακούσματα.

Ένας άλλος συνεργάτης που κλήθηκε να συγγράψει κάποια κομμάτια ήταν ο Dan Wexler, κιθαρίστας των cult θρύλων ICON, προερχόμενος και αυτός από το Phoenix της Αριζόνα (τόπος κατοικίας του Alice). O Wexler βοήθησε να γραφτούν τα τέσσερα πρώτα τραγούδια του άλμπουμ, συγκεκριμένα τα “Sideshow”, “Nothing’s free”, “Bad place alone” και το πρώτο single (και γνωστότερο τραγούδι του άλμπουμ, στο οποίο παίζει και κιθάρα), “Lost in America”. Το τραγούδι, που είναι και το μοναδικό από το άλμπουμ που ο Alice παίζει ακόμα στα live του, έχει το δικό του video clip, το οποίο δυστυχώς δεν παίχτηκε και πάρα πολύ στην τηλεόραση. Στα βρετανικά charts έφτασε μέχρι το νο. 22, ενώ σημείωσε και μία μικρή επιτυχία στην Ωκεανία (νο. 46 στην Νέα Ζηλανδία, νο. 65 στην Αυστραλία).

Άλλοι αξιομνημόνευτοι καλλιτέχνες που πήραν μέρος στις συνθέσεις του άλμπουμ ήταν οι πασίγνωστοι Jack Blades και Tommy Shaw, που έπαιζαν μαζί στους DAMN YANKEES (μαζί με τους Ted Nugent και Michael Cartellone), μέχρι και το 1994. O Blades, πρώην μέλος των NIGHT RANGER και ο Shaw, πρώην μέλος των θρυλικών STYX, πρόσφεραν απλόχερα την βοήθεια τους στα “You’re my temptation” και “It’s me”, με το τελευταίο να κυκλοφορεί ως δεύτερο single. Και αυτό έκανε ένα ικανοποιητικό πέρασμα από τα βρετανικά charts, φτάνοντας στο νο. 34, παρόλα αυτά ούτε το δικό του video clip έλαβε ιδιαίτερη προώθηση, ούτε live ξαναπαίχτηκε μετά το 1995.

Στο “Lullaby” συμμετέχει ο επίσης γνωστός Καναδός συνθέτης Jim Vallance, διάσημος από τις συνεργασίες του με τον Bryan Adams (στα πετυχημένα του άλμπουμ “Cuts like a knife” και “Reckless”) και τους AEROSMITH (σε τραγούδια όπως τα “Rag doll”, “The other side” και “Eat the rich”). Το άλμπουμ κλείνει με το “Cleansed by fire”, το οποίο συνυπογράφει ο Mark Hudson, γνωστός επίσης από την δουλειά του με τους AEROSMITH (στο hit τους “Livin’ on the edge”). Εδώ να πούμε ότι η κύρια μπάντα που έπαιξε στο άλμπουμ ήταν ο κιθαρίστας Stef Burns (με συμμετοχή και στο προηγούμενο “Hey Stoopid”), ο μπασίστας Greg Smith (πρώην RAINBOW στο άλμπουμ “Stranger in us all”), ο ντράμερ David Uosikkinen (πρώην HOOTERS), και ο μάγος των πλήκτρων Derek Sherinian, γνωστός πλέον ως μέλος των DREAM THEATER από το 1994 και έπειτα.

Μετά την πιο εμπορική αισθητική των “Trash” και “Hey Stoopid”, το καινούριο άλμπουμ, που ονομάστηκε “The last temptation”, από την ιστορία που δημιούργησε ο Alice με τον Gaiman (και όχι από τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Ν. Καζαντζάκη), διέφερε σημαντικά σε όλα τα σημεία. Αναβίωσε μερικά από τα πιο σκοτεινά, μακάβρια θέματα από το παρελθόν του Alice ενώ ηχητικά χαρακτηρίζεται από grunge στοιχεία και πιο αιχμηρές μελωδίες. Αν και μερικές φορές καταλήγει σε κάποια μικρά αδιέξοδα (παιδικές χορωδίες, άφθονα ηχητικά εφέ), το τελικό αποτέλεσμα δεν επηρεάζεται και πολύ. Άλλωστε ο Alice δεν ήταν ποτέ φειδωλός με την υπερβολή και την θεατρικότητα. Στο ηχητικό ντοκουμέντο, ήρθε να προστεθεί το ομώνυμο κόμικ σε τρία μέρη, γραμμένο από τον Neil Gaiman και σε εικονογράφηση Michael Zulli (“The Sandman”), επί σειρά ετών συνεργάτη του συγγραφέα. Τοv “Showman” στο κόμικ, υποδύεται – ποιος άλλος; – ο ίδιος ο Alice. To κόμικ αρχικά κυκλοφόρησε από την Marvel και έπειτα επανεκδόθηκε από την Dark Horse Comics.

Την Τρίτη 12η Ιουλίου, ακριβώς τρεις δεκαετίες πριν, κυκλοφόρησε το 13ο σόλο (και 20ο συνολικά) άλμπουμ του Alice, από την Epic Records, τόσο ως το combo άλμπουμ και κόμικ, όσο και ως σκέτο άλμπουμ. Ήταν το τρίτο που κυκλοφόρησε η εν λόγω εταιρεία, ωστόσο δεν είχε καμία σχέση με τις δύο προηγούμενες δουλειές, θεματικά και μουσικά. Το “The last temptation” τα πήγε περίφημα στο Ηνωμένο Βασίλειο (έφτασε στο νο. 6) αλλά όχι και τόσο καλά στις ΗΠΑ (νο. 68). Ενόψει του διαζυγίου με την Epic, η προγραμματισμένη περιοδεία δεν χρηματοδοτήθηκε από την εταιρεία και ο Alice τελικά δεν προώθησε συναυλιακά το άλμπουμ. Μέχρι σήμερα, μόνο το “Lost in America” έχει επιβιώσει στο set list των συναυλιών του καλλιτέχνη. Αυτό βέβαια δεν λέει κάτι για την συνολική αξία του “The Last Temptation”, παρά μόνο ότι αποτέλεσε ένα εξαιρετικό, (ίσως) υποτιμημένο άλμπουμ και σίγουρα σημείο καμπής στην πορεία του μεγάλου Alice Cooper.

Κώστας Τσιρανίδης

ΥΓ: Ευχαριστώ τον Κωνσταντίνο Κουζήγιαννη, τον ειδήμονα στα πάντα περί Alice Cooper, για την πολύτιμη συνδρομή του!