Μετά την τεράστια επιτυχία και τον θόρυβο που προκάλεσε το πλατινένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο (και αλλού) “The number of the Beast”, οι IRON MAIDEN είχαν μπροστά τους το δύσκολο έργο να αποδείξουν τον εαυτό τους και φυσικά να δείξουν πως ότι ανεβαίνει… μπορεί να πάει ακόμα ψηλότερα.
Το έτος είναι το 1983 και με τη Σιδηρά Παρθένο στην ακμή της, το εγχείρημα μπορεί να ακουγόταν δύσκολο και ίσως να μην έφτασε το τέταρτο άλμπουμ των MAIDEN στην πρώτη θέση των Βρετανικών charts όπως ο προκάτοχός του, παρόλα αυτά, αναμφισβήτητα είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της καριέρας τους, όπως ο χρόνος αλλά και οι αντιδράσεις του κοινού, από τότε και μέχρι σήμερα όποτε έρχονται σε επαφή με το “Piece of mind”, έχει αποδείξει.
Ανεξίτηλοι ύμνοι, μεταξύ των οποίων το πανταχού παρόν και μάλλον πλέον αναγνωρίσιμο κομμάτι του Θηρίου, μαζί με το “Fear of the dark”, το εμβληματικό “The trooper”, ένα ανανεωμένο line-up, με την αποχώρηση του Clive Burr και την ένταξη στις τάξεις των MAIDEN του μέχρι σήμερα (και εσαεί) κ. Nicko McBrain πίσω από τα τύμπανα, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά ενός από τα πλέον διαχρονικά αριστουργήματα που μας χάρισαν ποτέ οι μεγάλοι Βρετανοί.
Το “Piece of mind”, έχει μία αμεσότητα, την οποία τα σύγχρονα άλμπουμ των MAIDEN στερούνται (αυτό δεν αποτελεί μομφή για τις καινούργιες τους δουλειές, φυσικά). Μια αμεσότητα που στην εποχή που βγήκε, ήταν το άμεσο ζητούμενο και φυσικά, το ζητούμενο αυτό δόθηκε απλόχερα στους οπαδούς, εγκαθιστώντας ακόμα βαθύτερα στις συνειδήσεις του κόσμου τους MAIDEN, ως ένα από τα μεγαλύτερα σχήματα – εκπροσώπους την heavy metal σκηνής.
Πόσα και πόσα (όλα θετικά) θα μπορούσαν να γραφτούν περιγράφοντας αυτό το κόσμημα στον οπλοβαστό του Θηρίου. Αντ’ αυτού, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μία βουτιά στην εποχή του, βλέποντας κάποια πράγματα, ιστοριούλες, γεγονότα πίσω από την δημιουργία του δίσκου, τον αντίκτυπό του, αλλά και την περιοδεία που ακολούθησε την κυκλοφορία του (είκοσι τρεις το σύνολο) για την υποστήριξη και προώθησή του.
Αντικρουόμενες ιστορίες προέκυψαν σχετικά με την αποχώρηση του Clive Burr από το συγκρότημα. Κάποιοι έλεγαν ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με το αλκοόλ και ότι οι ζωντανές εμφανίσεις του με το σχήμα έπασχαν από ένα σημείο και μετά. Ο ίδιος, πάντα το αρνιόταν και ισχυριζόταν ότι η ατμόσφαιρα μεταξύ των μελών άλλαξε, όταν εγκατέλειψε προσωρινά την περιοδεία μετά τον θάνατο του πατέρα του.
Για το διάστημα της απουσίας του Clive, επιλέχτηκε να τον καλύψει ο Nicko McBrain, ένας τρελός Άγγλος που έπαιξε support τους MAIDEN με τους Γάλλους TRUST. Όταν τελείωσε η περιοδεία, ο Clive απομακρύνθηκε οριστικά, με τον Nicko να γίνεται ο μόνιμος drummer του Θηρίου.
Ο Dickinson χαρακτήρισε σε συνέντευξή του τον Clive ως τον καλύτερο drummer των MAIDEN. Ίσως όχι τεχνικά, όπως είπε, μιας και θεωρεί τον McBrain σαφώς καλύτερο σε αυτόν τον τομέα, αλλά από άποψη δυναμικής.
Στις 2 Ιανουαρίου 1983, οι IRON MAIDEN μετέβησαν στο ξενοδοχείο Le Chalet στο Channel Island του Τζέρσεϊ για έξι εβδομάδες, μετατρέποντας το εστιατόριο σε αίθουσα προβών. Οι ηχογραφήσεις για το “Piece of mind”, ήταν πλέον γεγονός.
Για τους περισσότερους, το line-up που ξεκίνησε την διαδρομή του με το “Piece of mind”, παραμένει το κλασικό της Σιδηράς Παρθένου.
Το γραμμένο από τον Dickinson “Revelations”, ξεκίνησε νέο κύκλο αντιδράσεων από τους θρησκόληπτους, που είχαν ξεσηκωθεί μετά το “The number of the Beast” και φυσικά, δεν μπορούσαν να καταλάβουν το νόημα κανενός από τα δύο τραγούδια.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Bruce Dickinson συμμετείχε στη δημιουργική διαδικασία.
Οι ΗΠΑ αγκάλιασαν πραγματικά το “Piece of mind” και η περιοδεία World Piece είδε τη μπάντα να κάνει τεράστια βήματα προς τα εμπρός, βασιζόμενη στη απόνερα του προηγούμενου άλμπουμ των MAIDEN.
Η πρώτη τους πλήρως headlining παγκόσμια περιοδεία, ξεκίνησε στο Hull City Hall στις 2 Μαΐου 1983 και περιελάμβανε άλλα 21 live στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν κατευθυνθούν στην ηπειρωτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Tο συγκρότημα κατέκτησε δυναμικά τεράστιες αρένες για πρώτη φορά στην ιστορία του.
Το “Piece of mind”, αποτέλεσε ουσιαστικά το άλμπουμ της καλλιτεχνικής ενηλικίωσης των MAIDEN. Όπως ο Adrian Smith αναφέρει: «Το άλμπουμ σηματοδότησε την έναρξη της μετάβασης του συγκροτήματος από κάποιους νέους που κυνηγούσαν τα όνειρα τους, σε έμπειρους, άρτιους επαγγελματίες».
Ενώ βρίσκονταν στο Τζέρσεϊ, το συγκρότημα νοίκιασε το αρχοντικό St Ouen’s Manor, ηλικίας 900 ετών, για τις φωτογραφίες του άλμπουμ. Στην τραπεζαρία του αρχοντικού, οι MAIDEN σερβίρονται έναν ανθρώπινο εγκέφαλο σε μια ασημένια πιατέλα.
Ο λόγος για την παραπάνω φωτογραφία, ήταν το γεγονός ότι αρχικά, το άλμπουμ θα ονομαζόταν “Food for thought” κάτι που τελικά, προφανώς, απορρίφθηκε. Η φωτογραφία όμως έμεινε.
Το “Piece of mind” σηματοδότησε την αρχή μιας μακράς και γόνιμης σχέσης με τα Compass Point Studios του Nassau (επέστρεψαν σε αυτό για να ηχογραφήσουν τα “Powerslave”, “Somewherein time” και “The final frontier”).
Η Ελληνική μυθολογία, εκπροσωπείται (αν και παραφρασμένη) στο “Piece of mind” με το “The flight of Icarus”.
To “To tame a land”, είναι ένα κομμάτι που περιστρέφεται γύρω από το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «Dune». Όταν το συγκρότημα ρώτησε τους εκπροσώπους του Frank Herbert (συγγραφέα του βιβλίου) αν μπορούσαν να ονομάσουν το τραγούδι «Dune», η απάντηση ήταν: «Στον Frank Herbert δεν του αρέσουν τα ροκ συγκροτήματα, ιδιαίτερα τα βαριά ροκ συγκροτήματα, και ειδικά τα συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN».
Το “Still life” ξεκινάει μετά την αντίστροφη ηχογράφηση της φωνής του Nicko McBrain, το οποίο ήταν ένα αστείο για όλους αυτούς που κατηγορούσαν τους MAIDEN ως σατανιστές. Το αντίστροφο μήνυμα, λέει: “What ho said the t’ing with the three ‘bonce’, don’t meddle with things you don’t understand…” . Η φράση προέρχεται από το σατιρικό άλμπουμ «The Collected Broadcasts of Idi Amin» του 1975 των Bird και Alan Coren. Το τραγούδι είναι βασισμένο στο διήγημα του Ramsey Campbell «The Inhabitant of the Lake».
Το “Where eagles dare” βασίζεται στην ομώνυμη ταινία του Brian G. Hutton.
Το “Revelations”, εμπνεύστηκε από τον ύμνο «O God of Earth and Altar» τουJ. Chesterton.
Το “The trooper” είναι βασισμένο στο ποίημα «The Charge of the Light Brigade» του Aldred, Λόρδου του
Το “Quest for fire”, είναι βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του Jean-Jacques Annaud.
Το “Sun and steel”, είναι εμπνευσμένο από την ζωή του Σαμουράι Miyamoto Musashi, ο οποίος θεωρούνταν ένας από του καλύτερους χειριστές κατάνα.
Σε μια κάτω γωνία στην πίσω πλευρά του εξωφύλλου του άλμπουμ, υπάρχει το μήνυμα: «No synthesizers or ulterior motives»
Στη Βόρεια Αμερική, το άλμπουμ έφτασε στην υψηλότερη θέση των charts του συγκροτήματος μέχρι εκείνη τη στιγμή, φτάνοντας στο Νο. 14 του Billboard 200. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έφτασε στην τρίτη θέση.
Περιμέναμε με ανυπομονησία το ντεμπούτο σόλο άλμπουμ του Kerry King, κιθαρίστα των SLAYER και όπως αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις και με την κυκλοφορία του να επίκειται άμεσα, αποφασίσαμε να κάνουμε μία ομαδική κριτική στο “From hell I rise” που κυκλοφορεί την Παρασκευή 16/5.
Όσο περνάνε τα χρόνια, συνειδητοποιώ ότι μου λείπουν οι SLAYER. Πάντα αργούσαν να βγάλουν δίσκο τα τελευταία χρόνια, αλλά γνωρίζοντας ότι δεν θα έχουμε νέα δουλειά τους (πέρα από όποιες συναυλίες αποφασίσουν να παίξουν), ένα κενό έχει δημιουργηθεί. Διότι υπάρχουν πολλοί που παίζουν ΣΑΝ SLAYER, αλλά κανείς που να τους φτάνει.
Περίμενα το σόλο άλμπουμ του Kerry King εδώ και αρκετό καιρό. Όσο στραβό κι ανάποδο αν τον πει κανείς (δεν θα τον δώσουμε και γαμπρό στην κόρη μας, πάντως), δεν μπορεί κανείς να μην του αναγνωρίσει ότι είναι μουσικά ανήσυχος και αυτός που ήθελε να συνεχίσει να παίζει μουσική. Τα πράγματα, λοιπόν, στο “From hell I rise”, είναι πολύ απλά. Εμένα, μου ακούγεται σαν η φυσική συνέχεια των SLAYER μετά το “Repentless” ή μάλλον, για να το πω πιο σωστά, σαν να ακούω δίσκο των SLAYER μετά τα 00s. Ξέρετε όμως τι ανεβάζει τρελά το επίπεδο του δίσκου; Τα φωνητικά του Mark Osegueda των DEATH ANGEL. Δεν μπορούσα να διανοηθώ, ούτε κατ’ ελάχιστο ότι θα άκουγα μουσική από τον Kerry King και δεν θα μου έλειπε ο Tom Araya!!! Μάλιστα, κρίνοντας από την απόδοσή του, είμαι 100% ότι θα «καρφώνει» και τα τραγούδια των SLAYER που θα παίζονται live. Για τον Bostaph τα ξέρουμε, κλασικά εικονογραφημένα, ο Phil Demmel παίζει κι αυτός μερικά εξαιρετικά σόλο, όλα καλά.
Ξέρετε κάτι; Εγώ το “From hell I rise”, θα το βάλω μαζί με το γράμμα “S” στα ράφια μου. Εκεί του αξίζει να είναι.
8 / 10
Σάκης Φράγκος
Δεν είχα κάποιες συγκεκριμένες προσδοκίες από την πρώτη προσωπική δουλειά του Kerry King, όπως δεν είχα και από τις τελευταίες δουλείες των SLAYER. Τα άλμπουμ τους όμως τα αγόραζα από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας τους και τα έλιωνα στις ακροάσεις όπως θα συμβεί και με αυτό του Kerry King. Είμαι τόσο εξαρτημένος από αυτή την αίσθηση οικειότητας που μου προκαλεί ο χαρακτηριστικός τους ήχος που δεν μπορώ και δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να μην παρασυρθεί. Ο Kerry King καταφέρνει και γεμίζει ένα κενό που πέντε χρόνια με τους SLAYER εκτός ενεργού δράσης κανείς δεν φάνηκε ικανός να αναπληρώσει.
Το “From hell I rise” αποτελεί κάτι παραπάνω από απλά μία συνέχεια του “Repentless”. Χωρίς να νιώθει την ανάγκη να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν κι έχοντας αναλάβει ξανά αποκλειστικά τη σύνθεση των τραγουδιών, ο Kerry King επιτυγχάνει στο μέγιστο βαθμό να μεταλαμπαδεύσει τη μουσική ακρότητα των SLAYER στις σύγχρονες μάζες. Η επιλογή του Mark Osegueda στη θέση του τραγουδιστή κρίνεται άκρως πετυχημένη, εξαντλώντας με μαεστρία το αυστηρό πεδίο δράσης του ώστε να θυμίζει τον Tom Araya και πραγματικά η παρουσία του στο άλμπουμ προσδίδει αρκετούς πόντους κατά την ακρόαση. Ο Phil Demmel τα χώνει αρκετά με τα κιθαριστικά solo, με αρκετά από αυτά να ακούγονται φοβερά και ο Paul Bostaph ισοπεδωτικός και ευφάνταστος.
Μουσικά το άλμπουμ δεν λοξοδρομεί από τα γνωστά μονοπάτια που είχαν κατασταλάξει οι SLAYER από το “God hates us all” και μετά, χωρίς την ανάγκη να προσκολλήσουν σε κάποιο trend της εποχής και το τελικό αποτέλεσμα ακούγεται αρκετά τσιτωμένο φέρνοντας σε στιγμές vibes αρκετά παλαιότερων κυκλοφοριών. Στο “From hell I rise” ο Kerry King δεν αντιγράφει τον εαυτό του αλλά είναι αμετανόητα 100% ο εαυτός τους. Όντας ο μοναδικός και ο μόνος ικανός μουσικός να αναπαράγει τον ήχο των SLAYER, τα καταφέρνει περίφημα και οι πρώτες εντυπώσεις δείχνουν πως έχουμε να κάνουμε με μία κυκλοφορία καλύτερη κι από αυτή του “Repentless”.
8 / 10
Κώστας Αλατάς
Η απενεργοποίηση των SLAYER, ανάγκασε τον Kerry King να ενεργοποιήσει την solo καριέρα του. Αφήνοντας πίσω οποιαδήποτε ιδέα για τίτλο συγκροτήματος, επέλεξε το όνομα του για να συνεχίσει από το σημείο που ολοκληρώθηκε η δισκογραφία των SLAYER πριν από 9 χρόνια με το “Repentless”, το οποίο είναι το μόνο άλμπουμ χωρίς τον εκλιπόντα και κύριο συνθέτη τους από τις πρώτες μέρες, Jeff Hanneman. Σε εκείνο το δίσκο το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων έχουν την υπογραφή του, δίνοντας μια συγκεκριμένη κατεύθυνση συνολικά στον δίσκο. Όποιος περιμένει στο πρώτο δίσκο της solo καριέρας του κάτι διαφορετικό, καλό θα είναι να μην έχει τέτοιες προσδοκίες. Ο Kerry King ξεκαθάρισε ότι θα συνεχίσει σε ανάλογη ηχητική κατεύθυνση από την πρώτη στιγμή που ανακοίνωσε την πρόθεση του να κάνει solo καριέρα. Θα περίμενε κανείς ότι θα έκανε έστω και κάτι διαφορετικό όντας απελευθερωμένος από το βαρύ όνομα των SLAYER. Στην πράξη, όμως, αυτό δεν το ήθελε ειδικά αν αναλογιστούμε τη σύνθεση της μπάντας που τον συνοδεύει. Μαζί του είναι ο Paul Bostaph με τον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αχώριστο δίδυμο από την πρώτη κιόλας περίοδο που είχε μπει στους SLAYER το μακρινό 1992.
Μαζί ετοίμασαν το υλικό αυτού του δίσκου, το οποίο περιλαμβάνει και ιδέες που έμειναν στο συρτάρι του ως ανολοκλήρωτες από εκείνη την περίοδο μέχρι και σήμερα. Η επιλογή του να μην τον πλαισιώσει και ο Gary Holt στις κιθάρες ήταν γιατί δεν ήθελε η μπάντα της solo καριέρα του να θεωρηθεί ως «SLAYER LITE», μιας και θα είχε τρία από τα τέσσερα μέλη της τελευταίας σύνθεσης των SLAYER. Η επιλογή του Phil Demmel (ex-VIO-LENCE, MACHINE HEAD) δεν ήταν τυχαία, από τη στιγμή που έπαιξε μαζί του στους SLAYER για λίγες εμφανίσεις. Ακόμα κι έτσι να το δει κανείς είναι σαν να επέλεξε όλους τους διαθέσιμους συνεργάτες που είχε στους SLAYER.
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι ο τρόπος που συνθέτει τις ιδέες του δεν θα άλλαζε τώρα που έχει φτάσει αισίως στα 59 χρόνια ζωής. Άλλωστε πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν είναι ξεροκέφαλος σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και οι επικριτές του τον σέβονται για το γεγονός ότι είναι αμετακίνητος. Θα βρείτε εδώ το groove και την punk επιθετικότητα στην riff-ολογία του μακριά από μελωδίες και lead κιθάρες – αυτό ήταν σήμα κατατεθέν του Hanneman που έχτισε τον μύθο των ύμνων των SLAYER!
Το ερώτημα είναι αν ο Mark Osegueda (DEATH ANGEL) θα «κολλούσε» όπως ο Tom Araya. Προσωπικά βρήκα την ερμηνευτική του προσέγγιση ενδιαφέρουσα μιας και αποκλίνει από ο,τιδήποτε έχει ακουστεί από τους SLAYER σε επίπεδο φωνητικών. Θαρρώ πως αυτό είναι το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο στον δίσκο, ο οποίος πάσχει από έμπνευση. Προσωπικά δεν βρήκα κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον να προσέξω κάθε σύνθεση ξεχωριστά, μιας και η ανάπτυξη και η δομή τους είναι ουσιαστικά ίδια σε βαθμό τυποποίησης. Το “Diablo” που λειτουργεί σαν intro έχει όλα εκείνα τα ενδιαφέροντα στοιχεία για να αποτελέσει εξαίρεση. Όμως αντί να μπει στη διαδικασία να το κάνει ένα ολοκληρωμένο κομμάτι, προτίμησε να το χρησιμοποιήσει σαν ολιγόλεπτο εισαγωγικό στον δίσκο. Η απογοήτευση μου συνεχίστηκε με το “Trophies of the tyrant”, το οποίο φωνάζει από μακριά ότι είναι βασισμένο σε ιδέες που είχε από το απώτερο παρελθόν – φανταστείτε και τον Tom Araya να τραγουδάει και θα καταλάβετε τι εννοώ! Μόνο που και η αυτή η σύνθεση δεν κατάφερε να της δώσει ενδιαφέρον με επαναλαμβανόμενο ρυθμό και ανέμπνευστες lead και solo κιθάρες και με ανούσιο επιταχυμένο τέλος.
Ναι, ο Kerry King μόνο μαζί με τον Jeff Hanneman μπορούσε να δουλέψει τις ιδέες του και να έχουν ικανό λόγο ύπαρξης για να είναι μέρος των album των SLAYER της πρώτης περιόδου. Από το “Divine intervention” (1994) όποτε έγραφε μόνος του φαινόταν ότι απλά είχε μια αρχική ιδέα που δεν μπορούσε να εξελίξει και αναπτύξει. Αυτή η πραγματικότητα δεν θα αλλάξει γιατί και ο ίδιος δεν θέλει να αλλάξει. Αυτός είναι ο τρόπος που συνθέτει διαχρονικά εξαρχής με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις που απλά επιβεβαιώνουν αυτόν τον κανόνα. Ποιο είναι το τελικό μου συμπέρασμα για το “From hell I rise”; Άνευ ουσίας, άνευ σημασίας…
4 / 10
Λευτέρης Τσουρέας
Photo by Andrew Stewart
Σίγουρα, ένα από τα άλμπουμ που αρκετός κόσμος περιμένει, συζητά πριν κυκλοφορήσουν και θα συζητά και μετά την κυκλοφορία τους. Μπορεί να είναι ό,τι να είναι ο Kerry King, να έχει συμπάθειες και αντιπάθειες, να μιλά αρκετά και να λέει πράγματα που κάνουν «τζιζ», αλλά κανείς δε μπορεί να τον κουνήσει από τη θέση του ανάμεσα στους πραγματικά μεγάλους. “From Hell I rise” λοιπόν. «Καλώς να έρθει», έλεγα, σαν έμαθα τα μαντάτα. Μαζί με τον Kerry, βρίσκουμε ένα πολύ δυνατό team που απαρτίζεται από τον drummer των SLAYER Paul Bostaph, τον Phil Demmel των VIO-LENCE στην άλλη κιθάρα, τον μπασίστα των HELLYEAH Kyle Sanders και τον Mark Osegueda των DEATH ANGEL στα φωνητικά. Όλοι τους ικανότατοι και άξιοι να παίξουν SLAYER-ικό thrash metal, το οποίο ήταν και το ζητούμενο, ας είμαστε ειλικρινείς.
Θες την αλήθεια; Δεν είχα ιδιαίτερες απαιτήσεις από τον King και τη μπάντα του. Δεν περίμενα να ενθουσιαστώ από αυτό το άλμπουμ, ήμουν βέβαιος αν και κατά πόσο θα ήταν καλό. Και εντάξει, μεταξύ μας, δεν είναι και τόσο. Προσπερνώ το άθλιο εξώφυλλο και τους ρηχούς, ακόμη και για thrash, τίτλους και περνώ στην ουσία. Η ομάδα είπαμε, έχει καλούς παίκτες. Καθένας ξεχωριστά, είναι εγγύηση στη θέση του. Υπάρχει όμως μέγα θέμα στο σύστημα που ακολουθεί και που δεν την αφήνει να σταθεί καλά στο γήπεδο. Το “From Hell I rise” είναι ένα προβλέψιμο, τυποποιημένο thrash album, που αν ας πούμε κυκλοφορούσε υπό το όνομα των SLAYER, μπορεί να το λέγαμε και απογοητευτικό. Δυστυχώς, δεν είμαι από αυτούς που ακούν μουσική με τον αυχένα και δεν είμαι 15 ετών να «ψαρώσω» από το «ταχύτητα για την ταχύτητα και ξύλο για το ξύλο» στυλ του δίσκου. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ούτε τότε «ψάρωνα», άρα…
Υπάρχουν πολύ λίγες φάσεις που θα σε αναγκάσουν να ΜΗΝ πάρεις την προσοχή σου από πάνω του και να κάνεις κάτι άλλο, κατά την ακρόαση. Καταρχάς, η εισαγωγή “Diablo” θα ήταν σίγουρα η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ, αν κρατούσε το tempo και τη μελωδία του και γινόταν κανονικό τραγούδι. Το mid-tempo “Trophies of the tyrant” όντως ξεχωρίζει, βάζω και το ανάλογης υφής “Toxic” στο παιχνίδι, άντε και το “Idle hands”. Συνυπολογίζω την παραγωγή – τούμπανο, το έτσι κι αλλιώς άψογο παίξιμο και την οργισμένη ερμηνεία του Mark Osegueda (πανεύκολα στους SLAYER αν ο Araya «μουλαρώσει» και πει «θέλω μόνο να παίζω μπάσο») και κάνω την «σούμα». Παίδες, συγγνώμη, αλλά δεν…
5 / 10
Δημήτρης Τσέλλος
Περιττό νομίζω να αναλύσουμε ποιος είναι ο Kerry King και ποια η προσφορά του στον ακραίο ήχο, και αν δεν γνωρίζετε τις απαντήσεις, προφανώς βρεθήκατε εδώ από σπόντα. Ως ένας εκ των δύο κιθαριστών της μεγαλύτερης thrash μπάντας που έχει δει ποτέ ο πλανήτης, ήταν αναμενόμενο η ανακοίνωση ότι κυκλοφορεί έναν προσωπικό δίσκο, να τραβήξει το ενδιαφέρον του κόσμου, κατά πρώτο λόγο των οπαδών των SLAYER αλλά πιστεύω και των υπολοίπων καθώς ήταν μεγάλη η περιέργεια για το αν και εφόσον ο ιδιόρρυθμος καραφλός θα μπορούσε να ανταπεξέλθει χωρίς το βάρος του ονόματος της μπάντας με την οποία μεγαλούργησε.
Το “From hell I rise”, όπως τιτλοφορείται το άλμπουμ του King, προφανώς και θυμίζει έντονα SLAYER, δεν θα γινόταν διαφορετικά άλλωστε. Με ένα άρτιο line up να τον πλαισιώνει, δηλαδή τους Mark Osegueda (DEATH ANGEL) στα φωνητικά, Phil Demmel (VIO-LENCE, MACHINE HEAD) στην κιθάρα, Kyle Sanders (HELLYAH) στο μπάσο και τον παλιό γνώριμο του Paul Bostaph (SLAYER, TESTAMENT, FORBIDDEN, EXODUS) στην πυροβολαρχία των τυμπάνων, ο King παραδίδει έναν καλοδουλεμένο δίσκο, με συνθέσεις που ορισμένες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται σε κάποιο άλμπουμ των SLAYER ή ενδεχομένως και να προορίζονταν για κάποιο νέο άλμπουμ των Σφαγέων, δεν μπορώ να είμαι και σίγουρος γι’ αυτό.
Προφανώς οι πιο γρήγορες συνθέσεις είναι αυτές που κεντρίζουν αυτόματα το ενδιαφέρον , για παράδειγμα τα “Where I reign” και “Idle hands’ όπου ακόμα και ο τρόπος που τραγουδάει ο Osegueda θυμίζει πολύ τον Tom Araya. Υπάρχουν στιγμές όπως το φρενιασμένο “Two fists” που, με τις punk καταβολές του ακούγεται σαν φόρος τιμής στον ΑΘΑΝΑΤΟ Jeff Hanneman. Έχουμε όμως και τραγούδια πιο αργά και ρυθμικά όπως το “Trophies of the tyrant” που προσωπικά το θεωρώ ως μία από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου. Είναι βέβαιο, πάντως ότι και οι δεκατρείς συνθέσεις του άλμπουμ δεν στέκονται στο ίδιο επίπεδο, κάποιες είναι κατώτερες από τις υπόλοιπες, χωρίς όμως αυτό να μειώνει τόσο πολύ το συνολικό αποτέλεσμα. Η απόδοση των μουσικών που απαρτίζουν την μπάντα, είναι, με μια λέξη, φανταστική. Θα ήθελα πολύ να τους δω να συνεχίζουν μαζί, αν και με τον κυκλοθυμικό χαρακτήρα του King, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα. Μεγάλη αποκάλυψη, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο Mark Osegueda που εδώ τραγουδά σε ένα διαφορετικό ύφος από αυτό που τον έχουμε συνηθίσει στους DEATH ANGEL, σαφώς πιο τσαμπουκαλεμένο και οργισμένο που εντυπωσιάζει με το εύρος του.
Αντί επιλόγου. Το “From hell I rise”, ΔΕΝ είναι SLAYER. Είναι όμως ίσως ό, τι πιο κοντινό μπορείτε να ακούσετε σε αυτούς τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ένα σοβαρό, στιβαρό, και κατά τη γνώμη μου αξιοπρεπέστατο άλμπουμ, που τιμά και με το παραπάνω το ένδοξο παρελθόν του Kerry King και, για μένα, τουλάχιστον αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Πάρα πολύ καλή πρώτη προσπάθεια από τον καράφλα που λατρεύουμε να μισούμε και ανυπομονώ από τώρα για το επόμενο του βήμα, είτε ως solo μουσικός, είτε με τους SLAYER (fingers crossed!)
7, 5/10
Θοδωρής Κλώνης
Όταν ανακοινώθηκε το τέλος των SLAYER είμασταν σίγουροι ότι ο Kerry King δεν θα καθόταν στα αυγά του όπως και φυσικά έκανε. Από τα τέλη του 2019 και μέχρι σήμερα πέρασε αρκετός καιρός όπου φαίνεται ότι ο Κing είχε αυτήν την πολυτέλεια χρόνου στο να ετοιμάσει το νέο του ξεκίνημα. Το να διαλέξει τους μουσικούς που θα τον πλαισιώσουν σαφώς και δεν ήταν δύσκολο και σε αυτόν τον τομέα έκανε πραγματικά εξαιρετική επιλογή. Paul Βοstaph από τους παλιούς και Phil Demmel, Mark Osegueda και Kyle Sanders στις υπόλοιπες θέσεις. Όλοι τους μουσικάρες ολκής, που φαίνεται ότι έχουν δέσει πάρα πολύ και η πρώτη εντύπωση είναι αυτή, πως εδώ έχουμε να κάνουμε μια δεμένη μπάντα και όχι για hired guns μουσικούς.
Ο Kerry King είναι πίσω από όλες τις συνθέσεις και φυσικά και ο δίσκος μοιάζει με SLAYER και πατάει πάνω στις γνωστές SLAYER φόρμες. Δε νομίζω ότι θα ήθελε κάποιος το αντίθετο, ακόμα και ο δημιουργός του δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτό. Ο δίσκος αποτελείται από 13 συνθέσεις και ηχητικά φέρνει στοιχεία από το “God hates us all” και μετέπειτα. Από το πρώτο πασίγνωστο single “Ιdle hands” που ακούσαμε όλοι πριν από καιρό με το γνωστό χαρακτηριστικό thrash ήχο στο “Residue” με τον groovy thrash ήχο που θυμίζει λόγω ύφους αρκετά GRIP INC. Εδώ ο Bostaph σπέρνει όπως και κάνει επίσης στο “Crucifixation” που οι ταχύτητες είναι ανεβασμένες και μιλάμε για thrash οδοστρωτήρα.
Δεν λείπουν κομμάτια που η χροιά του Mark Osegueda είναι πολύ κοντά σε αυτή του Araya όπως το “Where I reign” αλλά γενικά εδώ ο τραγουδιστής κάνει άριστη δουλεία σε όλους τους τομείς, εξαιρετική απόδοση πραγματικά. Yπάρχουν φυσικά κομμάτια με έντονο το hardcore στοιχείο όπως τo μόλις 1:20 λεπτά “Everything I hate about you” και το “Two fists” που διαθέτει ένα πιο έντονο NYHC feeling και μου αρέσει ιδιαίτερα.
Το ομότιτλο που κλείνει τον δίσκο, τα “Shrapnel”και “Rage” όπως και τo “Toxic” μας θυμίζουν ευχάριστα τους τεράστιους άρχοντες του thrash metal. Η παραγωγή του Josh Wilbur είναι υποδειγματική μιας και τονίζει κάθε όργανο ξεχωριστά και γενικότερα μόνο θετικές εντυπώσεις μου άφησε ο δίσκος. To ότι μοιάζει να συνεχίζει από εκεί που έμειναν δισκογραφικά οι SLAYER δεν με χαλάει καθόλου, άσε που νομίζω ότι μέσα μου το αποζητούσα. Από την στιγμή που δισκογραφικά SLAYER δεν πρόκειται να υπάρξουν ξανά, νομίζω ότι η μπάντα του Kerry King είναι η πλέον κατάλληλη να συνεχίσει αυτήν την κληρονομιά. Ο ίδιος το θέλει, ο κόσμος το ίδιο, δεν βλέπω να υπάρχει κάποιο πρόβλημα περί τούτου.
Επί τους παρόντος το “From hell I rise” έρχεται να προστεθεί στα πολύ καλά άλμπουμ μιας (μέχρι στιγμής) πολλά υποσχόμενης χρονιάς είναι η αλήθεια! Ανεβάστε το volume και welcome to hell.
8 / 10
Γιάννης Παπαευθυμίου
Όταν η απόλυτη ακραία μπάντα που υπήρξε ποτέ, έριξε αυλαία το 2019, ήταν ένα τέλος εποχής. Οι SLAYER δεν υπήρχαν πια. Μια πραγματικότητα με την οποία έπρεπε να μάθουμε να ζούμε (μέχρι το 2024 που όπως φαίνεται, οι Σφαγείς επέστρεψαν στην ενεργό δράση). Ο Kerry King μέσα σε αυτά τα 5 χρόνια ωστόσο, δεν έμεινε απαθής. Έβγαλε καινούργιο signature μοντέλο για τη κιθάρα του, συνέχισε το γράψιμο (“δεν το έβγαλα για το τίποτα το καινούργιο μου signature μοντέλο” όπως είπε και ο ίδιος) και ως πονηρή αλεπού που είναι, μάζεψε έναν-έναν τους συνεργάτες για το solo project του. Και πολλοί φημολογούνταν για τη θέση, μέχρι και ο παλιόφιλος Phil Anselmo ή ο Gary Holt (ο έτερος παλιόφιλος που έσωσε το τομάρι των SLAYER μετά το θάνατο Hanneman, να τα λέμε όπως έχουν τα πράγματα!).
Mark Osequeda (DEATH ANGEL) στα φωνητικά, Phil Demmel (πάλαι ποτέ MACHINE HEAD, VIO-LENCE) στις κιθάρες, Kyle Sanders (HELLYEAH) και τη σύνθεση κλείνει ο “πολύς” Paul Bostaph (πάλαι ποτέ SLAYER, EXODUS, TESTAMENT, FORBIDDEN) στα τύμπανα. Καλά τα βιογραφικά, εντυπωσιακά εν προκειμένω, καλές οι “φανέλες”, αλλά δεν “παίρνουν αποτέλεσμα” μόνες τους όπως θα σας πούν όσοι βλέπουν ποδόσφαιρο και μπάσκετ.
Πόσα και πόσα “supergroup” έχουν βγει στη γύρα ανά τα χρόνια, ζητώντας τον οβολό μας, μην αξίζοντας ούτε χλέπα για το πόσο απελπιστικά μέτριο ήταν το αποτέλεσμα που παρουσίασαν. Ξέρετε και πολύ καλά μάλιστα σε ποιους αναφέρομαι. Ευτυχώς, η πρώτη ακρόαση έδιωξε αυτό το φόβο με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ στο πρόσωπο του υποφαινόμενου SLAYER-ά, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε.
Έχουμε εδώ λοιπόν μια καλή μίξη SLAYER του “Diabolus in musica” με ολίγη από ύστερο Bay Area thrash (λέγε με EXODUS και DEATH ANGEL). Μη μου πείτε ότι εκπλήσσεστε από την ηχητική κατεύθυνση, θα είστε ψεύτες! Εκτός αν περιμένατε τον King να γράψει jazz/blues με γυναικεία φωνητικά και στίχους για ραγισμένες καρδιές ή κάτι τέτοιο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, θα είχε τρομερό ενδιαφέρον…τέλος πάντων, στο θέμα μας! Το “From hell I rise” εκκινεί την solo καριέρα του καραφλού φαφλατά της καρδιάς μας, ενώ διαφοροποιείται αισθητά σαν ηχητικό μείγμα από τις κύριες μπάντες των συμμετεχόντων. Με τον κύριο Phil Demmel να είναι κρυφό χαρτί του δίσκου, μοιράζοντας γουστόζικα solos αγκαζέ με τον καράφλα και τον κεντρικό χαρακτήρα της μπάντας, να είναι σε έντονα κέφια, δείχνοντας ότι τον φχαριστήθηκε λίγο παραπάνω αυτό το δίσκο.
Από το “Idle hands” και το “Residue”, φαινόταν που θα πάει η δουλειά. Ακόμα και ο Osequeda, μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές του Αμερικάνικου thrash, διαφοροποιεί αισθητά το τρόπο που ακούγεται εν συγκρίσει με τους DEATH ANGEL. Πιο τσαντισμένος, λιγότερο μελωδικός και μου αρέσει αυτό. Στο “Where I reign” που ανοίγει το δίσκο, έχουμε επίσης την πρώτη αναφορά στο τίτλο του δίσκου (“From hell I rise”) ο οποίος κλείνει εσκεμμένα με το ομώνυμο, δημιουργώντας ένα κυκλικό αποτέλεσμα. Κομμάτια όπως το “Trophies of the tyrants”, το “Tension” ή το “Shrapnel” δείχνουν τις mid-tempo συνθετικές αρετές του King, όπως αυτές είχαν φανεί στους SLAYER της δεκαετίας του ’90, δίνοντας χώρο στον Bostaph να εντυπωσιάσει με τα γυρίσματα του.
Από την άλλη, όταν πατάει το γκάζι ο κύριος, σε κομμάτια τύπου “Crucifixation” (άνετα, η πιο ολοκληρωμένη σύνθεση του δίσκου), “Everything I hate about you” και “Toxic”, μας θυμίζει γιατί τον αγαπάμε! Το δε hardcore punk άρωμα του “Two fists” δίνει ένα επιπλέον στοιχείο στο άλμπουμ, αναπάντεχο κομμάτι! Μετά από τις πρέπουσες ακροάσεις, αφήνοντας έξω οτιδήποτε επισκιάζει τη κρίση μας, τι είναι το “From hell I rise” στα περίπου 46 λεπτά διάρκειας του; Είναι ένα σοβαρό thrash metal άλμπουμ, καλό ως πολύ καλό σε σημεία. Δεν θα αλλάξει την άποψη σας για το είδος, δεν συγκαταλέγεται καν στις κορυφές του είδους για φέτος. Ωστόσο, είναι μια καλοδεχούμενη ποιοτική επιστροφή στα πράγματα, από έναν πρωτεργάτη αυτού, που δείχνει ότι όσο λιγότερο μιλάει και όσο περισσότερο παίζει, τόσο το καλύτερο για τον ίδιο και για εμάς.
Υ.Γ.: Όπως στο DEICIDE, έτσι και εδώ, θα προτιμούσα ένα εξώφυλλο που δεν έχει γίνει από ΑΙ. Το αναφέρω μια φορά εδώ και για τα δύο, για να τελειώνουμε, μιας και χτυπάει άσχημα στο μάτι.
Οι Apocalyptica έρχονται στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού στις 16 Σεπτεμβρίου για να ερμηνεύσουν ζωντανά το “Plays Metallica Vol.2”, το νέο άλμπουμ τους που αποτελεί τη συνέχεια του περίφημου “Apocalyptica Plays Metallica By Four Cellos”!
Όταν το 1996 είχαν την ιδέα να ηχογραφήσουν 8 τραγούδια των Metallica σε κλασική ενορχήστρωση και να τα κυκλοφορήσουν υπό τον τίτλο “Apocalyptica Plays Metallica By Four Cellos”, οι Apocalyprica κυριολεκτικά άλλαξαν την πορεία του “σκληρού” ήχου. Το πραγματικά πρωτότυπο της ιδέας και οι ερμηνευτικές ικανότητές τους έφεραν την άμεση επιτυχία, η οποία βοήθησε πολύ ώστε να έρθει η “σκληρή” μουσική στο ευρύ ακροατήριο και να μπορέσει να ακουστεί μέσα σε θέατρα και ωδεία, κάτι αδιανόητο ως τότε.
Έκτοτε, οι Apocalyptica είναι τo κορυφαίο συγκρότημα του συμφωνικού metal, με μια εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία τριών δεκαετίων και πωλήσεις άνω των 4.000.000 δίσκων! Έχουν κυκλοφορήσει 9 studio albums, περιοδεύουν διαρκώς ανά τον κόσμο και έχουν εμφανιστεί στις πιο φημισμένες σκηνές του πλανήτη. Στην Ελλάδα έχουν ένα ευρύ κοινό που τους ακολουθεί πιστά.
Φέτος, οι Apocalyptica αποφάσισαν να διασκευάσουν ξανά Metallica! Έτσι, στις 7 Ιουνίου θα κυκλοφορήσουν το νέο άλμπουμ τους με τίτλο “Plays Metallica Vol. 2”, με 9 νέες διασκευές, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και η νέα εκδοχή τους για το “One” με τη συμμετοχή του James Hetfield και του Rob Trujillo!
Στη συναυλία τους στο Λυκαββητό στις 16 Σεπτεμβρίου, θα παρουσιάσουν ολόκληρο το “Plays Metallica Vol. 2”, καθώς και κομμάτια από το “Apocalyptica Plays Metallica By Four Cellos”!
Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
39 ευρώ (early bird), 42 ευρώ, 47 ευρώ
Η προπώληση των εισιτηρίων γίνεται αποκλειστικά από το www.more.com, τα Public και το υπόλοιπο δίκτυο της More.
Οι πωλητές χρεώνουν κόστη διαχείρισης ανάλογα με το τιμολόγιό τους.
Οι θρυλικοί MISERY INDEX, μας κάνουν τη τιμή μετά από πολλά χρόνια (20 χρόνια και κάτι ψιλά – από εκείνη την εμφάνιση το Νοέμβριο του 2003, ως support στους NILE), να μας ξαναεπισκεφτούν, σε μια συναυλία όλεθρο, που κανένας death/grind οπαδός δεν πρέπει να χάσει, στις 16 Μαΐου στο Κύτταρο. Το Rock Hard δεν έχασε την ευκαιρία, κάνοντας μια σύντομη διαδρομή στην σπουδαία καριέρα 20ετίας και κάτι των άξιων τέκνων της Βαλτιμόρης, δίνοντας σας παράλληλα αρκετούς λόγους για να παρευρεθείτε στο Κύτταρο το βράδυ της Πέμπτης. Φύγαμε!
2000 – 2001: Η ΓΕΝΝΗΣΗ
Στη στροφή της χιλιετίας, μια μπάντα από το Maryland που θα έφτιαχνε το δικό της όνομα στο brutal death metal, οι DYING FETUS, άλλαξε άρδην τη σύνθεσή της. Οι Jason Netherton (μπάσο και φωνητικά), Kevin Talley (drums) και Sparky Voyles (κιθάρες), αποτελούν παρελθόν από το συγκρότημα μετά το ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ μνημείο “Destroy the opposition” (2000). Που πας μετά από κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι φτιάχνεις ένα άλλο συγκρότημα! Και έτσι, με τη βοήθεια του Mike Harrison στις κιθάρες και στα φωνητικά (ο ίδιος ρόλος που είχε σαν καλεσμένος στους DYING FETUS δηλαδή – “Killing on adrenaline” και “Destroy the opposition”), εγένετο MISERY INDEX. Ένα όνομα που έμελλε να γράψει σπουδαία ιστορία. Τι σήμαινε όμως αυτό;
Χαίρομαι τόσο που ρωτήσατε. Η φράση “misery index”, είναι όρος παρμένος από την επιστήμη των οικονομικών. Τον επινόησε ο Arthur Melvin Okun, οικονομολόγος από το Chicago, στη δεκαετία του ‘70. Ειδικότερα, ο “δείκτης μιζέριας” μετράει την οικονομική δυσαρέσκεια των καθημερινών ανθρώπων εξαιτίας του ρίσκου ανεργίας (ή της ανεργίας αυτής καθ’ αυτής) σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος ζωής. Οι MISERY INDEX, το πήραν βέβαια, από έναν από τους σημαντικότερους προπάτορες του death/grind, τους Φλοριδιανούς ASSUCK, και τον τελευταίο τους δίσκο του 1997 με το ίδιο όνομα. Με ένα τέτοιο όνομα, φυσικά, η στιχουργική σου κατεύθυνση είναι η ανάλογη. Κοινωνικοπολιτικός κόλαφος έναντι σε όσους κάνουν το βίο αβίωτο στον απλό καθημερινό άνθρωπο.
2001 – 2005: THE EP/SPLIT ERA
Το πρώτο βήμα γίνεται, με το “Overthrow” EP (2001), τη χρονιά ίδρυσης τους. Αδελφό συγκρότημα ηχητικά των DYING FETUS, αλλά και με χτυπητές διαφορές. Προφανώς γέρνοντας προς το grindcore περισσότερο, με ύμνους όπως το “Pulling out the nails” ή το “Manufacturing greed”, δήλωναν και το ηχητικό τους αλλά και το στιχουργικό τους στίγμα. Χώρια η διασκευή στον κλασσικό ύμνο των TERRORIZER “Dead shall rise” (από τον ορισμό του είδους “World downfall”) που συνδέει άρρηκτα το παρελθόν με το παρόν του είδους. Μια παράδοση που συνεχίστηκε και στο φονικό ντεμπούτο full-length “Retaliate” (μοναδική κυκλοφορία στην Nuclear Blast), με τη διασκευή στο “Birth of ignorance” από το μνημείο “Extreme conditions demand extreme responses” των grind θρύλων BRUTAL TRUTH.
Δίσκος που γύρισε πολλά κεφάλια, φυσική εξέλιξη και συνέχεια του πρώτου EP, με κομματάρες όπως το “The great depression”, “Angst isst die Seele auf” και “The lies that bind”. H πρώτη αυτή περίοδος, χαρακτηρίζεται έντονα, από διάφορες κυκλοφορίες. Αρχικά έχουμε 4 split κυκλοφορίες (Η πρώτη, με τίτλο “Created to kill” με τους BRODEQUIN, ABORTED και DROWNING. Η δεύτερη με τους COMMIT SUICIDE όπου είχαμε διασκευή στο “Reality distortion” των DISRUPT. Η τρίτη με τους STRUCTURE OF LIES. Η τέταρτη και τελευταία με τους BATHROOM SHITTER), ένα live DVD (όπου έχουμε όλη την εμφάνιση στην Αθήνα, μεταξύ καλουδιών από τη περιοδεία και όχι μόνο), ένα ακόμα φοβερό EP “Dissent” (2004) με το τετραμερές ομώνυμο να ξεχωρίζει και να καταλαμβάνει τη πλειοψηφία του χρόνου στη κυκλοφορία αυτή, δείχνοντας για πόσο μεγάλα πράγματα ήταν προορισμένοι οι MISERY INDEX.
2006 – 2010: THERELAPSEYEARS
Και όταν λέμε μεγάλα πράγματα, εννοούμε, σταθεροποίηση του κομματιού της δισκογραφικής εταιρείας. Και η ιστορική Relapse, έμελλε να είναι για μια τετραετία το σπίτι των MISERY INDEX, αρχής γενομένης με το υπέροχο “Discordia” (2006). Επίσης, στο τέλος της πρώιμης εποχής, είχαμε και την είσοδο του ΦΟΝΙΑ των δερμάτων Adam Jarvis, στη θέση του Kevin Talley και του Mark Kloepple στις κιθάρες. Από το ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ “Conquistadores” που το χαρακτηριστικό του video δείχνει τη τσίτα στα μάτια τους, σε γραπώνουν από το λαρύγγι και δεν σε αφήνουν να φύγεις. Είτε στα “Unmarked graves”, “Discordia” και “Breathing pestilence” που φανερώνουν δυναμικές και ποικιλία, είτε σε σεμινάρια φάπας όπως το “The medusa stare”, το “Meet reality” ή το “Outsourcing Jehovah”.
Ενδιάμεσα έσκασε το “Hang ‘em high” 7” EP (2007), σε πιο grindcore φόρμες στη πρώτη του “πλευρά” και μια ακουστική (!!!!) εκτέλεση του “Discordia” στην άλλη του πλευρά! Το “Traitors” (2008) ήταν σημαντικό για τον γράφοντα, γιατί εκεί πρωτοέσκασε το φερώνυμο κομμάτι και τον έκανε να στρέψει τα μάτια του επάνω τους (το “γλυκό” βέβαια θα έδενε με το “Rituals of power” αλλά θα τα δούμε παρακάτω αυτά). Πότε πότε ταβερνόξυλο τύπου “The arbiter”, “Ruling class cancelled” (κυκλοφόρησε και split με τους MUMAKIL νωρίτερα στη χρονιά, με τον ίδιο τίτλο) ή “American idolatry”, πότε πότε μεγαλύτερα σε διάρκεια κομμάτια τύπου “Ghosts of Catalonia”, “Theocracy”, “Occupation” ή “Black sites”, αλλά σταθερά σπουδαίοι, βίαιοι και με διάθεση για πειραματισμό.
Το “Heirs to thievery” (2010), φυσική συνέχεια του προκατόχου του, σε ακόμα μικρότερη διάρκεια (34 έναντι 37) που έδειχνε τους MISERY INDEX να μην βγάζουν το πόδι από το γκάζι ούτε για αστείο! Άλλο που και εδώ, μπαίνουν γουστόζικα πιο αργά death metal σημεία, στα πλαίσια του παντρέματος με το grindcore σε ίσες σχεδόν ποσότητες. Καλεσμένοι στο δίσκο, άπαντες στο κομμάτι των φωνητικών, ο Erik Rutan (“The illuminaught”), o John Gallagher των DYING FETUS (“Sleeping giants”), ο Vince Matthews των CRIMINAL ELEMENT (“You lose”), o Mourice Alvarado (“Day of the dead” – έγραψε και τους στίχους εκεί) και ο Richard Jonson των AGORAPHOBIC NOSEBLEED σε δύο κομμάτια (“Embracing extinction”, “Heirs to thievery”). Κάπου εδώ, έχουμε και το τέλος εποχής στην Relapse.
2014 – 2019: THESEASONOFMISTYEARS
Μετά από άλλο ένα split (με τους υπερλατρεμένους LOCK UP αυτή τη φορά) το 2011, ήρθε η ώρα για το πέρασμα στην Γαλλική Season Of Mist για τους Αμερικανούς. Πρώτη κυκλοφορία το “Live in Munich 2013”, το οποίο είχε και bonus ένα remix του “Siberian”. Ιδιαίτερη επιλογή για μια τέτοια μπάντας, αν μου επιτρέπεται. Δεδομένης της πειραματικής φύσης των μπαντών που σε ένα ικανό ποσοστό απαρτίζουν το δυναμικό της. Και εικάζω, γι’ αυτό και οι MISERY INDEX εδώ, στο “The killing Gods” (2014), έχουν παραδώσει τον μεγαλύτερο σε διάρκεια δίσκο της καριέρας τους. Mε ελαφρώς πάνω από 43 λεπτά σε διάρκεια, η μπάντα κλίνει πιο πολύ προς το death metal, τα δύο ιντερλούδια, προσθέτουν μια άλλη διάσταση στη πρώτη πεντάδα του δίσκου, η οποία ενώνεται κάτω από τον θεματικό τίτλο “Faust”. Για δύο από τα μέρη της (“The calling”, “The harrowing”) έκαναν και video clip. Στιχουργικά, διαφοροποιείται κατά πολύ από τους προκατόχους/διαδόχους του, λόγω της ενασχόλησης του, με το μεταφυσικό.
Ωστόσο και σε κομμάτια όπως το “The weakener” ή το “Colony collapse” (με καλεσμένο τον John Gallagher των DYING FETUS, στις κιθάρες αυτή τη φορά) φαίνεται ακόμα η κοινωνικοπολιτική νύξη. Ο εν λόγω δίσκος, σηματοδοτεί επίσης, το ντεμπούτο του Darin Morris στις lead κιθάρες, αντικαθιστώντας τον Sparky Voyles. Ένας δίσκος που στέκει ακόμα μοναδικός στη δισκογραφία τους, μια και φτάνουμε, στο άλμπουμ με το οποίο τους “έπιασε” για τα καλά ο υποφαινόμενος. “Rituals of power” (2019) κυρίες και κύριοι. Οι διάρκειες πέφτουν, γυρίζουμε στα 36 λεπτά, η λύσσα παραμένει, είχαμε ΤΕΣΣΕΡΑ video clip (“New Salem”, “Hammering the nails”, “Naysayer”, “Decline and fall”) και δύο lyric video (“The choir invisible”, “Rituals of power”), δείγμα του πόσο πίστεψε η εταιρεία σε εκείνους.
Τα δε κομμάτια, στην ουσία τους, δείχνουν μια μπάντα η οποία συμπύκνωσε όλα όσα έμαθε από τους πειραματισμούς της, μένοντας πιστή στη ρίζα της. Εξ ου και συνυπάρχουν στον ίδιο δίσκο το “I disavow”, το “Naysayer” και το “Universal untruths” με τα περιπετειώδη ”They always come back” και “Rituals of power” φερ’ ειπείν. Πολλοί μάλιστα, που είχαν γκρινιάξει ελαφρώς για την στροφή της μπάντας στο “The killing Gods”, εδώ βρήκαν την υγειά τους! Εγώ τα γούσταρα και τα δύο, μην κοιτάτε εμένα! Πιστοί στη παράδοση των μικρών κυκλοφοριών δεξιά και αριστερά πριν και μετά από δίσκο, είχε βγει ένα 7” single του “I disavow” με διασκευή στο “Wasting away” των NAILBOMB, ενώ μαζί με το περιοδικό Decibel, βγήκε ένα 7” με διασκευή στο “Primitive future” των SEPULTURA.
Στα πλαίσια εορτασμού των 20 ετών της μπάντας, αυτά, μπήκαν τη συλλογή “Coffin down the nails” (2021) από την ελληνική Repulsive Echo και την Αμερικάνικη Anarchos records, που περιείχε διάφορα καλούδια από splits, EP που δεν βρίσκονταν τόσο εύκολα. Επιπλέον είχαμε, διασκευές σε MINISTRY (“Thieves of the new world order”), BOLT THROWER (ακυκλοφόρητη – “When glory beckons”), SNAPCASE (“Zombie perception”), M.O.D. (“Man of your dreams”), δύο remix των “Siberian” και “Conquistadores” καθώς και demo εκδοχές των “Ghosts of Catalonia”, “Thrown into the sun” και “Traitors”.
2022 – ΣΗΜΕΡΑ: THE CENTURY MEDIA YEARS
Τέλος και από την Season Of Mist, πέρασμα στην κραταιά Century Media. Και τι ντεμπούτο ήταν αυτό που ερχόταν….”Complete control” (2022) και τα μυαλά στο μίξερ! Από τις καλύτερες και πιο συμπυκνωμένες δουλειές των MISERY INDEX τα τελευταία χρόνια. Ύμνοι όπως το “Infiltrators” (μανούλα μου!), “The eaters and the eaten” ή το εναρκτήριο “Administer the dagger” δείχνουν για ποιο λόγο ακολουθούμε πιστά αυτή τη μπάντα τόσα χρόνια. Σφαγιαστικό αποτέλεσμα, όλεθρος 33 λεπτών, “στο Βιλαμπάχο ακόμα δέρνουν”, “που σε πονεί και που σε σφάζει” και άλλα τέτοια όμορφα. Η ειδική έκδοση αυτού του μακελειού, περιλαμβάνει και το “Strategies of manipulation” EP, που περιλαμβάνει το ομώνυμο κομμάτι, demo εκδοχές των “The eaters and the eaten”, “Complete control”, instrumental εκδοχή του “Infiltrators” και κερασάκι στη τούρτα, διασκευή στο “Supposed to rot” των ENTOMBED.
Κάπου εδώ, τελειώνει το αφιέρωμα μας. Ελπίζω να σας κάλυψα αρκετούς λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να χάσετε τους MISERY INDEX τη Πέμπτη. Αφήνω έναν έξτρα λόγο για εσάς που φτάσατε ως εδώ. Αυτά. Τα λέμε στο pit.
Οι ARMORED SAINT είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση μπάντας. «Γεννημένοι» το 1982 και «ανδρωμένοι» την εποχή που το metal περνούσε την καλύτερή του φάση, είχαν μια τάση να αποπροσανατολίζουν τον κόσμο. Αλήθεια. Το εξώφυλλο του “March of the Saint”, σε συνδυασμό με το όνομά τους (από τα καλύτερα ονόματα ever σε συγκρότημα, change my mind) και την εμφάνισή τους που συνδύαζε τις μεσαιωνικές γοτθικές με τις a la Mad Max πανοπλίες, σου έδινε την εντύπωση πως θα ακούσεις επικό metal, που τότε βρισκόταν στις αρχές του. Κάτι σαν τους WARLORD, MANOWAR, MANILLA ROAD, καθώς αυτοί έβαζαν τα γερά του θεμέλια. Και εκεί που εσύ ήσουν ανυπόμονος να ακούσεις άλλον έναν sword ‘n’ sorcery δίσκο… τσουπ! Από το στερεοφωνικό σου έβγαιναν οι JUDAS PRIEST, ο Ozzy και οι πρώιμοι VAN HALEN, σε ένα blend να γλείφεις τα δάκτυλά σου!
Συνεπώς, δε χρειάζεται να διυλίσουμε τον κώνωπα, για να συμπεράνουμε πως οι ARMORED SAINT δεν είναι αυτό που λέμε US metal, πόσο μάλλον US power, κι ας βλέπεις το όνομά τους να φιγουράρει ψηλά στις λίστες με τους καλύτερους της σκηνής αυτής. Ήταν διαφορετικοί. Μπορεί να είχαν ως κύριο σημείο αναφοράς το heavy metal της εποχής τους, αλλά το καταλάβαινες αμέσως πως λοξοκοιτούσαν όπου αυτοί ήθελαν, δεν περιορίζονταν με κανέναν τρόπο, για κανέναν λόγο και υιοθετούσαν στοιχεία από όπου αυτοί θεωρούσαν ότι θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στη μουσική τους. Χώρια το όλο τους image που παρέπεμπε σε FATES WARNING, χώρια τα φωνητικά του John Bush που δεν ακολουθούσαν τη λυρική, υψίφωνη σχολή του Geoff Tate…
Αποκορύφωμα αυτών των καλλιτεχνικών ανησυχιών, ήταν το “Symbol of Salvation”. Ένα album τόσο «φρέσκο» τότε που, αν ήταν προϊόν μιας μεγάλης, mainstream μπάντας, θα είχε γίνει σίγουρα σημείο αναφοράς για την συνέχεια και θα είχε, με τον τρόπο του, ανανεώσει το heavy metal για άλλα είκοσι χρόνια τουλάχιστον. Παραγωγός του δίσκου θα ήταν ο Dave Jerden, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τους ALICE IN CHAINS και JANE’S ADDICTION. «Προδοσία!» «Ντροπή!», ακούω τους σκληροπυρηνικούς (aka «κολλημένοι») να σκούζουν. Α ρε κατακαημένα μου… και πού να ξέρατε πως η «προδοσία» και η «ντροπή», θα είχαν και συνθετικές προεκτάσεις! Όχι, δε θα σας τις πω τώρα… τόσον χώρο έχουμε παρακάτω! Είναι δε άξιο θαυμασμού το γεγονός ότι ένα τέτοιο αριστούργημα, προήλθε από μια μπάντα που έπρεπε να διαχειριστεί τον θάνατο του βασικού κιθαρίστα, συνθέτη και ενός εκ των ιδρυτών της, του Dave Prichard.
Έχω γράψει ήδη τρεις παραγράφους και είμαι ήδη στην αρχή. Ο χρόνος, ο χώρος κα ο Φράγκος πιέζουν. Επειδή λοιπόν μπορώ να μιλώ μέχρι του χρόνου για δίσκους σαν κι αυτόν, θα δώσω την σκυτάλη στα τραγούδια και τα υπόλοιπα θα τα πούμε στην πορεία. Ας ξεκινήσει το…
The “Symbol of Salvation” countdown
“Burning question” (Prichard, Bush) (4.18) “I want to blame uncontrolled desire, it set my fury free”
Κάποιες φορές, συμβαίνει ένα τραγούδι να μην απολαμβάνει της αποδοχής που του πρέπει, ακόμη και από τον ίδιον τον δημιουργό του. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με το “Burning question”, το οποίο, σε αντίθεση με το 1991, πλέον αρέσει πολύ στα μέλη του group. Αυτό φάνηκε και στο “Symbol of Salvation live” album, όπου η εκτέλεση είναι γεμάτη ένταση. Εμείς όμως, θα το ακούσουμε από το studio.
“Tribal dance” (Prichard, Bush, G. Sandoval, Vera) (4.07) “Coffee beans were our trade, but the market prefers cocaine!”
Το “Tribal dance”, εκπροσωπεί όπως πρέπει την latino πλευρά του συγκροτήματος αλλά και του heavy metal γενικότερα. Λογική μια τέτοια κίνηση από πλευράς ARMORED SAINT, για όποιον γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις. Ανατολικό Los Angeles είναι αυτό. “Their hometown”. Θυμήσου/δες το booklet του “La Raza” (υποτιμημένος δίσκος, μην τον σνομπάρεις!), τις φωτογραφίες και τα πλάνα από το χαρακτηριστικό σημείο της γωνίας Broadway και 7ης, την «αρχαία», σε λειτουργία από το 1932, “Clifton’s cafeteria” και θα καταλάβεις τα πάντα.
“Symbol of Salvation” (Duncan, Vera, Bush, G. Sandoval) (4.36) “Hear the knave with information, with a knave is wrong direction”
Τι groove κι αυτό, ε; Σηκώνει και κουνάει ακόμη και τον θείο σου τον Παντελή, που έχει γίνει ζάντα από το φαγητό και το πιοτί ανήμερα το Πάσχα και νιώθει πως αν φάει ένα ακόμη παϊδάκι, θα σκάσει. Ο υπεύθυνος για τους στίχους, ο Gonzo, είχε δηλώσει πως αρχικά ο τίτλος ήταν “Helmet of Salvation”. Πιθανόν, να είχε στο νου του την περικεφαλαία του EP. Η αλλαγή από “Helmet” σε “Symbol”, ανοίγει από μόνη της πολλές πόρτες ερμηνείας του στιχουργικού νοήματος. Να πούμε επίσης πως το ομώνυμο τραγούδι, στιχουργικά πάντα, δεν έχει σχέση με τον τίτλο. Ο πιο χαρακτηριστικός στίχος του είναι αυτός από πάνω και λογικά αναφέρεται σε αποτυχημένες σχέσεις, με απατεώνες και ανέντιμους ανθρώπους. Γιατί “knave” είναι και ο Βαλές στην τράπουλα, αλλά δε μου κολλάει αυτό, έτσι κι αλλιώς.
“Spineless” (Vera, Prichard, Bush, Duncan) (4.17) “They’ll aim for the apple on your head but shoot too low…”
Το “Spineless” είναι, όπως λένε οι ίδιοι οι Άγιοι, «μια γιγαντιαία δόση heavymetal». Bingo! Πριν γίνει ο διαχωρισμός, ήταν στην ουσία «μέσα» στο κομμάτι “You can run, but you can’t hide”, από το OST της ταινίας “The decline of Western Civilization part II – The Metal Years”. Φοβερή και τρομερή η εκτέλεση μέσα από το “Symbol of Salvation live”, με το growling (!) του Bush στην αρχή να είναι η πιο τσαμπουκαλίδικη φάση και ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη ολόκληρης της συναυλίας.
“Dropping like flies” (Prichard, Bush) (4.39) “Find revenge as sweet as pie…”
Η μουσική βιομηχανία είναι ένας πραγματικός ολετήρας. Υπάρχουν αυτοί που πετυχαίνουν, υπάρχουν όμως κι αυτοί που μπαίνουν στη μηχανή του κιμά και γίνονται βορά στα απανταχού «συστημικά όρνεα». Αρκετές φορές δε, είναι τα ίδια αυτά όρνεα που πέφτουν με την σειρά τους στην ίδια μηχανή, οπότε εξαρτάται για ποιους μιλάμε και από ποια πλευρά βλέπουμε τα πράγματα. Μια φορά, οι ARMORED SAINT την πήραν την εκδίκησή τους, όπως λέει ο περιγραφικός στίχος κάτωθεν του τίτλου, αφού πρώτα έπρεπε κι αυτοί να νιώσουν πως είναι να είσαι… κιμάς. Και από μουσική; Funky, groovy hard ‘n’ heavy, από αυτά που με λίγο λιγότερη μεταλλοσύνη, έγιναν τεράστιες επιτυχίες από όλους τους DANGER DANGER και WARRANT αυτού του κόσμου. Ναι, τι;
“Half drawn bridge”/”Another day” (Prichard, Bush, Vera) (1.26) (5.32) “I’m riding a wave that’s moving too slow”
Ένα jamming στο μπάσο που κατά τύχη έγινε εισαγωγή, όταν προστέθηκαν επιτόπου οι Jeff Beck/Gary Moore μελωδίες της κιθάρας. Ένα αυτοπεριγραφικό τραγούδι, που μιλά για την πορεία της μπάντας ως εκείνη την στιγμή, αλλά θα μπορούσε να αφορά και τον καθένα μας ξεχωριστά. Οι κοινές επιρροές και αναφορές με τη μουσική που κακώς ονομάστηκε alternative και που τόσο δαιμονοποιήθηκε από τους σκληροπυρηνικούς metalheads «βγάζουν μάτι». Ένα σπουδαίο τραγούδι. Μια μεγάλη μπάντα.
“Hanging judge” (Prichard, Bush) (3.45) “I won’t hold a grudge, I’ll face the hanging judge…”
Τι λέγαμε για τις προσωπικές προτιμήσεις των δημιουργών, στο “Burning question”; Να άλλο ένα παράδειγμα. Όταν γραφόταν το “Hanging judge”, ο Joey Vera το μισούσε, οι άλλοι το λάτρευαν. Τώρα πια, το λατρεύει και ο Vera. Αν έχεις δει την ταινία “HellraiserIII: HellonEarth”, το έχεις ακούσει και έχεις δει τη μπάντα να παίζει “live” σε κάποια σκηνή του έργου. Για την αξία και το impact του, μπορεί να είναι χαμηλά στην κατάταξη, το δέχομαι. Αλλά δες τι ακολουθεί…
“Warzone” (Prichard, Bush) (3.38) “But I just roll them dice and I pray for snake eyes!”
Riff-αρα! Προκαλώ τον οποιονδήποτε δηλώνει metalhead, όποια και να είναι τα ιδιαίτερα και ειδικότερα γούστα του, να μείνει ακλόνητος όταν το κομμάτι ξεκινά και ειδικότερα μετά τα «σκασίματα» του Gonzo. Αν μείνει, τότε ΣΙΓΟΥΡΑ δεν έχει το “Warzone” το πρόβλημα! Μια σύνθεση του μακαρίτη Dave Prichard της οποίας το ύφος δηλώνει πως μάλλον ήταν από τις πρώτες που γράφτηκαν για τον νέο, τότε δίσκο, πιθανότατα αμέσως μετά το “Raising fear”. Αν ακούσεις το demo, η αίσθηση αυτή ενισχύεται κατά πολύ.
“Tainted past” (Bush, G. Sandoval, Vera) (7.04) “Each and every day I rise, from the ashes I’ve left behind!”
Το πλέον ιδιαίτερο και περιπετειώδες τραγούδι του δίσκου. Αισιόδοξο και τσαντισμένο ταυτόχρονα. Πως φαίνεται ότι οι φίλοι μας άκουγαν αρκετά jazz εκείνα τα χρόνια, ε; Κι όχι μόνο… Το γεμάτο ψυχεδέλεια «κόψιμο» στη μέση, οι bluesy σολάρες (η πρώτη παιγμένη από τον ίδιο τον Prichard), είναι ρε φίλε… λουκούμι! Οι αρχικές versions ήταν πολύ πιο “metal”, αρκετά πιο σκοτεινές. Δε μπορώ να φανταστώ για πόσο «σκοτάδι» μιλάμε, μπορώ όμως να πω ότι έτσι όπως το ακούω, για μένα πάντα, είναι αψεγάδιαστο. Δεν θα ήθελα να αλλάξει.
“The truth always hurts” (P. Sandoval, Duncan, Bush) (4.20) “Learn to testify, can’t be rectified!”
Ένα καθαρά hard ‘n’ heavy κομμάτι, που θα μπορούσε να ανήκει σε ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ μπάντα εκείνης της σκηνής στις Η.Π.Α. Επί προσωπικού, το φαντάζομαι να το τραγουδούν οι FIREHOUSE του ντεμπούτου. Bluesy, funky καψουροτράγουδο, είναι από τα αγαπημένα μου ARMORED SAINT κομμάτια, γενικά. Γράφτηκε ταυτόχρονα με το “Den of thieves”, μόνο που το δεύτερο θα έπρεπε να περιμένει εννιά χρόνια για να δει το φως της δημοσιότητας, στο “Revelations”.
“Last train home” (Duncan, Bush) (5.19) “Still those voices call my name…”
Σε οκτώ από τα δώδεκα τραγούδια πρόλαβε να βάλει την υπογραφή του ο αδικοχαμένος Dave, πριν «φύγει» από λευχαιμία. Άλλοι θα έκαναν να συνέλθουν χρόνια, μπορεί να μην το κατάφερναν και ποτέ. Αλλά οι ARMORED SAINT στηρίχτηκαν σε αυτό που ήταν πάντα και εξακολουθούν να είναι: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Οπότε ο νεοφερμένος Jeff Duncan ήταν σίγουρο πως θα κάλυπτε το κενό επάξια και θα «έδενε» απόλυτα μαζί τους. Αλλιώς, δεν θα τον διάλεγαν. Τόσο απλά. Το δεύτερο video clip του album, γυρισμένο στην California μια μέρα με πραγματικά πολλή ζέστη, κάπου στη μέση του πουθενά. Κλασσική στιγμή, αλλά επειδή ακόμη και οι κλασσικές στιγμές γνωρίζουν την ήττα, το “Last train…” έχασε σε έναν διαγωνισμό του Headbanger’s Ball, από το “Monkey business” των DANGER DANGER. Λεπτομέρειες τέτοιες που ενώ τότε έκαναν τη διαφορά, πλέον δεν τις θυμάται κανείς. BADLANDS θυμίζει, WINGER… διάφορα τέτοια λατρεμένα. Τα funky σημεία του, ήταν προϊόν επιτόπιου αυτοσχεδιασμού των Vera/Gonzo.
“Reign of fire” (Prichard, Bush) (3.57) “Archaic science, master plan!”
Έλα τώρα που θες και περιγραφή, για ένα από τα καλύτερα heavy metal τραγούδια όλων των εποχών… έλα τώρα!
Λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του “Humanoid” των ACCEPT, ο Σάκης Φράγκος είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον ηγέτη, κιθαρίστα και μοναδικό αυθεντικό μέλος των Γερμανών metallers, Wolf Hoffmann. Εννοείται ότι συζητήθηκε το ζήτημα του ΑΙ στη μουσική, η επερχόμενη εμφάνιση του σχήματος στο Release με τους JUDAS PRIEST και τον Bruce Dickinson, αλλά και το γεγονός ότι έμεινε μόνος από την αρχική σύνθεση του σχήματος. Πάντα, με πολύ καλή διάθεση, που έβγαινε καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας.
Θεωρείς ότι το “Humanoid” είναι μία συνέχεια του “Metalheart”; Και ναι και όχι. Δεν προοριζόταν για κάτι τέτοιο από την αρχή. Δεν ξεκινήσαμε λέγοντας ότι θα κάνουμε έναν concept δίσκο, ούτε τη συνέχεια του”Metal heart”. Βασικά γράψαμε μερικά τραγούδια κι ένα από αυτά ήταν το “Humanoid”. Όταν τελείωσε η σύνθεση των τραγουδιών, ήταν η πιο προφανής περίπτωση για ονομασία του άλμπουμ, επειδή είναι αυτό το οποίο όλοι συζητούν τώρα με το ΑΙ και την τεχνολογία. Ξαφνικά όμως, σκέφτεσαι ότι το είχαμε κάνει αυτό, πολλά χρόνια νωρίτερα με το τραγούδι “Metal heart” και αυτή είναι, κατά κάποιο τρόπο μία πιο μοντέρνα εκδοχή του. Παλιότερα, η ιδέα ήταν ότι η καρδιά μπορεί να είναι φτιαγμένη από μεταλλικά μέρη, όπως μία μεταλλική καρδιά. Τώρα είναι το ηλεκτρονικό κομμάτι, δηλαδή μία πιο εξελιγμένη κατάσταση.
Κάτι σαν “Metalheart 2.0”, ένα πράγμα (γέλια). Έχεις δοκιμάσει να πειραματιστείς με το ΑΙ στη μουσική ή τους στίχους; Ιδιαίτερα στους στίχους, από τη στιγμή που έχει αποσυρθεί η Gaby εδώ και μερικά χρόνια; Όχι, εγώ ούτως ή άλλως, δεν γράφω στίχους, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι μπήκα σ’ αυτό το site, το έκανα για πλάκα και είναι αρκετά τρομαχτικό. Είναι αρκετά καλό! Ευτυχώς έχουμε στο γκρουπ τον Mark Tornillo, που γράφει πολύ καλούς στίχους, όπως και ο Martin Motnik, ο μπασίστας μας, που γράφει κι αυτός καλούς στίχους, οπότε δεν χρειαζόμαστε το ΑΙ, αλλά είναι τρελό το πόσο καλή δουλειά κάνει με τη μουσική, τους στίχους, αλλά και το οπτικό κομμάτι. Δεν το χρησιμοποιήσαμε καθόλου, αλλά νομίζω ότι στο μέλλον θα συμβεί ό,τι συμβαίνει και με οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με την τεχνολογία. Θα είναι εκεί έξω και θα το χρησιμοποιούν πολλοί. Ήδη, για τις οπτικές τέχνες, το χρησιμοποιούν πολλοί.
Δεν ξέρω, αν στο μέλλον θα μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποια μουσική έχει γραφτεί από ΑΙ και ποια από άνθρωπο. Αυτό είναι το πιο πιθανό. Δεν ανησυχώ για το αν κλωνοποιηθεί η μουσική μας, ούτε φοβάμαι ότι οι οπαδοί των ACCEPT θα μας παρατήσουν επειδή υπάρχει το ΑΙ εκεί έξω. Ανησυχώ για όλη την βιομηχανία και για τα νέα συγκροτήματα. Αν αναλογιστείς πόσο δύσκολο είναι να γράψεις μουσική, πόσα χρόνια σου παίρνει να μάθεις ένα μουσικό όργανο, πόσο χρόνο και χρήμα πρέπει να επενδύσεις αν θέλεις να είσαι σ’ ένα συγκρότημα. Τώρα, μπορείς να παραλείψεις όλα αυτά τα στάδια, να πατήσεις ένα κουμπί και σε 30’’ να έχεις ένα τραγούδι έτοιμο. Γιατί να τα περάσεις όλα αυτά; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Αυτό με απασχολεί, όπως και το γεγονός ότι οι οπαδοί, όσοι ακούνε τη μουσική, μπορεί να μην ενδιαφέρονται καν από που προέρχεται η μουσική που ακούνε. Σε λίγα χρόνια, μπορεί να λες στο παιδί σου: «Μα αυτό βγαίνει από ένα μηχάνημα» κι εκείνο να σου απαντά «δεν με νοιάζει».
Photo by Christoph Vohler
Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που τους ενοχλεί το γεγονός ότι πολλά από τα συγκροτήματα της γενιάς σου ή ακόμα και πιο νεαρά γκρουπ, δεν έχουν πολλά αυθεντικά μέλη. Πως είναι να είσαι ο μοναδικός «επιζών», αλλά από την άλλη, πως σε βοηθάει το γεγονός ότι έχεις πιο νεαρά μέλη στους ACCEPT; Σε αναζωογονεί; Φυσικά και με αναζωογονεί. Αν θα ήθελα να είμαστε όπως ήμασταν στα 16 μας χρόνια, όταν ξεκινούσαμε; Εννοείται ότι θα ήθελα, άλλωστε είναι και πάρα πολύ βολικό, διότι δεν θα μπαίναμε σ’ αυτή τη διαδικασία να αλλάζουμε μέλη. Στην πραγματική ζωή όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά και δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να συνεχίσω μόνος. Βλέπω ότι αυτός είναι ο ρόλος μου. Είμαι ο καπετάνιος του καραβιού, μόνο και μόνο επειδή δεν το έχω αφήσει. Όλοι οι υπόλοιποι, σε κάποια στιγμή, πήδηξαν κι έφυγαν. Τι να κάνω δηλαδή, να σταματήσω το καράβι; Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω να κάνω, οπότε εξ ορισμού, πλέον είμαι ο καπετάνιος του καραβιού. Η γνώμη μου είναι ότι το συγκρότημα είναι καλύτερο απ’ ότι ήταν εδώ και πολλά χρόνια. Περνάμε πολύ ωραία, αλλά είναι πραγματικά στενάχωρη πραγματικότητα που σε κάποια στιγμή, μετά από ορισμένα χρόνια καριέρας, δεν υπάρχουν πολλά αυθεντικά μέλη σε πάρα πολλά συγκροτήματα.
Η αλήθεια είναι πως αυτό συμβαίνει και σε γκρουπ που έχουν τα μισά χρόνια καριέρας από εσάς… Ξέρεις τι συνηθίζω να λέω; Πάρε οποιαδήποτε εταιρία, αθλητική ομάδα, ορχήστρα. Τα μέλη αλλάζουν, συνέχεια. Για κάποιον λόγο, στα heavy metal συγκροτήματα, υποτίθεται ότι πρόκειται για μία μπάντα με αδέρφια, που κανείς δεν φεύγει, ποτέ. Αλλά αυτό είναι ένα όνειρο που δεν είναι πραγματικότητα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Το να είσαι ο μοναδικός που γράφει μουσική στους ACCEPT, πόσο πιστεύεις ότι επηρεάζει τη σύνθεση; Για παράδειγμα, διάβασα μία πρόσφατη συνέντευξη του PeterBaltes, ο οποίος είπε ότι αισθανόταν πως οι ACCEPT γράφουν το ίδιο άλμπουμ με διαφορετικούς στίχους. Πιστεύεις πως αυτή η πεποίθηση προέρχεται από το γεγονός ότι μόνο εσύ γράφεις μουσική; Να σου πω κι εγώ κάτι πάνω σ’ αυτό. Έχεις ακούσει ποτέ κάποιο πρώην μέλος συγκροτήματος, να λέει κάτι διαφορετικό από αυτό; Έχεις ακούσει πολλούς που έχουν φύγει από κάποιο συγκρότημα, να μην μιλάνε άσχημα γι’ αυτό; Υπάρχει κάποιος που να έφυγε και να μιλά για τις ωραίες στιγμές που έζησε με τους υπόλοιπους; Όχι. Είναι φυσιολογικό. Φεύγουν από ένα γκρουπ και λένε διάφορα. Δεν πρόκειται να σχολιάσω κάτι πάνω σ’ αυτό. Νομίζω οι δίσκοι μιλάνε από μόνοι τους και άκου πως δουλεύουμε, ως συγκρότημα. Το πώς δουλεύουμε σήμερα, δεν έχει καμία διαφορά με ό,τι γινόταν πριν από δέκα ή πριν από τριάντα χρόνια. Ξέρουμε ότι είναι η ώρα να βγάλουμε δίσκο και χρειαζόμαστε νέα τραγούδια. Ρωτάω τους υπόλοιπους αν έχουν κάποιες ιδέες ή ακόμα αν έχουν ολοκληρωμένα τραγούδια, να μου τα δώσουν για να τα ακούσω. Τις περισσότερες φορές, κανείς δεν φέρνει τίποτα. Αυτή τη φορά, ο Uwe Lulis, έστειλε αρκετά τραγούδια, ένα εκ των οποίων ήταν πραγματικά σπουδαίο, το “Frankenstein”, ο Martin Motnik είχε συνεισφορά στους στίχους, αλλά ναι, είναι αλήθεια, εγώ γράφω τα υπόλοιπα. Άλλωστε, κάποιος πρέπει να το κάνει και αυτός είμαι εγώ! Χαχαχα! Προσοχή, δεν παραπονιέμαι, απλά εξηγώ πως έχει η κατάσταση και νομίζω ότι λειτουργεί όπως πρέπει. Τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, πιστεύω ότι ήταν πολύ καλά. Οι οπαδοί πρέπει να είναι οι κριτές αν αυτό είναι καλό ή όχι και όχι τα πρώην μέλη των ACCEPT.
Η κλασική μουσική, πάντα ήταν αναπόσπαστο μέρος του κιθαριστικού σου στυλ. Αυτά τα κλασικά περάσματα που έχεις στα τραγούδια σου, είναι κάτι που σου βγαίνει φυσικά ή το κάνεις επίτηδες; Το κάνω σε κάποιο βαθμό επίτηδες, μα πολλές φορές γράφω μουσική που ακούγεται σαν κλασική, αλλά δεν είναι. Εννοείται όμως ότι αν βάλω κάποια μελωδία του Μπετόβεν, του Μότσαρτ ή του Τσαϊκόφσκι, δεν το κάνω κατά λάθος!
Photo by Christoph Vohler
Το “Ravagesoftime”, είναι ένα τραγούδι κάπως αυτοβιογραφικό, αφού περιγράφει τι έχετε κάνει στην καριέρα σας. Πιστεύεις ότι το τέλος των ACCEPT πλησιάζει και σας βγήκε να το κάνετε; Όχι! Μου βγήκε να γίνει αυτό το τραγούδι, αλλά το τέλος των ACCEPT δεν το βλέπω να συμβαίνει σύντομα. Δεν θέλω να αποσυρθώ, αντιθέτως λέω ότι θέλω να πεθάνω στη σκηνή. Και το εννοώ. Θέλω να το κάνω όσο μπορώ. Σε ότι αφορά στο τραγούδι, είχα αυτή τη μελωδία, που είναι η εισαγωγή του και σκεφτόμουν αν θα είναι μία μπαλάντα ή κάτι άλλο. Εκείνη την ώρα, μου ήρθε στο μυαλό, ότι είμαι 64 ετών και κάνω αυτό το πράγμα από τα 16 μου, είναι η ζωή μου και νιώθω ακόμα 16 χρονών. Σίγουρα, δεν είμαι 16, αλλά αναρωτιέμαι για πόσον καιρό μπορώ να το κάνω αυτό ακόμα. Μακάρι να διαρκέσει για πάντα, αλλά όπως λένε και οι στίχοι “nothing is forever”. Είναι μία ειλικρινής τοποθέτηση του που βρίσκεσαι στη ζωή σου και δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με τους ACCEPT, αλλά με μία προσωπική θεώρηση. Είμαι βέβαιος ότι κι εσύ σκέφτεσαι κάπως έτσι μετά από τόσα χρόνια…
Φυσικά, εννοείται. Και να σου πω την αλήθεια, όλα αυτά τα χρόνια, δεν έχω συναντήσει έναν μουσικό, που να μου έχει πει ότι θέλει να αποσυρθεί. Παρόλα αυτά, πρέπει να πω, πως όταν ήμασταν μικρότεροι, ας πούμε εσύ, όταν έπαιζες στους ACCEPT στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν έβλεπες μουσικούς να είναι 35-40 ετών, τους περιέγραφες ως «γέρους»… Το ξέρω! Να σου πω κάτι αστείο. Όταν ξεκίνησα να παίζω κιθάρα, πήγα στους γονείς μου και τους είπα ότι δεν ήθελα να πάω στο πανεπιστήμιο, αλλά να γίνω επαγγελματίας μουσικός κι εκείνοι μου είπαν ότι δεν θα μπορώ να το κάνω όταν περάσω τα 30 μου! Χαχαχα! Αυτό είναι για νέους ανθρώπους, δεν μπορεί να είσαι γέρος και να παίζεις rock μουσική. Μιλάμε για τη δεκαετία του ’70, όταν οι ROLLING STONES ήταν μετά βίας στα 30 τους. Ποιος να φανταζόταν ότι στα 80 τους, θα έπαιζαν ακόμα και θα έβγαζαν και δίσκο; Δεν υπήρχε τότε κάποιο ζωντανό παράδειγμα, για να εξηγήσω στους γονείς μου ότι θα μπορούσε κάποιος να παίξει αυτή τη μουσική και σε πιο μεγάλη ηλικία. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι 50 χρόνια αργότερα, εγώ θα είχα την κιθάρα μου και θα χτυπιόμουν ακόμη πάνω στη σκηνή; Ήταν τρελό! Χαχαχα!
Θυμάμαι ότι βλέπαμε τους BLACKSABBATH να κυκλοφορούν δίσκους στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές των 90s και να τους θεωρούμε γέρους, ενώ πρέπει να ήταν οριακά γύρω στα 40 τους!!! Χαχαχαχα! Ακριβώς. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, είχαμε περιοδεύσει με τον Ozzy Osbourne κι έλεγα από μέσα μου «πως αντέχει να περιοδεύει αυτός ο γέρος» και δεν πρέπει να ήταν ούτε σαράντα χρονών! Χαχαχα!
Πιστεύεις ότι ο AndySneap, είναι μέλος των ACCEPT, μιας και είναι μαζί σας, κάνοντας παραγωγή στους δίσκους σας από το “Bloodofthenations” και μετά; Σκεφτήκατε ποτέ να πάτε σε κάποιον διαφορετικό παραγωγό, για να αλλάξετε λίγο τη θεώρησή σας για τη μουσική; Όχι, ποτέ δεν αλλάζεις μία ομάδα που κερδίζει. Λειτουργούμε τόσο καλά με τον Andy, που δεν θέλω να αλλάξω τίποτα. Μου αρέσει πολύ ο ήχος, μου αρέσουν τα τραγούδια που δημιουργούμε μαζί. Ποτέ δεν έχω φτάσει στο σημείο να σκεφτώ ότι χρειαζόμαστε καλύτερο παραγωγό. Η αλήθεια είναι πως είναι σαν οικογένεια. Δεν βλέπουμε ο ένας τον άλλον πάρα πολύ, αφού βρισκόμαστε κάθε 2-3 χρόνια, όταν βγάζουμε δίσκο, αλλά μιλάμε στο τηλέφωνο τακτικά, ανταλλάζουμε μηνύματα, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα έχει συμβεί και σε σένα. Ιδιαίτερα οι άντρες, έχουν αυτή τη «σιωπηλή κατανόηση», αφού βρισκόμαστε μετά από αρκετό καιρό με κάποιον και είναι σαν να μην έχει περάσει μια μέρα.
Για ποιον λόγο πήγατε από τη NuclearBlast στη Napalm; Νιώσατε ότι έκλεισε ο κύκλος σας και άρχισαν να ενδιαφέρονται για πιο καινούργια και πιο ακραία σχήματα; Δεν έχει να κάνει με αυτό, αλλά με το ότι η Nuclear Blast πωλήθηκε σ’ έναν μεγάλο οργανισμό (σ.σ. τη Believe) και τα πράγματα άλλαξαν δραματικά. Όταν υπογράψαμε με τη Nuclear Blast, ήταν μία εταιρία που λειτουργούσε οικογενειακά. Κάπως σαν μία οικογένεια, που ήταν βασισμένη σε οπαδούς του heavy metal κι ένιωθες αυτό το πνεύμα, παρότι μιλάμε για μία πολύ επιτυχημένη εταιρία. Δεν ήταν η CBS ή η Warner, αλλά ήταν μία πολύ πετυχημένη γερμανική εταιρία, βασισμένη αποκλειστικά στο heavy metal. Πριν λίγα χρόνια, πουλήθηκε σ’ έναν μεγάλο οργανισμό και παρότι μας έλεγαν ότι τίποτα δεν θα άλλαζε, όλα άλλαξαν. Όσοι γνωρίζαμε έφυγαν και τέλος πάντων, ήταν ώρα για εμάς για αλλαγή. Τότε ήρθε η Napalm, που μέχρι τώρα μας δείχνει ότι πάει πολύ καλά και είναι αυτό που ευχόμασταν. Μέχρι στιγμής, είμαστε πολύ ευχαριστημένοι με τη Napalm.
Ποια ήταν η πιο ρισκαδόρικη απόφαση που έχεις πάρει για τους ACCEPT; Ήταν όταν πήρατε τον DavidReece στα φωνητικά; Όταν διαλυθήκατε στα 90s; Όταν περιοδεύσατε ως support στους SABATON; Το πιο σημαντικό πράγμα είναι όταν αλλάζεις τραγουδιστή. Αυτή η απόφαση, εμπεριέχει πάντα ρίσκο. Όταν, μετά την αποτυχημένη περίοδο του David Reece, χρειάστηκε να ξαναλλάξουμε τραγουδιστή, νομίζω πως κάναμε ένα απίστευτο κατόρθωμα. Ήταν σίγουρα κάτι πολύ σημαντικό να αποφασίσουμε να ξεκινήσουμε εκ νέου, με καινούργιο τραγουδιστή. Το 2009 όταν γνωρίζαμε τον Mark Tornillo, ήμουν σίγουρος ότι θα πετύχουμε, επειδή είπα στον εαυτό μου «είτε θα συμβεί με αυτόν τον τρόπο, είτε δεν θα συμβεί ποτέ». Ήταν ο τέλειος τραγουδιστής για εμάς και ο προηγούμενος, ο Udo, είχε το δικό του σχήμα και είχε πει ότι δεν ήθελε να τραγουδήσει πάλι μαζί μας. Δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε. Ήταν μεγάλο το ρίσκο, από την άλλη όμως, όχι, επειδή είτε θα πετυχαίναμε έτσι, είτε δεν θα συνέβαινε τίποτα. Σίγουρα, πάντως, ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα στη μουσική βιομηχανία, είναι να επιστρέψεις με νέο τραγουδιστή. Μερικές φορές σκέφτομαι, ότι το γεγονός ότι έχει λειτουργήσει στην περίπτωσή μας τόσο καλά, είναι ένα είδος θαύματος.
Έχετε κυκλοφορήσει 17 άλμπουμ και υπάρχετε για 45+ χρόνια. Βγαίνετε σε περιοδεία, που θα περάσει και από την Ελλάδα, όπου θα εμφανιστείτε στο Release μαζί με τους JUDASPRIEST και τον BruceDickinson, σε μία βραδιά που δεν χάνεται. Πως διαλέγετε τα τραγούδια που θα παίξετε; Βλέπετε ότι η νεότερη γενιά γουστάρει πιο πολύ τραγούδια όπως το “Koolaid” ή το “Bloodofthenations”, ενώ οι πιο μεγάλοι είναι πιο «κολλημένοι» με τη δεκαετία του ’80; Δεν ξέρω αν είναι κολλημένοι με τη δεκαετία του ’80, αλλά νομίζω πως είναι φυσιολογικό για οπαδούς που μας ακολουθούν για πολλά χρόνια, θέλουν να ακούσουν πιο παλιά τραγούδια, επειδή τους θυμίζει όταν ήταν πιο νεαροί. Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα, όταν θέλω για παράδειγμα, να δω τους DEEP PURPLE. Θέλω να δω το “Smoke on the water”, γιατί είναι αυτό είναι το τραγούδι με το οποίο τους γνώρισα. Από την άλλη, δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω πως έχεις δίκιο, αφού τα τελευταία έξι μας άλμπουμ, έχουν μία συνοχή και πολλοί οπαδοί μας γνώρισαν μέσω αυτών. Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάποιες headline εμφανίσεις, όπου θα παίζουμε μόνο καινούργιο υλικό. Στα φεστιβάλ, όμως, το κοινό δεν είναι 100% των ACCEPT. Στο Release, για παράδειγμα, θα είναι κάποιοι που θα πάνω μόνο για τους JUDAS PRIEST, κάποιοι που θα πάνω μόνο για τον Bruce Dickinson, πιθανώς να έχουν ακούσει τους ACCEPT, αλλά στα φεστιβάλ παίζουμε διαφορετικό setlist, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικό το κοινό.
Οπότε, τι να περιμένουμε από τη συναυλία των ACCEPT στην Αθήνα; Μόνο τα καλύτερα! Χαχαχαχα!
Το θέμα είναι πως έχετε περισσότερα από 20 bestof τραγούδια, οπότε η επιλογή και πάλι θα είναι πολύ δύσκολη! Χαχαχα! Είναι δύσκολη, αλλά είναι και πολυτέλεια ταυτόχρονα. Πολλές φορές αποφασίζω ποια τραγούδια θα παίξουμε, κυριολεκτικά την ημέρα της συναυλίας.
Αυτά τα προβλήματα, τα ονομάζω “firstworldproblems”, να ξέρεις! Χαχαχαχα!
Ευχαριστώ για τον χρόνο σου. Εγώ ευχαριστώ. Θα σε δω στην Αθήνα!
Οι εμβληματικοί In Flames έρχονται στην Αθήνα για ένα μεγάλο live, την Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου, στο Floyd. Μια από τις σημαντικότερες metal μπάντες των τελευταίων δεκαετιών, οι Σουηδοί θεωρούνται δίκαια οι προπάτορες της σύγχρονης μελωδικής death metal σκηνής, παραμένοντας καταιγιστικοί στη σκηνή, όπως αποδείχτηκε θριαμβευτικά στην εμφάνισή τους στο περσινό Release Athens.
Η προπώληση ξεκινάει άμεσα προς 47€ και για περιορισμένο αριθμό εισιτηρίων. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.
Διάθεση εισιτηρίων:
Τηλεφωνικά στο 2117700000
Online more.com / Floyd.gr
Φυσικά σημεία: Καταστήματα Νova, Public, Ευριπίδης, Yoleni’s, Viva Spot Τεχνόπολης.
Floyd live music venue: Πειραιώς 117, Γκάζι, Αθήνα, πλησίον του Στ. Μετρό Κεραμεικός / Τηλ. 210 3416706
Οι In Flames υπήρξαν καθοριστικοί στην καθιέρωση του melodic death metal αλλά και του metalcore, χάρις στα μοναδικά “πελώρια” riffs και τις εντυπωσιακές συνθέσεις τους, ξεκινώντας ως ένα underground σχήμα για να μετατραπούν στη συνέχεια σε πρωτοπόρους της metal σκηνής που δεν σταματούν να εξελίσσουν τον ήχο τους και να πειραματίζονται.
Από τότε που σχηματίστηκαν, το 1990 στο Gothenburg της Σουηδίας, το θρυλικό γκρουπ αποτελεί πρότυπο του τι σημαίνει να παραμένεις πιστός στο όραμά σου. Στα 14 albums που έχουν κυκλοφορήσει, από το ντεμπούτο, “Lunar Strain” (1994) μέχρι το εξαιρετικό “Foregone” (2023), οι In Flames συνεχίζουν να καινοτομούν παρά τις αμέτρητες διακρίσεις που έχουν ήδη κατακτήσει.
Κυκλοφορίες όπως τα “The Jester Race” (1996), “Colony” (1999), “Clayman” (2000) και το τολμηρό “Reroute to Remain” (2002), είναι μόνο κάποια δείγματα της σπουδαίας δισκογραφίας τους, τα οποία επιβεβαιώνουν τη θέση τους στην κορυφή τoυ ευρωπαϊκού metal για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ταυτόχρονα κερδίζουν συνεχώς νέους οπαδούς.
Παράλληλα, περιοδεύουν ασταμάτητα, εμφανιζόμενοι συχνά ως headliners σε μεγάλα φεστιβάλ, ξεσηκώνοντας το κοινό με τραγούδια-ύμνους σαν τα “I Am Above”, “Take This Life”, “Coerced Coexistence”, “Bullet Ride”, “Cloud Connected”, “State of Slow Decay”, “Alias” και “The Mirror’s Truth”.
Follow In Flames
Official Website | Facebook | Instagram | YouTube
Follow Floyd
Official Website | Facebook | Instagram | TikTok | YouTube
Πόσο καιρό έχεις να δεις Exarsis στην Πάτρα; Πόσο καιρό έχεις να νιώσεις σαρωτικό old school 80s thrash metal; Μετά από 8 χρόνια οι Αθηναίοι επιστρέφουν ξανά στην πόλη για να δημιουργήσουν χαμό λίγο πριν την περιοδεία τους στην Άπω Ανατολή. Δεν νομίζω ότι θες να χάσεις την ευκαιρία; Μαζί τους οι death/thrash metallers Krushya και οι thrashers Ressurection σε μια συναυλία αλκοολισμού και thrash όπως το αγαπήσαμε!
Weekly Metal Meltdown και γι’ αυτή την εβδομάδα, λοιπόν, με μία ανασκόπηση των νέων τραγουδιών που κυκλοφόρησαν και από επερχόμενες κυκλοφορίες που περιμένουμε με ενδιαφέρον. Σ’ αυτήν την εκδοχή της στήλης, παρουσιάζουμε δέκα από τα πιο πολυαναμενόμενα τραγούδια, που βγήκαν από τις 4 ως τις 10 Μαΐου.
Η τραγουδίστρια των EPICA, Simone Simons, ανακοίνωσε ότι τον τελευταίο καιρό δούλευε με τον mastermind των AYREON, Arjen Lucassen πάνω στο ντεμπούτο σόλο άλμπουμ της. Αυτό, θα έχει τον τίτλο “Vermillion” και θα βγει στις 23 Αυγούστου από τη Nuclear Blast. Από κάτω μπορείτε να δείτε το video clip για το “Aeterna” που ανοίγει το δίσκο και -όπως αναφέρει και η ίδια η Simone- είναι κάπου ανάμεσα στους EPICA και τους AYREON.
Photo by Patric Ullaeus
Το “Theories of emptiness” των EVERGREY, θα είναι στα ράφια των δισκοπωλείων (φυσικών και ψηφιακών) στις 7 Ιουνίου και το δεύτερο single που μπορούμε να ακούσουμε, είναι το “Say”, το video clip του οποίου μας κάνει και μία αποκάλυψη, την αποχώρηση του επί σειρά ετών ντράμερ τους, Jonas Ekdahl… Δείτε και μόνοι σας…
Photo by Sam Jansen
Για τους CEMETERY SKYLINE, τα έχουμε πει σε προηγούμενο Weekly Metal Meltdown. Απλά να υπενθυμίσουμε τη σύνθεσή τους:
Φωνητικά: Mikael Stanne (Dark Tranquillity, The Halo Effect)
Κιθάρες: Markus Vanhala (Insomnium, Omnium Gatherum, I Am The Night)
Πλήκτρα: Santeri Kallio (Amorphis)
Μπάσο: Victor Brandt (Dimmu Borgir, Witchery, ex-Entombed/Entomed A.D., ex-Firespawn and many more)
Ντραμς: Vesa Ranta (Sentenced, The Abbey)
Χωρίς να έχουμε πληροφορίες για ολοκληρωμένο δίσκο, μπορούμε να ακούσουμε το “In darkness”, που είναι το δεύτερο single τους.
“Blót” είναι μία αρχαία Σκανδιναβική λέξη που σημαίνει “θυσία”. Αυτό είναι όμως και το νέο single του Γερμανικού folk συγκροτήματος των FAUN, οι οποίοι θα μας επισκεφθούν στις 6 & 7 Δεκεμβρίου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αντίστοιχα. Πάρτε μία ιδέα του πολύ ιδιαίτερου ήχου τους, στο τραγούδι ακριβώς από κάτω:
Δέκα χρόνια συμπληρώνουν οι Γερμανοί power metallers, SERIOUS BLACK, ο νέος δίσκος των οποίων αναμένεται στις 27 Σεπτεμβρίου από την AFM Records, με τίτλο “Rise of Akhenaton”. Στο άλμπουμ αυτό, βλέπουμε μία επιστροφή στον πρώιμο, πιο κλασικό power metal ήχο του σχήματος, με τον ηγέτη τους, Mario Lochert να έχει αναλάβει την παραγωγή, μαζί με τον Bob Katsionis. Πρώτο δείγμα γραφής, το “Metalized”.
Οι LIMBONIC ART του τραγουδιστή και multi-instrumentalist Vidar “Daemon” Jensen, είναι ένα σχήμα που υπάρχει από το 1993 με μία σειρά σπουδαίων δίσκων στα 90s. Ο ένατος δίσκος τους, “Opus Daemoniacal”, βγαίνει στις 28 Ιουνίου και το δεύτερο τραγούδι είναι το “Consigned to the flames”.
Τα standalone singles, τείνουν να γίνουν πολύ δημοφιλή τον τελευταίο καιρό, με τα streaming services. Οι progsters COHEED AND CAMBRIA, έβγαλαν το “The joke”, μέσα από τα sessions του δίσκου “Vaxis – Act II: A Window Of The Waking Mind”, που ταιριάζει απόλυτα με το “Deranged”, ένα τραγούδι που ήταν μέρος του soundtrack της ταινίας “Batman: Arkham City”.
Photo by Photo By Stefan
Δισκογραφική επιστροφή για τους Σουηδούς occult metallers, PORTRAIT, μετά το “At one with none”, με το έκτο άλμπουμ τους “The host”, που είναι concept και θα κυκλοφορησει από τη Metal Blade Records στις 21 Ιουνίου. Το πρώτο single είναι για το τραγούδι “The blood covenant”.
Photo bt Lars Lanhed
Είναι γνωστή η αγάπη του κιθαρίστα των CONCEPTION, Tore Ostby, για την ισπανική μουσική και κουλτούρα. Το δεύτερο σόλο κομμάτι του κιθαρίστα, είναι το “Nordic sould spanish heart” που βγήκε λίγο πριν την έναρξη της Λατινοαμερικάνικης περιοδείας των Νορβηγών prog metallers.
Photo by Jonas Hesselmark
Για το τέλος, οι Δανοί melodic death metallers, WITHERING SURFACE, έχουν έτοιμο για κυκλοφορία στις 7 Ιουνίου το “Exit plan”, από τη Mighty Music. Το νέο single τους, έχει τον τίτλο “Denial denial denial”.
Ραντεβού την ερχόμενη εβδομάδα, μ’ ένα νέο Weekly Metal Meltdown.
Έρχονται από την Φινλανδία και μαζί τους κουβαλάνε όλη την εμπειρία μίας περιήγησης στο παράξενο φυσικό περιβάλλον της χώρας τους.
Είναι οι AS THE SUN FALLS, μια καινούργια μπάντα, η οποία όμως είναι υπερδραστήρια και ιδιαίτερα δημιουργική. Δημιουργήθηκε το 2020 και ήδη στο ενεργητικό της έχει τέσσερα ΕΡ, ένα live άλμπουμ και ένα ολοκληρωμένο, με το δεύτερο να έχει μόλις κυκλοφορήσει, με το όνομα “Kaamos”.
Οι AS THE SUN FALLS, παίζουν μελωδικό death metal, με αρκετά ατμοσφαιρικά στοιχεία και αρκετές doom επιρροές. Οι ταχύτητες τους, δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ξεσπάσματα από τα τύμπανα κυρίως, τα οποία σε συνδυασμό με το μπάσο, δίνουν ένα ιδιαίτερο βάθος στις συνθέσεις του συγκροτήματος. Τα κιθαριστικά τους μέρη, είναι κυρίως μελωδικά, χωρίς ατελείωτο riffάρισμα, ενώ τα φωνητικά είναι growl, τα οποία δένουν φυσικά άψογα μες το σύνολο.
Μέσα από τα έντεκα τραγούδια του, το “Kaamos” παρασύρει τον ακροατή σε ένα ταξίδι το οποίο τον πηγαίνει μέσα από τα φιλανδικά δάση, τις λίμνες και όλα αυτά, υπό το μυστηριώδες φως του Βόρειου Σέλας. Ένα φαινόμενο το οποίο το συγκρότημα αναφέρει συχνά, ως κάτι το μυστικιστικό, παρότι φυσικό. Παράλληλα, οι AS THE SUN FALLS, θέλουν μέσα από τους στίχους να βοηθήσουν τον ακροατή να κάνει και ένα ταξίδι εσωτερικής ανακάλυψης.
Από το πρώτο, ορχηστρικό και απόλυτα μελωδικό κομμάτι, το “Indrøø”, μέχρι το τέλος του πολύ καλού άλμπουμ τους και το εξίσου μελωδικό ομώνυμο “Kaamos”, οι Φιλανδοί παρουσιάζουν πολύ καλό μελωδικό death metal, εφάμιλλο της σχολής της χώρας καταγωγής τους. Τα κομμάτια δεν είναι μεγάλα πολύ σε διάρκεια, είναι άμεσα και σίγουρα θα ικανοποιήσουν τους φίλους του είδους. Και εις άλλα λοιπόν.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 27, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to