Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 180

AS THE SUN FALLS – “Kaamos” (Theogonia Records)

0
As The Sun Falls

As The Sun Falls

Έρχονται από την Φινλανδία και μαζί τους κουβαλάνε όλη την εμπειρία μίας περιήγησης στο παράξενο φυσικό περιβάλλον της χώρας τους.

Είναι οι AS THE SUN FALLS, μια καινούργια μπάντα, η οποία όμως είναι υπερδραστήρια και ιδιαίτερα δημιουργική. Δημιουργήθηκε το 2020 και ήδη στο ενεργητικό της έχει τέσσερα ΕΡ, ένα live άλμπουμ και ένα ολοκληρωμένο, με το δεύτερο να έχει μόλις κυκλοφορήσει, με το όνομα “Kaamos”.

Οι AS THE SUN FALLS, παίζουν μελωδικό death metal, με αρκετά ατμοσφαιρικά στοιχεία και αρκετές doom επιρροές. Οι ταχύτητες τους, δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ξεσπάσματα από τα τύμπανα κυρίως, τα οποία σε συνδυασμό με το μπάσο, δίνουν ένα ιδιαίτερο βάθος στις συνθέσεις του συγκροτήματος. Τα κιθαριστικά τους μέρη, είναι κυρίως μελωδικά, χωρίς ατελείωτο riffάρισμα, ενώ τα φωνητικά είναι growl, τα οποία δένουν φυσικά άψογα μες το σύνολο.

Μέσα από τα έντεκα τραγούδια του, το “Kaamos” παρασύρει τον ακροατή σε ένα ταξίδι το οποίο τον πηγαίνει μέσα από τα φιλανδικά δάση, τις λίμνες και όλα αυτά, υπό το μυστηριώδες φως του Βόρειου Σέλας. Ένα φαινόμενο το οποίο το συγκρότημα αναφέρει συχνά, ως κάτι το μυστικιστικό, παρότι φυσικό. Παράλληλα, οι AS THE SUN FALLS, θέλουν μέσα από τους στίχους να βοηθήσουν τον ακροατή να κάνει και ένα ταξίδι εσωτερικής ανακάλυψης.

Από το πρώτο, ορχηστρικό και απόλυτα μελωδικό κομμάτι, το “Indrøø”, μέχρι το τέλος του πολύ καλού άλμπουμ τους και το εξίσου μελωδικό ομώνυμο “Kaamos”, οι Φιλανδοί παρουσιάζουν πολύ καλό μελωδικό death metal, εφάμιλλο της σχολής της χώρας καταγωγής τους. Τα κομμάτια δεν είναι μεγάλα πολύ σε διάρκεια, είναι άμεσα και σίγουρα θα ικανοποιήσουν τους φίλους του είδους. Και εις άλλα λοιπόν.

8 / 10

Φανούρης Εξηνταβελόνης

VULTURE – “Sentinels” (Metal Blade)

0
Vulture

Vulture

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου εμφανίζεται ένας δίσκος κυριολεκτικά από το πουθενά και σου παίρνει τα μυαλά. Στον αντίποδα, υπάρχουν δίσκοι που τους περιμένεις με ανυπομονησία και σε αφήνουν με μια αίσθηση απογοήτευσης καθώς δεν ικανοποιούν στο έπακρο τις προσδοκίες σου. Στη δεύτερη περίπτωση, δυστυχώς, ανήκει το νέο, τέταρτο άλμπουμ των, κατά τ’ άλλα πολύ αγαπημένων μου Γερμανών speed/ thrashers VULTURE, με τίτλο “Sentinels”. Και λέω “δυστυχώς”, διότι οι VULTURE στους τρεις προηγούμενους δίσκους τους έδειξαν μια αξιοζήλευτη ποιότητα, και μια εξέλιξη που, κατά την ταπεινή μου άποψη κορυφώθηκε στο προηγούμενο τους άλμπουμ, το “Dealin’ death” του 2021. Θα περίμενε λοιπόν κανείς αυτή η εξέλιξη να συνεχιστεί και στο “Sentinels”. Μάλλον όμως δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα όπως θα έπρεπε, ή, για να το διατυπώσω καλύτερα, όπως θα ήθελα εγώ.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το “Sentinels” δεν είναι καθόλου, μα καθόλου κακός δίσκος. Ίσα ίσα που ακούγεται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ έχει και κάποιες εξαιρετικές στιγμές όπως τα “Unhallowed & forgotten”, “Realm of the Impaler” και “Oathbreaker”, (καθόλου τυχαίο που τα τρία αυτά κομμάτια επιλέχθηκαν για την προώθηση του δίσκου) και από κοντά ακολουθούν το “Screams from the abbatoir” και “Death row”.  Ποιο είναι το πρόβλημα λοιπόν;

Το πρόβλημα, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι ότι το “Sentinels” δεν έχει αυτή την αίσθηση του ΓΡΑΠΩΜΑΤΟΣ από το λαιμό, που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα από το μακελειό, όπως γινόταν στις προηγούμενες δουλειές τους ή στα τελευταία άλμπουμ των MIDNIGHT και KNIFE για παράδειγμα. Υπάρχει μια πιο, ας πούμε, safe προσέγγιση που ακολουθεί την πεπατημένη των προηγούμενων άλμπουμ, δηλαδή speed metal κομμάτια και πιο αργές φόρμες, που όμως δεν ακούγονται τόσο επικίνδυνα και μοχθηρά όσο θα έπρεπε. Από τη μία λοιπόν, έχουμε τα κομμάτια που προανέφερα, με το “Oathbreaker” να είναι το προσωπικό μου αγαπημένο καθώς θυμίζει έντονα τους παλιούς καλούς VULTURE με τις εναλλαγές του, τα τρία πρώτα κομμάτια του δίσκου “Screams from the abbatoir”, “Unhallowed & forgotten” και “Realm of the impaler”, με τα δύο πρώτα να είναι αμιγώς speed και το τρίτο να είναι πιο ρυθμικό , και το “Death row” που κινείται και αυτό σε υψηλές ταχύτητες.

Από εκεί και πέρα, τα πράγματα ζορίζουν κάπως. Και δεν είναι μόνο το γεγονός ότι το άλμπουμ δεν είναι τόσο επικίνδυνο όσο θα ήθελα, όσο το γεγονός ότι υπάρχει μια σοβαρή κρίση ταυτότητας καθώς οι ομοιότητες με τους EXODUS είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Πάρτε για παράδειγμα το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου στο κλείσιμο και μη μου πείτε ότι δεν σας θυμίζει το “And then there were none”. Θα πει κανείς, ότι επιρροές πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, ιδίως για τις νεότερες μπάντες. Συμφωνώ απόλυτα, αρκεί να μην αλλοιώνεται η ταυτότητα της μπάντας. Και εδώ έχουμε ξεκάθαρη αλλοίωση αποτελέσματος, καθώς το “Sentinels” θυμίζει VULTURE μόνο επιδερμικά. Κρίμα για την εξαιρετική απόδοση της μπάντας συνολικά, που αδικείται κατάφωρα.

Ύστερα από αρκετές και απανωτές ακροάσεις του “Sentinels”, η γνώμη μου παρέμεινε ίδια με την πρώτη φορά που τον άκουσα, και είμαι σίγουρος ότι αρκετοί θα διαφωνήσουν μαζί μου καθώς υπάρχουν στιγμές που πραγματικά αξίζουν. Ήθελα πολύ να μου αρέσει τρελά το “Sentinels”. Αλήθεια. Αντί για ενθουσιασμό και παραλήρημα όμως, μου ήρθε ένα μούδιασμα και μια ελαφριά απογοήτευση.  Αν ήταν το ντεμπούτο των VULTURE, θα μιλούσαμε ενδεχομένως κάτω από άλλο πρίσμα. Όταν όμως βρίσκεσαι στο τέταρτο άλμπουμ και ενώ έχεις κυκλοφορήσει τρεις εξαιρετικούς δίσκους πιο πριν, ακούγεσαι σαν να ψάχνεις να βρεις τα πατήματα σου, εκεί έχουμε θέμα και μάλιστα σοβαρό. Και για αυτόν τον λόγο οφείλω να είμαι αυστηρός τόσο στην κριτική μου, όσο και στη βαθμολογία μου.

6,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

ELECTRO CHARGED – “Reign of deception” (Self-financed)

0
Electro Charged

Electro Charged

Πριν από περίπου 30 χρόνια ξεκινούσα να παίρνω promo CD για τις ραδιοφωνικές μου εκπομπές από τον συγχωρεμένο τον Βαγγέλη Μπαλτά και μου έλεγε μερικές ατάκες που μου έχουν μείνει χαραγμένες στο μυαλό, καθώς, έχοντας τα καταστήματα Rock City και μία πολύ μεγάλη εταιρία διανομών, γνώριζε πάρα πολύ καλά τα ακούσματα του ελληνικού κοινού. Πάντα, λοιπόν, μου έλεγε ότι το ελληνικό κοινό γουστάρει πάρα πολύ, οτιδήποτε μοιάζει έστω και λίγο με τους METALLICA και αυτό το κρατούσα πολύ καλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

Ο Μιχάλης Σαγιάννης, ιδρυτής των ELECTRO CHARGED, είναι ένας μουσικός από τη Λιβαδιά, που αποφάσισε κάποια στιγμή να πάει στο πολυεργαλείο που λέγεται Bob Katsionis, να τον βοηθήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του, δηλαδή να βγάλει ένα δίσκο με κάποιες ιδέες που είχε συνθέσει.

Με τον ίδιο τον Κατσιώνη να παίζει lead κιθάρα και πλήκτρα, το line-up συμπληρώθηκε με τον Χρήστο Δεμπεγιώτη (MYST, ex-OUTLOUD) στο μπάσο και στη guest σόλο κιθάρα καθώς και τον ντράμερ Θάνο Καραλή (EIEN, HARD DISK DRIVE).

Το “Reign of deception”, είναι ένας δίσκος που προσκυνά τους METALLICA (τι λέγαμε στην αρχή;), από το ξεκίνημά τους μέχρι το “Black album”. Από εκεί και πέρα, έχουμε σποραδικά στοιχεία από τους TESTAMENT (της εποχής που έμοιαζαν πιο πολύ με METALLICA), λιγουλάκι SLAYER και για να κλείσουμε το Big 4, βάζουμε και λίγο ANTHRAX

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ακριβώς τι θα ακούσετε με το “Reign of deception”. Είναι ένας καλοπαιγμένος δίσκος, με καλή παραγωγή, που αν σας αρέσουν οι METALLICA, θα ήταν καλό να του δίνατε την ευκαιρία του. Δεν είναι ο δίσκος που θα σας αλλάξει τη ζωή, δεν είναι ό,τι πιο πρωτότυπο έχω ακούσει, αλλά μου βγάζει μεράκι, πώρωση και μου θυμίζει άλλες εποχές, πιο αθώες, όταν δεν καθόμασταν να υπεραναλύσουμε αυτά που ακούμε.

Στο ντεμπούτο τους, οι ELECTRO CHARGED, μας δίνουν το στίγμα τους, με το “Servants and kings”, το πιο thrashy “Into the pits of hell” ή το πιο TESTAMENT “Lord of sickness”. Στον επόμενο δίσκο τους, όμως, τους περιμένω με πιο έντονη την προσωπικότητά τους, απαλλαγμένους από τη σκιά των επιρροών τους.

7 / 10

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 13/5 [AVATAR]

0
Avatar

Avatar

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Hail the apocalypse” – AVATAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Gain
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tobias Lindell
ΣΥΝΘΕΣΗ:
John Alfredsson – τύμπανα
Johannes Eckerström – φωνή, τρομπόνι
Kungen – κιθάρες
Henrik Sandelin – μπάσο
Tim Öhrström – κιθάρες

Μόνο μια αγορά που αγκάλιασε καλλιτέχνες όπως οι MARILYN MANSON, SYSTEM OF A DOWN και RAMMSTEIN μπορεί να ανταποκριθεί στο πείραμα των AVATAR. Τόσο οι ΗΠΑ, όσο και η Βρετανία αντοποκρίθηκαν πολύ θετικά στο “Black waltz” δυο χρόνια νωρίτερα και οι Σουηδοί άρπαξαν την ευκαιρία που τους δόθηκε και περιόδευσαν εκτενώς, ανεβάζοντας τις μετοχές τους, κάτι που έπρεπε μετά να μεταφραστεί και σε μια δυνατή κυκλοφορία.

Όντως το “Hail the apocalypse” ήρθε για να εδραιώσει τον νέο μουσικό χαρακτήρα των AVATAR, με αρκετά τεχνικά σημεία, έντονα χορευτικούς ρυθμούς και σκληρές κιθάρες. Τόσο οι στίχοι, όσο και τα θεατρικά φωνητικά του Eckerström σε σημεία σου κλείνουν το μάτι, ενώ σου χαμογελούν σκοτεινά σαν τον Joker σ’ ένα μπαρ κι αλλού ακούγονται τρομακτικοί, παρανοϊκοί, τυλιγμένοι με ζουρλομανδύα, όπως ο Eddie στο “Piece of mind”.

Από τότε το λέω, πως οι AVATAR είναι εκρηκτικοί, αλλά έχουν και πολλά πρόσωπα, κάτι που τους κάνει αρεστούς μόνο από ανοιχτόμυαλους ακροατές, ενώ συχνά συναντώ κόσμο που τους αρέσει μόνο μια συγκεκριμένη τους πτυχή. Τα τρία single, φανερώνουν το εύρος του “Hail the apocalypse”. To εντυπωσιακό, εκρηκτικό ομώνυμο τραγούδι, που ανοίγει τον δίσκο, το πιο σύγχρονο, μπαλαντοειδές, και creepy “Bloody angel” που θυμίζει κάτι από SIXX A.M. και το πιο ευθύ, αλλά και το djent-metalcore “Vultures fly” με τον χορευτικό ρυθμό και την απαράμιλλη MANSON αισθητική, αλλά και την καλύτερη μελωδία όλου του δίσκου στο ρεφραίν.

Το συγκρότημα από το Γκέτεμποργκ, επένδυσε όλα του τα κέρδη σε σκηνικά και κουστούμια ώστε να διογκώσει την εντύπωση που θα έκανε στην περιοδεία του και τα κατάφεραν υπέροχα, με το κοινό να πολλαπλασιάζεται και τον μουσικό τύπο να αποθεώνει το αποτέλεσμα. Όταν τους είδα για πρώτη φορά, ήταν στο Wacken το 2015, και έπαθα πλάκα με την ενέργεια και την απήχηση που είχαν.

Μπορεί να έχτισαν στα θεμέλια του “Black waltz”, όμως το “Hail the apocalypse” έμελλε να ήταν ο πρώτος τους τεράστιος δίσκος. Με αυτόν, όργωσαν την υφήλιο, περιοδεύοντας για πάνω από δύο χρόνια και παίζοντας κυρίως ως headliner.

Did you know that:

  • Η Ευρωπαϊκή εκδοχή σε βινύλιο, περιέχει και το “Dying to see you dead”, το οποίο δεν υπάρχει ούτε στο CD, ούτε στην Αμερικάνικη κυκλοφορία.
  • Στο άλμπουμ υπάρχει και μια διασκευή. Αυτή του “Something in the way” των NIRVANA, που κρίνεται τουλάχιστον ως αχρείαστη, αν και την έχουν προσαρμόσει στα δικά τους δεδομένα.
  • Γνωρίζετε πολλά συγκροτήματα που να έχουν ηχογραφήσει στην Ταϋλάνδη; Ορίστε που οι AVATAR το έκαναν κι αυτό!

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

MORBID ANGEL – “Altars of madness” – Worst to best

0
Morbid Angel

Morbid Angel

Άμα έπρεπε να σημειώσουμε τις χρονιές ορόσημα για το death metal μια από αυτές, θα ήταν ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ η χρονιά που βγήκε το “Altars of madness” των MORBID ANGEL. Επίσης, άμα έπρεπε να μιλήσουμε για ένα δίσκο που άλλαξε άρδην το παιχνίδι, ήταν το “Altars of madness”. Μέχρι τότε, ό,τι έβγαινε στο underground σε επίπεδο demos το διάστημα ‘84 – ‘87 (POSSESSED – “Death metal”, HELLHAMMER – “Satanic rites”/”Triumph of death”/”Apocalyptic raids”, SLAUGHTER LORD – “Taste of blood”, DEATH STRIKE – “Fuckin’ death”, TERMINAL DEATH – “Faces of death”, NECROVORE – “Divus de mortuus” για να αναφέρουμε μερικά) ήταν σε μια γκρίζα περιοχή κάπου πέρα από το thrash που δεν είχε οριστεί ακόμα με κάποιον όρο σαφώς. Ναι, οι POSSESSED το “φώναξαν” το ‘84 στο demo τους αλλά και το ‘85 στο σημείο μηδέν “Seven churches”, αλλά φαινόταν μέσα από τις ζυμώσεις του underground ότι κάτι άλλο έπαιρνε μορφή.

Οι DEATH με το “Scream bloody gore” εκκίνησαν και με τη βούλα αυτό το οποίο έσπειραν οι POSSESSED, ωστόσο παρέμενε ένα thrash-αριστό αριστούργημα. Το αυτό και με το “Malleus maleficarum” των PESTILENCE την επόμενη χρονιά και το “Severed survival” των AUTOPSY και το “Slowly we rot” των OBITUARY το ‘89. Όλα αυτά, μέχρι να σκάσει στις 12 Μαΐου ένα δεύτερο σημείο μηδέν του είδους. Και το όνομα αυτού “Altars of madness”. Υπήρχαν, να είμαστε και δίκαιοι, ψήγματα αυτού του επερχόμενου μεγαλείου, από το ‘86 με το θρυλικό “Abominations of desolation” demo (κυκλοφόρησε το ‘91 επίσημα), που αρχικά προοριζόταν για ντεμπούτο στη θέση του “Altars of madness”. Πιο πρώιμο, με την άγρια γοητεία ενός demo. Ωστόσο, η μπάντα (σοφά, όπως αποδείχθηκε), θεώρησε πως δεν ήταν άξιο να κυκλοφορήσει ως άλμπουμ το συγκεκριμένο, παραμένοντας demo.

Και κάποιος θα ρωτήσει εδώ “μα καλά, γιατί είναι τόσο σπουδαίο άλμπουμ;”. Αφήνουμε στην άκρη ότι κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν η ερώτηση μετά από 35 συναπτά έτη μεγαλείου και εξηγούμεθα. Το “Altars of madness” πήρε τους υπάρχοντες κανόνες του death metal ως ευθέως παραγώγου του thrash, αναφορικά με τις δομές (λέγε με SLAYER, CELTIC FROST), πήρε μια λευκή κόλλα χαρτί, τους ξαναέγραψε από την αρχή, με μια πίστη στην πολύ θεμελιώδη ιδέα, αλλά “ακούγοντας” προσεκτικά όσα αλλοπρόσαλλα “έλεγαν” οι POSSESSED με το δικό τους riffing. Έφερε και από το grindcore τα blastbeats, μέσω του δασκάλου του ακραίου drumming Pete Sandoval (o οποίος την ίδια χρονιά θα δημιουργούσε κοσμογονία και με MORBID ANGEL και με TERRORIZER) και κάπως έτσι, έδεσε το γλυκό. Ό,τι ξέραμε από τα πρώτα demo των MORBID ANGEL χάρη στη προσθήκη του Sandoval, είχε πλέον μια ανεβασμένη επιθετικότητα, ταχύτητα και τραχύτητα.

Παράλληλα, η αγάπη τους για διάφορα πράγματα που ήταν μπροστά από την εποχή τους εντός και εκτός του metal ήχου (ακούστε τον Vincent να μιλάει πέρα των BLACK SABBATH, των SLAYER και των POSSESSED, για τους VOIVOD και ακόμα και τους BLACK FLAG), ενίσχυσε το διαφορετικό ύφος τους σε σχέση με τους συνοδοιπόρους τους. Και να φανταστεί κανένας πως αυτή ήταν μόλις η αρχή. Ωραία, τώρα που τελειώσαμε με τα ευχάριστα, πάμε το βασανιστήριο της σταγόνας, να βάλουμε σε σειρά τα κομμάτια του. Άντε πάμε να δούμε τι θα γίνουμε

TheAltars of madnesscountdown:

9) “Damnation” (4.11)

To πιο δύσκολο είναι να ξεκινήσεις σε κάτι τέτοιες λίστες. Ε, πιάνω αυτό εδώ, διότι απλά θεωρώ πως είναι ένα τσικ κάτω από όλα τα υπόλοιπα. Κατά τα άλλα, πιο thrash-αριστοί MORBID ANGEL, άλλο που προς το τέλος δεν χαρίζονται και τα blastbeats φεύγουν βροχή. Ίσως από τα κομμάτια που θα έλεγα πως συνδέουν τη πρώιμη τους πλευρά με το ό,τι θα ακολουθούσε αργότερα. Φοβερό και τρομερό κομμάτι, απλά άμα κάποιο έπρεπε να πάει προς το πάτο είναι αυτό εδώ. Και ένα χαρακτηριστικότατο ρεφρέν MORBID ANGEL:
DAMNATION, FILL THE WORLD WITH PLAGUE!
MASSIVE DEVASTATION, TYRANNY FROM ABOVE!

8) “Bleed for the devil” (2.25)

Μικρό, θαυματουργό, λυσσασμένο, με μπόλικη ουσία μέσα του, που δεν έχουν 4-5 λεπτών κομμάτια, αλλά αυτό το καταφέρνει. Ίδιον τρομερών συνθετών τέτοιες συλλήψεις. Στα πλαίσια του να καταλάβει μέχρι και ο τελευταίος άνθρωπος που ακούει αυτό το δίσκο αν οι MORBID ANGEL είναι παιδιά του κατηχητικού ή όχι (αλήθεια, για μαντέψτε!), οι Φλοριδιανοί, γκαρίζουν με έναν αρκετά καψωμένο και εφηβικό τρόπο για τον ίδιο τον διάβολο. Ευλογείτε.
BLEED FOR THE DEVIL, IMPIOUS MORTAL LIVES
FEEL THE ENTICING POWER, FILL THE CHASM OF YOUR SOUL

7) “Blasphemy” (3.32)

ΜΕΓΑΛΟΣ ύμνος, βλάσφημος όσο ο τίτλος του, στάζει μαύρο αίμα πάνω σε σταυρούς, χλευάζει τα ιερά και τα όσια (μάλιστα, στο “Entangled in chaos” live album, ονομάζεται “Blasphemy of the holy ghost”) και δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για το σε ποιο μονοπάτι στέκονται οι MORBID ANGEL. Το δε μεσαίο riff, αν είναι δυνατόν να το σκέφτηκε άνθρωπος αυτό….και το προλογίζει ο Vincent με ένα τέτοιο γρύλλισμα, που λες “ΟΚ, νίκησες, πάρτα όλα”. Τα εφέ στο τέλος πάντα με ανατρίχιαζαν με το τρόπο τους, σαν παρμένα από ταινία θρίλερ!
GOD OF LIES AND GREED, GOD OF HYPOCRISY, WE LAUGH AT YOUR BASTARD CHILD, NO GOD SHALL COME BEFORE ME
BLASPHEMY, BLASPHEMY OF THE HOLY GHOST

6) “Evil spells” (4.12)

Το μεγάλο φινάλε του μνημείου, χαμηλών ταχυτήτων κυρίως, δίνοντάς μας την ευκαιρία να θαυμάσουμε με περισσότερη λεπτομέρεια τις riff-άρες που σκαρώνει σε χαμηλότερες ταχύτητες ο Trey Azagthoth. Σολιστικά δε, έχει το χώρο, αγκαζέ με τον συγχωρεμένο Richard Brunelle, να ξεσαλώσει λίγο παραπάνω, μια και μοιράζονται τα solos. Μόνο σε ορισμένα σημεία γκαζώνει το κομμάτι (λίγο πριν το τέλος συγκεκριμένα), άλλο που δε νιώθεις πως δεν χρειάζεται παραπάνω. Άλλωστε, ποτέ δύναμη των MORBID ANGEL δεν ήταν αυστηρά η ταχύτητα. Ήταν και αυτά τα έρποντα riffs σαν αυτό που κλείνει το κομμάτι και το δίσκο αυτό καθαυτό σε fade-out. Σαν άλλος Mumm-Ra ο Παντοτινός. “Θα υπάρξει και επόμενη φορά”.

5) “Suffocation” (3.16)

Από τα κομμάτια όπου έχουμε το χαρακτηριστικό “MORBID ANGEL riffing” και τα ανάλογα blastbeats. Ένα κομμάτι που με τη μεστότητα του μοιάζει βγαλμένο από το άμεσο μέλλον (“Blessed are the sick”), με το έξυπνο half-time παίξιμο στα κουπλέ να λειτουργεί τόσο ΥΠΕΡΟΧΑ από πλευράς δυναμικών που σε πωρώνει περισσότερο από το να πήγαινε απλά με το πόδι στο γκάζι ως το τέλος. Και πέρα από την υπέροχη μπασο-riff-άρα στη μέση, που φτιάχνει ένα υπέρτατο μεσαίο μέρος (“IT’S THE DAWN OF THE CRUCIFIERS, SUFFOCATION”), έχουμε τη ρεφρενάρα που απλά συνδέει παρελθόν με παρόν και μέλλον μέσα στη SLAYER-ίλα της. Δικό σας!
SUFFOCATING EVIL SMOKE ARISE, CLEANSING THE MASSES IN INIQUITY
CAULDRONS BLAZE IN SANCTIFYING RITUAL, VILE CREMATORY BURNS MY EYES!

4) “Immortal rites” (4.07)

Αντεστραμμένες κιθάρες για εισαγωγή, σε κάτι που δεν πολυέπαιζε τότε σαν εφέ, προτού σκάσει το αρχικό riff, με την αλλόκοτη γκρούβα του, συνθλίβοντας σβέρκους στο πέρασμα του, ως το “…makes us one with darkness, enlighten us to your ways”. Εκεί ο Sandoval το επιταχύνει και το πηγαίνει με φρένα σπασμένα, μέχρι τέλους ρεφρέν το οποίο διακόπτεται πανέξυπνα από σολίδια του Azagthoth. Το δε video clip, παρμένο από την εμφάνιση που βρίσκεται στο Live Madness ‘89, κατ’ ελάχιστον μνημειώδες (όπως και το line up). Από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της καριέρας των MORBID ANGEL. Aξίζει να σημειωθεί πως οι Σουηδοί BLOODBATH, περί τα δέκα χρόνια μετά, στο “Breeding death” θα απέτιναν φόρο τιμής σε αυτό το εισαγωγικό riff γράφοντας κάτι παρόμοιο δικό τους (μέχρι και το εφέ με τις αντεστραμμένες κιθάρες θα χρησιμοποιούσαν στη demo εκδοχή του!)
LORDS OF DEATH I SUMMON YOU, RESIDE WITHIN OUR BRAINS
CAST YOUR SPELL UPON OUR LIVES, SO WE MAY RECEIVE
THE GIFT OF IMMORTALITY, BESTOWED ON THOSE WHO SEEK YOU!!

3) “Chapel of ghouls” (5.00)

 Σκασίματα στο πιατίνι και σας πήραμε τα scalp σαν τρόπαια! Ανίερα πλάσματα που κάνουν ντου στην εκκλησία, ανίερα riffs, λυσσασμένος Vincent, σαν δαίμονας που γυρίζει ο ίδιος τον σταυρό προς τη κόλαση! Η φυσική συνέχεια της ανίερης διάθεσης των SLAYER, σε ένα από τα πιο κλασσικά MORBID ANGEL κομμάτια όλων των εποχών. Όσο γραφικό και “παιδικό” να ακούγεται σε κάποιον το περιεχόμενο, με το τρόπο που αποδίδεται, σε πείθει τόσο μα ΤΟΣΟ πολύ που δεν λες κουβέντα. Το δε μεσαίο αργό μέρος (“DEEEEEMOOOOOONS….ATTACK, WITH HATE!”), με πεθαίνει με το πόσο τρομακτικό είναι, σαν να βγαίνει από το ίδιο το σκοτάδι! Και ξέρεις τι σε τρομάζει περισσότερο; Ό,τι η επίθεση δεν έχει τελειώσει ακόμα, μια και στη γωνία σε περιμένει άλλο ένα ρεφρέν για να σε αποτελειώσει ως άλλος κατά συρροή δολοφόνος. Ουαί και αλίμονό σου.
CRUSH THE PRIESTS, THE FEEBLE CHURCH
THE FAMILY OF DOG, LUST UPON MY ALTAR!

2) “Maze of torment” (4.25)  

Μπάσιμο στακάτο βγαλμένο από τη “μήτρα” του “Hell awaits”, μια από τις μεγαλύτερες riff-άρες που έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος, προτού η μπάντα πάρει μπρος και φύγει στην αντεπίθεση. Ένα από τα πιο σήμα κατατεθέν χτισίματα κομματιού στην ιστορία της μπάντας. Τα απότομα κοψίματα από γρήγορο σε thrash-αριστό riff σε αργό riff (σημεία που υπερτονίζονται στις ζωντανές εκτελέσεις – και τι αργό riff….), τα μνημειώδη solo του Azagthoth (το αγαπημένο μου solo του δίσκου μετά από ένα φανταστικό μεσαίο riff), όλα άνοιξαν σχολή και γράφτηκαν στην ιστορία, απλά μπαίνοντας στο λαβύρινθο του βασανιστηρίου. Λαβύρινθος είναι η δεύτερη φύση άλλωστε των riffs που σκάρωναν τα δάχτυλα του Trey Azagthoth. Εδώ είχαμε απλά μια πρώτη μορφή τους…
MAZE OF TORMENT, MAZE OF DEATH!

1) “Visions from the dark side” (4.10)

Φτάσαμε στον έρωτά μου, το προσωπικό μου βίτσιο από αυτό το μνημείο. Ναι, φανταστικά, μνημειώδη τουλάχιστον, όλα όσα είδαμε μέχρι εδώ, αλλά, ΑΛΛΑ, αυτό εδώ, είναι μοναδικό ανάμεσα τους. Half-time παίξιμο στα κουπλέ, με μερικά από τα πιο πωρωτικά τύμπανα που έχω ακούσει από τον Sandoval (στους MORBID ANGEL τουλάχιστον), μελωδική αρμονική riff-άρα από το μέλλον ΠΑΛΙ (“Pain divine” από το “Covenant”), που αντί να ακούγεται ξένη, σε τρομάζει ακόμα περισσότερο. Στέκομαι ξεχωριστά στο πιο αγαπημένο μου μεσαίο μέρος που το γκαρίζω κάθε φορά που μπαίνει (“CUT MYSELF AND RELEASE THE BLOOD, PAINS OF A THOUSAND YEARS”), ενώ πάνω από όλα, μια ρημαδιασμένη ΡΕΦΡΕΝΑΡΑ όπου ο Vincent ζητάει από την σκοτεινή πλευρά να τον καλέσει και εσύ μαζί του. Άλλωστε, πόσο πιο θελκτικό είναι το σκοτάδι όταν περιγράφεται από τέτοιους ύμνους ε;
TAKE MY MIND, ALL THE WAY!
THE DARK SIDE CALLS, I SHAN’T RESIST!

BONUS ROUND:

Lord of all fevers & plagues” (3.27)

Να σας πω την αμαρτία μου (καλό αστείο σε κείμενο για τους MORBID ANGEL), σκεφτόμουν αν θα το έβαζα στην κανονική κατάταξη ή όχι. Από την άλλη, επειδή στο βινύλιο δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει μόνο στο CD, του πηγαίνει να βγει σε ξεχωριστό κομμάτι του κειμένου. Χώρια που και αυτό έχει πολύ πρώιμο ήχο, οριακά black/thrash riffing, σε death metal πλαίσια, με τους MORBID ANGEL εδώ να κάνουν μια νύξη στους Αρχέγονους θεούς της μυθολογίας Cthulhu (με τους οποίους θα ασχολούνταν εκτενώς σε επόμενες δουλειές τους). Αγαπημένο κομμάτι, κυρίως λόγω του ότι εκπροσώπησε τους MORBID ANGEl στη συλλογή “Grindcrusher” της ίδιας χρονιάς (προλογίζοντας τη φερώνυμη περιοδεία με CARCASS, NAPALM DEATH, BOLT THROWER), απλώς ιδιαίτερο σε φύση.

Το δε ντοκουμέντο της τότε περιοδείας “Live madness ‘89” παρατίθεται αυτούσιο για την δική σας ευχαρίστηση:

Κάπου εδώ, τελειώνει το κείμενο μου για το “Altars of madness”. Οι 1900 λέξεις που έγραψα για αυτό το αριστούργημα, δεν αρκούν ούτε κατ’ ελάχιστον για να περιγράψουν τον αντίκτυπο του σε death metal και black metal, ωστόσο κάναμε μια φιλότιμη προσπάθεια θέλω να πιστεύω. Ελπίζω επίσης, να το χαρείτε, όσο το χάρηκα κι εγώ που έγραφα όσα έγραφα παραπάνω. Σας αφήνω με μια σημείωση από το booklet του δίσκου:

THIS ALBUM IS DEDICATED TO THE UNDERGROUND, AND ALL SPEED, DEATH, BLACK METAL FANS WORLDWIDE

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 12/5 [TILES]

0
Tiles

Tiles

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Tiles” – TILES
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΙΑ: Standing Pavement Publishing
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kevin Chown & TILES
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mark Evans – ντραμς
Chris Herin – κιθάρες, πλήκτρα
Paul Rarick – φωνητικά
Kevin Chown – μπάσο (special guest)

Ντεμπούτο, ομώνυμο άλμπουμ από την prog rock/metal μπάντα από το Michigan, τους TILES και πείτε μου αν υπάρχει πιο χαρακτηριστικός τίτλος σε τέτοιου είδους δίσκο, που να σε μπάζει στο κλίμα, από το “Analysis paralysis”… Μόνο και μόνο γι’ αυτό, τους αγάπησα χωρίς να έχω ακούσει νότα τους!

Εκείνα τα χρόνια, που αλληλογραφούσαμε με τα συγκροτήματα, είχα διαβάσει στον ξένο Τύπο γι’ αυτούς τους περίεργους τύπους με το εξώφυλλο που απεικόνιζε τα τουβλάκια του mahjong (ίσως το πιο δημοφιλές παιχνίδι εκείνης της εποχής στον υπολογιστή). Αποφάσισα να τους γράψω λίγο πριν κυκλοφορήσουν το δεύτερο άλμπουμ τους, “Fence the clear” και μαζί με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, μου είχαν στείλει και μία promo κασέτα με 1-2 τραγούδια κι ένα puzzle από αφρολέξ που σχημάτιζε το εξώφυλλό τους.

Όλα αυτά, από ένα συγκρότημα που είχε κυκλοφορήσει μόνο του το ντεμπούτο του, από τη δική του εταιρία, την Standing Pavement Publishing και για να ξεκινήσουμε να μιλάμε για τους TILES, δημιουργήθηκαν από τις στάχτες δύο συγκροτημάτων, ένα εκ των οποίων ονομαζόταν STANDING PAVEMENT. Κάποια τραγούδια τους, τα είχαν στείλει στον Gene Simmons, που του άρεσαν πολύ και τους έδωσε κάποιες πολύτιμές συμβουλές για τη μουσική βιομηχανία, τις οποίες τήρησαν, ώστε να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους, μέσα από τη δική τους εταιρία, σε πείσμα των εποχών, που ιδιαίτερα στην Αμερική, δεν ήταν και ιδιαίτερα ευνοϊκές για σχήματα που είχαν ως εικόνισμα τους RUSH του τέλους των 80s και των αρχών των 90s, με το grunge να μεσουρανεί.

Το όνομά τους, το πήραν από το τραγούδι των LED ZEPPELIN, “Out on the tiles”, θέλοντας να έχουν κάτι σύντομο, που να μην φανερώνει αμέσως το είδους μουσική που έπαιζαν και από την άλλη να μην το έχει κατοχυρώσει κανείς (κάτι που έκαναν εκείνοι αμέσως). Ουσιαστικά, όλα τα τραγούδια τους –εκτός από ένα- τα έγραψαν ο κιθαρίστας και ηγέτης του σχήματος όλα αυτά τα χρόνια, Chris Herin, με τον ντράμερ, Mark Evans, χωρίς τραγουδιστή και μπασίστα. Ευτυχώς γι’ αυτούς, βρέθηκε ο Paul Rarick, ένας άνθρωπος που έχει φωνή που ακούγεται πάρα πολύ κοντά σ’ αυτή του Geddy Lee και μπορούσε να ακολουθήσει τη μουσική που είχε γραφτεί γι’ αυτό το στυλ.

Στο μπάσο, ηχογράφησε τον δίσκο ο παραγωγός τους, Kevin Chown, ένας πάρα πολύ ταλαντούχος μουσικός, οι μπασογραμμές του οποίου ανεβάζουν πολλά επίπεδα το άλμπουμ. Για να καταλάβετε για τι μουσικό μιλάμε, ο Chown, παίζει ή έχει παίξει με καλλιτέχνες όπως η TARJA, ο Sebastian Bach, οι ARTENSION, οι MAGNITUDE NINE και τόσα άλλα. Όταν τελείωναν οι ηχογραφήσεις του “Tiles”, στην μπάντα μπήκε επίσημα ο μαθητής του Chown, ο Jeff Whittle, που αναγράφεται στα special thanks και είναι στις φωτογραφίες, αλλά αυτός που έπαιξε στο δίσκο, φέρει τον τίτλο του “special guest” στη σύνθεση, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις.

Για τη μουσική, τι να μπούμε; RUSH όσο δεν πάει και όταν μπορείς να το κάνεις αυτό χωρίς να ξεφτιλίζεσαι, αυτό σημαίνει ότι το ταλέντο σου βγαίνει από τα μπατζάκια. Για το “Analysis paralysis”, το opener, τα είπαμε. Ακόμα και μάπα να ήταν, με τέτοια τιτλάρα, το αγαπώ! Τραγουδάρα το “Token pledge” που ακολουθούσε, αλλά προσωπική λατρεία είναι το “Dancing dogs”, με το φοβερό ρεφρέν και την αλά Alex Lifeson κιθάρα. Εξαιρετικό και το “Trading places”, όπως και το instrumental “Dress rehearsal”, που είναι το “La Villa Strangiato” των TILES.

Πολύ καλό το ντεμπούτο, που άνοιξε τον δρόμο για δύο ΤΙΤΑΝΙΑ άλμπουμ, όπως το “Fence the clear” και το αξεπέραστο “Presents of mind”, σε μία περίοδο που το progressive rock/metal θα άρχιζε να παίρνει σιγά-σιγά τα πάνω του, κυρίως λόγω του “Images and words”, αλλά είχε ακόμα δρόμο… Οι TILES είναι ένα συγκρότημα, που όσοι ζήσαμε την άνθηση της μουσικής αυτής στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το όνομά τους έπεφτε στο τραπέζι, γνωρίζαμε ότι είχαμε μπροστά μας κάποιον πραγματικό μύστη.

Did you know that:

  • Δέκα χρόνια αργότερα, η Inside Out επανακυκλοφόρησε το “Tiles”, με τρία bonus tracks, τα “Calling out”, “World sunset” και “Forging a newer trend”, που ανάγονται στην εποχή των STANDING PAVEMENT. Δεν είναι κάτι το εξαιρετικό, αλλά όταν είσαι οπαδός, θέλεις κι επιβάλλεται να τα έχεις ΟΛΑ. Οπότε ξαναγοράζεις το άλμπουμ χωρίς δεύτερη κουβέντα!!!
  • Το “Tiles” το 1995, κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία, μπαίνοντας κιόλας στα charts στη θέση #47 (!!!) και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και στην Ευρώπη από τη Dream Circle.
  • Στην πορεία, οι TILES το …τερμάτισαν με τους RUSH, αφού είχαν τον Hugh Syme να τους φτιάχνει τα εξώφυλλα, τον Terry Brown στην παραγωγή, αλλά και τον Alex Lifeson να κάνει guest σε δίσκο τους… Αλλά αυτά, όταν έρθει η ώρα τους.

Σάκης Φράγκος

WARLORD – “Free spirit soar” (High Roller Records)

0
Warlord

Warlord

Που να φανταζόμασταν πριν μερικά χρόνια ότι θα υπήρχε τόσο κουτσομπολιό και παραφιλολογία πίσω από ένα δίσκο των WARLORD… Ειλικρινά, δεν θέλω να αναλωθώ καθόλου περαιτέρω σε κουβέντες που δεν έχουν κανένα άλλο νόημα, αφού έχουν γραφτεί και ειπωθεί τόσα και τόσα, με τους οπαδούς των WARLORD, τουλάχιστον στην Ελλάδα να έχουν διχαστεί, χωρίς καν να έχει κυκλοφορήσει ο δίσκος.

Εδώ, όμως, είμαστε να μιλήσουμε καθαρά για το μουσικό κομμάτι της υπόθεσης, χωρίς να δίνω καμία σημασία σε όλα τα υπόλοιπα, γύρω από το “Free spirit roar”. Πάμε λοιπόν στο δια ταύτα. Τα “Behold a pale horse” και “Revelation XIX”, είναι ουσιαστικά δύο διασκευές στους LORDIAN GUARD (που αν με ρωτάτε, τις βρίσκω κατώτερες από τα αυθεντικά). Τα “Conquerors” και “Alarm”, υπήρχαν στη συλλογή “The hunt for Damien”, με την ονομασία “William J. Tsamis final composition #1” και “William J. Tsamis final composition #2” αντίστοιχα.

Το “The bell tolls” το έχουμε ακούσει ως “For whom the bell tolls” από το demo των WARLORD του 1981, όπως και το “Worms of the earth”. Αμφότερα ήταν σε instrumental εκτελέσεις, τώρα έχουν φωνητικά. Τέλος, το “Free spirit soar”, το έχουμε ακούσει ως instrumental demo στο bonus CD του “Rising out of the ashes”, γραμμένο το 1997, όπως είχαμε μάθει τότε. Επειδή η promo εκδοχή του δίσκου που μας έστειλε η εταιρία, δεν είχε τα δύο bonus tracks, “The watchman” και “Twin”, που ήταν δύο από τα τρία καινούργια τραγούδια που έχουν γραφτεί, μαζί με το “The rider”, περίμενα να ακούσω την πλήρη εκδοχή του άλμπουμ για να γράψω τη γνώμη μου.

Να δω δηλαδή πόσο νόημα έχει όλη αυτή η διαδικτυακή διαμάχη, επειδή προφανώς αυτά τα τρία τραγούδια αποτελούν για ορισμένους η «πέτρα του σκανδάλου», αφού πρόκειται για τα ακυκλοφόρητα τραγούδια που μέρη τους είχαν βρει τα μέλη του γκρουπ από demo του Bill Tsamis και αποφάσισαν να βγάλουν το δίσκο.

Το ζήτημα με το “Free spirit soar”, δεν είναι αν έπρεπε ή όχι να βγει. Ούτε η εταιρία των WARLORD είμαι, ούτε πολύ περισσότερο ο Mark Zonder, που είναι η ψυχή του γκρουπ σήμερα, που δεν υπάρχει μαζί μας ο Tsamis, ούτε ο manager τους. Ίσως επειδή δυσκολεύομαι να ακούσω το γκρουπ χωρίς τον εμβληματικό κιθαρίστα του, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ο Eric Juris των CRYSTAL VIPER, μπορεί να πιάσει το συναίσθημα και την ατμόσφαιρα του «Πατριάρχη» και σε συνδυασμό με τα φωνητικά του Giles Lavery, που είναι ένας τραγουδιστής διαφορετικού ύφους, χωρίς να λέω αν είναι καλός ή μέτριος, μου κάνουν το “Free spirit soar” να μου ακούγεται περισσότερο ένας Europower δίσκος, παρά ένα άλμπουμ των WARLORD.

Θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, ένας από τους τελευταίους δίσκους των HAMMERFALL (για τους οποίους δίσκους δεν έχω και την καλύτερη γνώμη) ή ακόμα περισσότερο το μέτριο σόλο άλμπουμ του τραγουδιστή τους, Joacim Cans (που να μην ξεχνάμε, έχει περάσει και από τους WARLORD στο “Rising out of the ashes”), το “Beyond the gates”. Μου ακούγεται αρκετά τυπικός, χωρίς τα χαρακτηριστικά του ήχου τους, που έκαναν τόσο κόσμο στη χώρα μας, να τους λατρέψει.

Χωρίς να με ενδιαφέρει αν έπρεπε να βγάλουν αυτόν το δίσκο ή όχι, κρίνοντας από καθαρά μουσικής άποψης το “Free spirit soar”, βρίσκω τις διασκευές κατώτερες των αυθεντικών τραγουδιών, τα instrumental που τους έβαλαν στίχους και μελωδικές γραμμές, οκ, και τα καινούργια τραγούδια, σχετικά αδιάφορα.

Συμπερασματικά, θεωρώ ότι ο «θόρυβος» που προηγήθηκε της κυκλοφορίας, δεν είναι αντίστοιχος με τη μουσική αξία του δίσκου και είναι καθαρά υποκειμενικό το πόσο μπορεί να σας αρέσει ή όχι. Όπως στην περίπτωση του Jon Oliva που έβρισκε riff του αδικοχαμένου Criss και τα έβαζε σε δίσκους του, έτσι και τώρα, λέω ότι δεν με νοιάζει ποιανού είναι η μουσική, παρά μόνο αν ηχεί καλά στα αυτιά μου, σύμφωνα με τα δικά μου γούστα. Και στην περίπτωσή μας, το τελικό αποτέλεσμα, μου ακούγεται αρκετά μέτριο. Η απόφαση είναι δική σας.

5 / 10

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 10/5 [TWISTED SISTER]

0
Twisted Sister

Twisted Sister

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Stay hungry” – TWISTED SISTER
ETOΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ETΑΙΡΙΑ: Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tom Werman
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Dee Snider
Κιθάρες – Jay Jay French
Κιθάρες – Eddie “Fingers” Ojeda
Μπάσο – Mark “The animal” Mendoza
Τύμπανα – A.J Pero

Φτάσαμε αισίως στα 40 χρόνια τoυ “Stay Hungry” που αποτελεί όχι μόνο ένα από τα καλύτερα άλμπουμ στην δισκογραφία των πολύ αγαπημένων ΤWISTED SISTER, αλλά και ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του heavy metal της δεκαετίας του ’80. Είναι ένας δίσκος που τον γνωρίζουν άπαντες αφού σε αυτόν περιέχονται δύο από τα πιο γνωστά  και πιο εμβληματικά κομμάτια της καριέρας τους και μιλάμε για τα “We’re not gonna take it” και “I wanna rock” που επιλέχθηκαν και σαν τα δύο πρώτα singles για να εκπροσωπήσουν τον δίσκο αυτόν. Όμως, πολύ πριν φτάσουν στην πολυπόθητη επιτυχία πέρασαν από αρκετά δύσκολες καταστάσεις, πράγματα που ίσως δεν είναι πολύ γνωστά και θα τα αναφέρουμε παρακάτω.

Με το δεύτερο τους δίσκο, το “You can’t stop rock ΄n’ roll”  που είχε κυκλοφορήσει το 1983 από την Atlantic και αποτελούσε το πρώτο τους άλμπουμ σε πολυεθνική εταιρία, είχαν καταφέρει να αυξήσουν  την δημοτικότητά τους μάλιστα, ενώ ο δίσκος είχε πάει αρκετά καλά στην Αμερική χωρίς καθόλου προώθηση από την δισκογραφική τους. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε πρώτα την Μεγάλη Βρετανία, μιας και το single του “I am (I’m me)”, ήταν το πρώτο τους hit σε charts και έφτασε στο #18 στο Νησί.

Επίσης και τα δύο singles που ακολούθησαν (“The kids are back” και “Υοu can’t stop rock ‘n ‘roll”) ήταν και αυτά μεγάλες επιτυχίες στην Βρετανία, αυτό τους επέτρεψε να οργανώσουν περιοδεία εκεί, να εμφανισθούν στην εκπομπή  Top Of The Pops και επίσης το καλοκαίρι να εμφανισθούν στο festival του Monsters Of Rock. Η επιτυχία είχε χτυπήσει την πόρτα των ΤWISTED SISTER και το μόνο που έμενε ήταν η παγκόσμια αναγνώριση που δεν θα αργούσε όμως.

Η εταιρία τους βλέποντας αυτή την αναγνώριση στη απέναντι πλευρά του Ατλαντικού τους πιέζει να μπουν στο studio για να γράψουν τον τρίτο τους δίσκο. Για την θέση του παραγωγού θα τους προτείνουν τον Tom Werman, o οποίος είχε τεράστιο βιογραφικό από πίσω του, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι λίγους μήνες πριν είχε βάλει την υπογραφή του στο “Shout at the devil” των ΜΟΤLEY CRUE. Ο Werman ήταν επιλογή του Doug Morris του αφεντικού του Αμερικάνικου παραρτήματος της Atlantic, o oποίος βλέποντας την επιτυχία που είχαν κάνει στην Βρετανία παραδέχθηκε το λάθος του για την έλλειψη προώθησης  και υποσχέθηκε ότι την επόμενη χρονιά θα τους κάνει μιας από τις μεγαλύτερές μπάντες του κόσμου. H μπάντα βέβαια είχε προτείνει από την πλευρά της για παραγωγούς τους Bob Erzin και Roy Thomas Baker αλλά υπερίσχυσε η πλευρά της εταιρίας.

Η αλήθεια είναι ότι ο Tom Werman δεν πίστευε στην αξία του σχήματος και αυτό φάνηκε από την αρχή κιόλας όταν τους έφερε δύο κομμάτια των SAXON, τα “Strong arm of the Law” και “Princess of the night” για να τα διασκευάσουν με το σκεπτικό ότι οι SAXON  δεν ήταν γνωστοί στην Αμερική ακόμα, με την μπάντα φυσικά να είναι έξαλλη! Επίσης ο ίδιος παραγωγός δεν ήθελε να μπουν στον δίσκο τα “I wanna rock”, We’re not gonna take it” και “The price”, δηλαδή τα πιο γνωστά τους κομμάτια από τον δίσκο έτσι όπως εξελίχθηκε. Πρωτάκουστα πράγματα πραγματικά!

Ο δίσκος θα ηχογραφηθεί τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του ’84 και το πρώτο single θα ήταν το “We’re not gonna take it” που θα βγει τον Μάιο. Ήταν μια τεράστια επιτυχία για την μπάντα , φθάνοντας το # 21 των single charts στην πατρίδα τους και το εμβληματικό video clip του κομματιού που παιζόταν κατά κόρον στο ΜΤV βοήθησε αποτελεσματικά στην εμπορική εκτόξευση τόσο του δίσκου όσο και την μπάντας. Η σκηνοθεσία του Μarty Callner και οι ιδέες του Dee Snider συνέβαλαν στην δημιουργία ενός από τα πιο χαρακτηριστικά clips των 80s.

Toν Οκτώβριο θα κυκλοφορήσει το δεύτερο single από τον δίσκο το “I wanna rock”, το ίδιο εμβληματικό και ίδιας λογικής video clip με αυτό του προκατόχου του και με τους ίδιους συντελεστές. Το τρίτο και τελευταίο single του δίσκου θα ήταν η εξαιρετική  μπαλάντα “The price” που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του ‘84 που μπορεί να μην κατάφερε και πολλά μιας και δεν μπήκε καν στo top 100 αλλά κατάφερε να ακουστεί αρκετά στα rock ραδιόφωνα. Aυτό λίγη σημασία είχε όμως όσον αφορά την αξία του κομματιού που το έγραψε ο Dee Snider όσο βρισκόταν σε περιοδεία και αναφέρεται στην έλλειψη της οικογένειας και των αγαπημένων προσώπων του όσο εκείνος βρίσκεται μακριά τους για να δώσεις συναυλίες. Τρομερή επίσης ερμηνεία από τον Dee ακούμε εδώ!

Ο δίσκος αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα για την εμπορική καταξίωση σε παγκόσμιο επίπεδο πουλώντας πάνω από τρία εκατομμύρια κόπιες στην Αμερική, κάνοντας τον δίσκο τρείς φορές πλατινένιο και φθάνοντας στον # 15 των album charts.

Όμως ο δίσκος πέρα από αυτά τα τρία γνωστά και εξαιρετικά κομμάτια διαθέτει μια σειρά από επίσης ισάξια/εκπληκτικά κομμάτια. Το ομότιτλο αριστουργηματικό κομμάτι που επηρεάσθηκε από τον Arnold Schwarzenegger, το εκρηκτικό “Burn I Hell” που μουσικά μας πάει πίσω στις ημέρες του ντεμπούτου τους, το “Horror- Terria” που θυμίζει Alice Cooper και μουσικά πέρα από το στιχουργικό περιεχόμενο, το ρυθμικό “Don’t let me down”, το “S.M.F” αφιερωμένο στους οπαδούς τους με τον trademark ήχο τους και το “Τhe beast” με το ΒLACK SABBATH riff και feeling του.

Για την προώθησή του η μπάντα θα κάνει αυτό που ήξερε πολύ καλά τόσα χρόνια, να οργώσει τις σκηνές του κόσμου. Η περιοδεία του δίσκου θα κρατήσει οκτώ μήνες μέχρι το τέλος του χρόνου. Θα ξεκινήσουν με Ευρωπαϊκή περιοδεία τον Ιούνιο στην Ευρώπη και την Βρετανία και από τον Ιούλιο μέχρι και το τέλος του έτους θα περιοδεύσουν εκτεταμένα σε Καναδά και Αμερική.

Ότι και όσα και να γράψουμε εμείς είναι περιττά από την στιγμή που το “Stay Hungry” έχει καταγραφεί σαν ένα από τα πιο σπουδαία heavy metal άλμπουμ της δεκαετίας του ‘80 και μια ακρόαση του, 40 ολόκληρα χρόνια μετά, μπορεί να πείσει και τον πιο δύσπιστο τόσο για την αξία του όσο και για την διαχρονικότητα του. Stay Hungry, feel the fire…Tόσο απλά και κατανοητά!

Did you know that?

– To S.M.F δεν σημαίνει τίποτα  άλλο από Sick Mother Fuckers, ένας φόρος τιμής στους πιστούς τους οπαδούς.

– Για πρώτο single η εταιρία προόριζε το “Burn in hell” αλλά μετά από παρότρυνση του σκηνοθέτη Μarty Callner επιλέχθηκε το “We’re not gonna take it”.

– To “We’re not gonna take it” βρισκόταν στην λίστα filthy fifteen της PMRC με σήμανση V, δηλαδή Violence. Στην ίδια “κατηγορία” βρισκόταν και το “Bastard” των ΜΟΤLEY CRUE.

– Το “Mad Max 2” αποτέλεσε “έμπνευση” για το ενδυματολογικό του “Stay Hungry”.

– Tα δύο τραγούδια που απαρτίζουν το “Ηοrror -teria” αποτέλεσαν την βάση αρκετά χρόνια αργότερα (1998) για την ταινία “Strangeland” του Dee Snider.

– Οι TWISTED SISTER έστειλαν ένα πλατινένιο δίσκο στον Arnold Schwarzenegger και μάλιστα o ίδιος χρησιμοποίησε το κομμάτι “We’re not gonna take it” σαν το επίσημο κομμάτι της εκστρατείας του όταν έθεσε υποψηφιότητα για κυβερνήτης της Καλιφόρνια. Μάλιστα το ίδιο έκανε και ο Donald Trump όταν κατέβηκε για πρόεδρος το 2016 αλλά μετά από λίγο του απαγορεύθηκε να το χρησιμοποιεί, μιας και  ο Dee Snider δεν ήθελε να πιστεύει ο κόσμος ότι υποστηρίζει τον Trump.

– Το 2014 ηχογράφησαν ξανά τον δίσκο γιατί όπως είπαν δεν τους άρεσε ο ήχος της αρχικής ηχογράφησης και κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο “Still Hungry”. Περιείχε επιπλέον επτά κομμάτια, κάποια από τα sessions του δίσκου και κάποια νέα.

– Το “Burn in hell” διασκευάσθηκε από τους DIMMU BORGIR ενώ το “Captain Howdy” από τους ΒRΟΚΕΝ ΗΟPE και τους ΜΟRGANA LEFAY.

– To 2008 o κιθαρίστας Jay Jay French ηχογράφησε το “I wanna rock” ως “I want Barack” για να υποστηρίξει τον αγώνα του Βarack Obama για πρόεδρος της Αμερικής.

Γιάννης Παπαευθυμίου

A day to remember… 9/5 [YNGWIE MALMSTEEN]

0
Malmsteen

Malmsteen

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The seventh sign” – YNGWIE MALMSTEEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΙΑ: Music For Nations
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Yngwie Malmsteen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Michael Vescera
Κιθάρα, μπάσο – Yngwie Malmsteen
Τύμπανα – Mike Terrana
Πλήκτρα – Mats Olausson

Δύο χρόνια μετά το “Fire & ice” και έχοντας ήδη προβεί σε σημαντικές ανακατατάξεις στο line up, ο Yngwie Malmsteen επιστρέφει με το έβδομο του άλμπουμ “The seventh sign”. Καινούργια εταιρεία, νέοι συνεργάτες με βαρύ βιογραφικό αναλαμβάνουν τα πόστα τους. Εν αρχή, έχουμε την αντικατάσταση του Goran Edman από τον Michael Vescera που είχε ήδη χτίσει ένα πολύ καλό όνομα με την συμμετοχή του στους Αμερικανούς OBSESSION και συγκεκριμένα στο EP “Marshall law” και στα full length “Scarred for life” και “Methods of madness” και την παράλληλη πρόσληψη του Mike Terrana, ενός ντράμερ που η αξία του στο διεθνές στερέωμα ήταν ήδη γνωστή.

Η σύνθεση έδειχνε όντως πολλά υποσχόμενη και η έναρξη της αυλαίας με το σαρωτικό “Never die” προμήνυε πως η παρατεταμένη συνθετική φόρμα του Σουηδού βιρτουόζου και παρά τις αλλαγές στα πρόσωπα θα εξακολουθούσε να μας χαρίζει θαυμάσιες κυκλοφορίες. Η συνέχεια, βέβαια, δεν ήταν η αναμενόμενη…

Το ποζεράδικο “I don’t know” αποτελεί την μεγάλη παραφωνία του δίσκου, το αμέσως επόμενο “Meant to be” κινείται σε μελωδικά μονοπάτια και σ’ αυτό μεγάλο ρόλο παίζει και η ερμηνεία του Vescera. Το απολαυστικό mid tempο “Forever one” έρχεται να βάλει τα πράγματα στην θέση τους με τις κλασικές πινελιές του Malmsteen να δίνουν ένα διαφορετικό τόνο ως ο ορισμός της power ballad ενώ το μικρό σε διάρκεια “Hairtrigger” περνά μάλλον απαρατήρητο.

Στο ίδιο μήκος κύματος -του περιορισμένου ενδιαφέροντος δηλαδή- κυλά η ακρόαση των οργανικών “Brothers” και “Sorrow”, του “Bad blood” που παραπέμπει σε μια bluesy εκδοχή των DEEP PURPLE/RAINBOW αλλά και η μπαλάντα “Prisoner of your love”. Στον αντίποδα όλων αυτών, έρχεται το αρκετά καλό ομότιτλο κομμάτι, το επικό με ανατολίτικες μελωδίες “Pyramid of Cheops” και ο ορισμός του neoclassical metal “Crash and burn”, ένα κομμάτι από αυτά που έχουν καταγραφεί στην συνείδηση μας ως συνώνυμα της ποιότητας απ’ όλες τις απόψεις. Συνθετικά, παιχτικά, τα πάντα! Και ένας Yngwie κυριολεκτικά on fire να σαρώνει με τα riffs και τα solos του!

Η ουσία, πάντως, βρίσκεται στο ότι το “The seventh sign” βρίσκεται “στριμωγμένο” ανάμεσα στα δεδομένα πολύ αξιόλογα “Fire & ice” και “Magnum opus” και η όποια σύγκριση μαζί τους αποβαίνει εις βάρος του. Σαφώς και δεν πρόκειται για κυκλοφορία που περνά απαρατήρητη, έχει τις -εξαιρετικές του- στιγμές αλλά και ορισμένες αδιάφορες συνθέσεις που του αποστερούν την δυνατότητα να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από μία τιμητική θέση στην πλούσια δισκογραφία του Malmsteen…

Did you know that?

  • Κιθάρα, μπάσο, σιτάρ, παραγωγή αλλά και φωνητικά στο “Angel in heat” από τον βιρτουόζο Σουηδό! Το κομμάτι βρίσκεται μόνο στην ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ.
  • Η επιτυχία δεν χτύπησε την πόρτα του Malmsteen στο “TSS” αφού έφτασε μέχρι το Νο 11 και 47 στα charts της Σουηδίας και της Ελβετίας αντίστοιχα.
  • Έχοντας προσφέρει τις υπηρεσίες του σε σχήματα όπως οι ARTENSION, MASTERPLAN, RAGE, AVALANCH, VISION DIVINE, METALIUM, SAVAGE CIRCUS και έχοντας συνεργαστεί με κιθαρίστες όπως είναι οι Axel Rudi Pell, Tony Macalpine, Roland Grapow αλλά και την πρώην τραγουδίστρια των NIGHTWISH, Tarja Turunen, μεταξύ πολλών άλλων, ο χαρακτηρισμός του απόλυτου γυρολόγου metal ντράμερ ανήκει δικαιωματικά στον Mike Terrana…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

Underground Halls Vol. 174 (BISMARCK, HANDS OF GORO, IN AEVUM AGERE, MAERE)

0
Underground Halls 174

Underground Halls Vol. 174

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BISMARCK
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Vourukasha”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Dark Essence Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Anders Vaage – Μπάσο
Tore Lyngstad – Τύμπανα
Eirik Goksøyr – Κιθάρες
Trygve Svarstad – Κιθάρες
Torstein Nørstegård Tveiten – Φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify

Μετά το ντεμπούτο τους “Urkraft” του 2018 και τον εξαιρετικό διάδοχό του, το “Oneiromancer” του 2020, μετά από τέσσερα χρόνια αποχής από την δισκογραφία, ήρθε η ώρα για τους Νορβηγούς BISMARCK να μας πάνε ένα νέο μουσικό ταξίδι, αυτή τη φορά στον μυθικό ωκεανό “Vourukasha”, όπως επέλεξαν να ονομάζεται το νέο τους άλμπουμ, εμπνευσμένο από τον κοσμικό ωκεανό που συναντά κανείς στην Ζωροαστρική θρησκεία. Οι Νορβηγοί ξέρουν πολύ καλά να παίζουν το μουσικό τους παιχνίδι και αυτό είναι ακόμα πιο ξεκάθαρο στην τρίτη και μάλλον καλύτερη ως τώρα δισκογραφική τους προσφορά.

Με βάση ένα ιδιότυπο sludge/stoner/doom δικό τους ύφος το οποίο βρίσκει κανείς ατόφιο στο opener “Sky Father”, οι BISMARCK στο “Vourukasha” αγγίζουν τα όρια της ψυχεδέλειας, ανακατεύοντας μέσα στις μελωδίες τους από τουμπερλέκια και ανατολίτικες μελωδίες, όπως στο πανέμορφο “Kigal” και ονειρικές, σχεδόν χαοτικές μελωδίες, όπως στο εξαιρετικό “The tree of all seeds” , αλλά και το ομώνυμο του δίσκου τραγούδι, με τα χορωδιακά φωνητικά του στο φόντο. Τα δε φωνητικά, αλλού καθαρά, αλλού βρώμικα, με τις εναλλαγές τους τονίζουν την ένταση των τραγουδιών.

Κορυφή των έξι συνθέσεων του δίσκου όμως αποτελεί το τελευταίο άσμα. Ένα τραγούδι γεμάτο αλλαγές, βαριά και αργόσυρτα τύμπανα, έντονα doom στοιχεία και φοβερά ακουστικά περάσματα. Και μόνο η ατμοσφαιρικότατη εισαγωγή του “Ocean dweller”, είναι αρκετή για να πείσει τον ακροατή, ότι κάτι πολύ μεγάλο έρχεται προς το μέρος του. Και φυσικά η συνέχεια, αποδεικνύει το δίκαιο της προσδοκίας του. Χωρίς εξάρσεις, χωρίς γρήγορα σημεία, μόνο ένα όνειρο, μέσα από μία ομίχλη.

Ξεπέρασαν εαυτόν οι BISMARCK με το νέο τους πόνημα. Μπορεί να τους πήρε τέσσερα χρόνια, αλλά αυτό που παρέδωσαν, άξιζε κάθε αναμονή. Ακόμα και αν χρειαστούν άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι την επόμενη κυκλοφορία τους, αν διατηρήσουν αυτά τα στάνταρ, η μόνη λέξη που έρχεται είναι χαλάλι. Δώστε τους τα τριάντα πέντε (μόλις και δυστυχώς) λεπτά που απαιτεί η ακρόαση του δίσκου τους, το κέρδος θα είναι πολλαπλάσιο.

(9 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HANDS OF GORO
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Hands of Goro”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nameless Grave Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tom Draper – Κιθάρα, πλήκτρα, β’ φωνητικά
Adrian Maestas – Μπάσο, φωνητικά
Avinash Mittur – Τύμπανα, πλήκτρα, β’ φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
YouTube

Ωπ! Τι έχουμε εδώ; Δεύτερη σερί φορά, μετά το προηγούμενο Underground Halls, που ασχολούμαστε με το γενεαλογικό δέντρο των THE LORD WEIRD SLOUGH FEG. Δεν μας «χάλασε» καθόλου, έχω να ομολογήσω, ελπίζω να λες και συ το ίδιο! Η σχέση τούτη τη φορά με την μπαντάρα του Mike Scalzi, έχει να κάνει με τον μπασίστα Adrian Maestas, ο οποίος μαζί με τον Tom Draper των εξαίσιων SPIRIT ADRIFT (super το περσινό “Ghost at the gallows”, το άκουσες;) και τον drummer των NITE, Avinash Mittur, δημιούργησαν ετούτο δω το περίεργο, αλλόκοτο power trio. HANDS OF GORO, λέει… αν η μουσική είναι εξίσου ενδιαφέρουσα με το όνομα του project (νομίζω πως όλοι πάνω-κάτω ξέρουμε ποιος είναι ο Goro, επίσης λογικά το ξέρει και η τσέπη μας ή η τσέπη του πατέρα μας) και ανάλογη με το γκροτέσκο artwork, τότε έχουμε χτυπήσει διάνα, έχουμε βρει φλέβα χρυσού.

Ως το τρίτο κύμα του New Wave Of British Heavy Metal περιγράφουν οι ίδιοι τη μουσική τους και νομίζω καταλαβαίνω τη λογική πίσω από αυτό. Τα «Χέρια του Γκόρο» παίρνουν το early 80s heavy metal, το αναμειγνύουν με hard rock, του κάνουν γερές punk ενέσεις και τελικά φτιάχνουν κάτι που μοιάζει αρκετά με τους THE LORD WEIRD SLOUGH FEG. Χύμα φάση, σε σημεία ακατέργαστη, με μπόλικο πάθος που ξεχειλίζει, ορμητικότητα, τσαμπουκά, ξέφρενες κιθάρες, μπάσο που πρωταγωνιστεί, αλαφιασμένα τύμπανα και γηπεδικά φωνητικά. Ό,τι ακριβώς θα περίμενε κάποιος από αυτούς τους τρεις μουσικούς. Από τους DIAMOND HEAD στους RAVEN, από εκεί στους MOTORHEAD και έπειτα στους HAMMERS OF MISFORTUNE και DAWNBRINGER, ο δρόμος είναι πολύ μικρός και δεν έχει πουθενά στροφές.

Κοίτα, θα είμαι ειλικρινής. Τόσο η μπάντα, όσο και το άνω κείμενο μαζί με τον βαθμό, αφορούν όσους έχουμε λιώσει τη δισκογραφία του Mike Scalzi. Οι υπόλοιποι, προσέλθετε με δική σας ευθύνη. Οι HANDS OF GORO δε θα φιγουράρουν σε λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, δε θα αποκτήσουν mainstream status, δε θα τους δεις στα «μεγάλα σαλόνια». Είναι όμως το ίδιο βέβαιο, πως μερικοί «βλαμμένοι», σαν αυτόν που γράφει τούτες τις γραμμές, θα τους ακούσουν αρκετά και θα τους εκτιμήσουν. Οπότε τελικά ναι…

Goro wins.

Fatality.

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: IN AEVUM AGERE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Darkness, then light”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal on Metal Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Marcello D’Anna – Κιθάρα, μπάσο
Michele Coppola – Τύμπανα
Bruno Masulli – Κιθάρα, φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 1
Bandcamp 2
Facebook
Spotify
YouTube

Παλαιοί γνώριμοι της στήλης οι Ιταλοί IN AEVUM AGERE, με ιστορία πολλών ετών, σχεδόν είκοσι παρακαλώ! Εμείς τους είχαμε παρακολουθήσει ξανά στο “The shadow tower”, στο “Canto III” και στο “Emperor of Hell – Canto XXXIV”, παρακολουθούμε δηλαδή την πορεία και την εξέλιξή τους από κοντά. Από κοντά θα δούμε και το νέο τους album, “Darkness, then light”. Δεν έχω στίχους να συνοδεύουν το promo, αλλά από τους τίτλους των τραγουδιών και το εξώφυλλο, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι όπως και στις προηγούμενες κυκλοφορίες, έτσι και στον καινούργιο δίσκο, η στιχουργική ενασχόληση του συγκροτήματος παραμένει η ίδια: «Θεία Κωμωδία», Δάντης, Βιργίλιος, οι Εννέα Κύκλοι της Κολάσεως, το Καθαρτήριο, ο ποταμός Κώκυτος, ο Διάβολος, οι αμαρτωλοί και προδότες που βασανίζονται νυχθημερόν… Ωραία πράγματα, ενδιαφέροντα, με πολύ πλούσιο υπόβαθρο και πάνω απ’όλα… doom!

Doom metal λοιπόν, αλλά ίσως όχι όπως το περιμένεις. Ναι μεν βασικές αρχές του ιδιώματος σαν τους CANDLEMASS είναι παρούσες, δεν θα γινόταν άλλωστε διαφορετικά, εκκωφαντικός όμως είναι και ο «θόρυβος» που κάνουν, φαινομενικά και θεωρητικά, αλλότριες αναφορές: ο ακραίος ήχος (υπό τη μορφή του death metal), οι NEVERMORE, το πολύ βαρύ, σουηδικό power metal. Η riff-ολογία είναι άκρως επιθετική, σε σημεία πολύπλοκη παραπάνω από όσο θα περιμέναμε, το rhythm section ακολουθεί τη φιλοσοφία των Jim Sheppard/Van Williams («παίζουμε ακραία χωρίς να ανήκουμε σε extreme metal group», με τη δίκαση να οδηγεί το άρμα), οι μελωδίες και η ατμόσφαιρα απλώνουν ένα λυρικό πέπλο ώστε να ενταθεί ο doom metal χαρακτήρας της μουσικής, τα φωνητικά είναι μοναδικά σε χροιά. Άκουσε το παρακάτω τραγούδι, είναι ενδεικτικό του δίσκου:

H παραγωγή, η καλύτερη ως τώρα μεταξύ των κυκλοφοριών της μπάντας, είναι η πρέπουσα. Ο όγκος και η δύναμη συνυπάρχουν με τη μελωδία με τον σωστό τρόπο, σε ισορροπία. Δυστυχώς, ενώ αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να θεωρούμε δεδομένο, έχουμε φτάσει εν έτει 2024 να το αναφέρουμε ως κάτι το σπουδαίο, καθώς ακόμη και σήμερα, υπάρχουν πολλοί δίσκοι των οποίων ο ήχος όχι μόνο δεν είναι σωστός, αλλά περνά στα επίπεδα του κακού, του ανεπίτρεπτου. Ευτυχώς, εδώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει, οπότε ο ακροατής μπορεί να απολαύσει πολύ καλά τραγούδια σαν το “Kerberos”, το “The Harpies and the Suicides”, το “Itinerarium Mentis in Deum” και το ομότιτλο του album, στο 100%.

Άλλη μια πολύ καλή δουλειά για τους Ιταλούς φίλους μας, αξίζει της προσοχής μας. Εγώ το χρέος μου το έκανα.

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MAERE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “…and the universe keeps silent”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Transcending Obscurity Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
IV – Μπάσο, δεύτερα φωνητικά
I – Φωνητικά
V – Τύμπανα, κιθάρες, δεύτερα φωνητικά
ΙΙΙ – Κιθάρες, δεύτερα φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 1
Bandcamp 2
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Με ένα όνομα που τίποτα καλό δεν θα μπορούσε να προμηνύει, οι Γερμανοί MAERE κυκλοφόρησαν φέτος το ντεμπούτο άλμπουμ τους, το οποίο, όποιος πήρε είδηση το ΕΡ που είχαν κυκλοφορήσει το 2020, το περίμενε σίγουρα με ανυπομονησία. Οι «Μόρα», όπως θα μπορούσε να είναι στα Ελληνικά το όνομα τους, αναφερόμενοι φυσικά στην γνωστή φανταστική ύπαρξη μίας ηλικιωμένης, μαυροντυμένης γυναίκας με το  ίδιο όνομα, η οποία κάθεται πάνω σου τα βράδια, δεν σε αφήνει να κουνηθείς και φυσικά παγώνεις από τον φόβο σου, αν μη τι άλλο έχουν ένα κοινό να μοιράζονται μεταξύ τους. Τον τρόμο.

Με διάρκεια ελάχιστα μεγαλύτερη από το ΕΡ τους που λυτά ονομαζόταν I,  το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους «τρέχει» σε μόλις τριάντα έξι λεπτά, αποτελείται από πέντε αρκετά μεγάλες σε διάρκεια συνθέσεις, άνω των έξι λεπτών η κάθε μία και ότι πραγματεύονται, το βλέπουν μέσα από ένα πρίσμα που προκαλεί τρόμο. Η μουσική είναι βαριά, βαθιά, με έναν ήχο απόλυτα «λασπωμένο», παίζοντας ένα death metal, με αρκετά doom στοιχεία, όσον αφορά τουλάχιστον τις ταχύτητες των κομματιών αλλά και το γενικότερο ύφος τους, ενώ το σύνολο διανθίζουν κάποια black περάσματα, τα οποία είναι αισθητά λιγότερα, συγκριτικά με το “I”. Τα φωνητικά, τα οποία προέρχονται από guest μουσικό, σε συνάρτηση με την μουσική, δεν θα μπορούσαν παρά να είναι ατελείωτα growl, τα οποία επίσης ακούγονται λες και βγαίνουν από έναν βούρκο, συντελώντας στο απόλυτα εφιαλτικό σκηνικό που θέλει το συγκρότημα να στήσει με την μουσική του.

Καταφέρνουν το στόχο τους με το “.​.​.and the universe keeps silent”; Εν πολλοίς ναι. Όμως, δυστυχώς, αυτό το συνεχόμενο ύφος φωνητικών και το υπερβολικά λασπωμένο και χωρίς πολλούς ελιγμούς μουσικό στυλ των MAERE, σίγουρα θα κάνει χαρούμενους τους οπαδούς του είδους, τους υπόλοιπους όμως;

(7 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece