Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 50

A day to remember… 14/10 [OLD MAN’S CHILD]

0
Old Man's Child

Old Man's Child

OLD MAN’S CHILD interview 2005 (Galder)

“One-man’s child”

Στα πλαίσια της επετείου των 20 ετών από την κυκλοφορία του “Vermin” των OLD MAN’S CHILD, ψάξαμε στο αρχείο του Rock Hard και βρήκαμε τη συνέντευξη που είχε κάνει στο έντυπο -τότε- για την προώθηση του εν λόγω άλμπουμ, η Μαριλένα Σμυρνιώτη με τον Galder, ηγέτη του σχήματος, και την δημοσιεύουμε για πρώτη φορά στο site μας, πάντα με φωτογραφίες εποχής.

 

Πάντα θεωρούσα τον Galder ιδιοφυή μουσικό. Ακόμη και αυτοί που αρνήθηκαν να δώσουν την πρέπουσα προσοχή σε άλμπουμ-σταθμούς για το συμφωνικό black metal όπως το “The pagan prosperity” και “Ill-natured spiritual invasion”, δεν μπορούν παρά να αναγνωρίσουν την ανεξίτηλη σφραγίδα του στους δύο τελευταίους δίσκους των DIMMU BORGIR που τους οδήγησαν στην κορυφή. Αν και η τελευταία δουλειά των OLD MAN’S CHILD είναι μάλλον η πιο αδύναμή τους από την εποχή του “Born of the flickering”, ας μην ξεχνάμε πως έχουμε απέναντί μας ένα σπουδαίο μουσικό.

Εδώ και πολλά χρόνια αναρωτιέμαι σε τι αναφέρεται το όνομα του συγκροτήματος…
Ο πρώτος drummer που είχαμε, ο Tjodalv, σκέφτηκε το όνομα. Νομίζω πως το βρήκε σε κάποιο παλιό βιβλίο για Βίκινγκς ή κάτι τέτοιο. Δεν είναι κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο, αναφέρεται στα παιδιά του διαβόλου.

Μάλιστα. Μίλησε μου λίγο για το καινούριο άλμπουμ.
Το ηχογραφήσαμε στα Fredman Studios στο Gothenburg. Είναι ίσως κάπως πιο χαμηλών τόνων (“mellowed out”) από το προηγούμενο, κάπως πιο ατμοσφαιρικό, με καλή παραγωγή. Αυτή τη φορά συμμετείχε στα φωνητικά ένας τύπο από τη Δανία, ο Reno Kilerich (VILE, EXMORTEM, PANZERCHRIST). Θα κυκλοφορήσει στις 17 του Οκτωβρίου (σ.σ. η συνέντευξη έγινε στις 22/9).

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Nordstrom;
Έχουμε δουλέψει μαζί πολλές φορές στο παρελθόν και τα πάμε πολύ καλά. Βασικά, όταν είμαι στο στούντιο ηχογραφώ τα πάντα μόνος. Χρειάστηκα τη βοήθειά του μονάχα στο μιξάρισμα.

Δεν είναι όμως δύσκολο να γράφεις και να ηχογραφείς έναν ολόκληρο δίσκο ολομόναχος;
Φυσικά και είναι δύσκολο, αυτή είναι όμως η δουλειά μου. Μου αρέσει να γράφω μουσική. Απλά είναι κάπως πιο χρονοβόρα η διαδικασία όταν την κάνεις μόνος σου. Τότε όμως ξέρεις πως τα πράγματα θα γίνουν με τον τρόπο ακριβώς που θες να γίνουν. Έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτός ο τρόπος δουλειάς. Μου αρέσει όμως.

Όσο περισσότερα άλμπουμ γράφεις, τόσο λιγότερους μουσικούς χρησιμοποιείς! Αυτή τη φορά είχες στο line up μόνο τον Reno στα drums. Γιατί έτσι;
Έγραψα τα κομμάτια σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, κάθε φορά που έβρισκα χρόνο ελεύθερο από τους DIMMU BORGIR. Πριν καλά-καλά το καταλάβω είχα ένα ολόκληρο άλμπουμ ολοκληρωμένο και έτοιμο να ηχογραφηθεί. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος να βρω άλλους μουσικούς μόνο και μόνο για να τους βάλω να παίξουν ήδη γραμμένα κομμάτια. Ποιο το νόημα, στο βαθμό που δεν συμμετέχουν στη σύνθεση; Εάν ήμασταν συγκρότημα που βγαίνει σε περιοδείες και δίνει συναυλίες, τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά. Είμαστε ωστόσο μάλλον στουντιακή μπάντα, άρα…

Να σου πω την αλήθεια, δεν περίμενα να δω καινούριο άλμπουμ από τους OLD MANS CHILD. Είχες πει λίγο μετά την ένταξή σου στους DIMMU (σ.σ. την εποχή του “Revelation 666”) πως έχεις κουραστεί την κατάσταση με τους OLD MANS CHILD και πως θα συνέχιζες να βγάζεις άλμπουμ μόνο για όσον καιρό σε δέσμευε το συμβόλαιό σου.
Εάν η κατάσταση παρέμενε ίδια και εάν το συμβόλαιό μου παρέμενε δύσχρηστο, όντως θα είχα σταματήσει. Αυτή τη στιγμή πάντως συζητάμε να διευρύνουμε το συμβόλαιο για δύο ακόμη άλμπουμ και, γενικότερα, διαπραγματευόμαστε τη βελτίωσή του. Αυτό με διευκολύνει γιατί δεν είμαι πια αναγκασμένος να βγαίνω σε περιοδεία εάν δεν θέλω, δεν έχω καμία πίεση χρόνου, μπορώ λοιπόν να επικεντρωθώ στο να δώσω σε κάθε άλμπουμ το καλύτερο που μπορώ κλπ. Αυτή τη στιγμή είμαι ικανοποιημένος με το πώς έχουν τα πράγματα και πιθανότατα θα συνεχίσω αυτό που κάνω για λίγο καιρό ακόμη.

Δεδομένου ότι ήδη είχες τους OLD MANS CHILD πολύ καιρό, τι σε έκανε να πας στους DIMMU BORGIR, και πότε απέκτησαν προτεραιότητα για σένα;
Οι DIMMU BORGIR αυτή τη στιγμή είναι η κύρια απασχόλησή μου. Υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν, περιοδείες κλπ. Πρέπει να είμαι 100% επικεντρωμένος σε αυτό που κάνω κάθε στιγμή. Όταν κάνουμε διάλειμμα με το συγκρότημα αφοσιώνομαι εξ’ ολοκλήρου στους OLD MAN’S CHILD. Νομίζω πως παίζω σε περισσότερα συγκροτήματα απ’ όσα θα ήθελα!

Και δεν σου αρέσει αυτό;
Μπα, καλά τα έχω βγάλει πέρα μέχρι τώρα.

Οι DIMMU BORGIR προφανώς καταλαμβάνουν ένα μεγάλο τμήμα του χρόνου σου. Πού βρίσκεις το χρόνο να συνθέσεις;
Δεν έχω άλλη δουλειά. Το μόνο πράγμα με το οποίο ασχολούμαι είναι η μουσική. Όταν δεν περιοδεύω και δεν είμαι στο στούντιο, γράφω μουσική. Μέσα σε μία νύχτα μπορώ να γράψω πάνω – κάτω πέντε riffs. Εάν παίζω κιθάρα κάθε μέρα, τότε… Υπολόγισε! Δεν ξέρω πόσα riffs βγαίνουν, σίγουρα πάντως πολλά!

Στο “Born of the flickering” κάποιους από τους στίχους τους έγραψε ο Aldrahn (κύριο μέλημά του οι DODHEIMSGARD. Και πολλοί άλλοι…). Γιατί έγινε αυτό τότε και γιατί δεν το έχεις επαναλάβει;
Τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά τότε. Δεν φοβόμασταν να πειραματιστούμε και να δουλέψουμε πάνω σε διάφορες ιδέες. Είχε κάποιους στίχους έτοιμους για μένα, το είχα θεωρήσει λοιπόν φυσικό να τους χρησιμοποιήσω και να αφήσω τον Aldrahn να συμμετάσχει στα φωνητικά. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος. Στο προηγούμενο άλμπουμ “In defiance of existence” έβαλα κάποιον άλλο να γράψει τους στίχους. Ο ίδιος άνθρωπος επρόκειτο να παίξει μπάσο στο άλμπουμ, το παίξιμό του ήταν όμως άθλιο και του είπα πως δεν θα το χρησιμοποιούσα. Τότε όμως θύμωσε και μου είπε πως δεν θα με άφηνε να χρησιμοποιήσω τους στίχους του. Το αποτέλεσμα ήταν πως αναγκάστηκα να ξαναγράψω και να ξαναηχογραφήσω όλο το άλμπουμ μέσα σε δύο εβδομάδες. Αυτό μου δημιούργησε πολύ άγχος, γι’ αυτό και από τότε προτιμώ να μην έχω άλλους μουσικούς στο συγκρότημα. Μπορούν να γα***ουν τα πάντα! Καλά, τώρα απλώς αστειεύομαι…

Αυτό πάντως το έχω ακούσει από πολλούς μουσικούς που έχουν oneman bands. Θεωρούν πως, πολλές φορές είναι ευκολότερο και γρηγορότερο να κάνουν τα πάντα μόνοι τους.
Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός όταν επιλέγεις τους μουσικούς που θα πάρεις στο συγκρότημά σου.

Επίσης μία guest συμμετοχή. Μπορείς να μου πεις πώς προέκυψε αυτό;
Ο Eric Peterson έγραψε ένα lead σημείο στο τέταρτο κομμάτι του άλμπουμ, το “In torment’s orbit”. Αν σκεφτείς πως έχω μεγαλώσει ακούγοντας TESTAMENT και πως είναι ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα, ήταν μία καταπληκτική ευκαιρία. Βρισκόταν στο στούντιο με τους DRAGONLORD την ίδια ακριβώς περίοδο που εγώ ηχογραφούσα το “Vermin” και έτσι προέκυψε η συνεργασία.

Πάντα πίστευα πως οι OLD MANS CHILD έχουν ένα προσωπικό στίγμα που τους διαφοροποιεί από άλλα συγκροτήματα. Τι νομίζεις ότι κάνει αυτό το συγκρότημα τόσο ξεχωριστό;
Πιστεύω πως γι’ αυτό ευθύνεται η ποιότητα των κιθαρών. Η μουσική των OLD MAN’S CHILD είναι σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη στις κιθάρες και τα riffs που γράφω θυμίζουν περισσότερο thrash metal του ’80 και των αρχών του ’90. Δεν είναι ακριβώς αυτό που θα έλεγες τεχνικά riffs, είναι όμως σίγουρα πιο τεχνικά από τα τυπικά black metal riffs. Δεν νομίζω πως υπάρχουν πολλοί που να το κάνουν αυτό, αν και τώρα τελευταία βρίσκει όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Πολλά συγκροτήματα τώρα ανακαλύπτουν το στιλ με το οποίο εγώ γράφω μουσική εδώ και δέκα χρόνια. Λίγα συγκροτήματα έχουν απομείνει πλέον που να μην αναμιγνύουν διαφορετικές σχολές στη μουσική τους. Όλο και περισσότερα συγκροτήματα το κάνουν πλέον αυτό. Εμείς τουλάχιστον ήμασταν από τους πρώτους.

Πιστεύω πως αυτόν τον ήχο τον έχεις μεταφέρει αυτούσιο στους DIMMU BORGIR. Νομίζω πως η διαφορά είναι ευκρινής στα δύο τελευταία άλμπουμ,
Ίσως. Δεν μπορώ να κρίνω.

Προηγουμένως ανέφερες τον όρο «συμφωνικό black metal». Πλέον έχει αναχθεί σε μόδα. Όταν είχες ξεκινήσει να γράφεις αυτού του είδους τη μουσική, είχες φανταστεί πως το θέμα θα αποκτούσε τόσο μεγάλες διαστάσεις;
Δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία στο θέμα εκείνη την εποχή. Πολλά συγκροτήματα παίζουν αυτό το είδος της μουσικής τώρα πια, μάλλον εξαιτίας των DIMMU BORGIR και άλλων παρόμοιων συγκροτημάτων. Είναι δύσκολη να απαντηθεί η ερώτησή σου.

Ποιες είναι τώρα οι επιρροές σου;
Εξακολουθώ να ακούω τα ίδια άλμπουμ που άκουγα και όταν ήμουν νεότερος. Είναι όλα τους κλασικά και μέχρι σήμερα ακούγονται συνέχεια στο στερεοφωνικό μου. Στην πραγματικότητα σπάνια αγοράζω καινούρια άλμπουμ πια. Ακούω αυτά που μου δίνουν η Century Media και η Nuclear Blast και τσεκάρω αυτά που μου προτείνουν οι γνωστοί μου. Πάντως ακούω τα ίδια συγκροτήματα που άκουγα όλα τα προηγούμενα χρόνια, δεν είμαι σίγουρος λοιπόν για το από πού ακριβώς προέρχεται η έμπνευση. Κάνω αυτό το πράγμα εδώ και πολλά χρόνια. Ξέρω πώς να γράφω μουσική, ξέρω πώς να συνδέω πράγματα και ήχους, ξέρω τι θέλω. Νομίζω πώς εκεί καταλήγουν όλα, δεν είναι θέμα έμπνευσης.

Στις αρχές χρησιμοποιούσες το ψευδώνυμο Grusom. Γιατί το άλλαξες;
Ο Tjodalv μου είχε δώσει αυτό το ψευδώνυμο και το είχε κάνει σαν αστείο. Κόλλησα με αυτό χωρίς να μου αρέσει και ποτέ δεν το πήρα στα σοβαρά. Μία μέρα ξεφύλλιζα ένα βιβλίο και έπεσα πάνω στο όνομα “Galder”. Μου άρεσε και αποφάσισα να το χρησιμοποιήσω. Πάντως δεν έχω αλλάξει γνώμη μέχρι σήμερα…

Μάλιστα. Παρόλο που αρκετά πράγματα φαίνεται να μην παίρνατε στα σοβαρά, κατέληξες τελικά με συμβόλαιο σε εταιρία, έβγαλες άλμπουμ και εξακολουθείς να βρίσκεσαι εδώ σήμερα.
Πριν ακόμη ξεκινήσω, ο στόχος μου ήταν να βρω ένα συμβόλαιο και να βγάζω άλμπουμ. Μάλιστα τα δύο πρώτα άλμπουμ “In the shades of life” και “Βorn of the flickering” τα χρηματοδότησα εξ’ ολοκλήρου εγώ. Τότε συνειδητοποίησα πως δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσω έτσι. Δεν μπορούσα πληρώνω για πάντα εγώ, έπρεπε λοιπόν κάποια στιγμή να βρω μία εταιρία. Από αυτό το σημείο και πέρα τα πάντα μπήκαν σε ένα δρόμο.

Τώρα λοιπόν οι OLD MANS CHILD είναι αποκλειστικά στουντιακό συγκρότημα;
Αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να είναι τίποτα παραπάνω. Μπορεί ωστόσο να δώσουμε κάποιες συναυλίες στο μέλλον, γιατί πολλοί άνθρωποι μου το ζητάνε και δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμη θα μπορώ να λέω «όχι»! Επιπλέον θα ήθελα να μπορούσα να φέρω τον κόσμο σε επαφή με τη μουσική μου και μέσω συναυλιών. Στο κάτω-κάτω αυτή τη στιγμή έχω πλήθος τραγουδιών από τα οποία θα μπορούσα να διαλέξω για να διαμορφώσω ένα set list. Ίσως θα ήταν καλό να κάνουμε κάποια περιοδεία, σίγουρα όμως δεν πρόκειται να γίνει τίποτα τέτοιο στο άμεσο μέλλον.

Έχεις υπ’ όψιν σου μουσικούς που θα ήθελες να συμβάλλουν στην περίπτωση μίας περιοδείας;
Μάλλον θα είχα τον Reno στα drums. Από εκεί και πέρα πρέπει να βρω καλούς κιθαρίστες, οι οποίοι μάλλον θα παίζουν και σε άλλα συγκροτήματα. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να προσαρμοστεί η όλη διαδικασία στα προγράμματά τους, και μάλλον θα πρέπει και να τους πληρώσω. Είναι πάρα πολλοί οι παράγοντες που πρέπει να λάβω υπ’ όψιν εάν αποφασίσω να κάνω κάτι τέτοιο.

Έχεις δουλέψει με καταπληκτικούς drummers μέχρι τώρα. Γιατί αλλάζεις drummer σε κάθε άλμπουμ;
Δεν μπορώ να κρατήσω τον Gene Hoglan (STRAPPING YOUNG LAD, DEATH, DEATH ANGEL…) γιατί μένει στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολύ μακριά για να συνεργαστούμε. Ο Nick Barker (ex-CRADLE OF FILTH, ex-DIMMU BORGIR, LOCK UP και δε συμμαζεύεται) από την άλλη μεριά είναι Άγγλος, πράγμα που πάλι δυσκολεύει τη συνεργασία λόγω απόστασης. Επιπλέον, είναι ωραίο πράγμα οι αλλαγές. Κάθε ένας φέρνει και διαφορετικά στοιχεία σε κάθε άλμπουμ με το παίξιμό του και αυτό κάνει τη μουσική πιο ενδιαφέρουσα. Αναζητώ την τελειότητα, προσπαθώ να συνεργάζομαι με τους καλύτερους μουσικούς που μπορώ να βρω. Είναι αλήθεια πως μέχρι τώρα ήμουν πολύ τυχερός με τους drummers, ίσως όμως συνεχίσω να δουλεύω με τον Reno για κάνα-δυο άλμπουμ ακόμη. Κρίνοντας όμως από το παρελθόν, μάλλον θα αλλάξω πάλι drummer την επόμενη φορά! Δύσκολο να πω.

Πώς επέλεξες το Reno;
Περιόδευσε για ένα σύντομο διάστημα με τους DIMMU BORGIR και μου άρεσε πάρα πολύ το παίξιμό του, είναι πολύ γρήγορος. Είχα κάνει μία πρώτη επεξεργασία των κομματιών με drum machine, αυτός έμαθε τα κομμάτια και συναντηθήκαμε μία μέρα πριν από τη μέρα της ηχογράφησης για να τα προβάρουμε. Τέτοιου είδους μουσικούς ψάχνω: ανθρώπους που δε χρειάζονται ένα μήνα πρόβες πριν από κάθε περιοδεία.

Το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο Set<h>. Πώς επέλεξες το συγκεκριμένο καλλιτέχνη;
Η Century Media μου είχε στείλει ιδέες αρκετών καλλιτεχνών για εξώφυλλα. Η δική του πρόταση ήταν η καλύτερη και αντιπροσώπευε τον τίτλο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να έχω ένα εξώφυλλο που θα απεικόνιζε τον τίτλο του άλμπουμ και πιστεύω πως ο Set<h> έκανε καλή δουλειά.

Σε τι παραπέμπει λοιπόν ο τίτλος;
Σε γενικές γραμμές παραπέμπει στην ανθρωπότητα.

Από τους τίτλους και τους στίχους σου πηγάζει μία επιθετική οπτική γωνία εναντίον της ανθρωπότητας…
Αυτό το στοιχείο αποτελεί μέρος του συγκροτήματος από τα πρώτα βήματα των OLD MAN’S CHILD. Από τότε μέχρι τώρα χρησιμοποιώ στίχους τέτοιας θεματολογίας. Νομίζω πώς είναι πολύ σημαντικό αυτό το στοιχείο γιατί συγκρατεί τη μουσική η οποία είναι στο όριο του να χαρακτηριστεί πιθανώς χαρούμενη. Ίσως γι’ αυτό χρησιμοποιώ επιθετικούς στίχους, για να εξισορροπήσω αυτό το στοιχείο. Οποιοδήποτε κομμάτι και να διαλέξεις από τα άλμπουμ μας, θα προσέξεις πως έχει ακραία θεματολογία.

Ξέρεις, ο όρος «χαρούμενος» δεν είναι ακριβώς ο συνηθισμένος για να χαρακτηρίσει ένα black metal συγκρότημα!
(σ.σ. Ξελιγωμένος στα γέλια) Ναι, γι’ αυτό πρέπει να το κάνουμε «όχι χαρούμενο»!

Τι κάνουν οι DIMMU BORGIR αυτήν την περίοδο;
Ο Silenoz και ο Shagrath έχουν επανηχογραφήσει το “Stormblast” και δουλεύουν πάνω σε αυτό αυτήν την στιγμή. Νομίζω πως τώρα ετοιμάζουν ένα video clip για αυτό και ασχολούνται με την προώθησή του. Όταν επιστρέψουν θα αρχίσουμε να δουλεύουμε πάνω στο επόμενο άλμπουμ. Το μόνο που μένει να κάνουμε είναι να ενώσουμε τις ιδέες μας σε κομμάτια και μετά να τα ηχογραφήσουμε. Δεν ξέρω πότε θα συμβεί αυτό, μάλλον στα μέσα του επόμενου χρόνου.

Έχεις υλικό έτοιμο;
Ναι. Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, πρέπει να έχουν έτοιμα κάποια riffs. Εγώ πάντως έχω ήδη πολλές ιδέες και πολλή όρεξη να βρω κι άλλες.

Πώς αποφασίζεις τι από αυτά που γράφεις ανήκει στους DIMMU BORGIR και τι στους OLD MANS CHILD;
Δεν χρειάζεται να αποφασίσω τίποτα, είναι μονόδρομος. Όταν δουλεύω με τους DIMMU διοχετεύω όλες τις ιδέες μου εκεί. Στη συνέχεια προστίθενται τα πλήκτρα και όλα τα στοιχεία που συνεισφέρει ο καθένας από το συγκρότημα και αυτό κάνει τη διαφορά. Το ίδιο γίνεται όταν δουλεύω πάνω στους OLD MAN’S CHILD: όλο το υλικό που συγκεντρώνω το χρησιμοποιώ για αυτούς.

Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να προσθέσεις;
Από την Ελλάδα δεν είσαι; Ελπίζω να έρθουμε να σας επισκεφτούμε με τους OLD MAN’S CHILD εάν ποτέ βγούμε σε περιοδεία. Έχετε ένα καταπληκτικό κοινό και καταπληκτικό φαγητό και δεν είναι αρκετό να έρχομαι στη χώρα σας μόνο με τους DIMMU!

Μαριλένα Σμυρνιώτη

CORONER – “Dissonance theory” (Century Media)

0
Coroner

Coroner

Το δημιουργικό κενό που ακολούθησε τη διάλυση των CORONER αποδείχτηκε βαθύτερο απ’ όσο φαινόταν αρχικά. Δεν ήταν απλώς μια παύση στη μουσική δραστηριότητα ή ένα κενό στη δισκογραφία, αλλά απώλεια ταυτότητας για ένα ολόκληρο ρεύμα, μιας και η τεχνική αρτιότητα, η υπαρξιακή θεματολογία, η ψυχρή ατμόσφαιρα και η εσωστρεφής λογική που τους χαρακτήριζε δεν αντικαταστάθηκαν ποτέ.

Η επαναδραστηριοποίησή τους το 2011 αποκλειστικά για συναυλίες, οι πρώτες συνθετικές απόπειρες το 2015, μέχρι και την ημέρα που μπήκαν στο στούντιο τον Ιούνιο του 2023, δεν συνοδεύονταν από καμία βεβαιότητα ότι θα μας δινόταν τελικά η ευκαιρία να απολαύσουμε μια νέα δισκογραφική δουλειά. Η προσμονή άλλαζε συνεχώς μορφή, άλλοτε γινόταν αγανάκτηση, άλλοτε φόβος απογοήτευσης για το τελικό αποτέλεσμα, αλλά ποτέ απαξίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τριάντα δύο χρόνια από την κυκλοφορία του τιτάνιου “Grin”, αλλά το όνομα και η μουσική των CORONER κατάφερναν να διαιωνίζονται και να μεταλαμπαδεύονται από γενιά σε γενιά, παραμένοντας κατά κάποιον τρόπο επίκαιροι.

Η έκτη τους δουλειά, με τίτλο “Dissonance theory”, είναι εκπληκτική. Το λέμε ξεκάθαρα από την αρχή για να ξεμπερδεύουμε. Η μουσική που ξεδιπλώνεται στα κάτι λιγότερο από σαράντα οκτώ λεπτά του άλμπουμ έχει μια μοναδική ταυτότητα που δεν συναντάς πουθενά αλλού εκεί έξω. Μεστό, ασυμβίβαστο metal, ανεπανάληπτης αίσθησης ρήξης και ατίθασης ελευθερίας με post-thrash αισθητική που σε συγκινεί και σε συνθλίβει ταυτόχρονα. Δεν μπορείς να το εντάξεις χρονολογικά σε κάποια συγκεκριμένη δισκογραφική περίοδο των CORONER, καθώς, ενώ υπάρχουν τεχνοτροπίες που θυμίζουν τα «Mental Vortex» και «Grin», όπως ατμοσφαιρικά, δυσαρμονικά μέρη τα οποία εναλλάσσονται με riff φορτισμένα με συσσωρευμένη ενέργεια, στοιχεία που για τελευταία φορά συναντήσαμε στα νέα τότε τραγούδια της ομώνυμης συλλογής του 1995.

Κυριαρχεί γενικότερα μια πρώιμη 90s αντίληψη, σχεδόν μη κατατάξιμου metal, με απλωμένες συγχορδίες και riff που αγγίζουν το επίπεδο ψυχικής κάθαρσης και ανάτασης. Το groove του ξεφεύγει από τον βιομηχανικό παλμό του “Grin”, διαθέτοντας μια πιο πολυδιάστατη προσέγγιση στα ρυθμικά patterns, η οποία σε στιγμές το φέρνει δομικά κοντά στις λογικές των MESHUGGAH και GOJIRA, όχι όμως ηχητικά. Έχουν αφουγκραστεί τις σύγχρονες metal τάσεις και ενσωματώνουν στοιχεία της νέας εποχής, κυρίως στην παραγωγή, όπου δόθηκε έμφαση στην επίτευξη ενός όσο το δυνατόν ζωντανού και οργανικού ήχου, αξιοποιώντας πλήθος vintage οργάνων, από πιάνο έως λαμπάτους ενισχυτές και αναλογικά synth, διατηρώντας τον αυθεντικό χαρακτήρα των CORONER, ενώ την ίδια στιγμή πατεντάρουν το νέο τους μουσικό ύφος, παραμένοντας σκοτεινοί, συνειδητοποιημένοι, με περισσότερη τεχνική έκφραση, χωρίς να υποπίπτουν σε απλή επίδειξη δεξιοτεχνίας.

Ο Tommy Vetterli είναι, με διαφορά, ένας από τους καλύτερους metal κιθαρίστες που έχουν περάσει από το στερέωμα. Κι όταν έρχεται η στιγμή του solo, δεν μπορείς παρά να εύχεσαι να είχες, δεν ξέρω κι εγώ πόσα ζευγάρια αυτιά για να τον απολαμβάνεις στο έπακρο. Είναι απίστευτα καινοτόμος, τεχνικός, μελωδικός και ευφάνταστος, που σχεδόν δακρύζεις στο άκουσμά του. Πλάι του, η χαρακτηριστική φωνή του Ron Broder σε γειώνει, προσδίδοντας το απόλυτο CORONER χρώμα, ενώ ο ήχος στο μπάσο αναδεικνύει επιτέλους το παίξιμό του. Η απουσία του Markus Edelmann δεν γίνεται αισθητή, όχι γιατί ο αντικαταστάτης του, Diego Rapacchietti, πιάνει το vibe του, κάτι που δεν συμβαίνει, αλλά επειδή το δικό του παίξιμο, πιο πλουραλιστικό σε στιγμές, έχει ταιριάξει περίφημα με τη νέα περίοδο που διανύουν πλέον οι CORONER.

Είναι πραγματικά κρίμα που για τριάντα χρόνια οι CORONER μας στερούσαν τέτοια μουσική διέγερση, γιατί στο “Dissonance theory” δεν εντυπωσιάζουν απλώς, συγκλονίζουν. Ύστερα από τρεις δεκαετίες σιωπής, το να ακούμε ξανά μια τόσο υψηλής αισθητικής και έμπνευσης δουλειά από τους CORONER είναι κάτι παραπάνω από συγκινητικό, σχεδόν εξοργιστικό. Εξοργιστικό γιατί για τριάντα χρόνια αυτή η έμπνευση, αυτή η καλλιτεχνική ευφυΐα, έμενε βουβή. Μια τόσο ιδιαίτερη μορφή μουσικής έκφρασης, που κανείς δεν κατάφερε να αναπληρώσει, έλειπε οδυνηρά και τώρα επιστρέφει με αδιαπραγμάτευτη δύναμη και χωρίς καμία διάθεση συμβιβασμού. Οι CORONER επέστρεψαν για να θυμίσουν ποιος όριζε το παιχνίδι όταν οι άλλοι ακόμη μάθαιναν τους κανόνες και επανήλθαν για να διεκδικήσουν αυτό που τους ανήκει σε ένα κλασικό reunion ελβετικής προέλευσης.

9 / 10

Κώστας Αλατάς

SABATON – “Legends” (Better Noise Music)

0
Sabaton

Sabaton

Φτάσαμε λοιπόν στη στιγμή να μιλήσουμε και για το νέο άλμπουμ των SABATON. Ένα συγκρότημα, που έχει προκαλέσει πολύ μεγάλες συζητήσεις ανάμεσα στους metalheads για πλείστους όσους λόγους. Ξέρετε, βέβαια, συζητήσεις ξεκινάνε για τους επιτυχημένους και όχι για γκρουπ της σειράς, οπότε καταλαβαίνουμε όλοι ότι οι SABATON είναι απλά ένα φαινόμενο της εποχής μας.

Πολλά μπορεί να πει κανείς για τους Σουηδούς power metallers, ιδιαίτερα αν θέλει να τους μειώσει την αξία. Είναι δεδομένο, ότι το ύφος τους, από το ξεκίνημα της καριέρας τους, δεν έχει αλλάξει σχεδόν στο παραμικρό. Μήπως αυτό όμως ήθελε και το συγκρότημα, που δεν αφήνει τίποτα απολύτως στην τύχη του; Όλα στους SABATON είναι σχεδιασμένα στην παραμικρή λεπτομέρεια κι αυτός είναι ο λόγος που έχουν φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο δημοφιλίας, ιδιαίτερα ανάμεσα στις νεότερες ηλικίες (και όχι μόνο).

Ξέρετε, εμείς που είμαστε ή πλησιάζουμε να γίνουμε μεσήλικες, συνήθως γινόμαστε σαν τους γέρους του Muppet Show και όσο γερνάμε αρχίζουμε ατάκες τύπου «σιγά το γκρουπ, δεν είναι …» (βάλτε όποιο συγκρότημα της δεκαετίας του ’80 θέλετε), λες και οι θρύλοι της δεκαετίας του ’80 δεν αντιμετώπισαν το ίδιο με τα αντίστοιχα μεγαθήρια των 70s…

Αρκετά με την ιστορία των SABATON, όμως, διότι είναι ένα σχήμα με μέλλον, που λογικά προδιαγράφεται λαμπρό, αν κρίνω από το γεγονός ότι παίζουν headliners ουσιαστικά παντού. Η αλήθεια είναι ότι η «μεταγραφή» τους από τη Nuclear Blast στη Better Noise Music (εταιρία που έχει γκρουπ όπως οι FIVE FINGER DEATH PUNCH, ASKING ALEXANDRIA και γενικότερα ασχολείται με πιο «μοντέρνο» και «αμερικάνικο» ήχο), με ξένισε και ήθελα να δω αν θα έχει κάποια επίπτωση στον ήχο τους. Μιλώντας όμως μαζί τους σε συνέντευξη που θα διαβάσετε σε πολύ λίγες μέρες, μάλλον έχοντας κατακτήσει την Ευρώπη, είπαν να απλώσουν τα δίχτυα τους και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ξεκινώντας από τη δισκογραφική εταιρία, δίχως να αλλάξουν τίποτα στον ήχο τους.

Αυτό το «δεν αλλάζω τίποτα στον ήχο μου», είναι κάτι, βέβαια, που τους κάνει μονότονους στα αυτιά όσων δεν τους πολυγουστάρουν, όπως φαίνεται όμως είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την στρατιά των πολυπληθών οπαδών τους. Πολλές φορές, όταν γίνεσαι δημοφιλής μ’ έναν ήχο, μπορείς να εγκλωβιστείς και να μην «σου επιτρέπεται» να αλλάξεις το παραμικρό, αλλά, τελικά, γιατί να φτιάξεις κάτι που δεν είναι χαλασμένο;

Στα του “Legends”, οι SABATON μιλάνε για ιστορικές φιγούρες, όπως ο Genghis Khan, ο Αννίβας, ο Vlad Tepes και πολλούς άλλους, με το γνωστό πομπώδες στυλ τους. Το εναρκτήριο, “Templars”, σε βάζει κατευθείαν στο πνεύμα και διαλύει κάθε αμφιβολία για το μουσικό ύφος του άλμπουμ, όντας καρακλασικό SABATON. Στο ίδιο κλίμα και το εμβατηριακό “Lightning at the gates”, ενώ θα ξεχώριζα και το “The duelist” ή το “I, emperor”.

Το “Legends” δεν είναι το άλμπουμ που θα κάνει τους 40+ να αναγνωρίσουν το μεγαλείο τους. Είναι όμως βέβαιο ότι θα κρατήσει και ίσως επεκτείνει τη βάση των οπαδών τους, που είναι ήδη τεράστια. Εγώ δεν υπήρξα ποτέ οπαδός τους και τα άλμπουμ τους τα έχω ακούσει (ή αγοράσει) όλα για να έχω πιο πλήρη εικόνα του φαινομένου SABATON. Δεν είναι από τα γκρουπ που θα ακούσω στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο όμως θα φροντίσω να είμαι εκεί όταν έρθουν για συναυλία. Κι εκεί μετράει πλέον ο καλλιτέχνης ακόμα περισσότερο.

Κλείνοντας, θα ήθελα να εκμυστηρευτώ προσωπική συνομιλία με έτερο power metal συγκρότημα, που έπαιξε στη χώρα μας με τους SABATON και είδε να πολλαπλασιάζονται οι οπαδοί τους εν ριπή οφθαλμού, Όπως αναγνώρισαν, αυτό συνέβη μόνο και μόνο επειδή έπαιξαν μαζί τους και παρότι είναι πολλά χρόνια περισσότερα στο κουρμπέτι κι ο κόσμος πιστεύει ότι η «πιτσιρικαρία» τους γνώριζε ήδη, πολύς κόσμος ήρθε σε επαφή με τη μουσική τους κι έγινε οπαδός τους. Μην ξεχνάμε ότι παλαιότερα, οι ACCEPT τους προσέγγισαν για να ανοίξουν στην Ευρωπαϊκή τους περιοδεία και ο κόσμος έκραζε τους SABATON!!! Το συγκρότημα έχει περάσει σε άλλο επίπεδο, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Μην ξαφνιαστείτε αν τους δείτε να παίζουν σε υψηλότερες θέσεις από ιστορικά σχήματα στο άμεσο μέλλον. Ζούμε τη στιγμή κι όχι το παρελθόν (το οποίο τιμούμε, αλλά πρέπει να υπάρξει και συνέχεια)…

7 / 10

Σάκης Φράγκος

RAGE – “A new world rising” (Steamhammer)

0
Rage

Rage

Οι ασταμάτητοι Γερμανοί βετεράνοι είναι και πάλι εδώ. Σαν ένα σπάνιο είδος που εξελίσσεται, μεταμορφώνεται αλλά και διαιωνίζεται, οι RAGE και ο Soundchaser βέβαια, παίρνουν μια νέα μορφή στο “A new world rising”. Το power/thrash θωρηκτό, υπό την διαχρονική καθοδήγηση του Peavy Wagner, κυκλοφορεί έναν δίσκο που σφύζει από ενέργεια, είναι σκληρός και δεν επιδέχεται αμφιβολίας. Άλλοι επιλέγουν μια επιστροφή στις ρίζες τους, είτε για να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κόσμου, είτε για λόγους νοσταλγίας, όμως οι RAGE συνεχίζουν να εξελίσσονται. Σε αυτό σίγουρα παίζει ρόλο πως πέραν από τον αρχηγό, τα υπόλοιπα μέλη έχουν αλλάξει αρκετές φορές, με τον Peavy ανέκαθεν να δίνει χώρο στους συνεργάτες τους να συνεισφέρουν στις συνθέσεις.

Έτσι, η προσφορά του Jean  Bormann, που μετρά ήδη πέντε χρόνια στο σχήμα, είναι πιο εμφανής από ποτέ, με αποτέλεσμα το άλμπουμ να δίνει μια νέα τάση με μοντέρνα και πιο περίπλοκα riff, δίχως όμως να αλλάζει το DNA τους. Από τα πρώτα δύο τραγούδια, γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της νεωτεριστικής τάσης του αρχικού ομώνυμου τραγουδιού, με το κλασικο-Wagner-ικό “Innovation” που ακολουθεί στον ίδιο σκληρό και γρήγορο ρυθμό, αλλά  ηχεί τόσο πιο γνώριμο. Γι’ αυτό γουστάρω και το “Against the machine” (για άλλη μια φορά το αφεντικό γράφει ρεφραινάρα) ή το “Beyond the shield of misery” που ολοκληρώνει το άλμπουμ.

Δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα και δεν βγάζουν κανένα άγχος προς τα έξω. Τόσο ο χαρακτήρας του ακούραστου Peavy, όσο και η πορεία των RAGE, επιτρέπουν στις συνθέσεις να είναι πειραματικές, αλλά και γεμάτες κλισέ, να είναι σκληρές και ευθείς, αλλά να είναι και πιο τεχνικές. Είναι ένα άλμπουμ γεμάτο από καλές προθέσεις, με πιο θετική χροιά από τα πρόσφατα, ιδιαίτερα λόγω των πιο αισιόδοξων στίχων. Το “A new world rising” για άλλη μια φορά, δεν είναι γραμμένο για να κερδίσει νέους οπαδούς, μετατοπίζοντας το στυλ του συγκροτήματος. Αντίθετα, είναι μια μεστή δουλειά που απευθύνεται στο υπάρχον κοινό τους και απαιτεί την αναγνώριση. Είναι οι RAGE που κόβουν σαν ξυράφι με ακονισμένες λεπίδες και άγριες διαθέσεις.

Ακούγοντας το “Freedom” εύκολα αντιλαμβανόμαστε γιατί το επέλεξαν να προλογίσει το άλμπουμ και σίγουρα θα το ακούμε για χρόνια στα setlist τους. Από εκεί και πέρα, δεν χρειάζεται υπερ-ανάλυση για ένα όνομα που τόσο έχει αγαπηθεί από το Ελληνικό κοινό, που εξακολουθεί να έχει τον Βασίλη Μανιατόπουλο στα τύμπανα (και όχι μόνο) και εξακολουθεί να κυκλοφορεί σοβαρούς δίσκους μετά από 40 χρόνια πορείας. Ναι, η σπίθα τους μπορεί να μην είναι πάντα ισχυρή, αλλά τους παραδέχομαι διότι φανερώνουν επιμονή, σε επίπεδο κατορθώματος, παρά τις όποιες δυσκολίες, ατυχίες και αδικίες έχουν αντιμετωπίσει. Για το Γερμανικό metal, οι RAGE αποτελούν θεσμό. Ως θεσμό τους σεβόμαστε αλλά και τους “επικρίνουμε” με κάθε καλή πρόθεση βέβαια, αφού μας έχουν δώσει τόσες αξέχαστες στιγμές στην τεράστια καριέρα τους.

7 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

Weekly Metal Meltdown (4-10/10, BLACK LABEL SOCIETY, ROB ZOMBIE, ALTER BRIDGE and more)

0
Weekly

Weekly

Για άλλη μια εβδομάδα συγκεντρώσαμε τα πιο φρέσκα singles από μελλοντικές κυκλοφορίες και παρακάτω μπορείτε να δείτε και να ακούστε φυσικά τα καινούργια clips από BLACK LABEL SOCIETY, Rob Zombie, ALTER BRIDGE, DANKO JONES featuring Marty Friedman, PRETTY RECKLESS, KING ULTRUMEGA, Fabienne Erni (ELUVEITIE, ILLUMISHADE),THE RASMUS featuring Tyler Connolly , THEM, BLOOD RED THRONE και ΜΑUSOLEUM GATE. Koμμάτια από όλο το φάσμα του σκληρού ήχου. Enjoy!

Photo by Justin Reich

Οι BLACK LABEL SOCIETY κυκλοφόρησαν το νέο τους single, “Broken and Blind” μέσω της MNRK Heavy / Spinefarm Records. Αυτή είναι η τρίτη single κυκλοφορία του συγκροτήματος  που οδηγεί στο πολυαναμενόμενο νέο άλμπουμ των BLS που έχει προγραμματιστεί για τις αρχές του 2026. Το “Broken and Blind” είναι διαθέσιμο σε όλες τις μεγάλες πλατφόρμες και το επίσημο μουσικό βίντεο που σκηνοθέτησε ο μακροχρόνιος συνεργάτης Justin Reich μπορείτε να το δείτε παρακάτω.
“Τι συμβαίνει συμμορία; Αυτό είναι ένα νέο τραγούδι που ονομάζεται “Broken and Blind”. Το τραγούδι είναι για το φυστικοβούτυρο και τη σοκολάτα και τι συμβαίνει όταν δεν έχεις τίποτα από αυτά. Η ψυχή μου είναι ραγισμένη και είμαι τυφλός από οργή αν δεν έχω φυστικοβούτυρο και σοκολάτα, οπότε ορίστε, είναι ένα νέο τραγούδι που ονομάζεται “Broken and Blind”. Σας ευχαριστώ, να έχετε μια υπέροχη μέρα” οι δηλώσεις του Zakk Wylde.

Ο θρύλος του heavy metal, καταξιωμένος σκηνοθέτης και είδωλο της pop κουλτούρας Rob Zombie επιστρέφει για το 8ο στούντιο άλμπουμ του, “The Great Satan”, που κυκλοφορεί στις 27 Φεβρουαρίου της επόμενης χρονιάς από την Nuclear Blast Records. Μετά την επιτυχία του δίσκου του στο top 10 των charts ”Τhe Lunar Injection Kool Aid Eclipse Conspiracy “ του 2021, ο Zombie επιστρέφει, επανεξετάζοντας τις πρώιμες ρίζες του στο Hellbilly για ένα σφαγείο ανθεμικού punk εμποτισμένου heavy rock/metal.
Ο Rob Zombie για όσους δεν γνωρίζουν έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη μουσική βιομηχανία, πρώτα ως μέλος του πολυπλατινένιου συγκροτήματος WΗΙΤΕ ΖΟΜΒΙΕ και αργότερα ως solo καλλιτέχνης με ακόμη μεγαλύτερα αποτελέσματα συλλέγοντας πολλά πολυπλατινένια και χρυσά άλμπουμ στην πορεία, συμπεριλαμβανομένων των “Hellbilly Deluxe”, “The Sinister Urge” και “Educated Horses”. Ο πιο πρόσφατος δίσκος του Rob Zombie, “The Lunar Injection Kool Aid Eclipse Conspiracy” (2021), έκανε το ντεμπούτο του στο # 9 του top 200 chart του Billboard, καθιστώντας το το 7ο συνεχόμενο σόλο άλμπουμ του που έκανε το ντεμπούτο του στο top 10.
Το πρώτο single που μόλις κυκλοφόρησε είναι που λέγεται “Punks and Demons,” και το σκηνοθέτησε ο ίδιος. Το παρακολουθούμε παρακάτω.

Photo by Chuck Brueckmann

Με τη συντριπτική ανταπόκριση στο πρώτο τους single μετά από δύο χρόνια “Silent Divide”, οι καταξιωμένοι rockers ALTER BRIDGE επιστρέφουν με ένα άλλο τραγούδι από το επερχόμενο 8ο στούντιο άλμπουμ τους, “Alter Bridge”. Το “What Lies Within” είναι πλέον διαθέσιμο μέσω όλων των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών από το κουαρτέτο που αποτελείται από τον Myles Kennedy στα φωνητικά/κιθάρες, τον Mark Tremonti στις κιθάρες/φωνητικά, τον Brian Marshall στο μπάσο και τον Scott Phillips στα ντραμς. Το τραγούδι ανοίγει με ένα οδηγητικό κιθαριστικό riff από τον Kennedy και τον Tremonti όπως πριν το ρυθμικό groove των Marshall και Phillips σπρώξει το τραγούδι. Οι στίχοι είναι μια προειδοποιητική ιστορία του σκότους μέσα στην ανθρωπότητα καθώς ο Κennedy τραγουδά
«Αυτό που βρίσκεται μέσα, κάτω από το δέρμα, κάτι τόσο σκοτεινό και προαισθανόμενο». Ένα βίντεο κινουμένων σχεδίων για το “What Lies Within” σκηνοθετήθηκε από τον J.T. Ibanez. Με περισσότερες από δύο δεκαετίες να παίζουν μαζί, οι καταξιωμένοι rockers ALTER BRIDGE δεν δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης. Γνωστό για τα αξιομνημόνευτα riffs, τις μολυσματικές φωνητικές μελωδίες και τη μονομαχία της κιθαριστικής επίθεσης, το κουαρτέτο έχει κερδίσει τεράστια αναγνώριση από τους κριτικούς και τους θαυμαστές σε όλο τον κόσμο. Το συγκρότημα θέλει να συνεχίσει αυτή την τάση όταν κυκλοφορήσει το ομώνυμο, όγδοο στούντιο άλμπουμ του τον επόμενο χρόνο μέσω της Napalm Records. Το “Alter Bridge” θα κυκλοφορήσει στις 9 Ιανουαρίου 2026.
Παρακολουθούμε το animated video του “What Lies Within” παρακάτω:

Photo by Jon Usual

Το πιο δυνατό rock ‘n’ roll τρίο του Τoronto DANKO JONES επιστρέφει με το εκρηκτικό νέο τους single “Diamond In The Rough”, το τελευταίο κομμάτι από το επερχόμενο άλμπουμ τους “Leo Rising” που θα κυκλοφορήσει στις 21 Νοεμβρίου μέσω της Perception -A Division of Reigning Phoenix Music και της Sonic Unyon (Καναδάς).
Το κομμάτι είναι ένας φόρος τιμής υψηλής τάσης στους κλασικούς KISS, που υπερφορτίζεται από ένα φλογερό guest solo από τον θρύλο της κιθάρας Marty Friedman (MEGADETH, CACOPHONY). Η μπάντα σχολιάζει: “Oσον αφορά τους πρώιμους KISS αυτό είναι το αγαπημένο μου, ειδικά με τον έναν και μοναδικό Marty Friedman στην κιθάρα! Το “Diamond In The Rough” διοχετεύει την ακατέργαστη, αφιλτράριστη ενέργεια του arena rock της δεκαετίας του 1970. Η φλογερή ταστιέρα του Friedman πυροδοτεί το τραγούδι, προσθέτοντας την αδιαμφισβήτητη πινελιά ηρωισμού της κιθάρας που οδηγεί τον χαρακτηριστικό ήχο του power trio της μπάντας σε υπερένταση.
Το βλέπουμε εξής παρακάτω:

Photo by Steph Gomez

Οι Αμερικάνοι hard rockers PΡΕΤΤΥ ΡΕCKLESS χτυπούν τις γιορτές με μια ιδιαίτερη έκπληξη – το rock συγκρότημα που σπάει ρεκόρ προσφέρει μια εορταστική έκπληξη ακριβώς στην ώρα τους για την περίοδο των γιορτών για τους μακροχρόνιους θαυμαστές καθώς και για τους νέους ακροατές. Το συγκρότημα με επικεφαλής την Τaylor Momsen, κυκλοφόρησε μια ενεργητική, επανασχεδιασμένη εκδοχή του δημοφιλούς χριστουγεννιάτικου τραγουδιού “Where Are You Christmas”.
Η Momsen τραγούδησε το πρωτότυπο το 2000 ως Cindy Lou Who στην κλασική ταινία “How the Grinch Stole Christmas”. Το τραγούδι είναι μέρος του επερχόμενου χριστουγεννιάτικου EP “Taylor Momsen’s Pretty Reckless Christmas”, το οποίο θα κυκλοφορήσει ψηφιακά στις 31 Οκτωβρίου και ακολούθως στις 14 Νοεμβρίου μέσω της Fearless Records.
Η τραγουδίστρια Taylor Momsen για την κυκλοφορία αυτή αναφέρει:
“Η επανεκτέλεση του “Where Are You Christmas” 25 χρόνια αργότερα είναι σαν να επιστρέφω στο σπίτι σε ένα κομμάτι του εαυτού μου που δεν είχα δει εδώ και πολύ καιρό. Ήμουν απλώς παιδί όταν το τραγούδησα για πρώτη φορά και ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον τρόπο με τον οποίο το τραγούδι και η ταινία θα έμεναν με τους ανθρώπους για τόσο καιρό και εν αγνοία μου θα διαμόρφωναν την επαγγελματική μου πορεία ως ενήλικας. Ηχογραφώντας το τώρα, με όλη τη ζωή που έχω ζήσει ενδιάμεσα, το ακούω μέσα από διαφορετικό πρίσμα… αλλά η καρδιά του είναι η ίδια. Έχει να κάνει με το θαύμα, την ελπίδα και τη διατήρηση της μαγείας, κάτι που νομίζω ότι όλοι χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.
Αρχίζουμε να μπαίνουμε στο πνεύμα των Χριστουγέννων πατώντας αρχικά παρακάτω:

Η alternative rock κολεκτίβα KING ULTRAMEGA, με μέλη των ALICE IN CHAINS, ANTHRAX, MASTODON και SOUNDGARDEN, παρουσίασε μια νέα συναισθηματική εκτέλεση του κλασικού τραγουδιού των TEMPLE OF THE DOG “Say Hello 2 Heaven”  με τον Richie Kotzen στα φωνητικά και την κιθάρα.
Οι KING ULTRAMEGA δημιούργησαν αυτό το single στη μνήμη του θρυλικού τραγουδιστή Chris Cornell, ενώ συγκέντρωσαν χρήματα και ευαισθητοποίηση για το MusiCares. Το MusiCares είναι ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός της Ακαδημίας Ηχογράφησης που παρέχει υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αποκατάστασης εθισμού και έκτακτης ανάγκης σε όσους ανήκουν στη μουσική κοινότητα. Αρχικά γράφτηκε από τον Chris Cornell ως φόρο τιμής στον τραγουδιστή των MOTHER LOVE BONE Andrew Wood, τα μέλη των KING ULTRAMEGA, Richie Kotzen, Charlie Benante και Mark Menghi έχουν τώρα ερμηνεύσει εκ νέου το “Say Hello 2 Heaven” στη μνήμη του Chris Cornell.
“Έχασα την αδερφή μου από αυτοκτονία το 2022 και αυτού του είδους η απώλεια αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνεις ορισμένα τραγούδια”, σχολιάζει ο Kotzen. “Δεν είναι κάτι που ξεκίνησα να φέρω στη συνεδρία, αλλά εμφανίστηκε. Τότε ήταν που σταμάτησε να μοιάζει με φόρο τιμής και έγινε κάτι πιο προσωπικό”.
Ο μπασίστας και ιθύνων νους Mark Menghi ήξερε ότι το “Say Hello 2 Heaven” θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι των KING ULTRAMEGA από την αρχή, λόγω του στιχουργικού του μηνύματος. Ο Menghi επέλεξε να διατηρήσει τη διασκευή και τη δομή του τραγουδιού σχεδόν πανομοιότυπη με το πρωτότυπο, αλλά το συγκρότημα πήρε κάποιες δημιουργικές ελευθερίες δανείζοντας στυλ εμπνευσμένα από R&B/soul στη μουσική. Ο Menghi σχολιάζει: “Το στιχουργικό μήνυμα στο “Say Hello 2 Heaven” χτυπά μια χορδή όταν σκέφτεσαι πώς έγραψε ο Chris για τον πρόωρο θάνατο του Andrew και εδώ είμαστε πάνω από 30 χρόνια αργότερα να αποτίουμε φόρο τιμής στον Chris με το τραγούδι του για τον πρόωρο θάνατό του. Είναι τουλάχιστον ένα συναισθηματικό rollercoaster”.
Ο drummer των ANTHRAX, Charlie Benante, συμφώνησε αμέσως να παίξει στο “Say Hello 2 Heaven” λόγω της προσωπικής του σχέσης με το τραγούδι. Ως μακροχρόνιος θαυμαστής των MOTHER LOVE BONE, ο Benante θεωρεί ότι το “Say Hello 2 Heaven” είναι ένα από τα αγαπημένα του τραγούδια όλων των εποχών.

Το “Stone by Stone” είναι το νέο single και μουσικό βίντεο από την τραγουδίστρια και μουσικό της heavy μουσικής Fabienne Erni (ELUVEITIE, ILLUMISHADE). Ως κεφάλαιο στο δρόμο για το ντεμπούτο άλμπουμ της, το τραγούδι αντανακλά τους τοίχουςπου οι άνθρωποι τείνουν να χτίζουν γύρω τους, ενώ εξακολουθούν να λαχταρούν τη σύνδεση.
Η Erni έχει ήδη δανείσει τη χαρακτηριστική φωνή της σε αμέτρητες σκηνές και ηχογραφήσεις σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, αυτές οι κυκλοφορίες σηματοδοτούν την αρχή μιας νέας μουσικής σφαίρας: για πρώτη φορά, το πιο προσωπικό της καλλιτεχνικό όραμα βρίσκεται στο επίκεντρο. Με τις ρίζες της στο πάθος της για την αφήγηση ιστοριών και την αγάπη της για τη μουσική ποικιλομορφία: από metal μέχρι μπαλάντες, κλασικά έργα της Disney και soundtrack ταινιών, η σόλο δουλειά της αντικατοπτρίζει τόσο το καλλιτεχνικό άνοιγμα όσο και το έντονο δημιουργικό ένστικτο.
Το προηγούμενο “Sky’s Breath” και το τωρινό “Stone by Stone” είναι τα εναρκτήρια μιας ολόκληρης σειράς singles που έχουν προγραμματιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, οδηγώντας σε ένα ολοκληρωμένο ντεμπούτο άλμπουμ το 2026. Με την υποστήριξη μουσικών βίντεο και διεθνών καμπανιών, οι ακροατές προσκαλούνται σε ένα μουσικό σύμπαν που είναι τόσο τολμηρό όσο και οικείο, μια αντανάκλαση της δημιουργικής ουσίας και της φλογερής καρδιάς της Fabienne Erni.
Η Fabienne για το νέο τραγούδι: “Το “Stone by Stone” έχει να κάνει με τον τρόπο που χτίζουμε τείχη γύρω από τον πόνο μας. Κάθε ανάμνηση, κάθε σιωπή γίνεται μέρος αυτού του τείχους. Κι όμως, κάπου μέσα του, ελπίζουμε ακόμα να μας βρουν. Αυτό το τραγούδι είναι πολύ κοντά στην καρδιά μου γιατί προήλθε από ένα μέρος που προσπαθούσα να βρω ξανά φως, βήμα προς βήμα, είναι μια ήσυχη υπενθύμιση ότι η θεραπεία απαιτεί χρόνο και δύναμη”.

Photo by Venla Shalin

Οι Φινλανδοί, έξι φορές πλατινένιοι και οκτώ φορές χρυσοί THE RASMUS συνεργάστηκαν με τον τραγουδιστή των THEORY OF A DEADMAN, Tyler Connoly,  για να κυκλοφορήσουν μια συναρπαστική νέα εκδοχή του ισχυρού ύμνου των THE RASMUS “Creatures of Chaos”. Tο τραγούδι σηματοδοτεί το πρώτο rock ραδιοφωνικό single των THE RASMUS στις ΗΠΑ.
Τον Μάρτιο, οι THE RASMUS κυκλοφόρησαν αρχικά το “Creatures of Chaos” σαν το δεύτερο single από το 11ο στούντιο άλμπουμ τους “Weirdo” το οποίο κυκλοφόρησε στις 12 Σεπτεμβρίου μέσω της Better Noise Music (το πρώτο του συγκροτήματος για την εταιρεία) και της Playground Music.
“Ο Tyler [Connolly] είναι ένας καταπληκτικός τραγουδιστής και πρόσθεσε μια νέα διάσταση στο τραγούδι”, λέει ο frontman Lauri Ylönen. «Αυτό το τραγούδι είναι ένα από τα καλύτερά μας από το νέο άλμπουμ και είναι τόσο ωραίο που τραβάει τα φώτα της δημοσιότητας τώρα». Ο Tyler Connolly μοιράζεται: «Μου ζητήθηκε να τραγουδήσω ως guest σε αυτό το τραγούδι του RASMUS και μόλις το άκουσα, είπα, «Ναι»! Μου άρεσε το κομμάτι και αγαπώ το συγκρότημα! Πραγματικά απόλαυσα τους στίχους μπρος-πίσω μεταξύ μας, και πραγματικά ροκάρει! Τώρα πρέπει να πάω στη Φινλανδία!!»
Ο Lauri εξηγεί ότι το “Creatures of Chaos” είναι μια “παγκόσμια κραυγή και μια πρόσκληση σε όλους τους απροσάρμοστους και σε οποιονδήποτε εκεί έξω που ένιωσε ποτέ σαν ξένος να έρθει μαζί μας! Ήταν ένα από τα πρώτα τραγούδια, και κάπως έτσι προέκυψε ο τίτλος του άλμπουμ. Έχει επίσης να κάνει με την αποδοχή των ανθρώπων όπως είναι, κάτι που σε αυτόν τον κόσμο γίνεται πολύ πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να το κάνουν. Για μένα, είναι πιο προσωπικό: τραγουδάω σαν να μπορούσα να ήμουν στρατιώτης, αλλά φοβάμαι τα όπλα. Θα μπορούσα να είμαι αυτό ή εκείνο, αλλά δεν ήμουν αρκετά δυνατός για να είμαι αυτά. Η δουλειά μου είναι να το κάνω αυτό. Και τραγουδάω σε έναν θαυμαστή στην πρώτη σειρά, δίνοντάς του δύναμη να συνεχίσει. Είναι ένα άλλο είδος ήρωα». Το «Creatures of Chaos» είναι «επίσης για την πίεση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης», εξηγεί ο Lauri. «Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μέχρι τα 25 πρέπει να έχουν χρήματα, επενδύσεις, να είναι κάποιοι. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται να μεγαλώσουν. Πάντα έπαιρνα δύναμη από το να είμαι το outsider και μου αρέσει αυτό. Με κρατάει».

Photo credit: Band

Tο γερμανοαμερικανικό power/thrash metal συγκρότημα THEM κυκλοφόρησε σήμερα το ολοκαίνουργιο single του μαζί με ένα υπέροχο lyric video για το τραγούδι “Psychonautic State”. Το τραγούδι προέρχεται από το επερχόμενο στούντιο άλμπουμ “Psychedelic Enigma” που θα κυκλοφορήσει στις 24 Οκτωβρίου μέσω της Steamhammer.
Η μπάντα αναφέρει: “Υπάρχει ακόμα prog-thrash; Αυτό θα λιώσει τον εγκέφαλό σας και θα λατρέψετε πώς νιώθετε. Μια αλλοιωμένη κατάσταση συνείδησης επιτρέπει μια βαθύτερη ματιά στην ψυχή ενός ταραγμένου μυαλού!”.
Το ακούμε παρακάτω:

Photo by Michal Dudulewicz (Bang Your Head Live Photography)

Οι Nορβηγοί death metallers BLOOD RED THRONE έκαναν πρεμιέρα ένα πρώτο τραγούδι, το “Husk In The Grain” από το επερχόμενο νέο τους άλμπουμ “Siltskin” που έχει προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει στις 5 Δεκεμβρίου μέσω της Soulseller Records.
Οι BLOOD RED THRONE υπάρχουν εδώ και σχεδόν 3 δεκαετίες και εξακολουθούν να είναι δυνατοί με το 12ο full-length τους. Είναι πιο βαρύ, πιο γρήγορο, πιο μελωδικό και δυνατό από ποτέ και το πιο σημαντικό εξακολουθεί να έχει έναν συνολικά ξεχωριστό ήχο του σχήματος. Η μίξη και το mastering του “Siltskin” έγιναν από τον Ronnie Björnström στο Bjornstromsound. Το έργο τέχνης δημιουργήθηκε από τον Γιάννη Νάκο (Remedy Art Design). Το συγκρότημα ξεκίνησε από το εναπομείναν μέλος και κιθαρίστα Daniel “Død” Olaisen όταν έπαιζε στους SΑΤΥRICON τη δεκαετία του ’90. Ο αρχικός ντράμερ, Freddy Bolsø, επέστρεψε το 2013 και ο Ivan “Meathook” Gujic (κιθάρα) είναι στην ομάδα από το 2010. Ο Stian Gundersen (μπάσο) εντάχθηκε το 2018. Τέλος, η Sindre Wathne Johnsen ανέλαβε τα φωνητικά το 2023.
Ακούμε το “Husk In The Grain” παρακάτω.

Οι Φινλανδοί heavy metallers MAUSOLEUM GATE επιστρέφουν οκτώ χρόνια από την προηγούμενη κυκλοφορία τους, με το πολυαναμενόμενο τρίτο studio album τους “Space, Rituals and Magick” που θα κυκλοφορήσει στις 14 Νοεμβρίου από την Cruz Del Sur.
Το πρώτο δείγμα που κυκλοφόρησε είναι για το κομμάτι “Sacred be thy throne” το οποίο και ακούμε παρακάτω:

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

A day to remember… 11/10 [GAMMA RAY]

0
Gamma Ray

Gamma Ray

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ”Majestic” – GAMMA RAY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Sanctuary Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Dirk Schlachter – Kai Hansen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Κιθάρες – Kai Hansen
Κιθάρες/Πλήκτρα – Henjo Richter
Μπάσο – Dirk Schlachter
Τύμπανα – Dan Zimmermann
Additional musician:
Keyboards ”Majesty” – Axel Mackenrott

Νομίζω πως είχα καιρό να ασχοληθώ με τους GAMMA RAY και τον Kai Hansen και μάλλον για αυτό ο φίλος και αγαπητός αρχισυντάκτης του rockhard.gr είπε να μου πασάρει με no look τρόπο κάτι από την μπάντα του ξαδέρφου, Panagiotis Hansen γαρ εγώ, οπότε ας πάρω την ασίστ για να σκοράρω κιόλας.

Μην ανησυχείτε πάντως με τον πρόλογο δεν θα γράψω για μπάσκετ, μολονότι δεν θα είχα κανένα θέμα και καμία αντίρρηση για κάτι τέτοιο. Θα γράψω όμως για το όγδοο δισκογραφικό πόνημα των GAMMA RAY που κυκλοφόρησε σαν σήμερα μόλις πριν 20 χρόνια, ο λόγος λοιπόν για το ”Majestic”. Όσο και αν κοιτάω το CD βλέποντας την χρονιά και τις ημερομηνίες πάνω είναι η αλήθεια πως δυσκολεύομαι πολύ να πιστέψω πως πέρασαν 20 χρόνια από τότε.

Όπως και να έχει όμως τόσα χρόνια πέρασαν και ακόμα και σήμερα που το ξανακούω όλο, εμμένω στην άποψη μου πως αυτό το άλμπουμ είναι μάλλον παραγκωνισμένο χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Προφανώς και θεωρώ πως τα πολύ μεγάλα άλμπουμ των λατρεμένων μου RAYS φτάνουν μέχρι και το ”No world order” όπως έχω γράψει στην επέτειο του, αλλά έχω πει και στο ιντερνετικό ραδιόφωνο του rockhard.gr. Αυτό όμως κατ’ εμέ δεν αναιρεί το γεγονός πως και μετά από αυτό το άλμπουμ οι Γερμανοί έδωσαν πολύ καλούς δίσκους. Ένας λοιπόν από αυτούς -κατά την ταπεινή μου άποψη- ήταν και το ”Majestic”.

Αφενός είχε πάρα πολύ καλές συνθέσεις στο μεγαλύτερο μέρος του, μιας και λίγες ήταν αυτές που δεν θα σε κερδίσουν ακούγοντας το άλμπουμ. Αφετέρου συνεχίζουν άκρως πετυχημένα, στο μοτίβο που έθεσαν στο προηγούμενο άλμπουμ τους. Δηλαδή στην κλασική τους power δομή που περιπλέκεται άριστα με τα άλλοτε σκληρά και βαριά, άλλοτε μελωδικά και γλυκά riff των 2 μεγάλων του NWOBHM που τόσο λατρεύουν και τιμούν στους δίσκους τους, JUDAS PRIEST και IRON MAIDEN. Φυσικά και υπάρχουν οι επιρροές από τις πιο κλασικές μπάντες που αγαπάνε, ώρα καλή QUEEN, URIAH HEEP, RAINBOW, GENESIS κλπ. απλά σε κάπως μικρότερες δόσεις σε σχέση με άλλους δίσκους τους. Επίσης δεν βρήκα ποτέ καθόλου άσχημη την πιο σκοτεινή και σκληρή ατμόσφαιρα που γενικά αποπνέει από τον δίσκο, με αρκετές speed metal δόσεις. Κάτι που εκτός από την ηχητική του προσέγγιση φαίνεται και στο στιχουργικό του κομμάτι, μιας και οι στίχοι, πατάνε σε πιο σκοτεινά θέματα με έναν αρκετά απαισιόδοξο τόνο πολλές φορές για τα μέτρα των RAYS και του ηγέτη αυτών Kai Hansen. Φυσικά το ίδιο περίπου συμβαίνει και με τα φωνητικά του Hansen που στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι πιο τραχιά, σκληρά και σκοτεινά σε ύφος.

Συνθετικά προφανώς και ο Kai κρατάει την μερίδα του λέοντος στις 10 συνθέσεις που αποτελούν το άλμπουμ με 6 από αυτές να είναι δικές του. Ενώ από 2 μοιράζονται ο έτερος κιθαριστικός πόλος της μπάντας Henjo Richter και ο ντράμερ Dan Zimmermann. Ο δε Dan είχε γράψει και ένα ακόμα κομμάτι που τελικά δεν μπήκε στο άλμπουμ αλλά χρησιμοποιήθηκε ως bonus track στην Ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ. Ο δε μπασίστας Dirk Schlächter και πιο παλιός συνοδοιπόρος μέχρι και σήμερα του Hansen στους RAYS, μπορεί αυτή την φορά να μην συμμετέχει σε κάποια σύνθεση του άλμπουμ είναι όμως σταθερά παρέα με τον Kai συνυπεύθυνος για την πολύ καλή και δυναμική παραγωγή του άλμπουμ. Κάτι που πιστώνεται και αυτό στα θετικά του δίσκου, άλλωστε οι 2 τους το έχουν κάνει αυτό πολλές φορές με εξαιρετικά αποτελέσματα, δίνοντας πάντα χώρο σε όλα τα όργανα και επιλέγοντας το ιδανικό ύφος που αυτά θα ηχούν στο τελικό αποτέλεσμα. Επίσης πάντα πρέπει να του πιστώνεται τόσο η θέση του ως ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι του rhythm section του γκρουπ, αλλά και ένας μπασίστας που θα βγει μπροστάρης να οδηγήσει όταν το κομμάτι το απαιτεί, κάτι που κάνει και εδώ άψογα όπου πρέπει.

Στο σύνολο όπως προείπαμε τα τραγούδια του δίσκου είναι πολύ καλά, με αρκετά εξ αυτών να ξεχωρίζουν και να κερδίζουν αργά ή γρήγορα τον ακροατή. Το εναρκτήριο ”My temple” είναι ένα έξοχο δείγμα του πως θα κυλίσει ο δίσκος, σκληρό, τραχύ, δυναμικό με ωραίες εναλλαγές, ένα από τα αγαπημένα τραγούδια προσωπικά μέσα από το άλμπουμ αλλά και από την δισκογραφία των RAYS, σύνθεση που πιστώνεται ο Hansen. Το ”Fight” που υπογράφει ο Henjo Richter είναι επίσης στα κορυφαία του δίσκου, μελωδικό με πολύ ωραίο γκαζωμένο refrain, γενικά ένα τραγούδι που βγάζει το ύφος ενός hit και ένα από τα πιο RAYS meets HELLOWEEN τραγούδια στο άλμπουμ.

Στα αγαπημένα μου σίγουρα θα έβαζα και το ”Hell is thy home” που είναι η πλέον κλασική PRIEST-ική εκδοχή των RAYS και του Hansen που το υπογράφει, ποτέ δεν έκρυβε τις αγάπες του ως γνωστόν και καλά έκανε. Επίσης στα κορυφαία τραγούδια του δίσκου αλλά και γενικά των RAYS είναι και το ”Blood religion”, που είναι η πιο MAIDEN-ική εκδοχή των RAYS στο άλμπουμ. Mid tempo με πολύ όμορφες εναλλαγές στα solos που ανεβάζουν και το tempo, εξαιρετικό refrain και ένα υπέροχο sing along σημείο πριν από αυτά, από τα αγαπημένα του κοινού στα live της μπάντας και με θεματολογία για τα βαμπίρ που είναι κάπως ασυνήθιστη για Kai Hansen. Στις πολύ καλές στιγμές νομίζω πως ανήκει και το ”Condemned to hell” που υπογράφει ο Zimmermann, με τα τύμπανα του και το μπάσο του Schlächter να έχουν πρωταγωνιστικό αλλά και ρόλο οδηγού στο μεγαλύτερο μέρος του τραγουδιού. Επίσης διαθέτει μια πολύ ωραία γέφυρα και ένα εξαιρετικά κολλητικό refrain στα θετικά του.

Πολύ καλή στιγμή νομίζω βρίσκω και το έτερο τραγούδι που υπογράφει o Zimmermann, το ”Spiritual dictator”. Πολύ εύστοχοι και έξυπνοι στίχοι, η δεύτερη πιο RAYS meets HELLOWEEN στιγμή του άλμπουμ με υπέροχη μελωδία και ένα εξαιρετικά ωραίο επικό μεσαίο μέρος στα solos. Για το τέλος στις καλές στιγμές του άλμπουμ θα έβαζα και το ”Majesty”, με την γενικότερη SABBATH-ική λογική του, ειδικά στο εισαγωγικό του riff αλλά και στο refrain. Κλασικότροπη σύνθεση του Hansen με πολλές εναλλαγές και διαφορετικά περιπετειώδη σημεία μέσα στα σχεδόν 6μιση λεπτά που διαρκεί το τραγούδι.

Αν κάτι δεν με κέρδισε ποτέ σε αυτό το άλμπουμ είναι μάλλον ένα από τα πιο χλιαρά και ίσως αδιάφορα τραγούδια που έχει γράψει ο αγαπημένος μου Kai, αυτό είναι το ”How long” που σχεδόν πάντα το προσπερνούσα όποτε άκουγα το άλμπουμ. Όπως δεν κατάφερε να με κερδίσει και το ”Strange world” που μπορεί να μην είναι τόσο αδιάφορο όσο το ”How long”, όμως ενώ ξεκινάει καλά κάπου στην πορεία το χάνει, παρά τις ενδιαφέρουσες εναλλαγές που έχει μέσα. Ενδιαφέρουσα αλλά χωρίς να σε κερδίζει απόλυτα κρίνεται και η μεγαλύτερη σύνθεση του άλμπουμ που υπογράφει ο Henjo Richter. Το ”Revelation”, ενώ έχει μέσα καλές ιδέες και πολύ καλές στιγμές, κάπου χάνεται το πράγμα, μιας και θα έλεγα πως πλατειάζει αρκετά χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αν ήταν κάνα 2λεπτο μικρότερο θα είχε πολύ καλύτερο αποτέλεσμα κατά την ταπεινή μου άποψη.

Το ”Majestic” λοιπόν θα έλεγα πως αν το ακούσει κανείς και πάλι σήμερα θα καταλάβει πως ήταν και είναι ένας πολύ καλός δίσκος. Προφανώς όχι στους κορυφαίους του σχήματος, εκεί άλλωστε κονταροχτυπιούνται άλλοι, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι κακό άλμπουμ. Κατά την άποψη μου κρατάει σε υψηλό επίπεδο το ηχητικό αποτύπωμα των RAYS και σε κερδίζει με τις καλές του στιγμές όσο περισσότερο το ακούς, ίσως στην τελική το μόνο που θα μπορούσε να πει κανείς πως του λείπει να ήταν ένα grande hit-άκι για να το σηκώσει πιο πάνω.

Did you know that:

  • Κατά την διάρκεια της περιοδείας που ακολούθησε το άλμπουμ, ο Henjo Richter αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει στα μισά της. Ο λόγος ήταν πως έπεσε από μια σκάλα στο πλοίο που είχαν πάρει για να μεταβούν από την Σουηδία στην Φινλανδία. Αυτός που τον αντικατέστησε για το υπόλοιπο ήταν ο Φιλανδός Kasperi Heikkinen, μετέπειτα κιθαρίστας τον BEAST IN BLACK. Εκείνη την περίοδο δε έπαιζε σε μια μπάντα που λέγεται MERGING FLAME, αλλά και σε μια tribute μπάντα στους GAMMA RAY που λεγότανε GUARDIANS OF MANKIND. Να πούμε πως έκτοτε έχει τύχει να τον αντικαταστήσει και πάλι σε περιοδεία, μάλιστα την τελευταία φορά που πέρασαν από την χώρα μας το 2024, ήταν και πάλι αντικαταστάτης του Henjo που είχε και πάλι κάποιο ατύχημα μην μπορώντας να ακολουθήσει.
  • Το ”Hellfire” που μπήκε στην Γιαπωνέζικη έκδοση του άλμπουμ και ήταν σύνθεση του ντράμερ Dan Zimmermann, κατά την ταπεινή μου άποψη κάλλιστα θα μπορούσε να έμπαινε βρει θέση κανονικά στον δίσκο έναντι κάποιου άλλου.
  • Με βάση την συνέντευξη που έδωσε ο Kai Hansen στον αρχισυντάκτη μας Σάκη Φράγκο πριν λίγες μέρες, το ”Majestic” θα είχε ομώνυμο τραγούδι στον δίσκο, όμως τελικά αυτό δεν έγινε μιας και δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ιδέα αυτή τότε και του είχε μείνει μόνο το demo αυτής. Μεταξύ μας καλύτερα μιας και το ”Majestic” κυκλοφόρησε φέτος ως τραγούδι στο εξαιρετικό ”Giants & Monsters των HELLOWEEN, αφού φυσικά ξαναδουλεύτηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό και μάλιστα είναι και ένα από τα κορυφαία τραγούδια του δίσκου. Ιδού και η απάντηση του Hansen σχετικά στην ερώτηση του Σάκη. ”Όταν έγραφες το κομμάτι “Majestic” που κλείνει το άλμπουμ με επικό τρόπο, είχες καθόλου υπόψη σου το ομώνυμο άλμπουμ των GAMMARAY; 
    ”Ναι όντως! Αυτό το τραγούδι είχα αρχίσει να το γράφω για εκείνο το άλμπουμ αλλά για κάποιο λόγο δεν μπόρεσα να το τελειοποιήσω και το άφησα στην άκρη. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έγραψα ένα σωρό κομμάτια και θυμήθηκα πως είχα το demo του κομματιού στον σκληρό μου δίσκο και το δούλεψα. Και τώρα ακούτε το αποτέλεσμα!”

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

 

 

Underground Halls Vol. 219 (CASTLE RAT, MEDIEVAL DEMON, MJOLNE, MYR, RETURNING, PIECE)

1
Underground

Underground

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CASTLE RAT
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The Bestiary”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: King Volume Records/Blues Funeral Recordings
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Riley Maureen “The Rat Queen” Pinkerton McCurry – Φωνητικά, κιθάρα
Charley “The Plague Doctor” Ruddell – Μπάσο
Franco “The Count” Vittore – Κιθάρα
Joshua “The All-Seeing Druid” Strmic – Τύμπανα
Madeline “The Rat Reaperess” Wright – “Their archnemesis: Death, herself”
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Hype, στη μουσική. Ο «ντόρος» που γίνεται, σχετικά με κάτι. Ντόρος είτε τεχνητός, από κάποιον που αποσκοπεί στην εκτεταμένη (καλή ή κακή, δεν έχει σημασία) διαφήμιση είτε αυθόρμητος, από το ίδιο το κοινό που κάτι βρήκε, κάτι του άρεσε, κάτι του έκανε “click” και έτσι ξεκίνησε αυτό που ονομάζεται talk of the town. «Ντόρος» άλλες φορές απολύτως δικαιολογημένος, άλλες όχι. Άλλες φορές για καλό, άλλες για κακό.

Οι CASTLE RAT από το Brooklyn, με μηδενικό παρελθόν όσον αφορά το heavy metal (μουσικοί άλλων σκηνών όλοι τους, με πιο γνωστή την folk/country τραγουδίστρια Riley McCurry) έχουν αυτόν τον καιρό ένα “hype” που τους κάνει να ακούγονται παντού. Το περσινό ντεμπούτο τους με τίτλο “Into the realm”, πυροδότησε τις πρώτες έντονες αναφορές, ωστόσο δεν ήταν επαρκές, μουσικά πρωτίστως, ώστε να κάνει ακόμη και τους πιο αποστασιοποιημένους να ασχοληθούν μαζί τους. Κάτι που ήδη, από τις πρώτες ημέρες τις κυκλοφορίας του, δείχνει να πετυχαίνει με χαρακτηριστική άνεση ο διάδοχός του, το “The Bestiary”.

Όσοι είχαν ακούσει το “Into the realm” και τους άρεσε (δεν συγκαταλέγομαι σε αυτούς, δεν το βρήκα παραπάνω από απλά “ok”), θα ενθουσιαστούν. Η βελτίωση των CASTLE RAT, μουσικά, είναι τεράστια! Όσοι πάλι είναι αδαείς περί των πεπραγμένων της μπάντας, να περιμένουν ένα πρωτόλειο doom metal, με αρκετά επικό όσο και μυστικιστικό χαρακτήρα, γεμάτο από τα ψυχεδελικά και τα folk στοιχεία των τελών της δεκαετίας του ’60 και μια ιδανική, για το είδος, παραγωγή. Εντυπωσιακό το μπάσο, στεντόρεια τα τύμπανα, η κιθάρα «παλιακή» όσο πρέπει, ενώ η φωνή της Riley είναι αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο. Μια υπέροχη, μεθυστική χροιά που θυμίζει έντονα αυτήν της Johanna των LUCIFER, ένα συγκρότημα που πιθανότατα αποτελεί με την σειρά του επιρροή για τους CASTLE RAT, όπως οι PENTAGRAM, JEX THOTH, CATHEDRAL και γιατί όχι, οι THE SWORD.

Το άλμπουμ είναι concept. Το “The Bestiary” είναι ένα εννοιολογικό βιβλίο θηρίων και μυστικιστικών πλασμάτων, που προέρχονται από διάφορους μυθολογικούς κόσμους. Μέσα σε αυτό το βιβλίο, ένας «Μάγος», υφαίνοντας ένα πανίσχυρο ξόρκι, έχει συγκεντρώσει και φυλάξει τις ψυχές των τελευταίων εν ζωή. Και κάθε τραγούδι, καταπιάνεται είτε με τον μάγο, είτε με το μέρος στο οποίο βρίσκεται το βιβλίο αυτό είτε με κάποιο από αυτά τα πλάσματα.

Το δε image είναι τόσο αυθεντικό, γκροτέσκο και ταιριαστό ταυτόχρονα, που δε γίνεται να μην το σχολιάσεις. Η μπάντα είναι λες και πήδηξε από σελίδες comic φιλοτεχνημένες από τον Barry Windsor-Smith, λες και αποτελεί μέρος ενός cosplay ή κάποιας 80s sword & sorcery ταινίας σαν το “Conan the Barbarian” ή το “The Beastmaster”! Μάλιστα, αναφέρεται ως κανονικό μέλος η The Rat Reaperess (κατά κόσμον Madeline Wright), η οποία δεν είναι μουσικός, αλλά έχει έναν επί σκηνής ρόλο ως Νέμεσις/Θάνατος, που κυνηγά τη μπάντα. Πολύ θα ήθελα να δω και να ακούσω όλο το «πακέτο» σε κάποια συναυλία. Κάτι μου λέει πως θα έχει πολύ ενδιαφέρον!

Οι CASTLE RAT με εξέπληξαν θετικά. Δεν περίμενα τόσο καλό το δεύτερό τους άλμπουμ. Κρατούν μια ισορροπία μεταξύ μουσικής σοβαρότητας και ανάλαφρης θεατρικότητας ως προς την εικόνα τους και αναβιώνουν τον αρχέγονο, αρχετυπικό heavy ήχο με πολύ πειστικό τρόπο. Μένει τώρα να διαπιστώσουμε, αν το προς ώρας απολύτως δικαιολογημένο hype μετουσιωθεί σε μια σταθερή πορεία στον χρόνο, ή ξεφουσκώσει γρήγορα, όπως τόσα και τόσα άλλα.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MEDIEVAL DEMON
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “All powers of darkness”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Hells Headbangers Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Lord Apollyon – Τύμπανα, πλήκτρα
Sirokous – Φωνητικά
Mutilator – Μπάσο
Chthonius – Κιθάρες 
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 
Facebook 
Instagram 
Instagram 
Tidal

Το “All powers of darkness” αποτελεί την πέμπτη πλήρη κυκλοφορία των δικών μας MEDIEVAL DEMON και έρχεται ως συνέχεια ενός μουσικού οδοιπορικού βαθιά ριζωμένου στην παράδοση του ελληνικού black metal (τόσο βαθιά που απλά δείτε ποιοι απαρτίζουν την μπάντα και δεν είναι μόνο ο μπασίστας). Από την πρώτη στιγμή γίνεται εμφανής η δέσμευση του συγκροτήματος με τον ήχο που το έκανε να ξεχωρίσει. Ένα μείγμα ωμής, παλιότερης αισθητικής και τελετουργικής διάθεσης, με πλήκτρα, φωνητικά γεμάτα από θυμό αλλά και υφέρπουσα μελαγχολία, και παραγωγή που δεν επιχειρεί να λειάνει τις αιχμές, αλλά να τις αναδείξει. Το άλμπουμ δεν φαίνεται να προσπαθεί να «εντυπωσιάσει» με μοντέρνα τεχνάσματα αλλά αντιθέτως, η δύναμή του βρίσκεται στην ειλικρίνεια της προσέγγισης και στην επιμονή στο αυθεντικό, σκοτεινό ύφος.

Η ατμόσφαιρα του δίσκου είναι επιβλητική και, με τρόπο τελετουργικό, δημιουργεί εικόνες μυστηρίου και αρχαίας απειλής. Τα πλήκτρα συμβάλλουν ουσιαστικά σ’ αυτό, όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως πυλώνας της επιβλητικότητας. Απογειώνουν τη μουσική και της προσδίδουν βάθος και προοπτική. Τα όργανα και οι εναλλαγές ανάμεσα σε πιο γρήγορα και πιο μελαγχολικά μοτίβα εξυπηρετούν το σκοπό της σύνθεσης. Να βυθίσουν τον ακροατή σε έναν κόσμο που δεν είναι απλώς βαρύς, αλλά εμφατικά σκοτεινός, άχρονος και τρομακτικός.

Αυτό που ξεχωρίζει στο “All powers of darkness” είναι η ομοιογένεια. Ο δίσκος έχει συνέχεια στην ένταση, στη διάθεση του σκοταδιού, χωρίς να χάνει στιγμή τον χαρακτήρα του. Οι MEDIEVAL DEMON δεν επιχειρούν ριζικές αλλαγές, δεν «ξεφεύγουν» από τον πυρήνα τους. Όμως βλέπουμε μια εξέλιξη στην ποιότητα των λεπτομερειών με πιο δραματικά εφέ, πιο φροντισμένες αρμονίες, πιο έντονη η χρήση των πλήκτρων και άλλων στοιχείων που δένουν με τον βασικό, ωμό ήχο των κιθάρων. Η παραγωγή, μολονότι κρατά την αδρότητα που ταιριάζει στο ύφος, προσφέρει καθαρότερα όρια και καλύτερη ακουστική διάκριση.

Συνολικά, το “All powers of darkness” είναι ένα άλμπουμ που απευθύνεται ιδιαίτερα σε ακροατές που εκτιμούν την παραδοσιακή, «κληρονομική» πλευρά του black metal, αλλά ταυτόχρονα επιθυμούν η μουσική να μην μένει στάσιμη. Η αίσθηση είναι πως οι MEDIEVAL DEMON αφουγκράζονται το παρελθόν τους και το συνδυάζουν με μια ώριμη αντίληψη του τι σημαίνει να είναι σκοτεινοί σήμερα. Δεν είναι απλώς μια αναπαλαίωση, είναι μια ανάταση αυτού του ήχου μέσα από την τεχνική, την ατμόσφαιρα και την ταυτότητα.

Το άλμπουμ αποδεικνύεται μια σημαντική προσθήκη στη δισκογραφία της μπάντας και γενικότερα στη σκηνή του ελληνικού black metal. Δεν είναι άλμπουμ «εύκολης» ακρόασης αλλά ούτε το επιζητεί. Είναι για όσους είναι πρόθυμοι να μπουν στα σκοτεινά μονοπάτια, να νιώσουν το βάρος της παράδοσης, αλλά και να ακούσουν ότι αυτή η παράδοση μπορεί να εξακολουθεί να ζει με ένταση, καινοτομία στις λεπτομέρειες και ειλικρίνεια στον ήχο. Για κάθε φίλο του είδους, αποτελεί μια πρόταση που αξίζει προσοχής και πολλαπλά ακούσματα.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MYR
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Helvegen”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Unsigned/independent
ΣΥΝΘΕΣΗ:
TZommer – Κιθάρες
Svartan – Φωνητικά, κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 
Facebook 
Instagram 
Spotify 
YouTube

Το “Helvegen”, το παρθενικό άλμπουμ των Νορβηγών MYR, αναδύεται μέσα από την παγωμένη γη σαν ατμός αρχέγονων πυρών. Από την πρώτη κιόλας ακρόαση γίνεται σαφές πως δεν έχουμε να κάνουμε με άλλη μια σύγχρονη black metal μπάντα που προσπαθεί να ανασυστήσει την εποχή της Helvete αλλά αντίθετα, οι MYR χτίζουν έναν δικό τους μυστικιστικό τόπο, εμποτισμένο με φολκλορικό φως, σκοτεινή λατρεία και στιβαρή σύνθεση. Χωρίς να προδίδουν την καταγωγή τους, αποδίδουν φόρο τιμής στα παγωμένα riff και τα απόκοσμα φωνητικά του νορβηγικού ήχου, αλλά εισχωρούν και βαθύτερα, σε έναν χώρο όπου το παρελθόν δεν είναι μονάχα έμπνευση αλλά ζωντανό, ενεργό αρχέτυπο.

Ο τίτλος, Helvegen, παραπέμπει στον «δρόμο προς τον Hel», το ταξίδι των ψυχών στη σκανδιναβική μυθολογία. Αυτή η έννοια διαποτίζει όλο το άλμπουμ, όχι μονάχα ως θεματική αλλά και ως δομική αρχή. Τα τραγούδια ξεδιπλώνονται με ρυθμούς τελετουργικούς, σαν επιμνημόσυνα, με κιθάρες που πλέκουν κυκλικές, στοιχειωμένες μελωδίες, και τύμπανα που χτυπούν σαν βηματισμοί. Οι κραυγές του τραγουδιστή δεν επιζητούν την προσοχή, αλλά ακούγονται σαν φωνές που χάνονται μέσα στον άνεμο, ψίθυροι πένθους και εξέγερσης ταυτόχρονα. Η παραγωγή κρατά μια σκόπιμη ωμότητα, όχι ατημέλητη, αλλά ειλικρινή. Είναι ένας δίσκος που δεν προσποιείται τίποτα. Ο πόνος, η μνήμη, η μετάβαση, όλα είναι εκεί, ακέραια και αιχμηρά.

Αν και το “Helvegen” θα μπορούσε να καταταχθεί δίπλα σε άλμπουμ από σχήματα όπως οι KAMPFAR ή οι TAAKE, οι MYR δεν είναι ακόλουθοι. Η προσέγγισή τους στο black metal ενσωματώνει την πειθαρχία του κλασικού ήχου αλλά και μια ποιητική ενόραση που θυμίζει περισσότερο παλιούς παραμυθάδες παρά σύγχρονους μουσικούς. Δεν υπάρχουν περιττές εξάρσεις, όλα υπηρετούν τον σκοπό τους. Και μέσα από αυτή τη βύθιση έρχεται και η κάθαρση. Όχι θεολογική, αλλά υπαρξιακή. Σαν να αφουγκράζεσαι τους νεκρούς προγόνους σου να σου μιλούν μέσα από την ομίχλη.

Το “Helvegen” είναι μια δήλωση, όχι επιθετική, αλλά τελεσίδικη. Οι MYR δε βροντοφωνάζουν, δεν προκαλούν, δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν και γι’ αυτό ακριβώς εντυπωσιάζουν. Είναι μια μπάντα που μοιάζει να γνωρίζει ακριβώς ποια είναι και τι θέλει να πει, και το λέει χωρίς φανφάρες, μα με πάθος, γνώση και δέος. Αν το ντεμπούτο αυτό είναι το πρώτο κεφάλαιο, τότε το υπόλοιπο ταξίδι προμηνύεται μυστηριώδες, γεμάτο σκιές και μνήμες. Όπως ο δρόμος για την Hel.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: PIECE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Rambler’s axe”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: This Charming Man Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Christoph Jakobs – Φωνητικά, κιθάρα
Paul Charles Warden Esquire – Μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook 
Instagram
Spotify
YouTube 

Άγνωστο σε μένα συγκρότημα οι εκ Βερολίνου ορμώμενοι PIECE. Δίχως να αναφέρεται κάτι σχετικό, λογικά αν το σκεφτείς, μάλλον πρέπει να δημιουργήθηκαν λίγο πριν το πρώτο τους EP (Piece), το οποίο κυκλοφόρησε το 2017. Το ντεμπούτο τους, με τίτλο Ancient greed, ήρθε αρκετά μετά, το 2023. Στο promo όμως, διάβασα κάτι που μου άρεσε. Για δες εδώ. Οι PIECE λέει είναι παχείς (και όχι παχιοί, έλεος ρε φίλε πια) σαν λάβα, μαύροι σαν έβενο, γωνιώδεις και τραχείς σαν το πηγούνι του Conan (προφανώς του βαρβάρου, ποιου, του O’Brien;). Χμ… Όσο και να γελάω με τις υπερβολές ή τις αστοχίες των βιογραφικών σημειωμάτων που πολλές φορές συνοδεύουν τα promos, έτσι όπως είδα και το εξώφυλλο του “Rambler’s axe”, διά χειρός Paolo Girardi, κάτι μέσα μου μου είπε πως τούτη τη φορά, δε διάβασα βλακείες!

Όντως! Οι PIECE και τραχείς είναι και γωνίες έχουν και μαυρίλα βγαίνει από τη μουσική τους. Όχι όμως μαυρίλα σαν αυτή του black metal. Οι Βερολινέζοι παίζουν sludge metal, σχετικό με το sludge metal συγκροτημάτων όπως οι σπουδαίοι για το είδος HIGH ON FIRE και CONAN (χωρίς τα drone στοιχεία), οι BEHOLD! THE MONOLITH, οι FIREBREATHER, οι SHROUD EATER… Όχι, MASTODON επιρροές δε θα βρεις πολλές εδώ, θα βρεις όμως αντίστοιχες από τους CROWBAR, EYEHATEGOD και KHEMMIS, αν και τους τελευταίους doom θα τους έλεγες, όχι sludge.

Επομένως, ακούμε δυναμικά, «μπαρουτοκαπνισμένα» φωνητικά, θεόρατες, χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες και μπασοτύμπανα που χτυπούν δίχως λύπηση τον ακροατή. Να σημειωθεί κάπου εδώ, πως για όποιον έχει ακούσει το “Ancient greed”, οπότε έχει γνώση της μουσικής του γκρουπ, το “Rambler’s axe” είναι ακόμη πιο heavy ως άκουσμα και τα τραγούδια πιο άμεσα, με τις μελωδίες τους (ναι, αυτές τις μαύρες τέλος πάντων) να είναι πιο «καθαρές». Κάπου εκεί επίσης θα βρεις και λίγη επικούρα, σε σημεία, έτσι, για περισσότερη «τσαχπινιά», ενώ υπάρχει και 9λεπτη σύνθεση, το “Serpentfolk Tyel”, που δείχνει πως οι Γερμανοί έχουν «κότσια» και για παραπάνω πράγματα. Τέλος, πολύ καλή δουλειά από τους Christoph Jakobs και Will Killingsworth στην παραγωγή, να το «δώσουμε» αυτό.

Μια πολύ αξιόλογη κυκλοφορία το “Rambler’s axe”, θα προσελκύσει όχι μόνο τους οπαδούς του sludge, αλλά και άλλους, που τους αρέσει η (πολύ) heavy, ερεβώδης και δύσοσμη (!) πλευρά του metal. Μετά το “An Age undreamed of​.​.​.” των THE CIMMERIAN, άλλος ένας σχετικός δίσκος που μου χάρισε ωραίες ακροάσεις. Ο βαθμός αφορά τους sludgers. Οι υπόλοιποι… Δοκιμάστε!

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: RETURNING
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Numinous”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Bindrune Recordings
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Thuja – Όλα τα όργανα
Heron – Όλα τα όργανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 
Official site 
Spotify 
YouTube

Η αμερικανική μπάντα RETURNING επιστρέφει με το δεύτερο άλμπουμ της “Numinous”, ένα έργο που απλώνεται σαν ομίχλη πάνω από την αχανή επικράτεια του ατμοσφαιρικού black metal. Η επιλογή του ονόματος της μπάντας δεν φαίνεται καθόλου τυχαία καθώς στο Numinous, η αίσθηση του «επιστρέφειν» δεν είναι μια ανακύκλωση θεμάτων, αλλά μια νέα  εμπειρία. Τρεις μακροσκελείς συνθέσεις, που όλες υπερβαίνουν τα δέκα λεπτά, λειτουργούν ως περάσματα, σαν μονοπάτια μέσα από δάση σκοτεινά, όπου ο χρόνος διαστέλλεται και τα όρια της πραγματικότητας γίνονται ρευστά.

Η μουσική του “Numinous” αναπτύσσεται αργά, σχεδόν με τελετουργική υπομονή. Δεν πρόκειται για ένα άλμπουμ εντυπωσιασμού ή επίδειξης δύναμης αλλά αντίθετα, οι RETURNING επιλέγουν να εμβαθύνουν στον ήχο τους, αφήνοντας τις κιθάρες να στροβιλίζονται σαν αιθέριες ομίχλες και τα τύμπανα να χτυπούν σαν απόμακροι παλμοί μιας καρδιάς που βιώνει κάτι αρχαίο. Η παραγωγή είναι σκόπιμα θολή, σχεδόν shoegaze-ική, δίνοντας μια εντύπωση απόστασης και ονειρικής βύθισης. Ο ακροατής δεν προσκαλείται απλώς να ακούσει, αλλά να βυθιστεί, να παρασυρθεί σε έναν χώρο όπου τα σύνορα ανάμεσα στο έξω και το μέσα χάνονται.

Οι φωνές, όταν εμφανίζονται, είναι θαμμένες κάτω από στρώσεις ηχητικής πατίνας, άλλοτε ψίθυροι, άλλοτε κραυγές που μοιάζουν να προέρχονται από κάποιο άλλο επίπεδο ύπαρξης. Δεν είναι το νόημα των λέξεων που έχει σημασία εδώ, είναι η παρουσία τους, η χρήση του ανθρώπινου ήχου σαν εργαλείο μαγείας. Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη, σχεδόν ιερή, σαν να συμμετέχουμε σε κάποια μυστική λειτουργία των στοιχείων. Σε σχέση με το προηγούμενο άλμπουμ τους, οι RETURNING μοιάζουν πιο βέβαιοι για την ταυτότητά τους. Λιγότερο σκόρπιοι, πιο στοχευμένοι, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπουν τη ρευστότητα που τους χαρακτηρίζει.

Το “Numinous”  δεν είναι για όλους. Είναι ένα άλμπουμ απαιτητικό, που ζητά χρόνο, σιωπή και αφοσίωση. Αλλά για εκείνους που θα επιλέξουν να παραμείνουν μέσα του, προσφέρει κάτι πολύ πιο βαθύ από την απλή ακρόαση. Είναι ένας δίσκος που εμπνέεται από την ίδια την έννοια του ιερού, ως εμπειρία υπαρξιακής συνάντησης με το Άγνωστο. Είναι μουσική επιστροφής, όχι στον εαυτό μας, αλλά σε κάτι προγενέστερο, αρχέγονο και υπερβατικό.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ME, MYSELF AND I – Projects with a single member

Το “Veils of time” ενσωματώνει την πιο ακραία, σκοτεινή εκδοχή της μουσικής αρτιότητας. Οι MJOLNE, ένα μονοπρόσωπο project από τη Νορβηγία (ο καλλιτέχνης πίσω από το συγκρότημα είναι ο πρώην ντράμερ των MACTATUS), κυκλοφόρησε αυτόν τον δίσκο ως φόρο τιμής στη χρυσή εποχή του σκανδιναβικού black metal, με προφανείς επιρροές από τις μεγάλες μορφές των EMPEROR, DIMMU BORGIR και OBTAINED ENSLAVEMENT. Με το “Veils of time” ανοίγει ένα παράθυρο στην παγωμένη απεραντοσύνη του βορρά, όπου η λαμπρότητα των συμφωνικών στοιχείων συναντά τη φθορά. Η έκρηξη των fast tremolo riffs, των blast beats, των σκοτεινών φωνητικών και των φαντασμαγορικών ορχηστρικών μελωδιών δημιουργεί έναν κόσμο όπου το σκοτάδι και η αρμονία συνυπάρχουν με ανατριχιαστική ισορροπία.

Οι συνθέσεις στο “Veils of time” είναι γραμμένες με εξαιρετική ακρίβεια. Το κομμάτι “What I once was” ανοίγει όπως ένα παγωμένο έπος, με ακουστικές εισαγωγές να ξεσπούν σε συμφωνικά μακελειά, ενώ τα πλήκτρα χαρίζουν επιπλέον αντίθεση στη φρενήρη επιθετικότητα. Σε κομμάτια όπως το “Til Helheim”, ένα έπος σε τρεις πράξεις, οι MJOLNE επιδεικνύουν την ικανότητά τους να εναλλάσσει ambient ηρεμία, dungeon synth ύφος και απότομες επιθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που λειτουργεί σαν μυθιστόρημα με κάθε κομμάτι να σε μεταφέρει σε ένα νέο κεφάλαιο. Ένα παράδοξο ταξίδι από τη λύπη στη οργή, από την παλινδρόμηση στη λύτρωση.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του “Veils of time” είναι ότι δεν υπερασπίζεται τη συμφωνική υπερβολή. Οι ενορχηστρώσεις είναι λαμπερές αλλά συμπληρωματικές, δεν επισκιάζουν τις κιθάρες, ούτε ακυρώνουν την αίσθηση σκληρότητας που απαιτεί ο ήχος. Αυτό αποτυπώνεται στο “In the abyss of existence”, όπου οι πιο αργές δομές αναπνέουν με βάθος, χωρίς να χάνουν τη σκληρή τους έκφραση, ενώ τραγούδια όπως το “The cries within” συνδυάζουν ακουστικά περάσματα με blast beats και riff που εκρήγνυνται σε υπέροχες κορυφώσεις. Η παραγωγή είναι «μοντέρνα», με καθαρό ήχο που δεν θυσιάζει όμως την κρύα, παγερή αίσθηση που χαρακτηρίζει τον βορειοευρωπαϊκό ήχο.

Με το “Veils of time”, οι MJOLNE αποδεικνύουν ότι, ακόμη και ένα solo project, μπορεί να σταθεί δίπλα σε ονόματα μεγάλα της σκηνής. Το άλμπουμ είναι αποτέλεσμα βαθιάς γνώσης του αντικειμένου και πρωτοτυπίας. Δεν αναπαράγει απλώς το παρελθόν, το αναβιώνει και το εμπλουτίζει με σύγχρονες τεχνικές και αισθητικές. Είναι μαγνητικό, σκοτεινό και εξαιρετικά συγκινητικό. Ένα έργο που τιμά την παράδοση και την ανατρέπει ταυτόχρονα. Συνιστάται ανεπιφύλακτα σε κάθε ακροατή extreme metal που θέλει όχι μόνο ωμή ένταση, αλλά και καλλιτεχνικό βάθος.

Χρήσιμα links:

Bandcamp Facebook Instagram Spotify YouTube 

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

TESTAMENT – “Para Bellum” (Nuclear Blast)

0
Testament

Testament

Επιστροφή για τους πάντα ενεργούς και δραστήριους Bay Area thrashers, TESTAMENT, οι οποίοι επανέρχονται δισκογραφικά με το δέκατο τρίτο στούντιο άλμπουμ τους, “Para Bellum”, ύστερα από πενταετές κενό από το προηγούμενο “Titans of Creation”. Παρά την απουσία νέου υλικού στο ενδιάμεσο, η μπάντα δεν έμεινε αδρανής, παρότι η πανδημία του COVID-19 έβαλε προσωρινό φρένο στα πλάνα τους. Ακολούθησαν σημαντικές αλλαγές στο line-up, καθώς ο Gene Hoglan αποχώρησε από τα τύμπανα και τη θέση του κάλυψε αρχικά ο βετεράνος Dave Lombardo, πριν αναλάβει ο ανερχόμενος Chris Dovas, φέρνοντας νέο αέρα στις τάξεις της μπάντας.

Ο νέος δίσκος επιχειρεί να συνδυάσει διαφορετικά στοιχεία από την πορεία της μπάντας με πιο σύγχρονες κατευθύνσεις, απομακρυνόμενος σε κάποιον βαθμό από τη μανιέρα των τελευταίων κυκλοφοριών. Ο χαρακτηριστικός thrash metal ήχος των TESTAMENT παραμένει ακλόνητος, όμως σε αρκετά σημεία κάνουν την εμφάνισή τους και black metal επιρροές, κυρίως μέσα από κιθαριστικά θέματα και ατμόσφαιρες. Αν και αυτή η μίξη είναι ενδιαφέρουσα ως σύλληψη, δεν είναι πάντα βέβαιο ότι λειτουργεί υπέρ της συνοχής του υλικού. Τραγούδια όπως τα “For the Love of Pain”, “Infanticide A.I.” και “Shadow People” δείχνουν αυτή τη διάθεση εξερεύνησης, με άλλοτε καλύτερα και άλλοτε πιο συγκρατημένα αποτελέσματα. Με τον Chris Dovas πίσω από τα τύμπανα, ο Eric Peterson βρήκε το κατάλληλο πλαίσιο για να ενσωματώσει αυτές τις επιρροές, που μέχρι τώρα δεν είχαν περάσει τόσο καθαρά στο υλικό της μπάντας, ενώ είχαν υπάρξει σχετικές απόπειρες και σε προηγούμενες δουλειές με πιο περιορισμένο ρόλο.

Προσωπικά μου άφησε μια αίσθηση αμηχανίας, κάτι που μου είχε συμβεί έστω και σε λιγότερο βαθμό και με το “Demonic”, γιατί ενώ από τη μία θαυμάζω το θάρρος να ενσωματώνουν στοιχεία από τον πιο ακραίο χώρο, κάτι που δεν συνηθίζεται από συγκροτήματα της γενιάς τους, η προσέγγιση αυτή μου ακούγεται αναχρονιστική. Eιδικά αν ληφθεί υπόψη πως ήδη από το 2001, όταν ο Eric Peterson εξερευνούσε πιο ακραία, με black metal επιρροές μονοπάτια με τους DRAGONLORD, ήταν μάλλον “late to the party” και η επανάληψή της σήμερα φαίνεται λιγότερο φρέσκια, καθώς η metal σκηνή φαίνεται να έχει εξελιχθεί σημαντικά από τότε. Μήπως είχατε κριντζάρει κι εσείς με το blast του Hoglan στο “Native Blood”;

Σύμφωνα με τον Peterson, οι εναλλαγές στη διάθεση και στο ύφος των τραγουδιών οφείλονται στο γεγονός ότι ορισμένες ιδέες αντλούνται από παλαιότερα riffs. Για παράδειγμα, η εισαγωγή του “Para Bellum” βασίζεται σε ένα μουσικό θέμα που αρχικά προοριζόταν για το τραγούδι “The Legacy”, από το δίσκο “Souls of black” του 1990. Με αυτό το πάντρεμα παλιών και νέων στοιχείων, το αποτέλεσμα δείχνει ενδιαφέρον, αλλά δεν λείπουν και κάποιες ασάφειες στην κατεύθυνση του δίσκου. Η μπαλάντα “Meant to Be”, με τη χρήση κλασικών εγχόρδων, λες και βρισκόμαστε στο 1990 όταν το MTV μας βομβάρδιζε με το “Silent Lucidity”, δεν πετυχαίνει τον σκοπό της. Οι πιο mid-tempo στιγμές του άλμπουμ, καθώς και κάποιες “Practice what you preach” πρακτικές, διατηρούνται αυτούσιες μέσα στο γνώριμο ύφος των TESTAMENT. Το ίδιο ισχύει και για τον απολαυστικό τρόπο με τον οποίο εμπλουτίζουν μελωδικά κάθε riff, ανεξαρτήτου ύφους.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και όταν η κατεύθυνση μοιάζει ασαφής και παρότι ίσως φαινόμαστε αυστηροί επισημαίνοντας τα όποια αρνητικά του στοιχεία, η τεχνική επάρκεια της μπάντας λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας που συγκρατεί το σύνολο σε ικανοποιητική βάση.

7,5 / 10

Κώστας Αλατάς

ARJEN ANTHONY LUCASSEN – “Songs no one will hear” (Insideout)

0
Lucassen

Lucassen

Με το project των AYREON να βρίσκεται προς το παρόν στο πάγο, και τρία χρόνια μετά το δεύτερο άλμπουμ του έτερου σχήματος, STAR ONE, ο, πάντοτε πολυπράγμων Arjen Anthony Lucassen επανέρχεται με το τρίτο του σόλο άλμπουμ με τον τίτλο “Songs no one will hear”. Όπως συνηθίζεται κι εδώ συναντάμε διάφορους καλεσμένους σε φωνητικά και στη μουσική αλλά σαφώς λιγότερους απ’ ότι στα πιο οπερετικά άλμπουμ των δύο κυρίαρχων γκρουπ του Ολλανδού μαέστρου μιας και τούτο είναι ένα σόλο άλμπουμ με τον Lucassen να τραγουδά και παίζει περισσότερο. Ετοιμαστείτε επομένως για τα χαρακτηριστικά Floyd-ικα σόλο του Lucassen και την επίσης διακριτή του χροιά που μου έλειπαν από το τελευταίο AYREON άλμπουμ.

Ανάμεσα στους καλεσμένους συναντάμε κάποιες σταθερές όπως την Floor Jansen, την Marcela Bovio και τον Robert Soeterboek στα φωνητικά. Μια ευχάριστη έκπληξη είναι η Patty Gurdy στο μεσαιωνικό όργανο hurdy gurdy που προσδίδει την folk νότα που κολλάει τέλεια στο στυλ του Lucassen. Με λιγότερους καλεσμένους αυτή τη φορά και μια σαφώς λιγότερο φιλόδοξη κυκλοφορία, ο ακροατής θα ακούσει μια αυτοτελή μπάντα που λειτουργεί σαν μια οντότητα σε αντίθεση με μια όπερα υπό τη διεύθυνση ενός μαέστρου. Αυτό ομολογώ δεν συμβαίνει συχνά με τον Lucassen και, όσο και αν όλοι μάλλον προτιμάμε να τον συναντάμε υπό την αιγίδα των AYREON, αυτή η όψη του εκπλήσσει ευχάριστα.

Εδώ λοιπόν ακούμε συνολικά οχτώ κομμάτια που είναι απολύτως αντιπροσωπευτικά του δικού του μουσικού σύμπαντος, ένα μεν δικό του αλλά που περιέχει δε πληθώρα επιρροών από τους αγαπημένους καλλιτέχνες του Lucassen (από τους BEATLES και PINK FLOYD στους SYMPHONY X). Όσοι είστε μυημένοι ξέρετε σίγουρα τι να περιμένετε: μια μίξη progressive rock και metal με αρκετά singer/songwriter χαρακτηριστικά, πολυπλοκότητα και περιπετειώδη μουσικά περάσματα αλλά και τρομερά πιασάρικα ρεφραίν με μελωδικά σόλο. Οι ενορχηστρώσεις είναι προσεχτικά σχεδιασμένες και υπάρχει μια αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικών τραγουδιστών και μουσικών οργάνων, με το βιολί ειδικά να συνεπαίρνει στα instrumental περάσματα.

Πρέπει να παραδεχτώ πως τείνω να προτιμώ τον Lucassen στα πιο prog του και όχι τόσο στις πιο άμεσες και συμβατικές στιγμές του που, όντας ένα σόλο άλμπουμ, κυριαρχούν στο “Songs no one will hear” μιας και η μουσική πανδαισία φυλάσσεται για τα άλλα project. Μην περιμένετε λοιπόν έναν νέο AYREON δίσκο. Ωστόσο, στο τρίτο του σόλο άλμπουμ, ο Lucassen δείχνει πόσο ικανός τραγουδοποιός είναι και πως ξέρει να γράφει κομμάτια με μια κάπως πιο συμβατική δομή, διατηρώντας όλες τις εμμονές του που οι οπαδοί του έχουν άρρηκτα συνδέσει με το μουσικό του αποτύπωμα. Και ναι, ομολογώ πως σε φάσεις είχα την αίσθηση πως ο Lucassen τείνει να ανακυκλώνει το παρελθόν του και να βασίζεται υπέρ του δέοντος στα δικά του μουσικά κλισέ – και γιατί όχι, δικά του είναι, σωστά; Με αυτό υπόψη θα έλεγα πως το “Songs no one will hear” είναι σαφώς ένα αξιόλογο άλμπουμ (είναι δυνατόν αυτός ο μουσικός και συνθέτης να κυκλοφορήσει έναν αδιάφορο δίσκο;) αλλά για τους παλιούς ίσως ηχήσει πολύ γνώριμο. Απεναντίας, για τους μη μυημένους, αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στο υπέροχο μουσικό σύμπαν του Lucassen και ίσως έτσι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.

Το πρόβλημά μου με το άλμπουμ όμως έγκειται περισσότερο στο θεματικό σκέλος. Το concept του δίσκου έχει να κάνει με μια σταθερά του Ολλανδού, το τέλος του κόσμου. Εδώ φαίνεται να δανείζεται (περισσότερο απ’ όσο θα περίμενα από έναν τόσο δημιουργικό καλλιτέχνη) από την ταινία “Don’t look up” στην οποία ένας αστεροειδής πλησιάζει αλλά οι κυβερνώντες δεν φαίνονται να ενδιαφέρονται για την ανθρωπότητα ενώ πολύς κόσμος αμφισβητεί τους επιστήμονες επικαλούμενοι μια συνωμοσία. Ειλικρινά, δεν περίμενα από τον Lucassen πως θα έκανε ξεπατικωτούρα μια ταινία του Netflix.

Εκείνο όμως που πραγματικά δεν μπορώ να συνηθίσω, στο πλαίσιο πάλι του concept, είναι η φωνή του αφηγητή στην αρχή και στο τέλος κάθε κομματιού (κάτι που λίγο πολύ συναντήσαμε και στο τελευταίο AYREON άλμπουμ “Transitus”). Πέραν του ότι διακόπτει τη ροή και πέραν του ότι δεν θέλω να ακούω κάποιον να μιλάει τόσο πολύ, το στυλ του ενέχει υπερβολικό σαρκασμό και έναν διδακτισμό σαν να κάνει κήρυγμα στον ακροατή. Προφανώς και ζούμε σε εσχατολογικούς καιρούς με τις τόσες κρίσεις που μας περιβάλλουν και όπως με το “Don’t look up”, και δω ο Lucassen μας λέει να κοιτάξουμε γύρω μας και να ενδιαφερθούμε για να αποτρέψουμε το τέλος του κόσμου. Πολλοί ακροατές ωστόσο δεν έχουν ανάγκη από διδακτισμό, στην οποία περίπτωση είναι καλό που υπάρχει και το διπλό άλμπουμ με τα ίδια τραγούδια χωρίς αφήγηση. Αν λοιπόν παραβλέψω όσα προανέφερα, η μουσική εδώ είναι πραγματικά ευχάριστη και απολύτως αντιπροσωπευτική του σπουδαίου Arjen Anthony Lucassen που ξέρουμε και που πολλοί ακόμα οφείλουν να ανακαλύψουν τώρα με το “Songs no one will hear”.

7 / 10

Φίλιππος Φίλης

DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG – “Babylon” (Reigning Phoenix Music)

0
Dirkschneider

Dirkschneider

Μπορεί να έχουν περάσει λίγα χρόνια από την περίοδο της καραντίνας αλλά είμαι σίγουρος ότι όλοι θυμόμαστε αρκετά πράγματα –κυρίως δυσάρεστα- από εκείνη την περίοδο. Προσωπικά, όταν ανασύρω από τη μνήμη μου μουσικά γεγονότα της διετίας 2020/2021 ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έρχονται είναι τα τρία εξαιρετικά κομμάτια που κυκλοφόρησαν –αρχικά μέσω YouTube και στη συνέχεια με τη μορφή περιορισμένης κοπής EP- οι DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG. Και αν το όνομα Dirkschneider σας είναι οικείο, η υπόλοιπη παλιοπαρέα δεν ήταν άλλη από τους Baltes & Kaufmann, τον πρώην κιθαρίστα των U.D.O. Mathias Dieth, τον γιο του Udo και σταθερό drummer των U.D.O., Sven και τη σπουδαία τραγουδίστρια Manuela Bibert. Το project που ξεκίνησε απλώς και μόνο για την ανακούφιση του road crew των U.D.O. που είχαν…παροπλιστεί λόγω καραντίνας, μετατράπηκε σε ένα σχήμα με εξαιρετική ζήτηση με αποτέλεσμα να φτάσουμε στην κυκλοφορία του “Babylon”.

To ντεμπούτο των DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG είναι μία πραγματική αποθέωση του παραδοσιακού, τευτονικού metal με τις μελωδίες να βρίσκονται ξεκάθαρα στο προσκήνιο, τα χορωδιακά ρεφραίν να ξεχωρίζουν, τις κιθάρες των Dieth & Kaufmann να σου κολλάνε με τη μία και τα φωνητικά των Udo/Baltes/Bibert να είναι εντυπωσιακά. Όσον αφορά τις συνθέσεις; Να πω απλώς ότι σε όσους αρέσουν τα άλμπουμ των U.D.O. αλλά και το EP της καραντίνας, τότε πιστέψτε με θα βρείτε εδώ πολλά στοιχεία που θα σας κερδίσουν αμέσως. Αρκετά τραγούδια ακούγονται σαν κλασικούς ACCEPT (πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, άλλωστε, αφού εδώ έχουμε 3 μέλη της κλασικής σύνθεσης του θρυλικού σχήματος;), κάποια άλλα φέρνουν στο νου μελωδίες των 2 τελευταίων δίσκων των U.D.O. αλλά το κυριότερο είναι ότι πρόκειται για ένα σύνολο καλοδουλεμένων συνθέσεων επενδυμένο σε μία πεντακάθαρη παραγωγή.

Το “Babylon” είναι ένα άλμπουμ που ξεχωρίζει με το πρώτο άκουσμα και αυτό λέει από μόνο του πολλά. Προφανώς και δεν χρειάζεται να κάνω ξεχωριστή αναφορά στο πόσο μας χαροποιεί να βλέπουμε στο ίδιο studio τους Udo/Kaufmann & Baltes! Προσωπικά, γουστάρω πολύ που ξαναπαίζει μαζί τους ο Dieth γιατί είναι από τους πλέον ταλαντούχους κιθαρίστες εκεί έξω. Πολλά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές και ελπίζω πραγματικά να υπάρχει συνέχεια…

8 / 10

Σάκης Νίκας

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece