Ένα ολοκαίνουριο άλμπουμ ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν οι θρυλικοί HELLOWEEN το ερχόμενο καλοκαίρι. Το “Giants & Monsters”, όπως θα ονομάζεται η νέα δουλειά των Γερμανών με την επανενωμένη, διευρυμένη κλασική τους σύνθεση, αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 29 Αυγούστου, μέσω της Reigning Phoenix Music (RPM).
Το συγκρότημα εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση σε άκρως χιουμοριστικό ύφος:
«Κλειστήκαμε σε ένα στούντιο, καλέσαμε μερικούς γίγαντες, παλέψαμε με κάτι τέρατα, και κατά κάποιον τρόπο βγήκαμε με ένα ολοκαίνουργιο άλμπουμ: ‘Giants & Monsters’. (Μυρίζει και νίκη… και πιθανώς ανάσα δράκου.)
Το άλμπουμ είναι ΕΤΟΙΜΟ.
Και επειδή είμαστε χάλια στο να κρατάμε μυστικά (και ακόμα χειρότεροι στο να περιμένουμε)… Είστε έτοιμοι να μπείτε στο βασίλειο των riff, των βρυχηθμών και των γελοία επικών σόλο; Έρχεται το tracklist. Προετοιμαστείτε. Ή και όχι. Δεν είμαστε οι γονείς σας.»
Λίγες μέρες νωρίτερα, ο κιθαρίστας και τραγουδιστής των HELLOWEEN, Kai Hansen, μοιράστηκε ένα βιντεομήνυμα στο Instagram του, στο οποίο είπε:
«Γεια σας, κυρίες και κύριοι. Το άλμπουμ των HELLOWEEN είναι μιξαρισμένο. Έχει τελειώσει. Έχει τελειώσει. Και είμαι πολύ ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα… Νομίζω ότι καταφέραμε να φτιάξουμε ένα σπουδαίο άλμπουμ… Οπότε περιμένετέ το.»
“Giants & Monsters” track listing:
01. Giants On The Run
02. Savior Of The World
03. A Little Is A Little Too Much
04. We Can Be Gods
05. Into The Sun
06. This Is Tokyo
07. Universe (Gravity For Hearts)
08. Hand Of God
09. Under The Moonlight
10. Majestic
Οι TELMA, μας κέντρισαν το ενδιαφέρον με τις μουσικές τους για το δεύτερο άλμπουμ τους “Awakening”, όπως ενδεχομένως θα διαπιστώσατε στην παρουσίαση μας σε αυτές τις ηλεκτρονικές σελίδες. Καθίσαμε κάτω λοιπόν τον τραγουδιστή του σχήματος, Αντώνη Κυρίτση, και τον ρωτήσαμε πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα, όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω.
Καλησπέρα παιδιά, καλωσήρθατε στο ROCK HARD! Συγχαρητήρια για το δεύτερο σας άλμπουμ “Awakening”, η πιο μεστή σας δουλειά ως τώρα. Θα μιλήσουμε παρακάτω για τις αλλαγές στη παραγωγή, θέλω να μου πείτε, συνθετικά, ποια ή ποιες ήταν οι κύριες αλλαγές που κάνατε σε σχέση με το “Eternal”; Καλησπέρα! Σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια! Η κύρια αλλαγή που κάναμε είναι να εξερευνήσουμε μεγαλύτερη ποικιλία ηχοχρωμάτων και να δώσουμε περισσότερο χώρο σε μελωδικότητα. Ειδικότερα στα choruses. Παρόλα αυτά κρατήσαμε την γκρούβα σε αμείωτο βαθμό, καθώς αποτελεί την βάση των μουσικών μας επιλογών.
H παραγωγή και μίξη του “Awakening” έγινε στα Devasoundz. Ήταν μια από τις πρώτες σας επιλογές τα Devasoundz και με ποιο γνώμονα επιλέχθηκαν εν τέλει; Ποια η εμπειρία σας από τις ηχογραφήσεις του δίσκου; Προφανώς, όλοι γνωρίζουμε τα Devasoundz και τον Φώτη. Όλοι γνωρίζουμε την δουλειά του και δεν χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις. Ο Μιχάλης επέλεξε να γράψει εκεί τα τύμπανα και η επιλογή του βγήκε στο 100%. Το κομμάτι του production των τυμπάνων είναι αυτό στο οποίο ο Φώτης κάνει πραγματικά την διαφορά. Μαζί με τον παραγωγό μας τον Γιώργο τον Μαργαριτόπουλο έκαναν μια πολύ καλή ομάδα κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων. Έτσι, αποφασίσαμε να παρατείνουμε την συνεργασία μας στην μίξη του άλμπουμ και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα.
Το mastering έλαβε χώρα στα Fascination Street στη Σουηδία. Πως έγινε η επαφή; Είχατε ήδη κατά νου να κάνετε σε studio του εξωτερικού το mastering (ή οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής) και αν ναι, γιατί; Είχαμε συνεργαστεί με τα Fascination Street Studios και στον 1ο μας δίσκο. Είχαμε αποφασίσει από τότε πως θα επενδύσουμε σοβαρά στον ήχο μας. Ο Γιώργος έκανε την επαφή τότε για εμάς και μείναμε τόσο ικανοποιημένοι που δεν κοιτάξαμε ποτέ πίσω. Πραγματικά δεν είχαμε διανοηθεί πόση διαφορά μπορεί να κάνει για εμάς μια τέτοια επιλογή. Ο Tony Lindgren έδωσε άλλη πνοή στον ήχο μας και η επιλογή στον ίδιο δρόμο για το 2ο μας άλμπουμ ήταν μονόδρομος.
Αλλαγή επίσης, παρατηρείται στους στίχους, οι οποίοι θα έλεγα ότι είναι έντονη η κοινωνικοπολιτική ευαισθησία της μπάντας. Οι καιροί στους οποίους ζούμε, ωθούν καλλιτέχνες να εκφραστούν τοιουτοτρόπως στιχουργικά. Ποια θα λέγατε ότι είναι η δική σας προσέγγιση στιχουργικά στα θέματα τα οποία θίγετε; Σε μια εποχή που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συγκαλύπτουν όλα αυτά τα γεγονότα και τις καταστάσεις που μόνο κακό προκαλούνε, που πρέπει να προσέχουμε τι λέμε γιατί μετά θα πρέπει να αποδείξουμε πως δεν είμαστε ελέφαντες, εμείς επιλέγουμε να εκφράσουμε ακριβώς αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, συμπεριλαμβανομένου της φτώχειας στην οποία εκτίθενται όλο και περισσότερο οι άνθρωποι αυτής της χώρας, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι γυναίκες της ζωής μας (μάνες, αδερφές, κόρες και φίλες) και στις δυσκολίες που συναντούν άνθρωποι που οι βόμβες τους διώχνουν από τα σπίτια τους. Άνθρωποι που οι καταστάσεις δεν τους αφήνουν να σηκώσουν κεφάλι. Κάλλιστα, θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς αυτοί οι άνθρωποι και γράφουμε και τραγουδάμε αυτά τα τραγούδια γιατί φοβόμαστε μήπως γίνουν τα παιδιά μας αυτοί οι άνθρωποι. Υπάρχουν και ελπιδοφόρα κομμάτια μέσα στον δίσκο, αλλά αυτό που θέλουμε να πετύχουμε είναι μέσα από αυτούς τους στίχους είναι να κοιτάξουμε στα μάτια τους ανθρώπους και να συσπειρωθούμε γύρω από ηθικές αξίες λογικής και καλοσύνης.
Αποτελεί την δεύτερη σερί κυκλοφορία που βγάλατε προς τα έξω μόνοι σας. Τι σας έχει οδηγήσει σε αυτή την απόφαση; Είναι το ενδεχόμενο μιας δισκογραφικής εταιρείας ανοιχτό ή βλέπετε ότι λειτουργείτε καλύτερα υπό αυτό το πλαίσιο; Ψαχτήκαμε όσο μπορούσαμε και μετά από πολλές ώρες μπροστά στους υπολογιστές με ένα σκασμό email να έρχονται και να φεύγουν και αφού αξιολογήσαμε το πως μας κοστολογούν οι διαφορές εταιρίες που μπήκαν σε συζητήσεις μαζί μας, αποφασίσαμε πως δεν ήταν συμφέρουσα η συμφωνία με κάποιά δισκογραφική εταιρεία. Όπως μας έχει πει και μια μεγάλη φιγούρα της σκηνής που θα μου επιτρέψετε να μην την ονομάσω «Μην περιμένεις τίποτα από κανέναν. Κάντα όλα μόνο σου. Είσαι εσύ και η μουσική σου.» Έτσι κι εμείς αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο απορρίπτοντας φαντεζί προσδοκίες χωρίς ουσία.
Το μοντέρνο και γκρουβάτο metal κράμα που παρουσιάζετε, έχει το μερίδιο του από μπάντες που το εκπροσωπούν εντός των τειχών αλλά και ένα πιστό κοινό. Ποια η άποψη σας για αυτή τη σκηνή στην Ελλάδα, ενώ ποιες θεωρείτε εσείς ότι ξεχωρίζουν;
Σίγουρα υπάρχουν πολλές, μεγάλες και αξιόλογες μπάντες σε αυτό το χώρο. Οι BEYOND PERCEPTION είναι μία από τις ποιο παλιές, που είναι ακόμα ενεργές και που πάντα παράγουν ποιοτικό υλικό και είναι από τα πιο true και σωστά άτομα που ξέρουμε. Από πιο σύγχρονα σχήματα με μοντέρνο ήχο, εγώ θα ξεχώριζα τους DOMINATION INC, με πολύ δυναμική παρουσία στη σκηνή και πολύ καλές παραγωγές σε όλα τα επίπεδα.
Από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση στο όνομα σας, όταν σας είδα live με τους BEYOND PERCEPTION και τους HONEYBADGER πριν μερικούς μήνες, ήταν η εμφανής αντίθεση της λέξης “τέλμα” με τη φύση της μουσικής σας. Θέλατε να πετύχετε αυτή την αντίθεση, ή προέκυψε κατά τη συνθετική διαδικασία περισσότερο;
Χεχεχεχε TELMA είναι και TELMA δεν φαίνεται!! Σε ευχαριστούμε για τα καλά σου λόγια και η αλήθεια είναι πως το όνομα έχει να κάνει περισσότερο με τα νοήματα των τραγουδιών, τα συναισθήματα που αυτά εκφράζουν και τους τρόπους να τα ξεπεράσουμε και να λυτρωθούμε. Όσο για την φύση της μουσικής μας από την πρωταρχική σύλληψη της μέχρι και την υλοποίησή της έχουμε ρίξει τόσο κόπο ενέργεια χρόνο και χρήμα που δεν θα ικανοποιούμασταν με τίποτα λιγότερα από τους εαυτούς μας.
Ποια είναι τα επόμενα βήματα για τους TELMA με τη κυκλοφορία του “Awakening”; Σκοπεύουμε να διαφημίσουμε την μουσική μας με όσα περισσότερα lives μπορούμε. Ήδη έχουμε ανακοινώσει ένα ελληνικό tour και σκοπεύουμε από τη νέα σεζόν να βγούμε και στην Ευρώπη σε περισσότερα και διαφορετικά μέρη από αυτά που πήγαμε την προηγούμενη φορά.
Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, ο επίλογος είναι δικός σας! Θα θέλαμε να δώσουμε έναν χαιρετισμό σε όλους όσους είναι εκεί έξω και ακούνε την μουσική μας, πιάνουν τα νοήματά μας και θέλουν ενστερνίζονται τις ιδέες μας. Να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους αυτούς που μας στηρίζουν. Είστε ένας από τους λόγους που δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Οι εποχές είναι δύσκολες και σε τέτοιες ώρες πρέπει να συνασπιζόμαστε και να μένουμε ενωμένοι. Οι TELMA σας καλούν σε αφύπνιση. Μόνο μαζί θα τα καταφέρουμε. Ευχαριστούμε για όλα! Τα λέμε στις συναυλίες και στις σκηνές. Να είστε καλά!
«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα bestseller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.
Η Γαλλία είναι μια υπερδύναμη στον χώρο του black metal και έχει γεννήσει και συνεχίζει να γεννά σπουδαίες μπάντες – εκπροσώπους του είδους, με άλμπουμ που καθορίζουν την σκηνή και δεν συμμετέχουν απλά σε αυτήν. Μία τέτοια περίπτωση είναι και το ντεμπούτο άλμπουμ των ARKAIST, με τίτλο “Aube noire”, το οποίο κυκλοφόρησε αυτόν τον Φεβρουαρίου. Το συγκρότημα, που ιδρύθηκε το 2023 στη Ρεν της Γαλλίας από τους Beobachten και Maeror, παρουσιάζει έναν ήχο βαθιά ριζωμένο στο παραδοσιακό black metal, ενώ ταυτόχρονα εξερευνά σύγχρονες ηχητικές κατευθύνσεις. Το άλμπουμ αποτελείται από επτά κομμάτια, συνολικής διάρκειας περίπου 41 λεπτών και είναι πραγματικά καταιγιστικό.
Το εναρκτήριο κομμάτι, το ομώνυμο “Aube noire”, θέτει τον τόνο του άλμπουμ με την επιθετική του προσέγγιση, συνδυάζοντας βαριά κιθαριστικά riff και σκληρά φωνητικά. Η ατμόσφαιρα είναι έντονα δυσοίωνη, με μια αίσθηση επείγοντος που διαπερνά το κομμάτι, προκαλώντας αγωνία στον ακροατή. Ακολουθεί το “Ode à la Haine”, το οποίο ξεχωρίζει για τον ρυθμικό του παλμό και την ένταση που αποπνέει, ενώ τα ημι-καθαρά φωνητικά προσθέτουν μια επιπλέον διάσταση στην παρουσίαση του. Το “Prophète du sang” συνεχίζει με έναν συνδυασμό χαοτικών στοιχείων και απειλητικών τόνων, προσφέροντας μια εμπειρία γεμάτη ένταση και πάθος.
Στο “Terre ancestrale”, οι ARKAIST ενσωματώνουν και πάλι καθαρά φωνητικά και μια πιο αργή, σχεδόν τελετουργική προσέγγιση, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα βαθιάς περισυλλογής και μελαγχολίας. Το “Anachorète” επιστρέφει σε πιο παραδοσιακές black metal φόρμες, με γρήγορο ρυθμό και έντονη επιθετικότητα, ενώ το “Linceul d’Éther”, το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του άλμπουμ, εμβαθύνει σε σκοτεινές και ατμοσφαιρικές περιοχές, εξερευνώντας την έννοια της απομόνωσης και της εσωτερικής αναζήτησης. Το άλμπουμ κλείνει με το “Puer aeternus”, ένα κομμάτι που συνδυάζει μελωδικά στοιχεία με την ωμότητα του black metal, προσφέροντας μια ισορροπημένη και ολοκληρωμένη εμπειρία ακρόασης.
Οι στίχοι του “Aube noire” εξερευνούν θέματα όπως η παρακμή, η απώλεια προσανατολισμού και η αυξανόμενη απομόνωση σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε πτώση. Το άλμπουμ παρουσιάζει έναν κόσμο όπου οι αξίες καταρρέουν, ο ατομικισμός κυριαρχεί και η κοινωνία καταρρέει υπό το βάρος των αντιφάσεών της. Αυτή η θεματολογία αντικατοπτρίζεται τόσο στη μουσική όσο και στους στίχους, δημιουργώντας έναν δίσκο που λειτουργεί ως μανιφέστο για την εποχή μας.
Η παραγωγή του άλμπουμ είναι προσεγμένη, με έμφαση στη δημιουργία μιας πυκνής και ατμοσφαιρικής ηχητικής εμπειρίας. Οι εναλλαγές μεταξύ γρήγορων και αργών ρυθμών, καθώς και η χρήση τόσο σκληρών όσο και καθαρών φωνητικών, προσθέτουν βάθος και ποικιλία στο συνολικό αποτέλεσμα. Το “Aube noire” καταφέρνει να ισορροπήσει μεταξύ της ωμότητας του black metal και της μελωδικότητας, προσφέροντας μια πλούσια και πολυδιάστατη ακρόαση που αναδεικνύει το ταλέντο και το όραμα των ARKAIST.
(8,5/10)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: GREY MOUNTAIN ΤΙΤΛΟΣΔΙΣΚΟΥ: “Grey mountain” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Eat Lead and Die Music ΣΥΝΘΕΣΗ:
James – Τύμπανα
Jon – Φωνητικά, κιθάρες
Kishor – Φωνητικά, κιθάρες, μπάσο ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp
Οι GREY MOUNTAIN είναι ένα αγγλοαμερικανικό project που σχηματίστηκε από τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Jon Higgs (γνωστός από τους THUN και MOOSE CULT) και τον Kishor Haulenbeek (μέλος των BLACK HARVEST και IN HUMAN FORM). Στα τύμπανα συμμετέχει ο James Garnett, συνεργάτης του Higgs από τους MONSTERWORKS. Η συνεργασία αυτή, που ξεκίνησε μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας, οδήγησε σε ένα άλμπουμ που συνδυάζει τις διαφορετικές επιρροές και εμπειρίες των μελών του.
Το ομώνυμο άλμπουμ “Grey mountain” είναι το ντεμπούτο του συγκροτήματος και ήρθε για να εκπλήξει. Ο δίσκος αποτελεί ένα εντυπωσιακό μείγμα κλασικού heavy metal, death, doom και post-metal στοιχείων, προσφέροντας μια μοναδική ηχητική εμπειρία. Το άλμπουμ περιλαμβάνει οκτώ κομμάτια, με συνολική διάρκεια περίπου 40 λεπτά. Το εναρκτήριο κομμάτι, “Grey Mountain”, ξεκινά με μεσαίου ρυθμού doom ήχους, θυμίζοντας συγκροτήματα όπως οι CANDLEMASS (έρχονται στο φεστιβάλ μας, με τον Messiah στα φωνητικά, σε περίπτωση που σας έχει διαφύγει) και την εποχή του Dio στους BLACK SABBATH. Στη συνέχεια, το τραγούδι εξελίσσεται με απρόσμενες αλλαγές ρυθμού και ύφους, προσφέροντας μια δυναμική εμπειρία στον ακροατή.
Ένα από τα χαρακτηριστικά του άλμπουμ είναι η εξαιρετική δουλειά στην lead κιθάρα. Σε κομμάτια όπως το “A universal evil”, η κιθάρα περνά από death metal ρυθμούς σε προοδευτικά μέρη με φυσικότητα, δείχνοντας την ικανότητα του συγκροτήματος να ενσωματώνει διαφορετικά στυλ. Η παραγωγή του άλμπουμ, αν και αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα σπιτικής ηχογράφησης με τα μέλη να βρίσκονται σε διαφορετικές ηπείρους, καταφέρνει να αναδείξει την πολυπλοκότητα και την ποικιλία των συνθέσεων.
Συνολικά, το “Grey mountain” είναι ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο που παρουσιάζει την ικανότητα του συγκροτήματος να συνδυάζει ποικίλα μεταλλικά στυλ, δημιουργώντας ένα συνεκτικό και πρωτότυπο άλμπουμ. Η ποικιλία των επιρροών και η δεξιοτεχνία των μελών καθιστούν το άλμπουμ αυτό μια αξιόλογη προσθήκη στη σύγχρονη metal σκηνή.
(8/10)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: THE MAN-EATING TREE ΤΙΤΛΟΣΔΙΣΚΟΥ: “Night verses” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Noble Demon ΣΥΝΘΕΣΗ:
Janne Markus – Κιθάρες
Mika “June” Junttila – Μπάσο
Aksu Hanttu – Τύμπανα
Sakke Paavola – Κιθάρες
Manne Ikonen – Φωνητικά ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Facebook Bandcamp Instagram Spotify Deezer
Οι THE MAN-EATING TREE είναι ένα φινλανδικό συγκρότημα ατμοσφαιρικού gothic metal από το Όουλου, που ιδρύθηκε το 2009. Το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Vine”, κυκλοφόρησε το 2010, ακολουθούμενο από το “Harvest” το 2011 και το “In the absence of light” το 2015. Μετά από μια περίοδο αδράνειας, το συγκρότημα ανακοίνωσε την επιστροφή του το 2024, παρουσιάζοντας μια ανανεωμένη σύνθεση και προετοιμάζοντας το έδαφος για το νέο τους άλμπουμ, “Night verses”.
Το “Night verses” αποτελείται από εννέα κομμάτια που συνδυάζουν πανεύκολα μελωδικές γραμμές με βαριά riffs και ατμοσφαιρικά στοιχεία. Το ομώνυμο εναρκτήριο κομμάτι, θέτει τον τόνο για το άλμπουμ με τις σκοτεινές του μελωδίες και την έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ακολουθεί το “Days under the dark”, το οποίο ενσωματώνει δυναμικές εναλλαγές μεταξύ ήπιων και επιθετικών στιγμών.
Ένα από τα ξεχωριστά κομμάτια του άλμπουμ είναι το “Seer”, το οποίο κυκλοφόρησε ως το πρώτο single και δίνει μια γεύση από την ανανεωμένη κατεύθυνση του συγκροτήματος. Το κομμάτι αυτό συνδυάζει μελωδικά φωνητικά με βαριά κιθαριστικά θέματα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που είναι ταυτόχρονα οικεία και φρέσκια για τους ακροατές. Το “To the sinking” είναι ένα άλλο αξιοσημείωτο κομμάτι, το οποίο αναδεικνύει την ικανότητα του συγκροτήματος να δημιουργεί βαθιά συναισθηματικές στιγμές μέσω της μουσικής του.
Το “Night verses”, είναι ένα άλμπουμ που όχι μόνο επαναφέρει το όνομά του σχήματος στο προσκήνιο, αλλά και αναδεικνύει τη δημιουργική τους εξέλιξη. Με έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία και τη δύναμη, το συγκρότημα καταφέρνει να αποδώσει έναν άκρατα ατμοσφαιρικό χαρακτήρα στη μουσική του. Οι επιρροές από gothic και doom metal παραμένουν, αλλά εδώ παρουσιάζονται με μια ανανεωμένη αισθητική που ταιριάζει απόλυτα στη σύγχρονη εποχή του ατμοσφαιρικού metal.
Το νέο άλμπουμ των Φιλανδών, είναι ένα ταξίδι μέσα σε σκοτεινά ηχητικά τοπία, γεμάτα ατμοσφαιρικές κορυφώσεις και έντονες, ενίοτε απροσδόκητες εκρήξεις. Οι THE MAN-EATING TREE, δείχνουν ότι δεν φοβούνται να εξερευνήσουν νέες πτυχές του ήχου τους, προσφέροντας έναν δίσκο που απευθύνεται τόσο στους παλιούς τους οπαδούς όσο και σε όσους αναζητούν κάτι νέο και συναρπαστικό. Με αυτό το άλμπουμ, το συγκρότημα όχι μόνο τιμά το παρελθόν του, αλλά ανοίγει και τον δρόμο για το μέλλον του, εδραιώνοντας τη θέση του ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μπάντες του σύγχρονου gothic metal.
Οι WHIPSTRIKER είναι ένα συγκρότημα από το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, που σχηματίστηκε το 2008 από τον Victor Whipstriker ως προσωπικό project. Από την ίδρυσή τους, έχουν καθιερωθεί ως μια ισχυρή παρουσία στη heavy και speed metal σκηνή, με τη μουσική τους να αντλεί έμπνευση από συγκροτήματα όπως οι MOTORHEAD, VENOM και SODOM. Η δισκογραφία τους περιλαμβάνει μια σειρά από άλμπουμ, EP και πολυάριθμες συνεργασίες σε split κυκλοφορίες, που αναδεικνύουν την αφοσίωσή τους στο underground metal (ταμάμ για την στήλη δηλαδή).
Το 2025, μετά από επτά χρόνια από την προηγούμενη ολοκληρωμένη δουλειά τους, οι WHIPSTRIKER επιστρέφουν με το πέμπτο τους άλμπουμ, με τίτλο “Cry of extinction”. Αυτό το άλμπουμ σηματοδοτεί μια δυναμική επιστροφή, προσφέροντας μια ωμή και ακατέργαστη εμπειρία που τιμά τις ρίζες του συγκροτήματος. Από το ομώνυμο opener του, το άλμπουμ κατακλύζει τον ακροατή με μια αδιάκοπη επίθεση από γρήγορα riffs και έντονα φωνητικά, που θυμίζουν την ενέργεια των πρώτων ημερών του thrash και speed metal. Η παραγωγή διατηρεί μια ωμή αισθητική, που ενισχύει την αυθεντικότητα του ήχου τους, ενώ τα φωνητικά του Victor Whipstriker αποπνέουν μια δαιμονική αλλά και πιασάρικη χροιά, συγκρίσιμη με εκείνη του Cronos των VENOM.
Η θεματολογία του άλμπουμ επικεντρώνεται σε σκοτεινά και πολεμικά θέματα, με στίχους που αντικατοπτρίζουν την ωμότητα και την επιθετικότητα της μουσικής τους. Η επιλογή να διασκευάσουν το “Satan’s vengeance” των DESTRUCTION, με τη συμμετοχή του Daniel Avenger από τους NOCTURNAL, προσθέτει μια νοσταλγική νότα και αποτίει φόρο τιμής στις επιρροές τους. Η κυκλοφορία του “Cry of extinction” έρχεται σε μια περίοδο όπου η μέρος της metal σκηνής, αναζητά αυθεντικότητα και επιστροφή στις ρίζες. Οι WHIPSTRIKER, με αυτό το άλμπουμ, αποδεικνύουν ότι παραμένουν πιστοί στο underground πνεύμα, προσφέροντας μια εμπειρία που θα ικανοποιήσει τόσο τους παλιούς όσο και τους νέους οπαδούς του είδους.
Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι το “Cry of extinction” αποτελεί μια ισχυρή προσθήκη στη δισκογραφία των Βραζιλιάνων, επιβεβαιώνοντας τη θέση τους ως μια από τις πιο συνεπείς και αυθεντικές δυνάμεις στη σύγχρονη heavy και speed metal σκηνή. Οι παραδόσεις άλλωστε είναι για να κρατιούνται.
(8 / 10)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: WŸNTËR ÄRVŃ ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Sous l’orage noir – L’astre et la chute” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Antiq Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Wÿntër Ärvn – Όλα τα όργανα, φωνητικά ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram YouTube
Υπάρχουν κάποια άλμπουμ, που έχουν φτιαχτεί για να σε συνοδέψουν στις σκέψεις σου, βοηθώντας στη συγκέντρωση, στη διαδικασία παραγωγής ενός αποτελέσματος. Άλμπουμ τα οποία δεν έχουν φτιαχτεί για να γεννήσουν μόνο συναισθήματα, αλλά και για να επενδύσουν μουσικά, σαν χαμαιλέοντες, τα υπάρχοντα συναισθήματα του ακροατή, που θέλει να νιώσει μια συντροφιά που θα τον «καταλαβαίνει». Το άλμπουμ “Sous l’orage noir – L’astre et la chute” των WŸNTËR ÄRVŃ (μονοπρόσωπο σχήμα του Simon Brette – και εδώ θα μπει σχόλιο Φράγκου και Τσέλλου – σ.Σ.Φ: καλά το πας. Μονοπρόσωπη – IKΕ;) είναι μια τέτοια, εκρηκτική και συναισθηματική μουσική εμπειρία που συνδυάζει το σκοτεινό metal με την ατμοσφαιρική ηχητική παλέτα της μπάντας.
Το project αποτυπώνει μια συναισθηματική ανατροπή, έναν αγώνα μεταξύ της φωτεινότητας και του σκοταδιού, καθώς εξερευνά τις θεματικές της πτώσης, της αναγέννησης και της καταστροφής. Με την ένταση των συνθέσεών τους, οι WŸNTËR ÄRVŃ δημιουργούν ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα, που καλεί τον ακροατή να απορροφηθεί πλήρως στην ατμόσφαιρα που φτιάχνουν, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Η επιλογή του τίτλου του άλμπουμ, ” Sous l’orage noir”, που σημαίνει “Κάτω από την μαύρη καταιγίδα”, θέτει τον τόνο για το σκότος και την ένταση που επικρατεί σε όλο το έργο. Η χρήση της γαλλικής γλώσσας προσθέτει μια μυστηριώδη και ποιητική αίσθηση στην αφήγηση, υπογραμμίζοντας την αναφορική σύνδεση με την επική διάσταση της μουσικής. Το δεύτερο μέρος του τίτλου, “L’astre et la chute”, ή “Το άστρο και η πτώση”, υποδηλώνει την αντίθεση ανάμεσα στη φωτεινότητα και το σκοτάδι, την αντίφαση της ανόδου και της κάθαρσης που διατρέχει τη θεματική δομή του άλμπουμ.
Η μουσική του άλμπουμ ξεχωρίζει για την έντονη παρουσία των ατμοσφαιρικών στοιχείων, συνδυάζοντας έναν βαρύ ήχο με αέρινες μελωδίες που δημιουργούν αντιφάσεις και συναισθηματική ένταση. Οι WŸNTËR ÄRVŃ καταφέρνουν να συνδυάσουν αρμονικά το black metal με avant-garde επιρροές, χρησιμοποιώντας σύνθετες δομές και ανεξάντλητες συναισθηματικές διακυμάνσεις.
Το άλμπουμ δεν είναι μόνο μια μουσική εξερεύνηση, αλλά και μια βαθιά υπαρξιακή αφήγηση. Κάθε τραγούδι φαίνεται να αφηγείται μια διαφορετική πτυχή της ανθρώπινης εμπειρίας – από την αναζήτηση του φωτός μέσα στο σκοτάδι, μέχρι την αποδοχή της πτώσης και της καταστροφής. Οι στίχοι, γεμάτοι μεταφορές και ποιητική έκφραση, αναδεικνύουν τη σύνθετη φύση του ανθρώπινου ψυχισμού, ενώ η ατμόσφαιρα των τραγουδιών προκαλεί στον ακροατή έναν ψυχικό και συναισθηματικό αντίκτυπο, που τον καλεί να αναστοχαστεί το ίδιο το νόημα της ύπαρξης.
Το “Sous l’orage noir – L’astre et la chute” είναι ένα άλμπουμ που προορίζεται να αφήσει δυνατό το αποτύπωμά του στον συναισθηματικό κόσμο των ακροατών του. Μέσα από την ένταση, τη μουσική του πολυπλοκότητα και τις υπαρξιακές του θεματικές, αναδεικνύει την ικανότητα των WŸNTËR ÄRVŃ να δημιουργήσουν ένα έργο που δεν είναι μόνο μια μουσική σύνθεση, αλλά και μια πολυδιάστατη εμπειρία που θα μείνει στο μυαλό του ακροατή για πολύ καιρό μετά την ακρόασή του.
(8,5/10)
Photo by Katie Dobihal hotography
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: WYTHERSAKE ΤΙΤΛΟΣΔΙΣΚΟΥ: “At war with their divinity” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Scarlet Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Cody Bowen – Μπάσο
James Siegrist – Κιθάρες
Daniel Salamanca – Τύμπανα
Gabriel Luis – Φωνητικά, κιθάρες ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram Spotify Deezer YouTube
Οι WYTHERSAKE είναι ένα κουαρτέτο (αυτό σημαίνει τέσσερα – 4 – μέλη, ακούτε κάποιοι; σ.Σ.Φ.: ακούμε, ναι. Το πέταξες μετά το «μονοπρόσωπο» για να πουλήσεις μούρη για συνωστισμό;) extreme metal από την Ουάσινγκτον, που σχηματίστηκε το 2016. Από την ίδρυσή τους, ανέπτυξαν ένα μοναδικό στυλ που συνδυάζει στοιχεία από black και death metal, εμπλουτισμένα με συμφωνικές και κλασικές επιρροές. Αυτή η σύνθεση ήχων τους ξεχώρισε στη σκηνή του ακραίου metal, καθιστώντας τους ένα από τα πιο υποσχόμενα συγκροτήματα του είδους.
Το νέο τους άλμπουμ, “At war with their divinity”, αποτελείται από δώδεκα κομμάτια που εξερευνούν θέματα εξέγερσης, πνευματικής αφύπνισης και απόρριψης καταπιεστικών δυνάμεων. Οι στίχοι προκαλούν τον ακροατή να αμφισβητήσει τα δόγματα και τον κοινωνικό έλεγχο, προωθώντας την αυτοδιάθεση και την αντίσταση ως μια λουσιφεριανή δύναμη ενάντια στη συμμόρφωση.
Μουσικά, το άλμπουμ είναι ένας εντυπωσιακός συνδυασμός ακραίου metal με συμφωνικά στοιχεία. Το εναρκτήριο κομμάτι, “Purity through non existence”, ξεχωρίζει με τα ταχύτατα τύμπανα και τις δυναμικές εναλλαγές ρυθμού, δημιουργώντας μια τρομερή ένταση. Το ομότιτλο κομμάτι, “At war with their divinity”, αποτελεί έναν ύμνο εξέγερσης, προκαλώντας τόσο θρησκευτικές όσο και αυταρχικές δυνάμεις που επιδιώκουν να ελέγξουν και να καταπιέσουν.
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του άλμπουμ είναι η παραγωγή του, η οποία καταφέρνει να αναδείξει τόσο τη δύναμη των ακραίων riff όσο και την ατμόσφαιρα των συμφωνικών ενορχηστρώσεων. Οι κιθάρες κινούνται ανάμεσα σε σκοτεινά, μελωδικά θέματα και εκρηκτικά, κοφτερά riff, ενώ τα φωνητικά εναλλάσσονται μεταξύ βαθιών, επιβλητικών growls και ψυχρών, black metal κραυγών. Το rhythm section είναι στιβαρό, με τύμπανα που προσδίδουν δυναμική σε κάθε σύνθεση, δημιουργώντας ένα σύνολο που αποπνέει δύναμη και θεατρικότητα.
Το “At war with their divinity” αναδεικνύει το καλλιτεχνικό όραμα των WYTHERSAKE, συνδυάζοντας τεχνική δεξιοτεχνία με βαθυστόχαστο περιεχόμενο. Το άλμπουμ αποτελεί μια ισχυρή δήλωση στο χώρο του ακραίου συμφωνικού black /death metal, εδραιώνοντας περαιτέρω τη θέση του συγκροτήματος στη σκηνή.
Λίγο απρόσμενο, αλλά απόλυτα ευπρόσδεκτο δώρο, το ότι ανακοίνωσαν οι ROYAL HUNT κάποιες εμφανίσεις από το πουθενά, αφού τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ακριβοθώρητοι. Αν δεν κάνω λάθος την περασμένη πενταετία, δεν έχουν δώσει παραπάνω από 5-6 συναυλίες και μάλιστα πέρυσι επανήλθε για δυο από αυτές, ο Mark Boals sτο μικρόφωνο. Ο Αμερικάνος, μετά από την συμμετοχή στην σύνθεση του συγκροτήματος για το “Collision course… Paradox 2” και το “X” επανήλθε λες και δεν έφυγε ποτέ. Ο D.C. Cooper αγνοείται, παρόλο που τραγούδησε στο “Dystopia pt. II”, και κρίνοντας από την απόδοσή του (στο στούντιο μάλιστα), ανησυχώ για την κατάσταση της φωνής του, ενώ όπως μας επιβεβαίωσαν από τους κύκλους του συγκροτήματος, δεν έχει αναρρώσει πλήρως από ένα ατύχημα που είχε.
Σχεδόν την τελευταία στιγμή διαπίστωσα πως οι Δανοί, πριν έρθουν στην Ιαπωνία έκαναν μια εμφάνισης – δεν την λες και «ζέσταμα» – στη χώρα τους. Με το “Dystopia part II” να είναι το πιο πρόσφατο δέιγμα και δίχως σωστή περιοδεία για αυτό, δεν ήξερα τι να περιμένω να ακούσω αυτή την απόλυτα ανοιξιάτικη βραδιά. Το κλαμπ, ήταν αρκετά μικρό και σε μια πολυσύχναστη περιοχή της πόλης, η οποία σφίζει από ζωή το βράδυ (ενώ έχει και το καλύτερο δισκάδικο της πόλης – ψάξτε το Rock Stakk – κοντά). Εκεί, κατά τις 6.30 το βράδυ, πάνω που σουρούπωνε, περπατώντας ανάμεσα σε Ιάπωνες κάθε ηλικίας και λιγοστούς τουρίστες που έψαχναν να βρουν κάπου να φάνε ή να πιουν κάτι, έφτασα στο μικρό αυτό κλαμπ με το καταπληκτικό όνομα Bangboo!. Αφού κατέβηκα στο πρώτο υπόγειο, μετά από τις τυπικές συστάσεις, στριμώχτηκα ανάμεσα στους ακίνητους Ιάπωνες, για να δω τους ROYAL HUNT μετά από πολλά χρόνια. Ο βασικός συνθέτης, πληκτράς και απόλυτος αρχηγός του συγκροτήματος, ο δίμετρος André Andersen, ανέβηκε στη σκηνή (έπρεπε να σκύψει για να περάσει την πόρτα) και για περίπου δυο ώρες φαινόταν να ευχαριστιέται τις αντιδράσεις του κοινού.
Η εμφάνισή τους ήταν ντυμένη με μουσική από την εισαγωγή, σχεδόν μέχρι το τελευταίο τραγούδι του πρώτου μέρους. Ακόμα και στα μεσοδιαστήματα, ανάμεσα στα τραγούδια, αντί για κάποια διαδραστικότητα με το κοινό, επέλεξαν να έχουν προηχογραφημένα μέρη, κυρίως πλήκτρα, χτίζοντας έτσι μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, αρκετά διαφορετική από αυτό που έχουμε συνηθίσει σε συναυλίες. Επίσης, μια μεγάλη, μακρόστενη οθόνη, είχε εναλλασσόμενες εικόνες, που έδιναν επιπλέον χρώμα στην σκηνή. Κάπου εδώ αναρωτιέται κανείς: «Γιατί το έκαναν αυτό, τι περιείχε το πρώτο μέρος;» Πολύ απλά, ολόκληρο το “Paradox” του 1997 σε ένα ταξίδι στον πιο όμορφο πλανήτη των ROYAL HUNT. Μπορεί, όπως προείπα να μην δίνουν πολλές εμφανίσεις και να μην τους πετυχαίνεις εύκολα, όμως όταν τους παρακολουθείς να παίζουν μπροστά σου ολόκληρο το αριστούργημά τους, απλά παραδίνεσαι.
Ναι, δεν είναι η ίδια μπάντα και περισσότερο βάρος δίνεται στο ότι ο τραγουδιστής δεν είναι ο D.C. Coopper, ο άνθρωπος που ταίριαξε υπέροχα με τις μελωδίες του αρχηγού André Andersen, για να βγάλουν έναν από τους καλύτερους prog-metal δίσκους. Όμως ο Μark Boals ήταν τόσο καλός απόψε, που απλά μας έκανε να ξεχάσουμε τον συμπατριώτη του, ο οποίος, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δεν θα μπορούσε να αποδώσει τόσο καλά το αρκετά απαιτητικό αυτό άλμπουμ. Μπορεί να υπολείπεται αρκετά εκατοστά από τον πανύψηλο Cooper, όμως η φωνή του Boals φαίνεται πως διατηρείται καλύτερα από τους περισσότερους συναδέλφους του, ακόμα και στα 66 (ω, ναι) χρόνια του. Πραγματικά καταπληκτικός!
Ανατρίχιασα με το αρχικό “River of pain”, ενώ απανωτά ήρθαν όλοι οι ύμνοι που με συνοδεύουν τόσα χρόνια. Το “Tearing down the world” ακολούθησε το ανεπανάληπτο “Message to God” με το χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπό μου για επτά λεπτά, σε σημείο που πονούσα μετά. Όλοι λατρεύουμε το “Time will tell” αλλά μια από τις κορυφαίες στιγμές της βραδιάς, ήταν η εκτέλεση του “Silent scream” με τον Mark Boals να επιβεβαιώνει τη φόρμα του. Η πρώτη ώρα έκλεισε με το “It’s over”, αλλά σίγουρα μόνο… over δεν ήταν. Για σχεδόν άλλη μια ώρα ευχαριστηθήκαμε την αναφορά τους σε άλλα διαμαντάκια της καριέρας τους, με το “Half past loneliness” (πού είσαι Σειρηνάκη;) και το “One minute left to live” να ξεχωρίζουν. Το “Martial arts” εδώ στη χώρα τους Ανατέλλοντος Ηλίου, έχει ξεχωριστή θέση, αφού το χρησιμοποιούσε ένας γνωστός παλαιστής όταν έμπαινε στην αρένα και το κοινό αντέδρασε άμεσα, ενώ το έτερο τραγούδι από το ντεμπούτο τους “Land of the broken hearts” ήταν μια μικρο-έκπληξη. Από όλους τους τραγουδιστές που πέρασαν από τους ROYAL HUNT, ευχαριστήθηκα λιγότερο τον Brockmann, οπότε η αποψινή εκτέλεση με τον Boals, ήταν καλύτερη για μένα. Το δίωρο, ολοκληρώθηκε με το μαγευτικό “A life to die for” από το ομότιτλο άλμπουμ, που μας θύμισε ότι και πιο πρόσφατα, οι Δανοί έχουν δώσει πόνο.
Καταλαβαίνετε πως ευχαριστήθηκα πολύ αυτή την βραδιά. Είναι αλήθεια πως αν ψάξεις να βρεις ψεγάδια, σίγουρα θα τα βρεις. Για ένα συγκρότημα που παίζει ελάχιστα, οι ROYAL HUNT ήταν καλοπροβαρισμένοι. Για ένα συγκρότημα που έχει μόνο τον πληκτρά ως βασικό μέλος, όλοι οι υπόλοιποι ήταν καλοδιαβασμένοι και έδωσαν εξαιρετική παράσταση. Για ένα συγκρότημα με πολλά χορωδιακά φωνητικά στα τραγούδια του, τα οποία αποδίδονται προηχογραφημένα (ευτυχώς μόνο αυτά), καταφέρνει να κάνει τον κόσμο να τα ξεπερνά. Για ένα συγκρότημα που έχει να βγάλει δίσκο κάποια χρόνια και δίχως κάποια επέτειο για να γιορτάσει, μας έδωσαν ένα εξαιρετικό σετ. Τέλος, για ένα συγκρότημα με έναν προσωρινό αντικαταστάτη στο μικρόφωνο, είχαν τον απίστευτο Mark Boals να χτυπά νότες που δεν ήξερα ότι μπορεί, και να τα δίνει όλα επί σκηνής. Οπότε, δικαιολογημένα το ευχαριστήθηκα, νομίζω. Ενώ σε αυτό πρέπει να έπαιξε ρόλο πως τους έβλεπα για πρώτη φορά να παίζουν μεγάλο σετ και μάλιστα στην χώρα που από τα πρώτα τους βήματα έχουν αγαπηθεί.
Να κλείσουμε με το νέο, πως οι ROYAL HUNT όπως μας είπαν οι ίδιοι, ετοιμάζουν την 17η δισκογραφική τους δουλειά αυτή την εποχή και μέχρι στιγμής, δεν γνωρίζουμε ποιος θα τραγουδήσει σε αυτήν.
Οι Πορτογάλοι MOONSPELL, θα μας επισκεφτούν ως special guests της περιοδείας των DARK TRANQUILITY και με τους HIRAES ως support το Σάββατο 26 Απριλίου στην Θεσσαλονίκη (Mylos Area) και την επόμενη μέρα στην Αθήνα (Fuzz). O Γιώργος Γκούμας άδραξε την ευκαιρία και μίλησε με τον frontman, όχι μόνο για την περιοδεία αλλά και για πολλά άλλα ενδιαφέροντα που δεν άπτονται της μουσικής.
Τα τελευταία νέα που είχα για την μπάντα ήταν σχετικά με την έκδοση του δίσκου “From Down Below” (που βασικά ήταν η επαναηχογράφηση του τελευταίου δίσκου στο στούντιο, “Hermitage”, αλλά ζωντανά μέσα στις σπηλιές Grutas de Mira D’Aire, σε 80 μέτρα βάθος) το 2022, και την συναυλία που δώσατε τον περασμένο Νοέμβριο στην Λισαβόνα μαζί με μια συμφωνική ορχήστρα (“Opus Diabolicum”) μπροστά σε 8.000 άτομα. Έχασα κανένα άλλο επεισόδιο; Κάναμε και μια πολύ ενδιαφέρουσα και πετυχημένη περιοδεία σε θέατρα της Πορτογαλίας, συνοδευόμενοι από έγχορδα και δύο τραγουδίστριες όπου παίξαμε κομμάτια της μπάντας, ειδικά από τον δίσκο “Sin/Pecado” (1998), σε ακουστικές εκδόσεις. Η βραδιά “Opus Diabolicum”, που πήρε το όνομά της από ένα παλιό τραγούδι της μπάντας (βρίσκεται στο ΕΡ “Under the Moonspell” του 1994), αλλά και μια βραδιά από την ακουστική περιοδεία θα βγουν αμφότερες σε CD/DVD αργότερα μέσα στο 2025.
Photo by Ivan Santos
Και στο μεταξύ, προετοιμάζετε και τον καινούργιο δίσκο… Αργά αλλά σταθερά, ναι. Ξέρεις, έχουμε μια φιλοσοφία στην μπάντα η οποία λέει ότι πρώτα πρέπει να περιμένουμε το κάλεσμα της Μούσας. Η αλήθεια είναι ότι επειδή το “Hermitage” συνέπεσε με την πανδημία δεν είχε τον επιθυμητό αντίκτυπο, και για αυτό άλλωστε θελήσαμε να του δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία με το “From Down Below”, οπότε είχαμε αποθαρρυνθεί όσον αφορά την δημιουργία νέου υλικού, αλλά όπως είπα τελικά ακούσαμε το κάλεσμα της Μούσας και ήδη έχουμε το βασικό concept και κάποια demos. Θεωρώ σημαντικό το να μην βγάζει μια μπάντα ένα δίσκο, μόνο και μόνο για να μπορεί να βγαίνει σε περιοδεία· εμείς δεν θέλουμε να ζορίζουμε τα πράγματα. Καμιά φορά ακούω δίσκους από άλλες μπάντες και σκέφτομαι ότι αν είχαν αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο στην δημιουργία του, ο δίσκος θα ήταν πιο μεστός και ολοκληρωμένος. Ο μόνος λόγος που υπήρχαν μικρά χρονικά διαστήματα μεταξύ των δίσκων στην αρχή της καριέρας μας ήταν επειδή ήμασταν νέοι και πολύ παραγωγικοί. Τώρα που είμαστε μεγαλύτεροι, προτιμούμε να κάνουμε τα πράγματα πιο αργά. Άμα δεν αισθανόμαστε εμπνευσμένοι, απλά περιμένουμε μέχρι να μας ξανάρθει η έμπνευση, αλλά και να είμαστε σίγουροι ότι όντως έχουμε κάτι καλό να δώσουμε στους οπαδούς μας. Νομίζω ότι με την μουσική παρακαταθήκη που έχουμε ήδη αφήσει, έχουμε κερδίσει και το δικαίωμα να δημιουργούμε μουσική στον δικό μας ρυθμό.
Νομίζω ότι ανέφερες την λέξη concept…
Πάντα υπάρχει ένα κεντρικό θέμα στους δίσκους μας. Πάντα μου άρεσαν αυτού του τύπου οι δίσκοι στην ιστορία της ροκ, και νομίζω ότι μαζί με την κλασσική μουσική, το heavy metal είναι το μουσικό είδος που πιο πολύ προσφέρεται για να διηγείται ιστορίες. Έχουμε γράψει δίσκους έχοντας στον νου μας λύκους, την ιδέα του χρόνου, σεισμούς και καταποντισμούς, την Αποκάλυψη… ακόμα και το “Hermitage” είχε να κάνει με τους καιρούς που ζούμε: ο δικαιωματισμός, η τεχνολογία που αντί να μας ενώνει μας απομονώνει, βασικά ήταν ένα γενικό κοινωνικό σχόλιο. Τώρα, αποφάσισα ότι θα ήθελα να γράψω κάτι ρομαντικό, γοτθικό, μυθολογικό, εξωπραγματικό, μεταφυσικό… κάτι που να με κάνει να ξεφύγω από την πραγματικότητα και να ξαναγυρίσω στις ρίζες της μπάντας. Θέλω να γράψω για την αγάπη, τον θάνατο, τον Θεό, τον κόσμο των συναισθημάτων. Ποτέ δεν ήμασταν μια μπάντα με πολιτικό μήνυμα, δεν είναι αυτός ο σκοπός μας. Υπάρχουν μπάντες αξιόλογες που περιγράφουν την πραγματικότητα καλύτερα από εμάς, όπως οι ORPHANED LAND, και για να σου πω την αλήθεια τους έχω βαρεθεί τους πολιτικούς. Θέλουμε να προσφέρουμε στους οπαδούς μας μια φυγή από την δεινή πραγματικότητα, νομίζω ότι το έχουν ανάγκη, τόσο εκείνοι όσο κι εμείς, για αυτό και θεωρώ ότι θα γίνει ένας δίσκος-κλειδί στην καριέρα μας. Όπως είπα, δεν θα πιέσουμε τους εαυτούς μας να βγάλουμε τον δίσκο μέχρι που να είμαστε σίγουροι ότι αξίζει τον κόπο να τον ακούσετε και γι’ αυτό δεν θα βγει πριν το 2026.
Photo by Ivan Santos
Να υποθέσω ότι τα πήγατε πολύ καλά με τους DARK TRANQUILITY στην πρώτη περιοδεία τον περασμένο Οκτώβριο, έτσι που να σας ξανακαλέσουν γι’ αυτή τη δεύτερη… Ακριβώς. Αν και είμαστε σε πλήρη φάση προετοιμασίας για τον καινούργιο δίσκο, όταν μας ειδοποίησαν ότι ήθελαν να ξαναβγούν σε περιοδεία μαζί μας, ούτε που το σκεφτήκαμε δεύτερη φορά: αποφασίσαμε να τα αφήσουμε όλα έτσι όπως είναι και να συνεχίσουμε τις διαδικασίες του καινούργιου δίσκου όταν επιστρέψουμε από αυτήν την περιοδεία. Θα παίξουμε ως special guests, γιατί όπως και να το κάνουμε είναι πιο μεγάλη μπάντα από εμάς, τόσο σε πωλήσεις όσο και σε αριθμό οπαδών, κι έχουν βγάλει κι ένα δίσκο, το “Endtime Signals”, που τα σπάει. Για εμάς είναι καλό αυτό το special guest concept γιατί παίζουμε λίγο παραπάνω απ’ ότι θα κάναμε εάν ήμασταν support, και την ίδια στιγμή αφήνουμε τους οπαδούς με την επιθυμία να παίξουμε περισσότερο. Όταν μας λένε ότι είναι κρίμα που δεν παίζουμε πιο πολύ, τους λέω ότι αν αγοράζετε πιο πολλούς δίσκους και πιο πολλά εισιτήρια, τότε ευχαρίστως θα επιστρέψουμε ως headliners, χαχα. Από την άλλη δεν χρειάζεται να φέρουμε την δική μας σκηνική παραγωγή, δεν έχουμε την πίεση που έχουν οι headliners και μπορούμε και παίζουμε και διαφορετικά set lists, οπότε προσωπικά μου αρέσει αυτό το special guest concept (γέλια). Ξέρεις, επειδή εμείς είμαστε από τον Νότο κι εκείνοι από τον Βορρά της Ευρώπης, αλληλοσυμπληρωνόμαστε: εμείς βάζουμε το κρασί και το τυρί κι εκείνοι την μπύρα. Εμείς βάζουμε την νότια νοοτροπία και το χάος κι εκείνοι την βόρεια σοβαρότητα χαχα· είμαστε σαν το αλάτι και το πιπέρι. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξέρει ο καθένας πια είναι η θέση του στην περιοδεία και τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει: όταν είναι η ώρα για πάρτι, παρτάρουμε όλοι μαζί, αλλά όταν πρέπει να υπάρχει ηρεμία, είμαστε ήρεμοι όλοι, κάτι πολύ σημαντικό για όλες τις περιοδείες, όταν οι μπάντες περνάνε σχεδόν όλη την ημέρα μαζί, κάθε μέρα για ένα μήνα σχεδόν.
Έχω πάει κάμποσες φορές στην Πορτογαλία και νομίζω ότι από όλους τους λαούς της νότιας Ευρώπης είστε ο πιο ήσυχος, σοβαρός, μέχρι και ο πιο μελαγχολικός ακόμα… Ναι, όντως είμαστε μελαγχολικός λαός, στα πρόθυρα της μαζικής κατάθλιψης θα έλεγα (γέλια), ειδικά αν μας συγκρίνεις με τους Ισπανούς, που σε αυτό το θέμα είμαστε η νύχτα με την μέρα, αλλά συγκριτικά με τους βόρειους συνεχίζουμε να είμαστε πιο χύμα στο κύμα από τους Σκανδιναβούς χαχα. Στην Ισπανία έχουν την fiesta και το flamenco ενώ στην Πορτογαλία έχουμε το fado και τον φαταλισμό. Το γεγονός ότι η Πορτογαλία θεωρούνταν το τέλος του κόσμου, πριν τον Κολόμβο, έχει να κάτι να κάνει και με αυτό πιστεύω. Πάντως, είμαστε λίγο παράξενοι σαν λαός. Πριν κάποιες μέρες μιλούσα με μια Βραζιλιάνα που ήρθε να μείνει στην Πορτογαλία, και μου λέει: «Δεν σας καταλαβαίνω εσάς τους Πορτογάλους», και της λέω: «Ούτε εγώ, καλώς ήρθες στο club». Ζω σε αυτήν την χώρα 50 χρόνια και οι Πορτογάλοι συνεχίζουν να είναι ένα μυστήριο για εμένα: μας αρέσει κάτι και δεν μας αρέσει ταυτόχρονα, θέλουμε κάτι και δεν το θέλουμε, είμαστε χαρούμενοι αλλά και θλιμμένοι μαζί. Υπήρξε ένας τραγουδιστής εδώ που λεγόταν António Variações (1944-1984), ένας πρωτοπόρος για την εποχή του, για τα δεδομένα μιας χώρας που μόλις είχε βγει από μια περίοδο 50 χρόνων στρατιωτικής χούντας. Σε ένα από τα τραγούδια του λοιπόν λέει: «Μόνο είμαι ευτυχισμένος στα μέρη που δεν είμαι». Νομίζω ότι περιγράφει στην εντέλεια την Πορτογαλική ψυχή.
Οι Γαλικιανοί (κάτοικοι της Γαλικίας στην ΒΔ Ισπανία) και οι Πορτογάλοι είναι παρόμοιοι στην νοοτροπία, ακόμα και στην γλώσσα. Οι Γαλικιανοί είναι φημισμένοι στο να απαντούν μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση. Εσύ το κάνεις; Χαχα. Προσωπικά μισώ αυτήν την συνήθεια αλλά δυστυχώς οι συμπατριώτες μου το κάνουν συχνά κι εκείνοι. Όταν ρωτάς κάποιον «Γιατί;» και σου απαντάει «Γιατί όχι;», για μένα αυτό είναι δείγμα ξεροκεφαλιάς κι έλλειψης τακτ, κι επειδή εγώ προσωπικά είμαι πολύ διπλωματικός άνθρωπος (όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στην μπάντα ή μεταξύ συγγενικών προσώπων, εγώ είμαι αυτός που όλοι έρχονται για βοήθεια) με θεωρώ Πορτογάλο αλλά και κοσμοπολίτη ταυτόχρονα. Όταν με ρωτάνε κάτι, δεν απαντώ με άλλη ερώτηση αλλά με κάτι που διάβασα σε ένα βιβλίο. Αυτοί που με γνωρίζουν ξέρουν ότι δεν περνά μια μέρα χωρίς να διαβάζω, είναι το πάθος μου μαζί με την μουσική. Ακόμα και στις περιοδείες βιβλία τόσο σε ηλεκτρονική έκδοση όσο και σε χαρτί, συνήθως μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, ειδικά από Πορτογάλους ποιητές, αν και βιβλία σχετικά με την πολιτική και την Ιστορία ολοένα μου τραβάνε πιο πολύ το ενδιαφέρον, λόγω των τρελών καιρών που ζούμε. Υπάρχει τόση άγνοια στον κόσμο όπως βλέπω στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· μόνο ξέρουν να φωνάζουν ασυναρτησίες και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις θέσεις του με έστω ένα σοβαρό επιχείρημα. Άμα βρισκόντουσαν στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας δεν θα τους ανέχονταν ούτε για ένα λεπτό (γέλια)
Έχεις ξεκινήσει και μια δεύτερη καριέρα ως συγγραφέας με διάφορες ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα… Ναι, έχω ήδη εκδώσει τρεις συλλογές, μια ανθολογία με ιστορίες και τώρα γράφω το τρίτο μυθιστόρημά μου. Είναι μια άλλη πτυχή του εαυτού μου που δεν έχει τίποτα το κοινό με την πτυχή μου ως μέλος μιας metal μπάντας, αλλά με γεμίζει σαν άνθρωπο και όπως καταλαβαίνεις άλλο το να παίζεις σε ένα φεστιβάλ σαν το Wacken, ας πούμε, κι άλλο να συμμετέχεις σε φεστιβάλ βιβλίων. Είναι δύο τελείως διαφορετικές μορφές έκφρασης που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Παρεμπιπτόντως, έχω μεταφράσει εγώ προσωπικά στα αγγλικά, κάποια από τα έργα μου και οι οπαδοί θα μπορέσουν να τα βρουν στο merchandising της περιοδείας, εάν τους ενδιαφέρει κι αυτή η πτυχή μου.
Photo by Rui Vasco
Όταν ακούω πολιτικές αναλύσεις σχετικά με τα εθνικά μας θέματα, πολλοί λένε ότι δυστυχώς δεν συνορεύουμε με το Λουξεμβούργο, ούτε είμαστε σαν την Πορτογαλία που το μόνο που φοβάται είναι μήπως τους κάνουν εισβολή οι μπακαλιάροι… Καταλαβαίνω τι εννοείς αλλά δυστυχώς έχουμε κι εμείς τώρα να αντιμετωπίσουμε μια εισβολή από ανθρώπους με μια συγκεκριμένη θρησκευτική και κοινωνική ατζέντα. Οι Πορτογάλοι και οι Έλληνες είμαστε λαοί με μεταναστευτική παράδοση αλλά πάντα ξέραμε πώς να προσαρμοστούμε εκεί που πηγαίναμε. Πάντως, πέρα από αυτό, τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι πρώτον, οι πολιτικοί, οι οποίοι αδιαφορούν τελείως για τα θέματα που απασχολούν τους πολίτες και μόνο νοιάζονται για το πώς θα τσεπώσουν περισσότερα και δεύτερο, η οικονομική ανισότητα, γιατί ποτέ άλλοτε στην Ιστορία, δεν υπήρξε τόσο χρήμα στα χέρια τόσο λίγων. Μας κυβερνάνε λύκοι, αλλά όχι αυτοί για τους οποίους τραγουδάω στους δίσκους των MOONSPELL. Γιώργος Γκούμας
Πολυαγαπημένοι του ελληνικού κοινού οι Σουηδοί GRAVEYARD. Αρκετές οι συναυλίες τους στη χώρα μας και όλες τους τουλάχιστον αξιόλογες. Ακόμη και στην χειρότερή τους φάση, το 2016, ένα βήμα πριν την, προσωρινή ευτυχώς, διάλυσή τους, η απόδοσή τους την πέρασε τη βάση και με άνεση μάλιστα. Τώρα βέβαια, οι συνθήκες ήταν κατά πολύ καλύτερες, η μπάντα τα τελευταία χρόνια έχει μπει για τα καλά σε σταθερή τροχιά και αυτό φάνηκε πεντακάθαρα σ’ αυτήν τους την εμφάνιση.
Στις 20:00 άνοιγαν οι πόρτες, στις 22:00 θα έβγαινε το group. Ούτε support, ούτε τίποτα. Να πω πως δε μου άρεσε αυτό; Ψέματα θα πω! Είχα επιθυμήσει μια συναυλία όπου θα πήγαινα να παρακολουθήσω μία (1) μπάντα, χωρίς να στέκομαι ώρες ολόκληρες «κλαρίνο». Συνήθισα πια και το FLOYD. Στην αρχή με μπέρδευε, με αποπροσανατόλιζε όλη αυτή η ριζική αλλαγή του χώρου, αλλά τώρα μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι πρόκειται περί αρίστου venue. Βλέπεις από παντού το ίδιο, ακούς το ίδιο, κινείσαι άνετα, το προσωπικό ευγενέστατο και επαρκέστατο, ο εξαερισμός είναι πολύ καλός και οι συνθήκες γενικά άψογες. Μπράβο και στο κοινό που δεν άναψε τσιγάρο (κάθε είδους) ούτε για δείγμα.
Το κοινό. Δεν έχω παρευρεθεί και σε λίγες αντίστοιχες συναυλίες! Όλο αυτό το vintage rock κίνημα το αγαπώ πολύ και το παρακολουθώ στενά. Ενώ λοιπόν όπου η πλάστιγγα γέρνει προς το 70s proto metal και το occult, με τους παραδοσιακούς metalheads είναι η πλειοψηφία, ο ηλικιακός μέσος όρος ανεβαίνει πολύ, σε σχήματα σαν τους GRAVEYARD, όπου η πλάστιγγα γέρνει προς το garage, τα blues, τη ψυχεδέλεια, ο μέσος όρος «βουτά» κατακόρυφα! Κάτι σημαίνει αυτό, όπως και να το κάνουμε! H αρένα που λες, ήταν γεμάτη από νεαρά παιδιά, από Λυκειόπαιδα και φοιτητόκοσμο, γεγονός που με γέμισε αισιοδοξία! Πολύ ωραίο θέαμα!
Σαν έδειξε το ρολόι 22:00, τα φώτα άρχισαν να χαμηλώνουν και μετά να «παιχνιδίζουν» επάνω στο εξώφυλλο του πιο πρόσφατου “6”, που είχε τον ρόλο του background. Οι τέσσερεις Σουηδοί πήραν τις θέσεις τους και με το «καλημέρα», φάνηκε πως η βραδιά θα κυλούσε πανέμορφα. Ο ήχος; Τέλειος. Πολλά τα παράπονα που έχουν ακουστεί κατά καιρούς για το FLOYD, όσον αφορά τον ήχο του. Λοιπόν, να σας ενημερώσω, όλους εσάς που κάποια στιγμή παραπονεθήκατε (δικαίως, γιατί ξέρω για ποια live μιλάτε), πως δεν ευθύνεται ο χώρος, αλλά οι μπάντες που είδατε. Όσο πιο «πλούσια» η μουσική, όσο περισσότερα τα προηχογραφημένα και οι «πλάτες», τόσο μεγαλύτερο το ρίσκο. Εδώ, που δεν υπήρχαν τέτοια «φτιασίδια» κι όλα θύμιζαν 60s και 70s rock δίχως «φανφάρες», ο ήχος βγήκε… λουκούμι!
Σε μεγάλα κέφια λοιπόν οι GRAVEYARD (μεγάλα για τους ίδιους, δεν τους λες και “party” τύπους), έδωσαν ένα έξοχο live με μεγάλο (πάλι για τους ίδιους) set 90 λεπτών, με τον δικό τους κόσμο να τους αποθεώνει και με μουσικόφιλους που δεν τους ήξεραν και τους είδαν πρώτη φορά να μιλούν με κολακευτικά λόγια στο τέλος (είχα σχετική συζήτηση, χαιρετισμούς στην παρέα μου κι από δω). Ήταν παραπάνω από καλοπροβαρισμένοι, απείχαν από το να χαρακτηριστούν «ρομποτάκια» και είχαν πολύ έντονη την τάση του επιτόπιου jamming (στο “Walk on” μείναμε άλαλοι), κάτι που ανέκαθεν μου άρεσε σε τέτοιου είδους μπάντες.
Ο κιθαρίστας/τραγουδιστής/αρχηγός Joakim Nilsson είναι μια γνήσια rock φιγούρα. Το ίδιο και οι υπόλοιποι βέβαια. Ο μπασίστας/τραγουδιστής Truls Mörck, του οποίου η μπασαδούρα εκεί που στεκόμουν με πήρε και με σήκωσε, ο Jonatan Larocca-Ramm στη lead κιθάρα και φυσικά, αυτός που για μένα πάντα, έκλεψε όλες τις εντυπώσεις, ο μικρός θεός των τυμπάνων Oskar Bergenheim. Πίσω από το λιτό και απέριττο drum kit του, να σείει τον χώρο με τη γκρούβα του και να φτάνει να παίζει μέχρι και blastbeats (!) επάνω σε καθαρά heavy rock φόρμες! Θα έπρεπε να τον παρακολουθήσουν αρκετοί drummers, που νομίζουν πως «φορτώνοντας» με «πλαστικό», τριγκαρισμένο ήχο τη μουσική, ακούγονται εντυπωσιακοί. Να τον παρακολουθήσουν για να καταλάβουν γιατί ακούγονται αστείοι και γιατί εμείς γελάμε.
Δεν πρέπει να έχουμε παράπονο για τα τραγούδια. Ήταν λογική η εστίαση στα δύο τελευταία τους άλμπουμ “Peace” και “6”, το πρότερο υλικό το έχουν τιμήσει και με το παραπάνω στο παρελθόν. Μου άρεσε που τα πιο γρήγορα κομμάτια δεν είχαν τη μερίδα του λέοντος έναντι των αργών (μπορείς να πεις και το αντίστροφο) και έτσι το set δεν «κρέμασε» πουθενά. Σε διαμαντάκια σαν τα “Bird of paradise”, “Slow motion countdown” και “Sad song”, το συναίσθημα περίσσεψε, για να έχουμε και για του χρόνου! Όσο για τα “Uncomfortably numb” και “The Siren” που απολαμβάνουν των περισσοτέρων αποθεωτικών αντιδράσεων, μπορεί να «εκνευρίζουν», όπως «εκνευρίζει» πχ το “I want out”, το “Fear of the dark” ή το “Breaking the law”, αλλά έχουν πια και με τη βούλα το status των κλασσικών rock συνθέσεων. Θα μείνουν στον Χρόνο, δίπλα στα μεγάλα έπη του παρελθόντος, χωρίς αυτό να αποτελεί ύβρη.
Καταληκτικά, ήταν μια εξαίσια βραδιά, ευγενική χορηγία ενός από τα καλύτερα συγκροτήματα της γενιάς του. Το παρελθόν ενώθηκε με το παρόν και μαζί, ατενίζουν το μέλλον με μεγάλη αισιοδοξία. Γιατί αυτό το rock, φίλε μου, είναι προορισμένο να θάψει ακόμη και τον… Highlander. Κι αν δε με πιστεύεις, ρώτα τα πιτσιρίκια στην αρένα. Αυτά, θα στα πουν καλύτερα.
Την τελευταία του πνοή, άφησε σε ηλικία 73 ετών, ο πρώην ντράμερ των JUDAS PRIEST, Les Binks.
Ο Binks, είχε παίξει στους PRIEST από το 1977 έως το 1979 και ηχογράφησε μαζί τους το “Stained class”, το “Hell bent for leather” (ή “Killing machine” όπως ονομαζόταν στη Μ. Βρετανία) και το live “Unleashed in the East”. Από το 2019 έως το 2021, έπαιζε με τον KK Downing στους KK’S PRIEST.
Οι JUDAS PRIEST εξέδωσαν την ακόλουθη ανακοίνωση:
“Είμαστε βαθιά λυπημένοι για την απώλεια του Les και στέλνουμε την αγάπη μας στην οικογένειά του, τους φίλους και τους θαυμαστές του.
Το εξαιρετικό του παίξιμο στα τύμπανα ήταν πρώτης κλάσης — αποδεικνύοντας τις μοναδικές του τεχνικές, το πάθος, το στυλ και την ακρίβειά του.
Ευχαριστούμε Les — η αναγνώρισή σου θα ζει για πάντα…”
Όντας πρώην μόνιμος κάτοικος εξωτερικού για 25 χρόνια, είχα χάσει την καριέρα των NIGHTSTALKER από την αρχή της και γι’ αυτό εκείνη η βραδιά Παρασκευής ήταν η πρώτη φορά που θα τους έβλεπα ζωντανά. Εντωμεταξύ συνάντησα ένα παιδί ο οποίος μου είπε ότι τους είχε δει ζωντανά σχεδόν είκοσι φορές και, έτσι (κι αφού μετά είδα ιδίοις όμμασι, την συμπεριφορά του κοινού που γέμισε την αίθουσα), συνειδητοποίησα ότι είχα χάσει για τόσα χρόνια μια σημαντική σελίδα στην ιστορία της Ελληνικής ροκ σκηνής.
Η πλάκα ήταν ότι, αφού μιλάμε για ένα live stoner μουσικής, οι υπεύθυνοι της αίθουσας την είδαν την δουλειά και ανακοίνωσαν λίγο πριν την έναρξη, μέσω μεγάφωνων, ότι απαγορευόταν το… «κάπνισμα»· στο τέλος της αναγγελίας, ένα ζευγάρι μπροστά μου άρχισε να στρίβει ένα… «τσιγάρο» επειδή “fuck you”!
Την live τελετή την ξεκίνησαν οι VULCAN ITCH, ένα Αθηναϊκό power trio, των οποίων η φιλοσοφία είναι απλή: noise, alternative, garage, punk ή stoner, δεν έχει σημασία· πάτα το γκάζι μέχρι τέρμα και μην κοιτάς προς τα πίσω. Και γι’ αυτό, για πρώτη φορά έβλεπα μια support μπάντα να παίζει 13 κομμάτια. Yπάρχουν κομμάτια όπως το “Liars and Betrayers”, “So Cold”, “Now or Never”, “Addicted to the Dark” και “The Way” που θυμίζουν αντίστοιχα τους BILLY TALENT, FOO FIGHTERS, QUEENS OF THE STONE AGE, ROYAL BLOOD και ALICE IN CHAINS ενώ στο “Is it Happening” φαίνεται ότι κλείνουν το μάτι και στο power pop των BEATLES. Με αυτό θέλω να πω ότι υπάρχει μια κάποια ποικιλία στον ήχο και ρυθμό τους αλλά εκείνη την βραδιά, ο ήχος δεν ήταν μαζί τους γιατί το μπάσο ακούγονταν πάνω από όλα και όλους, το οποίο μείωσε κατά πολύ, για μένα τουλάχιστον, την αποτελεσματικότητά τους επί σκηνής. Αυτό όμως δεν φαίνεται να πείραξε και πολύ το κοινό που τους επευφήμησε και με το παραπάνω.
Kατά τις 22:45, βγήκαν και οι NIGHTSTALKER με την αποστολή να μας παρουσιάσουν τον ένατο δίσκο της καριέρας τους, ‘Return from the Point of No Return’. Λοιπόν, δεν είμαι τέλειος γνώστης της μπάντας αλλά ξέρω ότι μου αρέσει κάτι εάν ακούσω ένα δίσκο από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς να κοιτάω την ώρα ή να σκέφτομαι τι θα δειπνήσω μετά και μετά από αυτά που διάβασα και αυτά που μου είπαν κάποιοι οπαδοί, παίζει να είναι από τους καλύτερους, εάν όχι ο καλύτερός τους δίσκος, οπότε δεν χρειάστηκε να μας πείσουν και πολύ· μας είχαν ήδη στο τσεπάκι πριν καν βγουν επί σκηνής και τα πρώτα mosh pits και crowd surf δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους.
Η μπάντα ήταν σε μεγάλα κέφια, με τον ντράμερ, Ντίνο Ρούλο, σαν master of ceremonies, να μας προτρέπει με τις μπαγκέτες του να φέρνουμε το συνεχές χάος στην αίθουσα. Ο Αντρέας Λάγιος στο μπάσο και ο Τόλης Μότσιος στην κιθάρα, είναι η ήρεμη δύναμη της μπάντας, αφήνοντας έτσι να πέφτει όλη η προσοχή πάνω στον Argy ο οποίος προτιμά να επικοινωνεί με το κοινό μέσω των κινήσεων του σώματος παρά με τα λόγια (το μόνο που θυμάμαι να μας είπε, ήταν μετά το τέλος του “Forever Stoned” που μας χαρακτήρισε όλους ως «σέξυ κοινό»).
Στο “Shallow Grave”, μάλιστα, ανέβηκε και η μικρή Δανάη Λάγιου, κόρη του Ανδρέα, αλλά δεν θα σας πω ψέματα: το κοινό σεκόνταρε τόσο δυνατά όλα τα τραγούδια τους που ίσα ίσα διακρίνονταν κάπως οι φωνές των κοριτσιών. Τα καινούργια κομμάτια συμπλέκονταν με τα παλιά σε μια αλληλουχία που ξετρέλαινε το κοινό, κι ο Argy καμιά φορά έβγαζε και το ντέφι όπως στο “Falling Inside” ή τις μαράκες (“Just A Burn”) ενώ για το τελευταίο κομμάτι, “Children of the Sun”, έπαιξε λίγο και την κόνγκα με μπαγκέτες.
21 κομμάτια συνολικά και με τον καινούργιο δίσκο παιγμένο ολόκληρο, ξέροντας και αυτοί ότι όντως, μετά από έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας και μ’ ένα προηγούμενο δίσκο όχι στο ύψος των περιστάσεων, κατά γενική παραδοχή, όντως έχουν επιστρέψει από το σημείο της μη επιστροφής αν και ποτέ τους δεν είχαν εξαφανιστεί από την καρδιά των οπαδών. Καλώς ήρθατε πίσω μπαντάρα.
Γιώργος Γκούμας
Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας
SETLIST
Dust
Heavy Trippin’
Uncut
Forever Stoned
Just A Burn
Return From the Point of No Return
Use
Never Know (Supersonic)
Shipwrecked Powder Monkey
Shallow Grave
Falling Inside
Sweet Knife
Cursed
The Dog That No-One Wanted
Zombie Hour
Baby, God is Dead
Trigger Happy
Flying Mode
Go Get Some
Dead Rock Commandos
Children of the Sun
Είσαι οι MESSA. Έχεις βγάλει ένα δίσκο σαν το “Close” πριν από τρία χρόνια που έκανε όλη την μεταλλική κοινότητα όχι μόνο να μιλά για εσένα αλλά και να μένει άναυδη από την ποιότητα της μουσικής σου και να τοποθετεί την κυκλοφορία σου αυτή στα top της χρονιάς σε κάθε σοβαρό έντυπο, site κτλ και εκεί που περιφερόσουν στο underground με τα δύο σου πρώτα άλμπουμ, πλέον το όνομα σου γίνεται οικείο και συζητείται έντονα και με θαυμασμό για το πρόσφατο επίτευγμά σου.
Έρχεσαι επίσης έπειτα και από τα μέρη μας για ένα τρομερό (αλλά κάπως σύντομο) live και εκεί καταλαβαίνουμε ότι αυτή η μπάντα ήρθε για να μείνει.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το “Close” στον “The spin” το σχήμα έπαιξε παντού και καθιέρωσε το όνομά της σε έναν έντονα ανταγωνιστικό χώρο και επιπλέον πραγματοποίησε την μεγάλη μεταγραφή, αφού πλέον από την “μικρή” Svart μεταπήδησαν στα σαλόνια της Metal Blade Records. Ένα λογικό και απολύτως φυσιολογικό βήμα που θα βοηθήσει την δημοτικότητα και αναγνωσιμότητα τους στο παρόν και στο μέλλον.
Το ερώτημα που άτυπα τίθεται όταν κυκλοφορείς έναν μαγευτικό δίσκο σαν τον “Close” είναι πως το ξεπερνάς και πως προχωράς στην επόμενη σελίδα. Η μπάντα από την Ιταλία φαίνεται ότι είναι και πολύ μελετημένη αλλά και έχει τρομερή αυτοπεποίθηση ώστε να καταφέρει να απαντήσει πολύ ξεκάθαρα στο νέο τους δίσκο.
Οι ανατολίτικες ατμόσφαιρες, ο μυστικισμός, ο μεσαίωνας, τα ξόρκια και οι μάγισσες δεν έχουν θέση στον νέο δίσκο, πλέον χαράζουν ρότα για διαφορετικές κατευθύνσεις και με το πρώτο κομμάτι που δίνουν στην δημοσιότητα το κάνουν σχεδόν ξεκάθαρο. Το “At races” έχει μια post punk αύρα που θυμίζει ΚΙLLING JOKE αλλά είναι απόλυτα ενσωματωμένη στην μουσική ταυτότητα του σχήματος που μεταλλάσσεται σταδιακά σε μια doom rock κατάσταση, γνώριμη πλέον και χαρακτηριστική με τα φωνητικά της Sara να σε ταξιδεύουν Όταν ακούσεις πλέον τον δίσκο θα δεις ότι το κομμάτι αυτό που είναι το δεύτερο στην αρίθμηση του tracklisting ακολουθεί το “Void Meridian” που ξεκινά με μια post punk μελωδία για να εξελιχθεί σε μια εξαιρετική doom rock σύνθεση από την μέση και μετά με φοβερά solos και πάλι άριστη ατμόσφαιρα. Η σύνδεση είναι προφανής και ιδεατή.
Η συνέχεια με το “Fire through the roof” όπου o χαρακτηριστικός occult doom χαρακτήρας τους κάνει πλέον αισθητή την παρουσία του, επίσης πρέπει όλοι να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή και σημασία στον Αlberto που βάζει φωτιά στα τάστα της κιθάρας του. Το “Immolation” είναι μια μπαλάντα που ξεκινά με πιάνο και ξεδιπλώνει με μαεστρία τον λυρισμό της για να κλείσει ατμοσφαιρικά την πρώτη πλευρά του δίσκου.
Το “The dress” που ανοίγει την δεύτερη πλευρά του δίσκου είναι το δεύτερο κατά σειρά δείγμα που είχαμε ακούσει. Αυτό το οκτάλεπτο track κατακλύζεται από την ατμοσφαιρική ασπίδα του σχήματος που εδώ απογυμνώνεται, αφήνοντας το συναίσθημα να ξεχειλίσει. Η απόρριψη μέσω της ερμηνείας της Sara εκφράζεται σπαρακτικά και επιπλέον το jazz noir πέρασμα στην μέση και το ροκάδικο λυρικό solo προς το τέλος θα έρθουν για να δώσουν πληρότητα στην εξαιρετική αυτή σύνθεση.
Στο “Reveal” που αποτελεί από τα πιο αγαπημένα μου στον δίσκο δεν μπορώ παρά να θαυμάσω την ευρηματικότητα του group να γράψει μια garage-o- doom σύνθεση με blues/ ZEPPELIN αναφορές αλλά προσαρμοσμένη στον doom ήχο τους. Καταπληκτικό κομμάτι που θα έβαζα στον Jack White να το ακούσει με την πρώτη ευκαιρία αν είχα μου δινόταν η δυνατότητα.
Τέλος η αυλαία θα πέσει με τον ιδανικό τρόπο με άλλο ένα οκτάλεπτο κομμάτι το “Thicker blood” που ξεκινά μέσω πλήκτρων για να οδηγηθεί σε μια μοναδική doom κατάσταση που μέσα της περνούν και καταγράφονται όλα τα στοιχεία που κάνουν τους MΕSSA μοναδικούς, ο λυρισμός, η σκοτεινή ατμόσφαιρα, η ερμηνεία. Ένα πραγματικό αριστούργημα που έχει τοποθετηθεί καίρια εδώ ώστε η αυλαία να πέσει μεταφέροντας σου το αίσθημα της λύτρωσης και της κάθαρσης.
H μπάντα δηλώνει ότι δεν τους αρέσει να επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους και συνεχώς προσπαθούν να βρουν μια νέα γλώσσα για να εκφράσουν τον εαυτό τους καθώς κρατούν την μουσική τους ταυτότητα τους ακέραιη και ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ κάνουν στο “The spin”. Xαράσουν νέα μονοπάτια σε έναν ολοδικό τους δρόμο, δρόμο που άνοιξαν με την αξία τους και την ικανότητά τους. Ένα μουσικό έργο που ακούγεται με τα αυτιά ορθάνοιχτα και τις αισθήσεις σε ετοιμότητα.
Μοναδικό σχήμα, άλλο ένα καταληκτικό άλμπουμ, άλλο ένα top για το τέλος της χρονιάς!
Πέρασαν 7 ολόκληρα χρόνια από το “The order” για να κυκλοφορήσουν το τρίτο τους άλμπουμ. Στο μεσοδιάστημα, όμως, κυκλοφόρησαν ένα τρομερό split LP με τους θρύλους του black metal, MYSTIFIER. Στο “Under Satan’s wrath” (2022) οι LUCIFER’S CHILD έδειξαν στοιχεία που τους διαφοροποιούσαν από τις δύο πρώτες τους κυκλοφορίες την προηγούμενη δεκαετία. Αυτά τα στοιχεία έχουν ολοκληρωθεί στο έπακρο με αυτόν τον δίσκο, του οποίου η διαμόρφωση κράτησε όλα αυτά τα χρόνια.
Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το “The illuminant” ξεκινούν από την πομπώδη του ατμόσφαιρα, που αγγίζει την ηχητική μεγαλοπρέπεια του “Hammerheart” των BATHORY. Μόνο που η αρμάδα του Γιώργου Εμμανουήλ τη χρησιμοποιεί ως ηχητικό σχεδιασμό και όχι ως τρόπο σύνθεσης όπως συνηθίζεται, απομακρύνοντας τους το επικό στοιχείο, όπως συμβαίνει στο κλείσιμο του δίσκου με το “All is prelude”. Το “Ichor” με τα υμνικά φωνητικά και την τελετουργική του mid tempo μουσική επένδυση είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του τι είναι οι LUCIFER’S CHILD εν έτει 2025. Είναι η μπάντα που ξεχωρίζει από τις μυριάδες νέες black metal μπάντες που αναλώνονται σε νεωτερισμούς και δάνεια από τα 90s για να προσεγγίσουν κοινό που αρέσκεται σε φόρμες και συγκεκριμένο ήχο. Ακόμα και όταν γίνονται καταιγιστικοί όπως στο “Righteous flama” καταφέρνουν να ακούγονται ιδιότυποι τόσο ηχητικά, όσο και εκτελεστικά, γεγονός σπάνιο στις νέες μπάντες των τελευταίων πολλών ετών.
Κάθε κομμάτι του δίσκου στέκεται αυτόνομα, δημιουργώντας ένα σύνολο που διαπνέεται από διαφορετική προσέγγιση στη δομή, στη riffολογία, όσο και στους ρυθμούς και τις ταχύτητες. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι τα κομμάτια δουλεύτηκαν για αρκετό χρονικό διάστημα με γνώμονα να είναι ολοκληρωμένα, έχοντας φωνητικές γραμμές που δένουν άψογα στο mid tempo “Curse”.
Για να πετύχει ένα συγκρότημα να ακούγεται ιδιότυπο στις μέρες μας στο μαυρομεταλλικό χώρο απαιτείται βιωματική σχέση με τον χώρο. Ο Γιώργος Εμμανουήλ ως συνθέτης αξίζει τα εύσημα για τη συνθετική ευφυία του “The heavens die”, στο οποίο ενώνεται η 90s black metal ατμόσφαιρα με τον σύγχρονο ήχο, που υπογράφει ως παραγωγός.
Θαρρώ πως με αυτός ο δίσκος είναι ένα statement του πως είναι το black metal εν έτει 2025 και λειτουργεί όχι ως οδηγός για τις νέες μπάντες, αλλά ως σημείο έμπνευσης και συνένωσης ιδεών με τα στοιχεία που έκαναν ιδιαίτερο το black metal διαχρονικά. Πολύπλευρο και με μια υποβλητική εσωτερική δύναμη, το “The illuminant” στέκεται άξια στις κορυφαίες κυκλοφορίες της τρέχουσας δεκαετίας, καθιστώντας τους LUCIFER’S CHILD leaders and not followers!
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 27, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to