Tuesday, April 28, 2026




Home Blog Page 89

STEVEN WILSON – “The overview” (Virgin)

0
Wilson

Wilson

Κάθε νέα κυκλοφορία από τον Steven Wilson μετά από τον πάταγο των “The raven that refused to sing” και “Hand cannot erase” θα διχάζει και δημιουργεί ανάμικτες εντυπώσεις κυμαινόμενες από ενθουσιασμό σε πλήρη απογοήτευση. Αλλά το χαβά του αυτός. Κάνει αυτό που τον εκφράζει στην εκάστοτε φάση της καριέρας του. Με το “To the bone” ήθελε να κάνει κάτι πιο pop/rock και να αρχίσει να πειραματίζεται (όπως έκανε στα πρώτα PORCUPINE TREE άλμπουμ) με την ηλεκτρονική μουσική και την τεχνολογία κάτι που κορυφώθηκε με το electro pop/ambient “The future bites”. Βλέπετε, ο Wilson είναι πάνω απ’ όλα οπαδός σχεδόν κάθε είδους μουσικής – από τους OPETH μέχρι και μινιμαλιστική drone μουσική, κάτι που θα διαπιστώσετε αν ακούτε το podcast the album years που κάνει με τον συμπαίκτη στους NO-MAN Tim Bowness.

Πολλοί ακόμα ισχυρίζονται πως ο Wilson είναι ένας μοντέρνος David Bowie, δηλαδή ένας καλλιτέχνης με ευρεία γκάμα ταλέντων που αψηφά κατηγοριοποίηση κάτι με το οποίο συμφωνώ. Με το “The harmony codex”, φαινόταν να συνοψίζει όλες τις μέχρι τότε τάσεις του δίνοντας μας μερικά ηλεκτρονικά κομμάτια, μερικά fusion/prog, ambient, FLOYDικές ακουστικές prog μπαλάντες και πιο heavy/rock ψυχεδελικά κομμάτια. Προσωπικά μου άρεσε πολύ, αλλά έπασχε από μια έλλειψη συνοχής σαν δίσκος αλλά και στις επιμέρους συνθέσεις καθώς δεν είχε ακόμα βρει τον τρόπο να τελειοποιήσει μια ενορχήστρωση που να εγκολπώνει όλες τις διάφορες τάσεις που συχνά αναμειγνύει. Με τον νέο του δίσκο, “The overview”, επιτέλους το καταφέρνει και μας προσφέρει μια λιτή μεν, αλλά απολύτως ολοκληρωμένη σύνοψη όλων όσων κάνουν τον Steven Wilson μουσικό, συνθέτη, καλλιτέχνη και σκεπτόμενο άνθρωπο.

Αναφέρθηκα στο podcast του Wilson. Εκεί φαίνεται να έχει μια νοσταλγία για ένα album format πίσω στα 70s όταν είχες μία πλευρά ενός δίσκου με κομμάτια που έφταναν στα 25 λεπτά περίπου και μια δεύτερη με ισόποση διάρκεια. Το σκεπτικό του side α και side b βρίσκεται πίσω από την συνάμα ρηξικέλευθη και retro επιλογή του να γράψει μονάχα δύο κομμάτια, αντίστοιχα 23 και 18 λεπτών με τη συνολική διάρκεια να φτάνει τα 41 λεπτά. Προσωπικά, το βρίσκω ανανεωτικό και ευχάριστο να έχεις τόση μουσική σε μια μικρή αλλά μεστή συσκευασία.

Με το “The overview” γίνεται σίγουρα μια επιστροφή στο prog rock που μας έμαθε ο Wilson, κάτι που μαρτυράται μεν από τις επικές διάρκειες αλλά περισσότερο δε από το περιεχόμενο των δύο συνθέσεων που κοσμούν τις δύο όψεις του δίσκου. Το πρώτο, με τον τρομερό τίτλο “Objects outlive us”, έχει περισσότερες κιθάρες και τύμπανα απ’ ότι μας έχει συνηθίσει ο καλλιτέχνης τα τελευταία χρόνια και περιέχει τρομερές εναλλαγές στο ύφος, το μέτρο, τον ήχο και τις εντάσεις. Είναι σε φάσεις βαρύ και ογκώδες, απαλό, ταξιδιάρικο και ατμοσφαιρικό. Περιέχει σαφέστατες νύξεις στο “raven” αλλά αναμειγνύει με τρομερή μαεστρία το ambient και τους PINK FLOYD του “Dark side of the moon” που αποτελεί κοινή συνιστώσα στο άλμπουμ. Ναι μεν ακούμε τις κλασσικές αναφορές σε 70s prog γίγαντες και μάλιστα χωρίς πολλά έξαλα σόλο, αλλά το παιχνίδι με την τεχνολογία και την ηχοληψία μας πάει σίγουρα πίσω στο “Dark side”. Και ο Wilson είναι μάστορας σ’ αυτό.

Το κομμάτι διηγείται το concept του δίσκου που έχει να κάνει με την αίσθηση δέους που νιώθει ο άνθρωπος βλέποντας τη Γη από το διάστημα και τούμπαλιν. Οι στίχοι φανερώνουν τις σκέψεις ενός καλλιτέχνη που προσπαθεί να περάσει νοήματα μέσα και από τη μουσική, κάτι που ο Wilson κατάφερε με την προώθηση του δίσκου καθώς δεν υπήρξαν singles αλλά μια ταινία με τον τίτλο “The overview” που παίχτηκε σε επιλεγμένους κινηματογράφους. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ πάνω στο overview effect που βιώνουν αστροναύτες όταν βλέπουν τη Γη. Ο Wilson μπορεί και το κάνει να μην ακολουθεί την πεπατημένη και να δρα ολιστικά σαν καλλιτέχνης. Το “Objects outlive us” σηματοδοτεί μια απρόσμενη επιστροφή στο ύφος του “raven” αλλά είναι πάνω απ’ όλα η ατμόσφαιρα του που με κερδίζει μιας και θα μπορούσε να συνοδεύει το soundtrack μιας ταινίας όπως το «2001 Οδύσσεια του Διαστήματος». Το κομμάτι σε ταξιδεύει, σε ξεσηκώνει, προκαλεί μελαγχολία αλλά και αγαλλίαση. Και με τους μουσικούς που τον πλαισιώνουν, Theo Travis, Craig Blundell, Adam Holzman, Randy McStine, πώς να μην σε συνεπαίρνει.

Στη δεύτερη όψη, ακούμε την πιο μεστή και άρτια ανάμιξη του prog rock με την ηλεκτρονική/ambient μουσική στη μέχρι τώρα δισκογραφία του Wilson. Το ομώνυμο κομμάτι είναι σαφώς πιο ματζόρε, σαν να μας διηγείται ένα αίσθημα χαράς βλέποντας το μεγαλείο του κόσμου από το διάστημα. Ακούγεται σαν το “To the bone” να συναντά όλη τη πρώιμη δισκογραφία των PORCUPINE TREE μέχρι και το “Lightbulb sun” με πολλές ξεκάθαρες νύξεις στο “Dark side of the moon”. Η απαγγελία της συζύγου της Rotem Wilson στα πρώτα ambient λεπτά λειτουργεί σαν ένα ηχητικό χαλί με μια ευφάνταστη πολύχρωμη παλέτα. Στα πιο rock μέρη του, θυμίζει πολύ πρώιμους PORCUPINE TREE ενώ στο ορχηστρικό μέρος, ο Adam Holzman οργιάζει στα πλήκτρα σαν άλλος Richard Wright ενώ το κλείσιμο με το σαξόφωνο του Travis είναι ανατριχιαστικό. Το κομμάτι είναι περισσότερο ambient/ατμοσφαιρικό και το μόνο σίγουρο είναι πως στη ερχόμενη περιοδεία, όπου θα παρουσιαστεί ολόκληρος ο δίσκος, το κομμάτι θα προκαλέσει πολλά έντονα συναισθήματα γνωρίζοντας ειδικά πως ο ήχος στις ζωντανές εμφανίσεις του Wilson είναι καθηλωτικός. Φυσικά για την παραγωγή και μίξη του δίσκου, τι να σας πω; Εξοπλιστείτε με καλά ακουστικά και αφήστε τους εαυτούς σας να χαθεί στο υπερπέραν.

Αν τα καταφέρατε να φτάσετε μέχρι εδώ, μπορεί να αναρωτιέστε γιατί τόσο κείμενο για έναν τόσο σύντομο δίσκο; Μα φυσικά γιατί με το “The overview” ο Steven Wilson ολοκληρώνει έναν κύκλο και μας προσφέρει την πιο μεστή του δουλειά μέχρι το παρόν, ένα άλμπουμ γεμάτο απαιτητική και εκλεπτυσμένη μουσική που αψηφά ταμπέλες, ένα γνήσιο έργο τέχνης που μελλοντικά θα μνημονεύεται ως κλασσικός.

9 / 10

Φίλιππος Φίλης

WARBRINGER – “Wrath and ruin” (Napalm Records)

0
Warbringer

Warbringer

Δεν ξέρω για εσάς αλλά για μένα τουλάχιστον, η χρονιά εξελίσσεται σε μια από τις πιο συναρπαστικές στον ακραίο ήχο, με τη μία φοβερή κυκλοφορία να διαδέχεται την άλλη, κάθε μήνα! Και όλα αυτά ενώ αναμένονται και νέες κυκλοφορίες από θρυλικές μπάντες του χώρου όπως οι DARK ANGEL και οι CORONER. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και νεότερες μπάντες που αφήνουν και αυτές το στίγμα τους με πυρακτωμένα γράμματα στο thrash βιβλίο που διαβάζουμε.

Μια από αυτές τις περιπτώσεις είναι και οι Αμερικανοί WARBRINGER που, ακόμα και από το άγουρο ντεμπούτο τους το “War without end” του 2008, έδειξαν ότι προορίζονται για μεγάλα πράγματα. Η πορεία τους δικαίωσε τις προσδοκίες του κόσμου καθώς οι WARBRINGER ανέβαιναν επίπεδο σε κάθε κυκλοφορία τους, με αποκορύφωμα τα δύο τελευταία τους άλμπουμ “Woe to the vanquished” και “Weapons of tomorrow” του 2017 και 2020  αντίστοιχα, και με τα οποία έφτασαν στο peak τους… ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα!

Βλέπετε, το νέο, έβδομο άλμπουμ των WARBRINGER, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες με τον τίτλο “Wrath and ruin”, φιλοδοξεί να εδραιώσει για τα καλά τους Αμερικανούς στην thrash metal ελίτ, και τα καταφέρνει περίφημα. Από το φανταστικό εξώφυλλο δια χειρός Andreas Marschall καταλαβαίνει κανείς ότι τα πράγματα εδώ είναι επικίνδυνα.  Όταν μάλιστα σκάει η riffάρα του εναρκτήριου “The sword and the cross” τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Οι λεβέντες δεν αστειεύονται καθόλου, μα καθόλου όμως.

Το ξύλο πέφτει ανελέητο σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, ενώ οι συνθέσεις ακούγονται πιο άρτια δομημένες από ποτέ. Κιθάρες που παραπέμπουν άμεσα στους EXODUS και λιγότερο στους TESTAMENT, χωρίς όμως να μπαίνουν στην παγίδα του ξεπατικώματος, εξάλλου οι WARBRINGER έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν τη δική τους ταυτότητα όλα αυτά τα χρόνια. Υπάρχουν κομμάτια όπως τα “Neuromancer”, ”Through a glass, darkly” που φανερώνουν μια πιο σκοτεινή αλλά και ελκυστική πτυχή των Αμερικανών και από την άλλη έχουμε headbanging μέχρι λιποθυμίας σε κομμάτια όπως το “The jackhammer” (μόνο εγώ βλέποντας τον τίτλο σκέφτηκα τον Goldberg από το WWE;), “A better world” και κυρίως το πορωτικό “Strike from the sky” με το φανταστικό old school riff του.

Τα πιο ιδιαίτερα κομμάτια όμως είναι αυτά που κλείνουν τον δίσκο, το “Cage of air” με τις καταπληκτικές εναλλαγές του και τη σχεδόν black metal χροιά του με τα blastbeats στο τέλος του να σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό, και το “The last of my kind”,το πιο (ας μου επιτραπεί η έκφραση) επικό τραγούδι του δίσκου, ένα κομμάτι που είμαι σίγουρος ότι θα “μιλήσει” στις καρδιές πολλών. Μικρή παύση…

On the path I tread
There are none but I
I raised a clenched fist to an unconquered sky
And each step I walk
I walk it alone
I defy the lords, I spit on their thrones

Η μπάντα ακούγεται κυριολεκτικά φρενιασμένη, με την κιθαριστική δουλειά να κλέβει τις εντυπώσεις, πράγμα άδικο για την φοβερή απόδοση των υπολοίπων μελών και κυρίως του τραγουδιστή John Kevill αλλά πραγματικά, τα riffs και τα solos που ακούγονται σε αυτόν τον δίσκο θα έκαναν τον Gary Holt πολύ υπερήφανο!

Αξίζει, τέλος, να αναφέρουμε ότι στην limited edition του δίσκου υπάρχει και ένα bonus CD με τίτλο “Ravaging Europe 2023” με επιλεγμένα live κομμάτια από την Ευρωπαϊκή περιοδεία των WARBRINGER εκείνη τη χρονιά, που αξίζει και με το παραπάνω να επενδύσετε σε αυτήν καθώς οι λεβέντες είναι καταιγιστικοί επί σκηνής.

Δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν το “Wrath and ruin” είναι ο καλύτερος δίσκος των WARBRINGER μέχρι στιγμής, αν και όλα τα σημάδια οδηγούν σε αυτήν την επιλογή. Το σίγουρο είναι ότι μιλάμε για έναν δίσκο αστείρευτης έμπνευσης που δείχνει ξεκάθαρα ότι οι WARBRINGER έχουν ακόμη πολλά να μας δώσουν στο μέλλον. Αν νομίζατε ότι με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους έπιασαν ταβάνι, το “Wrath and ruin” οδηγεί τους Αμερικανούς ακόμα ψηλότερα, Sky is the limit!

8,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

NIGHTFALL STUDIO INTERVIEW (Fotis Benardo, Efthimis Karadimas)

0
Nightfall

Nightfall

Συναντηθήκαμε με τον Ευθύμη Καραδήμα και τον Φώτη Benardo στα Devasoundz studios για να συζητήσουμε τη διαδικασία ηχογράφησης του νέου δίσκου των NIGHTFALL, “Children of Eve”, το οποίο κυκλοφορεί στις 2 Μαΐου από τη Season Of Mist.

Ευθύμης: Έγραψα ένα demo με 10 κομμάτια με μια κιθάρα Gibson flying V που έχω πριν τρία χρόνια. Λόγω της πανδημίας δεν μπορούσαμε να πάμε σε περιοδεία και καθόμουν σπίτι και έγραφα. Με το demo ξεκίνησα το πρώτο μέρος της προπαραγωγής το 2023, η οποία έγινε με τον Θύμιο Κρίκο. Εκεί έβαλα τα riffs σωστά παιγμένα με τον μετρονόμο και οδηγούς τύμπανα, μπάσο και με φωνές για να δω τι ταιριάζει που. Μετά το τέλος της πανδημίας πήρα το demo και ήρθαμε στα Devasoundz studios και συνεχίσαμε την προπαραγωγή, με όλα τα όργανα παιγμένα κανονικά. Το πρώτο μέρος της προπαραγωγής ήταν να μπουν τα κομμάτια σε μια σειρά για να καταλάβουμε τι έχουμε στα χέρια μας. Το δεύτερο μέρος άρχισε να μετουσιώνεται σε ηχογράφηση. Λέγαμε «κράτα αυτό, κράτα εκείνο», οπότε το θεωρούμε ως αρχή της ηχογράφησης.
Φώτης: Χρειαζόταν η δεύτερη προπαραγωγή για να δούμε τι ταιριάζει και τι όχι. Φαίνεται να είναι φλυαρία στο demo και να μην είναι ή το αντίθετο. Δεν έγινε με τα ίδια όργανα που έγινε η τελική ηχογράφηση. Στην ηχογράφηση ψάξαμε τον ήχο και με τις 7 κιθάρες που είχαμε στη διάθεσή μας.
Eυθύμης: Παίζαμε το ίδιο riff με κάθε κιθάρα και ακούγαμε μετά για να δούμε με ποια κιθάρα ακούγεται καλύτερα στο ύφος που έχουμε. Στον προηγούμενο δίσκο είχαμε χρησιμοποιήσει μια Gibson και μια Ibanez, που ήταν συγκεκριμένο μοντέλο που μεσουρανούσε στα 80s.
Φώτης: Διαλέξαμε τις συγκεκριμένες γιατί ταιριάζανε μεταξύ τους, αλλά και με τους ενισχυτές που είχαμε. Χρησιμοποιήσαμε δύο Gibson explorer, η μια δική μου και η άλλη του κιθαρίστα μας, Κώστα Κυριακόπουλου και ήταν τέλειες για πάντρεμα στον ήχο τους σε επίπεδο συχνοτήτων. Χρησιμοποιήσαμε ως κεφαλές τον Engle και τον EVH (Eddie Van Halen).

Οι κιθάρες ηχογραφήθηκαν όλες από τον Κώστα Κυριακόπουλο;
Φώτης: Ναι, κυρίως ο Κώστας. Έχει σταθερό και δυνατό δεξί στα ρυθμικά.
Ευθύμης: Οι κιθάρες συγκριτικά με το “At night we prey” χαρακτηρίζονται από τον όγκο τους και από το σφιχτό δυνατό παίξιμο του Κώστα. Αυτή είναι μια βασική διαφορά με το νέο δίσκο.

Πώς διαμορφώθηκαν και ηχογραφήθηκαν τα τύμπανα;
Φώτης: Τα αρχικά τύμπανα ήταν απλά οδηγοί για να καταλάβω την ιδέα. Από εκεί και πέρα βάζω και εγώ τις ιδέες μου στα τύμπανα. Αλλάξαμε πολλά κατόπιν. Αφού κλείσουμε την προπαραγωγή κάναμε αρκετά rearrangements για να καταλήξουμε πως θα ακουστούν τα κομμάτια. Κάποια σημεία κρατούσαν παραπάνω, άλλα λιγότερο. Αυτό που γίνεται εδώ είναι που κάνει τη διαφορά του home recording από το studio recording. Έχεις αυτή τη δημιουργία και έχει μεγάλη διαφορά. Και μόλις μου είχε έρθει το καινούριο μου drum set από την Mapex, το οποίο λέγεται Evo. Τα κύμβαλα που χρησιμοποιώ είναι της Instanbul.

Ως εξωτερικός κριτής ποια πιστεύεις ότι είναι η διαφορά της Βασιλικής Μπίζα από τον Ευθύμη ως μπασίστες;
Φώτης: Η Βασιλική είναι πιο μελετημένη, ενώ ο Ευθύμης είναι πιο αλήτης στο παίξιμο του όπως ήταν και στο προηγούμενο άλμπουμ. Της Βασιλικής είναι πιο καθαρό, πιο κλινικό και πιο ακριβές και ροκάδικο. Είναι πιο σωστό με τα τύμπανα και έχει δέσει άψογα σαν rhythm section. Χρησιμοποιήσαμε το Sam zam για την ηχογράφηση του.
Ευθύμης: Εμένα μου αρέσει το μπάσο να είναι σαν μπασοκίθαρο, γι’ αυτό και έχω και τους THE SLAYERKING. Άμα είσαι μουσικός πρέπει να δέχεσαι το στυλ παιξίματος του μουσικού που έχεις διαλέξει να συμπορευτείς. Αλλιώς παίρνεις ένα hired gun, κάτι που συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια. Έφερα τα κομμάτια και τα δουλεύουμε όλοι μαζί. Ο καθένας μπορεί να βάλει μια πινελιά εδώ κι εκεί, να δουλέψουμε κάτι, να αλλάξουμε κάτι. Γίνεται ομαδική δουλειά, κάτι που γινόταν πάντα στους NIGHTFALL. Γι’ αυτό με διαφορετικά line up, αλλάζουν οι προσεγγίσεις, τα ηχοχρώματα και το τελικό αποτέλεσμα που ακούς σε ένα δίσκο. Το μόνο κοινό είναι η ιδέα, το riffing, το στυλ, που όλα αυτά είναι σταθερά μετά από τόσα χρόνια.

Πώς ηχογραφήσατε τα φωνητικά μέρη;
Φώτης: Ο Ευθύμης ήρθε πανέτοιμος και σε σχέση με το προηγούμενο άλμπουμ είναι δέκα βήματα καλύτερος. Λόγω των συναυλιών βρήκε καλύτερα πατήματα. Η χροιά ταιριάζει καλύτερα στη νέα εποχή των NIGHTFALL. Γράψαμε one take τα φωνητικά σε sections, δηλαδή το πρώτο τετράστιχο μονοκοπανιά. Στα ρεφραίν βάλαμε τρία κανάλια, δηλαδή τρεις φωνές – κέντρο, δεξιά, αριστερά. Αυτό γίνεται στις σύγχρονες παραγωγές για να «ανοίγει» το ρεφραίν.

Αντίστοιχα πως επιλέξατε την εισαγωγή των γυναικείων φωνητικών;
Φώτης: Τα έχει κάνει η Μάγια Μαργαρίτη, που έχει φανταστική φωνή. Την ξέρω εδώ και πολύ καιρό και την γνώρισα στα παιδιά και ταίριαξε πολύ καλά. Είχε αυτή τη 90s αίσθηση που χρειαζόταν το άλμπουμ.
Ευθύμης: Είναι πραγματικά ιδιαίτερη προσωπικότητα. Ήρθε και μας κέρδισε.

Δεν σκεφτήκατε να κάνει και ο Φώτης καθαρά φωνητικά στον δίσκο;
Ευθύμης: Του είπα να κάνει και έτσι έπεσε η ιδέα για τη Μάγια.
Φώτης: Σκέψου ότι η αρχή του “Seeking Revenge” ας πούμε, δεν θα είχε την ίδια αίσθηση αν έκανα εγώ τα φωνητικά.

Πραγματικά η φωνή της είναι σαν να ακούς ένα επιπλέον όργανο.
Φώτης: Ναι, βέβαια σαν να ακούς κιθάρα.
Ευθύμης: Η εισαγωγή στο κομμάτι αυτό είναι από ένα ριφ που είχα γράψει το 2002 σε ένα Yamaha synthesizer. Το βρήκα και λέω, ενδιαφέρον, ας το δοκιμάσουμε.

Τι διαφορετικό κάνατε συγκριτικά με το προηγούμενο σας άλμπουμ, “At night we prey”;
Ευθύμης: Στην τέταρτη περίοδό μας, έχουμε αποφασίσει η μπάντα να γίνει πολύ ενεργή συναυλιακά. Ξεκίνησα από την αρχή σκεπτόμενος τα κομμάτια ζωντανά.  Μετά ψάχνοντας να βρω κάποιον παραγωγό άκουσα την ιδέα του Θύμιου για τον Jacob Hansen, με τον οποίο είδα στην πορεία ότι έχουμε κοινά σημεία όσον αφορά αρχικά την σύνθεση και μετά τον τρόπο που δουλεύει αυτός τη μίξη. Αυτό που επέλεξα στη σύνθεση ήταν άγριο riffing – πομπώδες ρεφραίν με λιγότερο layering από ό,τι στους προηγούμενους δίσκους. Δηλαδή τώρα δόθηκε μεγάλη βάση στο rhythm section, τις ρυθμικές κιθάρες ενώ η lead κιθάρα  που οδηγεί είναι μία. Όχι δηλαδή το multilayering με πολλά lead όργανα. Εν τέλει τα κομμάτια βγήκανε όλα έτσι που να εξυπηρετούν τους στίχους, την ατμόσφαιρα και την ενέργεια σε μια συναυλία.
Φώτης: Θεωρώ ότι ακούγεται όλη η μπάντα μέσα σε αυτό το άλμπουμ. Έχω παραπάνω πράγματα στο studio, έχοντας κάνει upgrade gear και έχω γνώση περισσότερη από τον προηγούμενο δίσκο.

Πώς μπήκανε οι υπόλοιποι στην συνδιαμόρφωση του αρχικού υλικού που είχε ετοιμάσει ο Ευθύμης;
Φώτης: Θεωρώ ότι ο Ευθύμης είχε το όραμα από την αρχή και εγώ μπορούσα να το καταλάβω, όπως και ο Θύμιος. Είμαι άνθρωπος που δεν ικανοποιούμαι εύκολα και θέλω όλα να είναι στην εντέλεια. Όταν άρχισε να χτίζεται αυτό το οικοδόμημα κατάλαβα το όραμα που είχε και αποδόθηκε στο τέλος, κάτι που είναι πολύ δύσκολο.
Ευθύμης: Ας πούμε στα τύμπανα όταν παίζει ο Φώτης τελείως διαφορετικά από το demo καταλαβαίνεις ότι το πάει αλλού και πρέπει να το ακολουθήσεις. Έτσι προσθέτει ο καθένας με τον τρόπο του στο τελικό αποτέλεσμα. Καταλαβαίνεις ότι ένα κομμάτι ή ένα άλμπουμ είναι ολοκληρωμένο στο 99% όταν το γράψεις και το ακούσεις μετά από κάποιο χρονικό διάστημα που μπορεί να φτάσει και τους δύο μήνες. Αν δεν το κάνεις αυτό κινδυνεύεις να πεις μετά «εδώ θα άλλαζα αυτό».
Φώτης: Ενώ αν του δώσεις λίγο χρόνο και μπορείς να κρίνεις το τραγούδι που ακούς μετά από ένα, ενάμιση μήνα γιατί το ακούς με καθαρά αυτιά. Οπότε μπορείς να καταλάβεις κατευθείαν τι σου φταίει.

Το διάστημα ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη προπαραγωγή σας βοήθησε να το καταλάβετε;
Φώτης: Ακριβώς και καταλάβαμε που είμασταν και τι θα έπρεπε να αλλάξουμε. Αλλάξαμε και στο τέλος κάποια πράγματα.

Σε στιχουργικό επίπεδο είναι concept ο δίσκος. Πως δούλεψες τις ιδέες σου πάνω στη μουσική που είχες γράψει;
Ευθύμης: Ξεκίνησα με τη μουσική και έβαζα κάποια στοιχεία των πραγμάτων που ήθελα να θίξω στιχουργικά. Αυτά μετουσιώθηκαν σε κομμάτια και βρήκαν τη θέση τους στο tracklist. Δεν ξεκίνησα λέγοντας αυτό θα είναι το πρώτο και αυτό θα είναι το τρίτο. Αυτό βγήκε στην πορεία. Ήταν οριακό γιατί ήθελα αυτή τη φορά να κάνω κάτι που είχα στο μυαλό μου χρόνια πριν και δεν τα είχα καταφέρει. Ήθελα να κάνω τους τίτλους να είναι μέρος μιας φράσης και η φράση αυτή να είναι το νόημα των στίχων. Αυτό δεν δουλεύεται! Ή βγαίνει ή δεν βγαίνει! Όταν βγήκε ήμουν ελαφρά συγκρατημένος γιατί κάποιο κομμάτι μπορεί στο τέλος να μην κάθεται καλά στη θέση που εξυπηρετεί την φράση. Άλλες φορές δεν το είχα καταφέρει, αλλά τώρα τα κατάφερα! Είχα πειραματιστεί πολύ σε αυτό και με τους THE SLAYERKING. Το θέμα είναι να βγει φυσικά.

Πως ήταν η συνεργασία σας με τον Jacob Hansen που ανέλαβε την μίξη και το mastering;
Ευθύμης: Παίζει πάρα πολύ ωραία με τον χώρο μέσα στα κομμάτια. Δεν θα τον προτιμούσα για να κάνουμε μαζί το προηγούμενο άλμπουμ μας, “At night we prey”. Γι’ αυτό το άλμπουμ είναι ιδανικός. Μπήκε στο μυαλό του καλλιτέχνη και ανέδειξε τα ηχητικά σημεία, που πρέπει να αναδειχτούν σε κάθε κομμάτι.
Φώτης: Μου αρέσει πάρα πολύ ως παραγωγός. Είχαμε ακούσει την τελευταία δουλειά που είχε κάνει με τους ARCH ENEMY και μας άρεσε πάρα πολύ ο ήχος του. Τον γνωρίζω και έχουμε μιλήσει από πάρα πολύ παλιά. Μας έστειλε την πρώτη μίξη και του στείλαμε λίγες σημειώσεις για να φέρουμε το τελικό αποτέλεσμα όπως το είχαμε στα αυτιά μας. Με την επικοινωνία που είχαμε ήρθε το τελικό αποτέλεσμα που δεν ακούγεται ψεύτικο και πλαστικό, αλλά είναι οργανικό και πομπώδες. Είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε!

Υπηρέτησε το κομμάτι δηλαδή.
Ευθύμης: Ακριβώς! Τα ρεφραίν είναι τεράστια, ανοίγουν! Είναι έτσι γραμμένα και στη μίξη έτσι θα έβγαιναν, αλλά είναι κάποιοι άνθρωποι που δίνουν το κάτι παραπάνω που χρειάζεται. Είναι πολύ σημαντικό ότι ήξερε τους NIGHTFALL από τα 90s, οπότε ήξερε τι να κάνει. Αντίθετα με τη μίξη του “At night we prey” ταλαιπωρηθήκαμε πάρα πολύ.

Λευτέρης Τσουρέας
Φωτογραφίες: Marios Theologis / Math Studio

Weekly Metal Meltdown (5-11/4)

0
weekly

weekly

Πολλά και ενδιαφέροντα τα clips αυτής της εβδομάδας όλα τους από γνωστά ονόματα του χώρου στο Weekly Metal Meltdown. Και από κυκλοφορίες που αναμένεται να κάνουν την ανάλογη αίσθηση όταν έρθει η ώρα της κυκλοφορίας τους. Παρακάτω ακούμε και βλέπουμε clips από GHOST, UDO & OLD GANG, SODOM, KATATONIA, BEHEMOTH, HEAVEN SHALL BURN  μεταξύ άλλων. Scroll down & enjoy!

Oπως έχουμε ξαναπεί ο νέος δίσκος των GHOST θα κυκλοφορήσει στις 25 Απριλίου. Το έκτο άλμπουμ της μπάντας θα λέγεται “Skeleta” και τους βρίσκει στην καλύτερη και πιο εμπορική φάση της καριέρας τους. Μετά από διεθνή βραβεία, Grammy, μια ταινία και ένα διπλό live άλμπουμ, το σχήμα ετοιμάζει την επερχόμενη παγκόσμια περιοδεία με πρώτο σκέλος την Βόρεια Αμερική. Αυτή την φορά μετά το “Satanized” μας δίνουν άλλο ένα καινούργιο κομμάτι για το “Lachryma” όπου στο παρακάτω video του ο Papa V Perpetua εμφανίζεται στον ρόλο του για πρώτη φορά σαν Αντι-χριστιανός και πρώτη φορά εμφανίζεται σε clip με το καινούργιο του outfit.

“Το “Lachryma” ακολουθεί το πρώτο single to “Satanized”, το οποίο περιγράφηκε από το περιοδικό VICE ως “πιασάρικο goth-rock έπος” και από το Brooklyn Vegan ως “τυπικό αποκρυφιστικό ροκ, τόσο τρομακτικό και θριαμβευτικό όσο ποτέ”. Το “Lachryma” εκτοπίζει τώρα τα δαιμονικά αγκίστρια του προκατόχου του με μια μωβ ομίχλη ηχητικών ανθών, δημιουργώντας κάτι ακόμα πιο ύπουλο: έναν πειστικό, σύγχρονο ροκ ύμνο για το κλάμα. Το γλυκό γίνεται ξινό, αποτρόπαιες επιθέσεις σήψης. Και όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να τραγουδάς μαζί. Ούτε καν όταν αρχίζουν να πέφτουν πορφυρά δάκρυα, όπως εδώ”.

Εν αναμονή λοιπόν του νέου καινούργιου δίσκου που έρχεται σε λίγες ημέρες.

Photo by Eddi Bachmann

UDO DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG κυκλοφορούν το νέο τους single με τίτλο “It Takes Two To Tango” το οποίο θα περιλαμβάνεται στην νέο τους δίσκο με τίτλο “Babylon” που θα κυκλοφορήσει από την RPM. Την μπάντα θα την συναντήσετε για συντομία και ως DATOG και περιλαμβάνει τους κάτωθι μουσικούς: Τραγουδιστής φυσικά ο Udo Dirkschneider, οι δύο πρώην ΑCCEPT Peter Baltes και Stefan Kaufmann αλλά και ο Mathias “Don” Dieth (κιθάρα,  SΙΝΝΕR, U.D.O.) o γιός του Udo’s Sven Dirkschneider (τύμπανα, U.D.O., Dirkschneider) και η τραγουδίστρια Manuela “Ella” Bibert. Ακούμε το καινούργιο κομμάτι παρακάτω που ηχογραφήθηκε στα θρυλικά Dierks Studios (Stommeln) όπως και όλος ο επερχόμενος δίσκος με το mastering να έχει αναλάβει ο κιθαρίστας Stefan Kaufmann στα ROXX Studio (Solingen).

Photo by Ebru Yildiz

Καινούργιο single για τους SHINEDOWN που θα έχει τίτλο “Dance, Kid, Dance”. Το clip γυρίσθηκε στο Brooklyn και φέρνει τον θεατή σε ένα σκοτεινό και υπόγειο κόσμο του αγνού καυτού rock και χορού. Το clip δείχνει τους θεατές να προσπαθούν να σπάσουν ένα μηχάνημα για να πάρουν τα “χάπια που σε κάνουν να χορεύεις” και καταλήγεις σε ένα ασταμάτητο κρεσέντο χορού και αδρεναλίνης. Και επίσης δεν παραλείπεται η μπάντα να παίζει live φυσικά στο video clip.
To κομμάτι γράφθηκε από τους Brent Smith, Eric Bass και Dave Bassett. Επίσης η παραγωγή έγινε από Eric Bass στο δικό του studio το Big Animal Studio στο Charlestonτης Νότιας Carolina. Το παρακολουθούμε παρακάτω.

Photo by Terhi Ylimäinen

Οι Σουηδοί KATATONIA επιστρέφουν με νέο δίσκο που θα έχει τίτλο “Nightmares as Extensions of the Waking State” και θα κυκλοφορήσει στις  6 Ιουνίου από την Napalm Records.Το πρώτο single δόθηκε στην δημοσιότητα και είναι για το κομμάτι “Lilac”, μια μικρή γεύση του επόμενου δίσκου. “Οι υπνωτικοί ρυθμοί, τα heavy riffs, τα progressive στοιχεία, τα φωνητικά του σε συνδυασμό με ένα ατμοσφαιρικό clip μιλά κατευθείαν στην καρδιά, αποδεικνύοντας την ικανότητα των ΚΑΤΑΤΟΝΙΑ να παρασέρνουν τους ακροατές τους σε έναν ανεμοστρόβιλο συναισθημάτων”. Το “Lilac” παρακάτω.

Photo by Sylwia Makris and Christian Martin Weiss

Όπως έχουμε αναφερθεί ξανά, ο νέος δίσκος για τους Πολωνούς ΒΕΗΕΜΟΤΗ θα κυκλοφορήσει στις 29 Μάιου από την Nuclear Blast και θα έχει τίτλο “The shit ov God”. H μπάντα κυκλοφορεί άλλο ένα single, αυτή τη φορά για το κομμάτι “Lvciferaeon” που ακολουθεί την παράδοση των κινηματογραφικών clips που γνωρίζουμε από αυτούς.
Όπως και το προηγούμενο κομμάτι “The Shadow Elite “, το κομμάτι αυτό περιέχει τόσο το ωμή black metal ήχο τους και την μοντέρνα εκδοχή τους. Ο Νergal αναφέρει “Μοιάζει να ταιριάζει το κομμάτι αυτό σαν το επόμενο μας single μετά από τις διαδηλώσεις που βλέπουμε στους δρόμους της Unholy Trinity περιοδείας μας. Ο Διάβολος πάντα ήταν ένα επαναλαμβανόμενο σύμβολο για εμάς για πάνω από τρείς δεκαετίες που υπάρχουμε σαν σχήμα.  Ένα σύμβολο ανυπακοής και ανθρωπισμού σε αντίθεση με το θεϊκό ιδεώδες. Η μάχη μας συνεχίζεται”.

Photo by Mumpi

Η επιστροφή των Γερμανών thrashers SODOM πλησιάζει. Ο νέος τους δίσκο θα ονομάζεται “The arsonist” και θα κυκλοφορήσει στις 27 Ιουνίου. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε σε 24- κάναλο αναλογικά χωρίς πειράγματα στο studio και χωρίς ψηφιακές προσμίξεις .Oπως αναφέρει ο αρχηγός της μπάντας Tom Angelripper: “Όχι άλλη πλαστικούρα! Η διαφορά σε σχέση με τον σημερινό standard ήχο είναι εξαιρετική και έχει μια θετική επίδραση σε κάθε όργανο. Φυσικά, ο χρόνος, η προσπάθεια αλλά και το κόστος ήταν επίσης υψηλότερο αλλά είμαστε όλοι χαρούμενοι που τα “σκάσαμε” για πιο ανώτερης ποιότητας αποτέλεσμα”. To πρώτο του δίσκου κυκλοφορεί και λέγεται “Trigger Discipline” και έχει να κάνει με έναν ελεύθερο σκοπευτή που έχει χάσει εντελώς τον έλεγχο των πράξεων του και πυροβολεί κόσμο αδιακρίτως. To βλέπουμε παρακάτω.

Photo by Candy Welz

Επιστροφή και για τους Γερμανούς ΗΕAVEN SHALL BURN που κυκλοφορούν το “My Revocation of Compliance”, το νέο τους κομμάτι και clip από τον επερχόμενο τους δίσκο που θα λέγεται “Heimat” και θα κυκλοφορήσει στις 27 Ιουνίου. “Το κομμάτι αντανακλά της τρέχουσα μας κατάσταση. Είναι καιρός να σταματήσουμε να παρακολουθούμε απλώς και να είμαστε αμίλητοι. Η μεγάλη πρόκληση της γενιάς μας είναι να ζούμε συμπεριφορές και πεποιθήσεις και να μην ανεχόμαστε την πανταχού άγνοια για τα συνεχόμενα προβλήματα του καιρού μας. Οι πολιτικές αψιμαχίες και οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις δεν πρέπει να μας αποσπούν από την πραγματική ανεπιθύμητη πορεία πρέπει αυστηρά να την καταστρέψουμε. Νομίζω ότι ο εικονοκλαστικός συμβολισμός του παρακάτω video μας μεταφέρει αυτή την στάση”. Aκούμε και βλέπουμε το “My Revocation of Compliance” παρακάτω.

Photo by Jens Howorka

Το 2025 δεν είναι μόνο η χρονιά που οι Γερμανοί metallers GRAVE DIGGER θα γιορτάσουν την  45η τους επέτειο αλλά κυκλοφόρησαν για όσους δεν γνωρίζουν στις αρχές της χρονιάς και τον 23ο δίσκο τους  “Bone Collector” από την ROAR Records. Tώρα η μπάντα κυκλοφορεί ένα ακυκλοφόρητο κομμάτι που προέκυψε από τις ηχογραφήσεις του “Bone Collector” και αυτό είναι το “Hellfire Crusade” που βλέπουμε παρακάτω. Το σχήμα να θυμίζουμε θα μας επισκεφθεί στις 18 Μαΐου του 2025 στην Αθήνα μαζί με τους ΤRIUMPHER, ενώ την προηγούμενη μέρα θα παίξουν στη Θεσσαλονίκη.

Η Liv Kristine κυκλοφορεί το νέο της single “12th February”, κομμάτι που θα υπάρχει και στον νέο της έβδομο δίσκο που θα λέγεται “Amor Vincit Omnia” και θα κυκλοφορήσει στις 25 Απριλίου από την Metalville Records. “To κομμάτι περιγράφει την ζωή από την όμορφη αλλά και την πληγωμένη προοπτική της αγάπης. Η Αγγελική φωνή της Liv σε αντίθεση με την σκοτεινή κιθαριστική μελωδία δίνει στο κομμάτι μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα”.

Photo by Atiba Jefferson

Oι Aμερικάνοι hardcore punkers ΤURNSTILE επιστρέφουν τέσσερα χρόνια μετά τον τελευταίο τους δίσκο “Glow on” που είχε προκαλέσει πανικό και είχε εκτοξεύσει την δημοτικότητά τους. Ο τέταρτος κατά σειρά δίσκος τους θα ονομάζεται “Never enough” και θα κυκλοφορήσει στις 6 Ιουνίου από την Roadrunner Records, ενώ πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε και η παρθενική τους εμφάνιση στη χώρα μας. Το πρώτο single κυκλοφορεί και είναι το ομότιτλο κομμάτι του δίσκου, ένα ambient punk κομψοτέχνημα και το βλέπουμε παρακάτω.

https://www.youtube.com/watch?v=Nfk1Su1Q8SI

 

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

IRON MAIDEN – “Iron Maiden” – Worst to best

0
Iron Maiden

Iron Maiden

Το 1980 σηματοδότησε μια αλλαγή εποχής για το heavy metal, μια αφύπνιση που έμελλε να αλλάξει για πάντα τον χάρτη της σκληρής μουσικής. Τη χρονιά εκείνη, μια μπάντα από το ανατολικό Λονδίνο κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ της, “Iron Maiden”. Πέρα από μια απλή πρώτη δισκογραφική δουλειά, ο δίσκος αυτός ήταν διακήρυξη ταυτότητας, ωμή ενέργεια αποτυπωμένη σε βινύλιο, ένα κάλεσμα προς μια νέα γενιά ακροατών που διψούσαν για κάτι πιο σκοτεινό, πιο άγριο, πιο ειλικρινές. Οι IRON MAIDEN, χωρίς τότε την παραμικρή ιδέα για τη θρυλική τροχιά που θα ακολουθούσαν, εμφανίζονται στο προσκήνιο όχι σαν απλοί μουσικοί, αλλά σαν προφήτες μιας μεταλλικής αναγέννησης.

Η μπάντα, εκείνη την εποχή, αποτελούνταν από τον Paul Di’Anno στα φωνητικά, τον Dave Murray και τον Dennis Stratton στις κιθάρες, τον Steve Harris στο μπάσο και ιδρυτή της μπάντας και τον Clive Burr στα τύμπανα. Η ενέργεια που αποτυπώνεται στον δίσκο προέρχεται εν πολλοίς από την χημεία αυτής της σύνθεσης, με τον Harris να έχει ήδη χαράξει την καλλιτεχνική κατεύθυνση του συγκροτήματος. Στακάτες μελωδίες, πολυδιάστατη θεματολογία και μια αισθητική που συνδύαζε την αστική σκληρότητα του heavy metal με τη μελωδική πολυπλοκότητα του πρώιμου progressive. Ο Di’Anno, με τη σκληρή, σχεδόν πεζοδρομιακή του χροιά, έδωσε στον δίσκο έναν χαρακτήρα αληθινό και ανένδοτο, καθιστώντας τον άμεσα αναγνωρίσιμο.

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε διάστημα μόλις δεκατεσσάρων ημερών στα Kingsway Studios του Λονδίνου και κυκλοφόρησε στις 14 Απριλίου 1980 από την EMI. Η παραγωγή του έγινε από τον Will Malone, αν και οι MAIDEN δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα, κάτι που τους οδήγησε να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στις μετέπειτα παραγωγές τους. Παρόλα αυτά, η ηχητική αμεσότητα του “Iron Maiden” αποτελεί κομμάτι της γοητείας του. Ηχητικά τραχύς, χωρίς περιττά φτιασίδια, ο δίσκος ακούγεται σαν να ξεπηδά από τα μικρά clubs του Λονδίνου, απευθείας στα αυτιά του ακροατή.

Η μουσική, ωστόσο, ήταν απόλυτα ώριμη και ήδη πολυσύνθετη. Κομμάτια όπως το “Prowler”, “Running free”, “Phantom of the Opera” και φυσικά το ομώνυμο “Iron Maiden”, αποκάλυψαν μια μπάντα που ήξερε να γράφει συναρπαστικά τραγούδια με ιδιαίτερη ταυτότητα. Το “Phantom of the Opera”, ειδικά, θεωρείται μέχρι και σήμερα ως μία από τις πιο σημαντικές συνθέσεις τους. Γεμάτο αλλαγές, τεχνικές γέφυρες και μια αφήγηση που έδειχνε καθαρά το δρόμο που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια. Ο Harris αντλεί έμπνευση από τη λογοτεχνία, την ιστορία, ακόμα και το σινεμά τρόμου, δίνοντας ήδη από το πρώτο άλμπουμ ένα καλλιτεχνικό στίγμα που συνδύαζε την επιθετικότητα του ήχου με την πνευματικότητα του περιεχομένου.

Η κυκλοφορία του “Iron Maiden” συνέπεσε με την εκτόξευση του κινήματος του New Wave of British Heavy Metal. Οι IRON MAIDEN στις απαρχές τους, δεν ήταν απλώς μέρος αυτού του κινήματος, ήταν η αιχμή του δόρατος. Με τη βοήθεια των ανελέητων περιοδειών και της χαρισματικής σκηνικής παρουσίας του Di’Anno, ο οποίος τότε ήταν μια απίστευτη πολεμική μηχανή, το συγκρότημα γρήγορα απέκτησε φανατικούς ακόλουθους. Η εμφάνισή τους στο Top of the Pops ήταν ιστορική, καθώς για πρώτη φορά μετά από χρόνια, μια μπάντα έπαιξε live, αρνούμενη να κάνει playback, μια κίνηση που ενίσχυσε τον μύθο γύρω από το όνομά τους. Και φυσικά, η παρουσία του Eddie, της εμβληματικής μασκότ του συγκροτήματος, στο εξώφυλλο του άλμπουμ, ενίσχυσε την οπτική και θεματική μυθολογία που θα τους ακολουθούσε για δεκαετίες.

Σαράντα και πλέον χρόνια μετά, το “Iron Maiden” παραμένει ένα από τα πιο καθοριστικά ντεμπούτο άλμπουμ στην ιστορία του σκληρού ήχου. Δεν είναι απλώς η απαρχή ενός συγκροτήματος, είναι ίσως η στιγμή που το heavy metal άφησε πίσω του το blues παρελθόν του και απέκτησε νέα πνοή, γεμάτη πάθος, λογοτεχνική θεματολογία και πολιτισμική δύναμη. Για τους IRON MAIDEN, ήταν η αρχή μιας επικής πορείας προς την κορυφή. Μία κορυφή που κατέκτησαν, από την οποία κλυδωνίστηκαν, για να στρογγυλοκαθίσουν τελικά μια για πάντα σε αυτήν. Για όλους εμάς τους ακροατές, ήταν η έναρξη ενός ταξιδιού χωρίς επιστροφή, όπου κάθε νότα, κάθε στίχος και κάθε μετέπειτα μορφή του Eddie, χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο μεταλλικό μας DNA.

Ναι, δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσουμε με όλους σε αυτά τα Worst to best, εγώ το έχω πάρει απόφαση, πάρτε το και εσείς, αγαπητοί αναγνώστες και ας ξεκινήσουμε την αντίστροφη μέτρηση.

The “Iron Maiden” countdown:

  1. “Strange world” (05:32)

Μια ατμοσφαιρική, σχεδόν μελαγχολική σύνθεση, που ξεχωρίζει στον δίσκο λόγω του ύφους της. Οι κιθάρες ταξιδεύουν πάνω σε ένα ονειρικό τοπίο, θυμίζοντας έναν απροσδιόριστο ρομαντισμό, με τον Paul Di’Anno να τραγουδά πιο απαλά, χωρίς την ένταση που χαρακτηρίζει το υπόλοιπο άλμπουμ (πλην του “Remember tomorrow”). Παρότι έχει τη δική του θέση σαν στιγμιαία ανάπαυλα, μοιάζει λιγότερο εντυπωσιακό σε σύγκριση με τα άλλα τραγούδια του δίσκου.

  1. “Iron Maiden” (03:36)

Ο απόλυτος αυτοπροσδιορισμός. Δεν είναι απλώς ένα τραγούδι — είναι το όνομά τους, η ιδεολογία τους, η ταυτότητα τους. Κοφτό, επιθετικό, γεμάτο οργή και περηφάνια, με riff που κόβουν σαν ξυράφι και chorus που έγινε συνώνυμο του ονόματός τους. Από το πρώτο live μέχρι σήμερα, αποτελεί σταθερή τελετουργική κορύφωση.

  1. “Charlotte the harlot” (04:13)

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα τραγούδια λόγω της θεματολογίας του, εισάγει για πρώτη φορά την περίφημη “Charlotte” που θα επιστρέψει και σε μετέπειτα άλμπουμ. Η σύνθεση είναι δυναμική, με ωραία εναλλαγή ρυθμών και πιασάρικο ρεφρέν, αλλά υστερεί ελαφρώς σε συνοχή. Είναι περισσότερο ιστορικής σημασίας παρά καθαρά μουσικής δύναμης.

  1. “Transylvania” (04:19)

Το μοναδικό instrumental του άλμπουμ και από τα highlights για όσους αγαπούν τις κιθαριστικές αγνές, κιθαριστικές στιγμές. Τα riffs διαδέχονται το ένα το άλλο με απίστευτη ροή και το κομμάτι προσφέρει μια σπάνια ματιά στο τεχνικό υπόβαθρο των MAIDEN. Λείπει βέβαια το στοιχείο της αφήγησης, αλλά η μουσική του ένταση αρκεί για να κρατήσει τον ακροατή αιχμάλωτο.

  1. “Prowler” (03:56)

Το ιδανικό άνοιγμα του δίσκου. Ρυθμικό, γρήγορο, γεμάτο underground διάθεση. Το riff είναι κλασικό, ενώ τα φωνητικά του Di’Anno αποδίδουν την αλητεία των πρώτων ημερών της μπάντας με απόλυτη επιτυχία. Μια εισαγωγή που ορίζει εξαρχής τον χαρακτήρα των πρώιμων IRON MAIDEN, με αδρεναλίνη και προσωπικότητα.

  1. “Running free” (03:18)

Ίσως το πιο “ραδιοφωνικό” του δίσκου, αλλά καθόλου φλύαρο. Το “Running free” είναι ύμνος της ελευθερίας, του ξεσπάσματος, της εφηβείας. Το ρεφρέν κολλάει σαν τσίχλα και το όλο συναίσθημα που γεννά παραπέμπει σε συναυλιακή έκσταση. Καθόλου τυχαία η επιλογή του ως πρώτο single, αντιπροσώπευε τέλεια το σφυγμό της μπάντας τότε. Τόσα χρόνια μετά, ακόμα σε γυρνάει σε εποχές πιο απλές, πιο «αλήτικες», πιο ανέμελες.

  1. “Remember tomorrow” – (05:28)

Το “Remember tomorrow” είναι ένας από τους πιο συναισθηματικά φορτισμένους σταθμούς του άλμπουμ, που ξεδιπλώνει μια πιο εσωστρεφή και μελωδική πλευρά των IRON MAIDEN. Ξεκινά με σχεδόν ψιθυριστή ευαισθησία και μια μελαγχολική μελωδία που δίνει χώρο στον Paul Di’Anno να δείξει την εκφραστικότητα της φωνής του σε μη αναμενόμενα βάθη. Και τότε, ξαφνικά, το τραγούδι εκρήγνυται — η ηλεκτρική ενέργεια πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα, οι κιθάρες του Murray και του Stratton στήνουν μια δίνη που θυμίζει καταιγίδα συναισθημάτων. Η αντίθεση ανάμεσα στις ήπιες και τις εκρηκτικές στιγμές είναι υποδειγματική, ενώ οι στίχοι υπονοούν απώλεια, αναμνήσεις και υπαρξιακή περισυλλογή. Πρόκειται για ένα από τα πιο ώριμα και πολυδιάστατα τραγούδια του ντεμπούτου, που δείχνει ότι οι MAIDEN είχαν από την αρχή φιλοδοξίες να ξεπεράσουν τα όρια της κλασικής heavy φόρμας. Το “Remember tomorrow” είναι ένας μικρός ύμνος στην ανθρώπινη εύθραυστη πλευρά.

  1. “Phantom of the Opera” (07:20)

“I’ve been lookin’ so long for you now. You won’t get away from my grasp. I’ve been living so long in hiding, in hiding behind that false mask”. Το αδιαμφισβήτητο διαμάντι του δίσκου. Πολυδιάστατο, δραματικό, γεμάτο θεατρικότητα, αλλά και μουσική ακρίβεια. Οι αλλαγές ρυθμών, οι εναλλαγές συναισθημάτων, η δυναμική δομή του, το καθιστούν προάγγελο του μεγαλείου που θα ακολουθούσε στα επόμενα άλμπουμ. Είναι το σημείο όπου η μπάντα δείχνει ότι δεν είναι απλά ωμή, είναι και μεγαλεπήβολη. Υπόσχεται σε ότι: “You’re runnin’ and hiding in dreams. I’m always there. I’m the phantom of the opera, I’m the devil, I’m just out to scare. I damaged your mind and your soul, it just floats through the air. I haunt you, I taunt you, I torture you back at my lair”.

Φίλες και φίλοι, πολύ συνοπτικά, IRON MAIDEN ‘s gonna get you, no matter how far…

Εκτός συναγωνισμού:

Sanctuary” (03:17)

Αν και τεχνικά δεν περιλαμβανόταν στην αυθεντική έκδοση του Ηνωμένου Βασιλείου (μπήκε σε μεταγενέστερες επανεκδόσεις), δεν θα μπορούσε να λείπει μία αναφορά και σε αυτό, καθώς ουκ ολίγες φορές τιμήθηκε ζωντανά από το Θηρίο. Έχει έντονη ενέργεια, ένα riff που μένει και φωνητικά που “δαγκώνουν”. Είναι ωμό και άμεσο, αλλά ίσως όχι τόσο πολυδιάστατο όσο τα κορυφαία κομμάτια του δίσκου.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 11/4 [STRATOVARIUS]

0
Stratovarius

Stratovarius

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Fourth dimension” – STRATOVARIUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Timo Tolkki
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Timo Kotipelto
Κιθάρα – Timo Tolkki
Πλήκτρα – Antti Ikonen
Μπάσο – Jari Kainulainen
Τύμπανα – Tuomo Lassila

Υπάρχουν δίσκοι που χαράσσονται στο συλλογικό μουσικό υποσυνείδητο, όχι μόνο για την ποιότητά τους αλλά και για το αποτύπωμα που αφήνουν σε ένα ολόκληρο είδος. Το “Fourth dimension” των Φινλανδών STRATOVARIUS είναι σίγουρα ένα τέτοιο έργο -ένα μνημειώδες αριστούργημα του ευρωπαϊκού power metal-  αλλά και ένα ορόσημο για την ίδια τη μπάντα.

Κυκλοφόρησε το 1995, σε μια περίοδο όπου οι STRATOVARIUS βρίσκονταν σε μια φρενήρη περίοδο ακμής μεταμορφώνοντας το επίπεδο τους από ένα φιλόδοξο συγκρότημα σε πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής power metal σκηνής. Ήταν ο πρώτος δίσκος με τον Timo Kotipelto πίσω από το μικρόφωνο, φέρνοντας μια νέα δυναμική στον ήχο τους, ενώ αποτέλεσε και κύκνειο άσμα για δύο από τα βασικά ιστορικά τους μέλη – τον ντράμερ και ιδρυτή του σχήματος Tuomo Lassila και τον πληκτρά Antti Ikonen (που σήμερα είναι Καθηγητής Πανεπιστημίου). Κατά μία έννοια δίσκος αποτέλεσε όντως τον εκπρόσωπο μιας μεταβατικής εποχή, μια πραγματικής τέταρτη διάσταση, γεμάτης έμπνευσης και απίστευτα καλών μουσικών ιδεών.

Η μουσική του άλμπουμ κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στο μελωδικό heavy metal και το ταχύτατο power, με έντονες progressive αποχρώσεις σε διάσπαρτα σημεία. Ο Timo Tolkki αφοσιωμένος πλέον αποκλειστικά στην κιθάρα, στη σύνθεση και στην παραγωγή, έγραψε τραγούδια που ισορροπούν με μαεστρία ανάμεσα στον εμπορικό ήχο και την μουσική δεξιοτεχνία. Μέσα στον δίσκο ξεδιπλώνεται ένα σπάνιο φάσμα συναισθημάτων: από σκοτεινές και γεμάτες μελαγχολία στιγμές μέχρι επικά κομμάτια με φουτουριστικό, σχεδόν κινηματογραφικό χαρακτήρα. Το “Fourth dimension” καταφέρνει να διατηρεί ποικιλία στον ήχο του, με κάθε τραγούδι να προσφέρει κάτι ξεχωριστό, χωρίς όμως να διασπά τον συνολικό χαρακτήρα του δίσκου, ένα ενιαίο μουσικό ταξίδι στα σύνορα της μελωδίας, του δυναμισμού, της δεξιοτεχνίας, της μουσικής αριστείας.

Ξεχωρίζει για την κρυστάλλινη παραγωγή, τις εμπνευσμένες κιθαριστικές μελωδίες, τις πλούσιες ενορχηστρώσεις και, φυσικά, για τη φωνητική ερμηνεία του Kotipelto που από την πρώτη στιγμή απέδειξε γιατί θα γινόταν η φωνή των Strats για τις επόμενες δεκαετίες. Δίσκος που ξεκινά με τα “Against the wind” (τι μελωδία στο ρεφραίν!) και “Distant skies”, δύο ατόφια 10αρια της europower σκηνής με τον εντελώς χαρακτηριστικό Stratoήχο, συνεχίζει EUROPEικα και σε στιλ sci-fi με το “Galaxies”, περνάει από την παγωμένη μελαγχολία του “Nightfall” (γραμμένο τις εποχές του “Twilight time”), το αδυσώπητο double bass έπος “Lord of the wasteland” και προς το τέλος μας αφήνει άφωνους με τα “Twilight symphony” (το βιολί…) και “We hold the key” δεν μπορεί παρά να είναι αριστουργηματικός.

Το “Fourth dimension” είναι ένα άλμπουμ που δεν έτυχε της υστεροφημίας άλλων δίσκων της μπάντας όπως το “Episode” ή το “Visions”, όμως όσοι το έχουν ακούσει σε βάθος ξέρουν καλά ότι πρόκειται για έναν κρυμμένο διαμάντι της δισκογραφίας των Φινλανδών. Ένα έργο που ανακεφαλαιώνει το παρελθόν και προοιωνίζει το λαμπρό μέλλον της μπάντας. Και που, ακόμη και σήμερα, ακούγεται σύγχρονο, γεμάτο πάθος και άφθαρτο στον χρόνο, κλειδωμένο σε μια αέναη Τέταρτη Διάσταση. Άλμπουμ σαν το “Fourth dimension” υπενθυμίζουν τη δύναμη της τέχνης να σε καθηλώνει, να σε ταξιδεύει και να μένει για πάντα μαζί σου όσο λίγα πράγματα σε αυτή τη ζωή.

Did you know that:

  • Τα τελευταία χρόνια κυκλοφόρησαν τα demo του “Fourth dimension” παιγμένα από την μπάντα πριν έρθει ο Kotipelto στο συγκρότημα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει καταγραφή των κομματιών με τη φωνή του Tolkki. Ακούστε τα εδώ:
  • Το “Nightfall” αποτελεί τραγούδι που η μπάντα ήδη είχε παίξει στα live της από την εποχή του προ-προηγούμενου δίσκου Twilight Time. Εδώ και ένα βίντεο της εποχής:

Δημήτρης Μελίδης

CHANIA ROCK FESTIVAL: Τελειώνει την Κυριακή η μεγάλη προσφορά για τα διήμερα εισιτήρια

0
Chania Rock

Chania Rock

CHANIA ROCK FESTIVAL

(26 – 27 Ιουλίου 2025 – Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά)

Ολοκληρώθηκε το billing του φετινού Chania Rock Festival που θα διεξαχθεί στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, στις 26 και 27 Ιουλίου και αναμένεται να είναι ίσως πιο συναρπαστικό και πιο …πολυεθνικό από ποτέ, αφού θα παίξουν 10 μπάντες από 7 διαφορετικές χώρες!!!

DAY 1:

ΣΑΒΒΑΤΟ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ

STRATOVARIUS (FIN)
GEOFF TATE (USA)
ELYSION (GR)
DEVISER (GR)
ARS NOTORIA (CY)

DAY 2:

ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ

KREATOR (GER)
ROTTING CHRIST (GR)
LECKS INC (FR)
MADVICE (IT)
FLAMECORE (GR)

Τα εισιτήρια είναι διαθέσιμα από εδώ:

https://www.chaniarockfestival.gr/en/tickets

Παιδιά μέχρι 10 ετών: Δωρεάν
AMEA: Δωρεάν
Metal Up Your Summer – Και φέτος μόνο Κρήτη, και φέτος μόνο Χανιά

Η ειδική προσφορά για το εισιτήριο διημέρου του Chania Rock Festival 2025 ισχύει για λίγες ακόμα ημέρες, μέχρι και την Κυριακή 13 Απριλίου. Αποκτήστε το online στην προνομιακή τιμή των 75€ καθώς από τις 14/4 η τιμή θα γίνει 83€ για το διήμερο.

LINKS:

Official website :

https://www.chaniarockfestival.gr

Facebook:

https://www.facebook.com/ChaniaRockFestival

Instagram

https://www.instagram.com/chaniarockfestival

Youtube

https://www.youtube.com/@chaniarockfestival6900

A day to remember… 11/4 [WHITE ZOMBIE]

0
Zombie

Zombie

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Astro creep: 2000” – WHITE ZOMBIE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Geffen
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Terry Date
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Rob Zombie – φωνητικά
Jay Yuenger – κιθάρες
Sean Yseult – μπάσο
Joey Tempesta – drums
Charlie Clouser – keyboards, programming

Τρία χρόνια μετά το “La Sexorcisto”, όπου οι WHITE ZOMBIE έγιναν παγκοσμίως γνωστοί και μετά από συνεχείς περιοδείες, η δισκογραφική τους εταιρία έδωσε στον Rob Zombie μια λευκή επιταγή για να κάνουν το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα. Και προκειμένου να εξελίξουν περαιτέρω τον ήχο τους, υπήρξαν και στοχευμένες αλλαγές. Ο Ivan de Prume που δεν συμφωνούσε με τη νέα κατεύθυνση που επρόκειτο να ακολουθήσουν οι συνοδοιπόροι του έφυγε πίσω από το drum kit και ήρθε και έκατσε ο γνωστός και μη εξαιρετέος Joey Tempesta (τότε Ex-EXODUS), ο οποίος λίγο καιρό πριν είχε κυκλοφορήσει μαζί με τους TESTAMENT το όνομα-και-πράγμα “Low”.

Οι αλλαγές δεν σταμάτησαν μόνο στον drummer. Στην κονσόλα του παραγωγού έκατσε ο τότε “καυτός” Terry Date (PANTERA) αντί του πιο traditional Andy Wallace, ενώ προσλήφθηκε ως συμπληρωματικό μέλος στα πλήκτρα και στο programming ο τεράστιος Charlie Clouser, ο άνθρωπος δηλαδή που παρέδωσε μαζί με τον Trent Reznor έναν από τους τρεις σημαντικότερους δίσκους των 90s (τι θα πει δεν ξέρεις τι εστί “The downward spiral”;;;). Όλα τα παραπάνω έδειχναν ότι κάτι πραγματικά σπουδαίο θα συνέβαινε.

Πέρα από τα samples, που ήταν αναπόσπαστο κομμάτι και του προκατόχου του, το “Astro creep: 2000”  περιείχε άφθονα MINISTRY στοιχεία, τα οποία σε συνδυασμό με τον WZ trademark ήχο και τη μουντή ατμόσφαιρα, σε παρασέρνει στον ρυθμό του και δεν σε αφήνει να κάτσεις ούτε δευτερόλεπτο. Εδώ μέσα, εκτός από το ultra classic “More human than human”, υπάρχουν στιγμές Zombie μεγαλείου, όπως τα “Electric head, pt. 2 (the ecstasy)”, “Super-charger heaven”, “Blood, milk and sky” και “Blur the technicolor”, αλλά και γενικότερα στα κάτι παραπάνω από πενήντα λεπτά του, το άλμπουμ αυτό δεν περιέχει ούτε μια στιγμή μετριότητας.

Οι πωλήσεις πήγαν “τάπα”, το MTV είχε τους WHITE ZOMBIE στην heavy playlist και το όνομα τους έγινε για τα καλά παγκόσμια γνωστό. Το κακό της όλης υπόθεσης ήταν ότι οι μεταξύ των μελών σχέσεις είχαν φτάσει στο απροχώρητο, κάτι που προκύπτει και με τις post-disband δηλώσεις τους, ενώ παράλληλα έφτασαν το μουσικό τους όραμα στο απόλυτο και έτσι, ένα χρόνο μετά, το διέλυσαν και έβαλαν το συγκρότημα στο χρονοντούλαπο των αναμνήσεων.

Το τελευταίο full length άλμπουμ των WHITE ZOMBIE ήταν και αυτό που τους έκανε πραγματικά τεράστιους, ενώ προλείανε σε υπερθετικό βαθμό το έδαφος για αυτό που θα ακολουθούσε με το “Hellbilly deluxe” και θα έκανε τον frontman τους μια larger than life persona. Στο “Astro creep: 2000” ο Rob και η τότε παρέα του τελειοποίησαν τον ήχο τους και μας άφησαν με τις καλύτερες αναμνήσεις, στο απόγειο της δόξας τους. Και μόνο για τους λόγους αυτούς, η συγκεκριμένη κυκλοφορία συγκαταλέγεται μέσα στις σπουδαιότερες των 90s και του ευρύτερου industrial metal χώρου.

Did you know that:

  • Στο video clip του “More human than human”, εμφανίζονται πλάνα από την παιδική ηλικία του Rob Zombie, μαζί με τον αδερφό του Michael Cummings (aka ο Spider One, frontman των POWERMAN 5000).
  • Το “Super-charger heaven” έχει κάνει κατά καιρούς την εμφάνισή του σε διάφορες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, με την κινηματογραφική μεταφορά του “Judge Dredd” να ξεχωρίζει (και τον Stallone να δίνει άλλη μια “πειστική” ερμηνεία).
  • Ο Charlie Clouser, εκτός από τη διαχρονική, μουσική σχέση του με τον Trent Reznor, βοήθησε σημαντικά τον Marilyn Manson στα πρώτα του δισκογραφικά βήματα, ενώ έχει υπογράψει όλα τα OST από το “saw” franchise, καθώς και το main theme της ανθολογικής σειράς “American horror story”.

Γιώργος Κόης

SAVATAGE – “Sirens” – Worst to best

0
Savatage

Savatage

Οι SAVATAGE έν έτει 2025, με την ηχητική μόδα να έχει στο προσκήνιο πιο «άγρια» συγκροτήματα από πιο παλιά χρόνια, ίσως αποτελούν για πολλούς ένα retro μουσικό σχήμα που κάποτε υπήρχε, έκανε μια κάποια επιτυχία και μετά σταμάτησε. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι ένας νεαρός που είναι τώρα πια 25 χρονών δεν ήταν «εκεί» όταν το γκρουπ κυκλοφορούσε τις δουλείες του, αφού η τελευταία του ήταν το μακρινό 2001. Για πάρα πολλούς όμως, μεταξύ αυτών και ο γράφων, το συγκρότημα είναι ένα από τα σημαντικότερα που έχει αναδείξει/παρουσιαστεί η/στην heavy metal μουσική. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι παρόλη τη δισκογραφική «χειμέρια νάρκη» στην οποία είναι, τα μέλη του ασχολούμενα ενεργά, κυρίως με το project TRANS-SIBERIAN ORCHESTRA, έχουν καταφέρει να μην σιγήσει, στην πραγματικότητα, ποτέ το όνομα των SAVATAGE.

Το “Sirens” είναι η πρώτη κυκλοφορία του γκρουπ, το 1983. Οι λόγοι που είναι μια τόσο σημαντική δουλειά είναι αρκετοί. Αφενός έδειξε στο κοινό, το στυλ μουσικής έκφρασης που θα πορευόταν το γκρουπ, τα επόμενα χρόνια ύπαρξης του. Αφετέρου το ντεμπούτο ενός καλλιτέχνη «δείχνει» πολλά. Πόσο μάλλον όταν κυκλοφόρησε σε μια από τις πιο κομβικές χρονιές στη metal μουσική και κατάφερε να αντέξει στο χρόνο. Θυμάμαι σαν τώρα, όταν πρωτοάκουσα το ομώνυμο τραγούδι, η λέξη «αποσβολωμένος» ίσως είναι η μονή που μπορεί να χαρακτηρίσει την αντιμετώπιση μου σε αυτό, πόσο μάλλον όταν το συνδέει με μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο της εφηβείας μου.

Οι SAVATAGE είναι το πνευματικό παιδί των αδερφών Jon και Criss Oliva, δυο ανθρώπων που η δίψα τους για το heavy metal, ήταν εμφανής σε κάθε τραγούδι. Ξεκίνησαν σαν AVATAR, έχοντας 15 τραγούδια που  ηχογραφήθηκαν και μιξαρίστηκαν όλα σε μια μέρα. Με τα περισσότερα τραγούδια να ετοιμάζονται σε όχι περισσότερο από μια εβδομάδα πριν από την ηχογράφηση, το συγκρότημα μπορούσε να αντέξει οικονομικά μόνο μια μέρα στο studio. Όλα μαζί επρόκειτο να κάνουν το ντεμπούτο του γκρουπ, επειδή όμως ο δίσκος  βινυλίου έχει περιορισμένη χωρητικότητα, χωρίστηκαν στα δυο με το “Sirens” να έρχεται πρώτο και το “The dungeons are calling”, δεύτερο. Λίγο πριν την κυκλοφορία του “Sirens”, αλλάζουν το όνομα τους όπως έγιναν ευρέως γνωστοί, και με παρατσούκλια αντί για τα κανονικά ονόματα, βλέπει το φως της δημοσιότητας, μια δουλειά, που μέχρι και σήμερα, θεωρείται η αρχή μια ονειρικής πορείας, και σίγουρα όσο και αν ήταν «άγουρη», συμβάδισε με το ηχητικό στίγμα εκείνων των ετών στο Αμερικάνικο heavy metal, αποτελώντας άλλο ένα δείγμα γραφής, που προσωπικά θεωρώ πως αν δεν υπήρχε, η μουσική κληρονομιά που μένει στους νεότερους θα ήταν φτωχότερη, αφού πρέπει πέρα του μουσικού περιεχομένου, ο οπαδός/ακροατής να εξετάζει και τις συνθήκες που κυκλοφορεί ένα άλμπουμ.

Το “Sirens” θα είναι για πάντα ένας δίσκος-σταθμός, όχι για την μουσική πρωτοτυπία του αλλά επειδή χαρακτήρισε μια ολόκληρη περίοδο της heavy metal μουσικής και έγινε πολύτιμη συντροφιά, άπειρων ωρών ακρόασης, πολλών οπαδών μεγαλώνοντας τους μαζί του. Όταν μου δόθηκε για αξιολογική σειρά, ειλικρινά ελαφρώς σάστισα, αφού τα τραγούδια είναι τόσο «κοντά» για μένα που μέχρι και τώρα που διαβάζετε το κείμενο, οι διαφορές είναι πολύ μικρές και η σειρά αξιολόγησης έγινε με κριτήριο πολύ προσωπικές λεπτομέρειες που όρισαν την σειρά. Το “Sirens”, είναι για μένα σαν να διαλέγεις ανάμεσα σε διαμάντια, αφού το κάθε τραγούδι έχει τη δική του υπόσταση και δυναμική. Ας πάμε λοιπόν να προσδιορίσουμε τη υποκειμενική θέση κάθε τραγουδιού

The Sirenscountdown

  1. “Out in the streets”

Το τραγούδι που «κλείνει» τον δίσκο, είναι η μόνη μπαλάντα με λίγα ξεσπάσματα που υπάρχει στο άλμπουμ. Θα ήταν ένα από τα πρώτα δείγματα γραφής της πιο λυρικής πλευράς των συνθέσεων του συγκροτήματος, μια power ballad, όπως θα λέγαμε σε συζητήσεις τα επόμενα χρόνια. Στο δίσκο εμπεριέχεται η πρώτη του έκδοση αφού οι οπαδοί θα το ξανασυναντούσαν 3 χρόνια μετά στο δίσκο “Fight for the rock”. Το τραγούδι από την πρώτη στιγμή, βγάζει προς τον ακροατή την μελωδικότητα και τον άκρατο συναισθηματισμό που θα είχαν οι πιο αργές συνθέσεις του γκρουπ. Κλείνοντας τα μάτια, και ακούγοντας το τραγούδι, σίγουρα θα ένοιωθες μια ελαφριά θλίψη, κάτι που θα προέκυπτε και τα επόμενα χρόνια από παρόμοιες συνθέσεις, αφού ο τρόπος που τις τραγουδάει ο Oliva σου δημιουργεί μια ασυναίσθητη φόρτιση. Θεωρώ το τραγούδι ιδανικό για «κλείσιμο», αφού η συνθετική θύελλα που υπήρχε έπρεπε να κοπάσει και ο ακροατής να «φύγει» από την ακρόαση με πιο ήπια συναισθήματα. Μέχρι την επόμενη.

  1. Twisted little sister

Το “Twisted little sister”, παίρνει επάξια την σκυτάλη από το “On the run”, μεταφορικά και κυριολεκτικά,  συνεχίζοντας το ίδιο μοτίβο σύνθεσης τραγουδιού, με ένα «καλπάζων» κιθαριστικό tempo και ένα ιδιαίτερο groove όλη την διάρκεια του, που δεν μπορεί να σε αφήσει ατάραχο. Το συγκρότημα έχει βάλει και σε αυτό το τραγούδι, όλα τα στοιχεία που ήθελε να προσδώσει στο στυλ έκφρασης του, απλά δημιουργώντας άλλη μια μοναδική σύνθεση, η οποία ακολουθεί στο έπακρο το ύφος όλου του δίσκου. Και σε αυτό το τραγούδι, ο Oliva δίνει μια ξεχωριστή πινελιά αφού με τον τρόπο που τραγουδάει, προσωπικά, με «βάζει», σε κάθε ακρόαση, «μέσα στη σύνθεση».

 

  1. Rage

Το πιο μικρό τραγούδι στο δίσκο, του οποίου ο τίτλος είναι «όνομα και πράγμα», αφού ότι ακούς είναι λες και οπτικοποιείται το συναίσθημα της «οργής» ενός ανθρώπου. Ακούγοντας το, φυσικά και λόγω της ερμηνείας του Oliva, που τραγουδάει σαν αλλόφρων, είναι σαν να βλέπεις κάποιον να επιτίθεται συνεχώς σε άλλους με ορμή, καταστρέφοντας στο διάβα του τα πάντα. Από το πρώτο δευτερόλεπτο το τραγούδι έχει ένα «τρελό» tempo, το οποίο δεν μειώνεται σε κανένα σημείο της σύνθεσης, και έτσι κάθε ακρόαση, σου προκαλεί μια ασυναίσθητη εσωτερική διέγερση και ροή αδρεναλίνης. Τα δυο αδέρφια που έγραψαν την σύνθεση, κατάφεραν να δώσουν στον ακροατή το στίγμα της οργής αυτού που για πολύ μικρό χρονικό διάστημα «είναι αλλού» και όταν «τελειώνει το έργο του» ηρεμεί. Ίσως γι’ αυτό όσο επιθετικά ξεκινάει το τραγούδι, έτσι απότομα κόβεται. Αποτελεί μια από τις πιο γρήγορες συνθέσεις που έχει γράψει το γκρουπ.

  1. “On the run”

Αν έχεις ακούσει το δίσκο από το βινύλιο, πριν τον «γυρίσεις» για την δεύτερη πλευρά, έχεις μείνει με το «σοκ» του “Rage”, οπότε το “On the run”, σε επαναφέρει στην τάξη, αφού είναι πιο κοντά στην γενικότερη αισθητική του άλμπουμ, και παίρνεις και τις ανάσες σου. Ενώ η πιο up-tempo αρχή του τραγουδιού σε προδιαθέτει για κάτι πιο ανεβαστικό, στο 50ο δευτερόλεπτο, το midtempo κύριο κιθαριστικό ριφ του τραγουδιού, πραγματικά σε «στέλνει» αδιάβαστο, αφού δεν περιμένεις κάτι τόσο πορωτικό, αν και πιο «κάτω» σε ταχύτητα. Όταν όμως έχεις ταλέντο σαν μουσικός, όσο «αρχάριος» και αν είσαι, ξέρεις τι να προσφέρεις. Έτσι το εν λόγω τραγούδι, προσωπικά είναι από τα πολύ αγαπημένα στο δίσκο, το οποίο βρίσκεται σε αυτή την θέση, λόγω αναγκαστικής ιεράρχησης.

5.“I believe”

Μόλις έχει τελειώσει ένα από τα ωραιότερα, για μένα τραγούδια των SAVATAGE, και «μπαίνει» το “I believe”. Όπως ξεκινάει θαρρείς ότι θα ακούσεις μια μπαλάντα από το συγκρότημα, αλλά πολύ γρήγορα καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν συμβαίνει. Λίγο πριν περάσει το ένα λεπτό διάρκειας, το τραγούδι σε παρασύρει στον ρυθμό του, με το χαρακτηριστικό κεντρικό ριφ και την αέρινη αισθητική και ρεφραίν του, αλλά και την όλη εξέλιξη της σύνθεσης, η οποία όσο κυλά τόσο ανεβαίνει η ένταση της. Φυσικά, για άλλη μια φορά, ο Oliva, έχει μια τέτοια θεατρικότητα την ερμηνεία του, που και πάλι δεν μπορείς να προσπεράσεις ούτε αυτό το κομμάτι. Το συγκεκριμένο τραγούδι κάθε φορά που το ακούω, μου δημιουργεί την ίδια θέρμη για να πατήσω το repeat.

  1. “Living for the night”

Ξανά ακούγοντας τον δίσκο για την αξιολόγηση, αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για την θέση που πρέπει να πάρει, αφού το συγκεκριμένο μαζί με το “Scream murder”, έχουν για μένα, πολλές ηχητικές ομοιότητες και αναφορές. Το “Living for the night”, παρόλο που «χάνει» ελαφρώς από το προαναφερθέν σε καθαρά υποκειμενικές λεπτομέρειες, είναι σίγουρα ένα από τα πιο ωραία και αντιπροσωπευτικά τραγούδια και του γκρουπ, αλλά και του ιδιώματος, στην δεκαετία, με το κύριο ριφ αλλά και το tempo του να σε «κρατάνε» από το πρώτο δευτερόλεπτο, αλλά και κατά την διάρκεια όλης της ακρόασης σε μια συνεχή εγρήγορση. Το τραγούδι, αποτελεί ένα μοναδικό δείγμα γραφής, έχοντας  όλα χαρακτηριστικά στοιχεία δομής των συνθέσεων που μας παρουσίασε το γκρουπ τα επόμενα χρόνια, έχοντας διάχυτη την ηχητική ταυτότητα του συγκροτήματος.

  1. “Scream murder”

Πέρα του γεγονότος ότι από την πρώτη στιγμή που άκουσα το “Scream murder”, «κόλλησα» σε δευτερόλεπτα, μετά από πολλές ακροάσεις ετών, θεωρώ πως, σίγουρα χωρίς να το θέλουν οι δημιουργοί του, κατάφεραν να μεταδώσουν όλο το στίγμα του Αμερικάνικου heavy metal ήχου εκείνων των ετών. Αν υπήρχε μια φόρμουλα με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα τραγούδι του ιδιώματος που εκφράζονται τα Αμερικάνικα γκρουπ, σίγουρα το “Scream murder”, είναι στο 100% «μέσα». Από το πρώτο δευτερόλεπτο ο «καλπάζων» ρυθμός του, η όλη δομή του τραγουδιού και οι κραυγές του Oliva προς το τέλος, του δίνει μια ιδιαίτερη υπόσταση σε όλο το δίσκο. Η θέση του σαν προτελευταίο, σίγουρα το αδικεί οπότε στο εν λόγω countdown, έχει αυτή που θεωρώ πως του αρμόζει καλύτερα.

  1. Holocaust

Από την πρώτη φορά που ακούς αυτό το τραγούδι πραγματικά σε μαγνητίζει. Μετά τα πρώτα δευτερόλεπτα με τα πιατίνια και τη μπότα της drums, που «ανοίγουν» την σύνθεση, το ριφ με το χαρακτηριστικό κιθαριστικό στυλ και ύφος που έθεσε σαν σήμα κατατεθέν το γκρουπ, το γενικότερο στακάτο tempo που υπάρχει διάχυτο σε όλη την διάρκεια αλλά και το απίστευτα «κολλητικό» ρεφραίν, σου μένουν άμεσα. Ειδικά το ρεφραίν, έχω «πιάσει» τον εαυτό μου, σε άσχετες στιγμές, να το τραγουδάει σκεπτόμενος και τον ρυθμό του.  Ο Jon Oliva κάνοντας μια από τις καλύτερες ερμηνείες του στο δίσκο, καθοδηγεί όλο τραγούδι προς την σωστή επιτυχημένη κατεύθυνση, ενώ ειδική μνεία σίγουρα πρέπει να δοθεί σε αυτόν που σκέφτηκε να βάλει την σειρήνα πολέμου, στα μέσα της σύνθεσης, δίνοντας μια διαφορετική πινελιά και αισθητική σε όλο το τραγούδι. Για μένα αποτελεί ένα από τα πλέον αγαπημένα μου και στο άλμπουμ αλλά και στην δισκογραφία της πρώτης περιόδου του γκρουπ.

1.“Sirens” 

Θυμάμαι σαν τώρα πριν από πάρα πολλά χρόνια, όντας έφηβος, κατά τις καλοκαιρινές μου διακοπές, μια κασέτα του ξαδέρφου μου όπου περιείχε μια από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές σε τοπικό σταθμό της επαρχίας, την οποία μου είχε φέρει να ακούσω. Το πρώτο τραγούδι με το οποίο ξεκινούσε την εκπομπή του ήταν το “Sirens” των SAVATAGE. Είναι μια στιγμή που όσα χρόνια και αν περάσουν δεν θα ξεχάσω ποτέ. Μετά την «γλυκιά» εισαγωγή με την όμορφη γαλήνια καμπανούλα, το ριφ του τραγουδιού αλλά και η ερμηνεία του Oliva, δεν γίνεται να μην σε παρασύρουν, και να σταματάς με ότι και αν ασχολείσαι εκείνη την στιγμή. Στο ρεφραίν, στο σημείο με τους στίχους “you‘re approaching the islands of sirens” είναι σαν όντως να κοιτάζεις μπροστά σου το νησί και να το πλησιάζεις. Το τραγούδι έχει όλα τα στοιχεία που θα χαρακτήριζαν τα επόμενα χρόνια τον ήχο και το στυλ έκφρασης του γκρουπ, πριν βάλει περισσότερα λυρικά και μελωδικά στοιχεία στα τραγούδια του, καθιστώντας το ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής που έχει δημιουργήσει το σχήμα. Αν μπορούμε με ένα τραγούδι να περικλείσουμε σε κάποιον τι παίζουν οι SAVATAGE, είναι σίγουρα αυτό, αφού κατάφεραν σε σχεδόν τρεισήμισι λεπτά να παρουσιαστούν και να συστηθούν στο κοινό με τον καλύτερο τρόπο!

Θοδωρής Μηνιάτης

ARCH ENEMY – “Blood dynasty” (Century Media)

0
Arch Enemy

Arch Enemy

Χωρίς ίχνος υπερβολής, δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά συγκροτήματα που να κινούνται με τέτοια χαρακτηριστική άνεση στην αφρόκρεμα του σύγχρονου metal όσο οι ARCH ENEMY. Με τα φρένα τους σπασμένα από το 2017 και μετά, το συγκρότημα σπάει κάθε κοντέρ, χωρίς να δείξει κανένα σημάδι κόπωσης, βγάζοντας εξαιρετικές κυκλοφορίες, σε έναν αγώνα ταχύτητας που είναι ήδη νικητές και απλά τρέχουν γιατί το γουστάρουν.

Μετά το επιτυχημένο “Deceivers” του 2022, το “Blood Dynasty” έρχεται να συνεχίσει ακριβώς από εκεί που σταμάτησε ο προκάτοχός του. Όχι, δεν θα βρείτε κάτι ριζικά καινούργιο ή επαναστατικό εδώ. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Οι ARCH ENEMY ξέρουν καλά ποιοι είναι και τι πρεσβεύουν: ένα μείγμα μοντέρνου heavy metal με death metal φωνητικά, το οποίο εκτελείται με χειρουργική ακρίβεια και πηγαίο πάθος. Στο ίδιο πλαίσιο που κινούνται και οι AMON AMARTH δηλαδή, αλλά το ένστικτο και η κλασικομεταλλική αισθητική του Michael Amott κάνουν τη διαφορά, χαρίζοντας στις συνθέσεις μια διαχρονική δυναμική.

Παρά την αποχώρηση του Jeff Loomis – μια απώλεια που για πολλούς φάνταζε κομβική – τίποτα ουσιαστικό δεν άλλαξε στον πυρήνα του ήχου των ARCH ENEMY και είναι απόλυτα λογικό, αν σκεφτούμε ότι πάντα η σύνθεση και η μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος ήταν πάντα στα χέρια του Amott. Έτσι λοιπόν όλα τα χαρακτηριστικά που περιμένει κανείς από ένα ARCH ENEMY άλμπουμ είναι παρόντα: ταχύτητα, ένταση, groove-άτα riffs, cheesy αλλά κολλητικά leads, φρενήρη solos και επιβλητικά growls. Όπως και στο “Deceivers”, έτσι κι εδώ ακούμε την Alissa να ξεδιπλώνει και την καθαρή φωνή της, με μέτρο και ουσία. Το “Illuminate the Path” ξεχωρίζει με το εξαιρετικό, εξολοκλήρου καθαρόφωνο ρεφραίν του, ενώ το “Vivre Libre”, διασκευή της ομώνυμης γαλλικής hard rock μπαλάντας των BLASPHEME, την βρίσκει να τραγουδάει εξαιρετικά στη μητρική της γλώσσα, χαρίζοντας μια απροσδόκητη αλλά ευχάριστη πινελιά στο άλμπουμ.

H παραγωγή του Jens Bogren είναι ξανά υποδειγματική: γυαλισμένη μεν, αλλά με απόλυτο σεβασμό στην επιθετικότητα και τη δυναμική του υλικού. Ο ήχος είναι γεμάτος, στιβαρός και κρυστάλλινος, χωρίς να στερεί τίποτα από τη φυσικότητα των οργάνων. Αν και πολλούς αυτό το γυάλισμα μπορεί να τους χαλάει, θεωρώ όμως ότι για αυτό που παίζουν οι ARCH ENEMY, είναι ο ιδανικός ήχος για να αναδειχθούν τα τραγούδια τους και αλλοίμονο, ο Jens Bogren είναι ο μετρ του είδους.

Το “Blood Dynasty” δεν αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά δείχνει γιατί οι ARCH ENEMY παραμένουν στην κορυφή. Το άλμπουμ ακούγεται μονορούφι, προσφέρει δυνατές στιγμές και επιβεβαιώνει πως η μπάντα συνεχίζει να δημιουργεί με ενέργεια και φρεσκάδα, χωρίς να κυνηγάει φαντάσματα ή να πουλάει αναμνήσεις. Όσοι αγαπούν τον ήχο τους, το “Blood dynasty” είναι μία σίγουρη προσθήκη για τη δισκοθήκη τους, που θα εκτιμηθεί δεόντως.

8 / 10

Δημήτρης Μπούκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece