Tuesday, April 28, 2026




Home Blog Page 92

RETHYMNO ROCKS: Οι SixForNine είναι η τελευταία προσθήκη του φεστιβάλ

0
Rethymno

Rethymno

Το Rethymno Rocks υποδέχεται τους SixForNine.

Τα πιο απλά αλλά σημαντικά συστατικά για μία επιτυχημένη συναυλία είναι: Όμορφα τραγούδια με ωραίες μελωδίες, εκτελεσμένα σωστά έτσι ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στο μέγιστο το κοινό και να το διασκεδάσει όσο περισσότερο γίνεται. Και στην περίπτωση των SixForNine του Fotis Benardo (Devasoundz Studios, Nightfall, Nightrage), όλα τα συστατικά υπάρχουν, στην σωστή δόση και με την κατάλληλη δυναμική. Το Rethymno Rocks υποδέχεται τους Αθηναίους Alternative Metalers την Παρασκευή 29 Αυγούστου στο Κάστρο της Φορτέτζας, για να πλημμυρίσουν το χώρο με το εξαιρετικό υλικό τους. Τα 2 albums που έχουν κυκλοφορήσει, το νέο τους τραγούδι “Shoot For The Stars” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αλλά πάνω από όλα ο τρόπος που επικοινωνούν με το κοινό, είναι εγγύηση για μία τέλεια συναυλιακή εμπειρία, παρέα με τους Project Renegade, τους Onslaught και τους Moonspell.

 

NIGHTSTALKER | RETURN FROM THE POINT OF NO RETURN – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΔΙΣΚΟΥ | Παρασκευή 11 Απριλίου @ Gagarin 205

0
Nightstalker

Nightstalker

NIGHTSTALKER

RETURN FROM THE POINT OF NO RETURN

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΔΙΣΚΟΥ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11 ΑΠΡΙΛΙΟΥ @ GAGARIN 205

Opening Act: The Vulcan Itch

Οι Nightstalker επιστρέφουν με το Return From The Point of No Return“, το πιο τολμηρό τους άλμπουμ, και θα το παρουσιάσουν ζωντανά για μια μοναδική φορά στη σκηνή του Gagarin 205, την Παρασκευή 11 Απριλίου.

Στο “Return From The Point of No Return”, ο χαρακτηριστικός ήχος των Nightstalker με τα τραχιά και βαριά blues riffs και τους υπνωτιστικούς ρυθμούς, επισφραγισμένος από τα επιβλητικά φωνητικά του θρυλικού frontman Argy, γίνεται πιο βαθύς, πιο σκοτεινός και πιο επεκτατικός.

Αυτό το νέο άλμπουμ είναι μια ξεκάθαρη δήλωση της πρόθεσης τους: οι Nightstalker δεν βρίσκονται εδώ για να ακολουθήσουν τάσεις, καθώς οι ίδιοι έχουν χαράξει τον δρόμο για μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων stoner rockers. Κάθε στοιχείο αυτού του άλμπουμ μοιάζει με μια ηλεκτρισμένη πρόσκληση σε δράση, καλώντας τους fans να σηκώσουν τις γροθιές τους στον αέρα, ενωμένοι.

Πιστοί όσο λίγοι στο αυθεντικό rock ‘n’ roll attitude και στο φανατικό κοινό τους που γεμίζει ασφυκτικά κάθε χώρο που εμφανίζονται, οι Nightstalker επιστρατεύουν τους rock ’n’ roll ύμνους που δημιουργούν, ανατινάζοντας ξανά και ξανά τα stages σε Ελλάδα και Ευρώπη, αφήνοντας τους εκστασιασμένους φίλους τους σε αναμονή της επόμενης εμφάνισης.

Το “Return From The Point of No Return” αποτελεί έναν θρίαμβο του heavy rock και μια αδιάψευστη απόδειξη της κληρονομιάς τους.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε την Παρασκευή 14 Μαρτίου από την Heavy Psych Sounds.

http://www.nightstalkerband.com/

Τη συναυλία θα ανοίξουν οι The Vulcan Itch.

Οι The Vulcan Itch, που δημιουργήθηκαν το 2018, είναι ένα groove rock power trio από την Αθήνα. Ο ήχος τους συνδυάζει βαριά rock riffs, πιασάρικα φωνητικά, τραχύ μπάσο και δυνατά τύμπανα.

Με τα χρόνια, έχουν μοιραστεί τη σκηνή με πολλές γνωστές μπάντες της ελληνικής rock σκηνής και έχουν κυκλοφορήσει ένα LP και ένα EP. Τον Απρίλιο του 2020 κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους, ενώ τον Μάιο του 2022 ακολούθησε το EP “Trapped In A Cage”, το οποίο έτυχε θερμής υποδοχής από κοινό και κριτικούς.

Το δεύτερο full-length άλμπουμ τους, Rise of the Fallen κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2024 από την The Lab Records. Οι The Vulcan Itch δημιούργησαν έναν εθιστικό και groovy δίσκο που ισορροπεί ανάμεσα στο heavy stoner rock και το grungy noise-rock. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες δουλειές τους, αυτός ο δίσκος είναι ίσως ο πιο μελωδικός τους μέχρι στιγμής, χωρίς όμως να χάνει ούτε σε δυναμισμό ούτε σε πλούσια και groovy riffs.

https://linktr.ee/thevulcanitch

Info:

Παρασκευή 11 Απριλίου

Gagarin 205 – https://gagarin205.gr/

Doors Open: 20:30

Τιμές Εισιτηρίων:

Early bird: 13€

Προπώληση: 15€

Ταμείο: 18€

Προπώληση Εισιτηρίων: https://cometogether.live/buytickets/2328/nightstalker-presenting-live-new-album

Παραγωγή & Επικοινωνία: Goodheart Productions

https://goodheart.gr/

NULL O ZERO: Γιορτάζουν τα δέκα χρόνια τους κάνοντας συναυλία με τους STELLAR VEIL και τους ATOMIC BLAST

0
Null

Null

Στις 24 Μαΐου οι Null O Zero θα ανέβουν στην σκηνή του Piraeus Club Academy για να γιορτάσουν την επέτειο 10 χρόνων από την κυκλοφορία του “The Enemy Within”. Μαζί τους στο live θα βρίσκονται οι Stellar Veil και Atomic Blast.

Οι Null O Zero επιστρέφουν δυναμικά στη σκηνή, γιορτάζοντας την επέτειο των 10 χρόνων από την κυκλοφορία του “The Enemy Within”. Ανανεωμένοι και με αστείρευτη ενέργεια, δηλώνουν έτοιμοι να ταράξουν ξανά τους λάτρεις της metal, με δυνατά riffs, σαρωτικά solos, ένα στιβαρό και άρτια δεμένο ρυθμικό υπόβαθρο, καθώς και μια χαρακτηριστική, γεμάτη γρέζι φωνή. Οι Null O Zero έχουν καθιερωθεί ως μια ισχυρή παρουσία στην ελληνική metal σκηνή. Ο ήχος τους συνδυάζει το κλασικό metal με μοντέρνες επιρροές, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα που ξεχωρίζει. Η επιστροφή τους δεν είναι απλώς μια αναβίωση του παρελθόντος, αλλά μια νέα αρχή με ακόμα περισσότερη ορμή και δημιουργικότητα. Οι φίλοι του heavy metal μπορούν να αναμένουν μια καταιγιστική επιστροφή που θα ταράξει τα νερά της ελληνικής σκηνής.

Την δυναμική τους έρχονται να ενισχύσουν οι Stellar Veil, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ της διαχρονικής γοητείας του κλασικού ροκ και των φρέσκων ήχων του σύγχρονου hard rock και heavy metal.

Την βραδιά θα ανοίξουν δυναμικά οι ανερχόμενοι και πολλά υποσχόμενοι Atomic Blast, βάζοντάς μας με ορμή στο δυναμικό και τεχνικό thrash metal τους.

Πληροφορίες Εισιτηρίων
Η προπώληση μόλις ξεκίνησε!
Τιμή προπώλησης: 12€
Ταμείο: Γεν. Εισόδου:15€
Σπ. Ωδείου 10€ (ζητείται βεβαίωση σπουδών και επίδειξη ταυτότητας)

Σημεία Προπώλησης
Ηλεκτρονικά: more.com

Metal Era
Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα

Monsterville
Αγίας Ειρήνης 13, Αθήνα

Music Corner
Πανεπιστημίου 56, Αθήνα

Eat Metal Records
Σπυρίδωνος Τρικούπη 45, Αθήνα

Nathan’s Saloon
Αλέξη Παυλή 44, Αθήνα

Μπύραμα
Ράλλη Λ. 141, Πασαλιμάνι – Πειραιάς

RHEINKAOS interview

0
Rheinkaos

Rheinkaos

“Από το 2007 στην σκοτεινή καρδιά του Ελληνικού metal”

Οι RHEINKAOS είναι μια ελληνική μπάντα που ιδρύθηκε το 2007 από τον Dimitrios B. και τον τραγουδιστή Savaoth. Από την αρχή της πορείας τους, με demo και ΕΡs, η μπάντα δεν φοβήθηκε να εξερευνήσει τις πιο σκοτεινές και ατμοσφαιρικές πτυχές του ήχου, συνδυάζοντας στοιχεία black metal με death και ατμοσφαιρικές επιρροές, δημιουργώντας έναν ήχο που χαρακτηρίζεται από δύναμη, ένταση και λυρισμό.

Το όνομα “Rheinkaos” το εμπνεύστηκαν από τον σχεδόν ομώνυμο δίσκο των DISSECTION τον οποίο και παράλλαξαν (θα δείτε παρακάτω γιατί). Η μπάντα δεν περιορίζεται μόνο στο να δημιουργεί μουσική, αλλά χρησιμοποιεί τη μουσική ως όχημα για να εκφράσει τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις ατέρμονες συγκρούσεις και την απογοήτευση της ανθρώπινης φύσης. Τα θέματα που πραγματεύεται περιλαμβάνουν την ιστορία, την παράνοια και την απογοήτευση, ενώ η ατμόσφαιρα των τραγουδιών τους διαπνέεται από την έντονη αίσθηση του σκοταδιού και της καταστροφής.

Με το πέρασμα των ετών και αρκετές ταλαιπωρίες, όπως την μετακόμιση του Δημήτρη στην Ολλανδία, μια αλλαγή ονόματος και άλλα πολλά, το σχήμα επέστρεψε με ένα καινούργιο ΕΡ του οποίου την παρουσίαση μπορείτε να δείτε εδώ. Ο ήχος τους μέσα στα χρόνια μεταβλήθηκε σταδιακά, προσθέτοντας νέα στοιχεία και συνεχώς εξετάζοντας τη μουσική τους υπό νέα πρίσματα, ενώ η ατμοσφαιρική διάσταση των τραγουδιών τους καθιστά την εμπειρία της ακρόασης τους εξαιρετικά έντονη και καθηλωτική.

Η μπάντα συνεχίζει να εξελίσσεται και να αψηφά τις συμβάσεις, προσφέροντας στους οπαδούς της μια νέα διάσταση του extreme metal. Μέσα από τη σκοτεινή μουσική και τη φιλοσοφική τους θεματολογία, οι Rheinkaos παραμένουν πιστοί στην αρχική τους αποστολή: να δημιουργήσουν μουσική που αναδεικνύει την ακραία ομορφιά και το χάος του κόσμου.

Rheinkaos

Το “All my being is a dark verse” έχει έναν ιδιαίτερα φιλοσοφικό τίτλο. Ποιο είναι το βασικό του concept και πώς εμπνευστήκατε το όνομά του;
Ο τίτλος ανήκει στην Ιρανή ποιήτρια Forugh Farrokhzad. Για μένα, ο στίχος “All my being is a dark verse”, μαζί με το εξώφυλλο και τη μουσική μας, εκφράζουν το εσωτερικό και αθέατο σκοτάδι που όλοι βιώνουμε καθημερινά. Δεν αναφέρομαι στο μοχθηρό σκοτάδι της black metal αισθητικής, αλλά στις αρχέγονες φιλοσοφικές σκέψεις για την ύπαρξή μας, την απεραντοσύνη του σύμπαντος και το νόημα όλων αυτών.

Ο ήχος σας συνδυάζει μελωδικό black metal με progressive και avant-garde στοιχεία. Ποιες είναι οι βασικές σας επιρροές και πώς καταλήξατε σε αυτό το ύφος;
Ξεκίνησα να γράφω το πρώτο demo έχοντας το “666 International” των DØDHEIMSGARD ως πυξίδα.  Ήθελα να πετύχω τις ίδιες δυναμικές, με εναλλαγές όχι μόνο στις εντάσεις, αλλά και στην στιλιστική παλέτα. Σύντομα όμως, οι υπόλοιπες επιρροές μου όπως οι PARADISE LOST, οι ULVER, οι FATES WARNING αλλά και καλλιτέχνες όπως ο συνθέτης Tomáš Dvořák και οι jazz rockers REIGN OF KINDO, βγήκαν στην επιφάνεια. Ευτυχώς στο metal υπάρχει χώρος για τέτοιους πειραματισμούς.

Ο στίχος παίζει μεγάλο ρόλο στη μουσική σας. Υπάρχει κάποιο κεντρικό μήνυμα ή φιλοσοφία που θέλετε να επικοινωνήσετε μέσα από το EP;
Για μένα οι στίχοι εκφράζουν μια συνομιλία, ένα κατηγορώ με το σύμπαν-δημιουργό σχετικά με την ασημαντότητα της ύπαρξής μας. Αν και το μήνυμα είναι γενικά απαισιόδοξο, η συνομιλία ένας προς έναν με το άγνωστο εξισορροπεί τον άνθρωπο με τον δημιουργό και αυτό έχει κάτι το empowering και ελευθεριακό.

Η παραγωγή του EP έχει έναν σκοτεινό, οργανικό ήχο. Πώς δουλέψατε πάνω σε αυτό; Είχατε συγκεκριμένο στόχο για το πώς θέλατε να ακούγεται;
Ξεκινήσαμε να γράφουμε τον δίσκο στα Fragile αλλά λόγω περιορισμένου budget η τελική μίξη έγινε στο προσωπικό μου studio. Στόχος μου ήταν να πετύχω ένα καθαρό αποτέλεσμα πρώτα από όλα, μακριά από τον retro black metal ήχο που μπορεί να είναι γοητευτικός αλλά περιοριστικός. Από εκεί και πέρα, δούλεψα πολύ στην ενορχήστρωση των κομματιών και στις μικρές λεπτομέρειες που πιστεύω δίνουν αυτή την σκοτεινή ταυτότητα. Η όλη διαδικασία θέλει χρόνο και υπομονή, καθώς μια λάθος επιλογή π.χ. στις ορχήστρες, μπορεί να φθηνύνει το αποτέλεσμα.

Υπάρχει κάποιο τραγούδι στο “All my being is a dark verse” που θεωρείτε ότι αντιπροσωπεύει περισσότερο τη μπάντα και γιατί;
Με δύο κομμάτια στον δίσκο, είναι δύσκολο πραγματικά να επιλέξεις. Το “Beta religion” έχει μια επικότητα και μια εσωστρέφεια που λατρεύω. Το “The commencement fear” είναι πιο aggressive και  up-tempo ενώ έχει αυτές τις prog επιρροές από FATES WARNING και CYNIC που του δίνουν μια ιδιαίτερη ταυτότητα.

Στο εξώφυλλο και το artwork γενικά υπάρχει μια ιδιαίτερη αισθητική. Ποιος ήταν υπεύθυνος για το σχεδιασμό και πώς συνδέεται με τη θεματολογία του δίσκου;
Γενικά τα εξώφυλλα στον metal κόσμο ακολουθούν την γραμμή του είδους που επιλέγεις να παίξεις, είτε αυτό λέγεται black metal, stoner ή death. Για το δικό μας εξώφυλλο δουλέψαμε με τρεις καλλιτέχνες μέχρι να καταλήξουμε σε αυτή την ιδιαίτερη και μαγική δουλειά του Ουκρανού Vadim Karasov. Πιστεύω πως  εκφράζει απόλυτα τον τίτλο “All my being is a dark verse” αλλά και την μουσική μας: σκοτεινή, μυστικιστική αλλά και με μια δόση απόκοσμης μαγείας.

Το όνομά σας, RHEINKAOS, θυμίζει το τελευταίο άλμπουμ των DISSECTION. Έχει κάποια σχέση ή σημαίνει κάτι διαφορετικό για εσάς;
Πράγματι, το όνομα μας προέρχεται από το τελευταίο άλμπουμ των DISSECTION. Αν και μου άρεσε ο τίτλος ήθελα να αποφύγω οποιοδήποτε συσχετισμό με την ιδεολογία του Jon Nödtveidt, γι’ αυτό και η ορθογραφία του είναι αλλαγμένη. Θα ήθελα το όνομά μας να σημαίνει κάτι το προσωπικό και ιδιαίτερο, αλλά το επέλεξα πριν από περίπου 20 χρόνια γιατί ακουγόταν εύηχο και cool στα αυτιά μου.

Το EP έχει μια κινηματογραφική αίσθηση στη σύνθεση. Θεωρείται ότι αυτό συμβαίνει ως μία συνέχεια μεταξύ των τραγουδιών ή βγαίνει αυθόρμητα χωρίς συγκεκριμένο συμβολισμό;
Σίγουρα, ορισμένες κινηματογραφικές στιγμές προέκυψαν αυθόρμητα, αλλά η ροή των κομματιών και συγκεκριμένες επιλογές, όπως το intro και τα samples των κυμάτων στο “Beta Religion”, ήταν απόλυτα συνειδητές. Ήθελα τα κομμάτια να οδηγούν τον ακροατή, να τον παρασύρουν σε ένα ταξίδι από σημείο σε σημείο, μέχρι να φτάσει στην καθαρτική λύτρωση στο τέλος της σύνθεσης. Ίσως αυτή η προσέγγιση να είναι που χαρίζει στο άλμπουμ την κινηματογραφική του αίσθηση.

Τι θέλετε να νιώσει ή να σκεφτεί κάποιος όταν ακούει το “All my being is a dark verse”;
Ο καθένας μας αντιλαμβάνεται και εκτιμά την μουσική με βάση τις εμπειρίες και τον πολιτισμό του. Στόχος μου ήταν να γράψω μουσική που συνεπαίρνει, που δημιουργεί δυνατά συναισθήματα και σε ταξιδεύει. Ελπίζω οι λίγοι που θα ακούσουν τον δίσκο να βρουν κάτι στην μουσική μας που να τους αγγίξει.

Ποιο είναι το επόμενο βήμα για τους RHEINKAOS; Υπάρχει σχέδιο για full-length άλμπουμ στο μέλλον;
Το 2025 είναι αφιερωμένο σε ένα prog rock πρότζεκτ που που δουλεύω με τον Δημήτρη Ράδη από τους WE OWN THE SKY. Ελπίζω με το πέρας αυτής δουλειάς να ξεκινήσω την σύνθεση για το πρώτο full length των RHEINKAOS.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 5/4 [CORROSION OF CONFORMITY]

0
Corrosion

Corrosion

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “In the arms of God” – CORROSION OF CONFORMITY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Sanctuary
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Custer / CORROSION OF CONFORMITY
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρες – Pepper Keenan
Κιθάρες / Φωνητικά – Woody Weatherman
Μπάσο / Φωνητικά – Mike Dean
Τύμπανα – Stanton Moore

Το “America’s volume dealer” ήταν ένα άλμπουμ όπου οι CORROSION OF CONFORMITY ακούγονταν αποπροσανατολισμένοι, περισσότερο ηχητικά μιας και περιείχε καλά τραγούδια, με τις σχέσεις μεταξύ των μελών τεταμένες. Ο Reed Mullin, drummer κι εκ των ιδρυτών των C.O.C. μένει εκτός συγκροτήματος λόγω χρόνιου προβλήματος που αντιμετώπιζε με τη μέση του, αρχικά για το πρώτο σκέλος της περιοδείας όπως τον είχαν συμβουλέψει οι γιατροί αλλά τελικά αποχωρεί πλήρως μιας και δεν βρισκόταν στην καλύτερη φυσική κατάσταση και πλέον δεν αισθανόταν πλήρως ικανοποιημένος με τη μουσική τους κατεύθυνση. Για την περιοδεία τον αντικαθιστούν με το Jimmy Bower (EYEHATEGOD, DOWN) και χρειάστηκαν πέντε ολόκληρα χρόνια για να ακούσουμε νέα δουλειά, με τους C.O.C. να κυκλοφορούν το live album “Live volume” και ο Pepper Keenan με τους DOWN το “Down II: A bustle in your hedgerow…” (2002).

Τον Ιούλιο του 2004 οι C.O.C. μπαίνουν στα Galactic’s G-Spot στη Νέα Ορλεάνη, με τον Stanton Moore πίσω από τα τύμπανα, φίλο του Keenan, με πιο jazz/funk background και μέλος των GALACTIC o οποίος αρχικά τον είχε πάρει τηλέφωνο μπας και είχε να του προτείνει κάποιον drummer, με τον Moore να θέτει τον εαυτό του διαθέσιμο. Το συγκρότημα εκείνη την περίοδο σύμφωνα με τον Keenan ήταν σε πάρα πολύ καλή κατάσταση, προβάροντας συνεχώς τα νέα τους τραγούδια κι αράζοντας στη φάρμα του κιθαρίστα Woody Weatherman πίνοντας μπύρες κι ακούγοντας μουσική από κλασικά σχήματα αλλά και νεότερες κυκλοφορίες όπως αυτές των HIGH ON FIRE και των MASTODON κι όλη αυτή η θετική ενέργεια τους έκανε να νιώθουν πως ήταν κοντά στη δημιουργία ένα μεγαλεπήβολου άλμπουμ.

Με τον στενό τους συνεργάτη, John Custer στην κονσόλα αναλαμβάνοντας την παραγωγή και τη μίξη του άλμπουμ έχοντας συνθετική συμμετοχή σε τρία τραγούδια (“Rise river rise”, “World on fire” και “Crown of thorns”), οι C.O.C. προσφέρουν το “In the arms of God”, ένα άλμπουμ αρκετά πιο κοντά στον θεμελιώδη ήχο τους, με μεγαλύτερη συνοχή από τον προκάτοχό του αλλά και αρκετή τζαμαριστή διάθεση με έντονες επιρροές από BLACK SABBATH και LED ZEPPELIN και τις γνώριμες southern σφήνες.

Το άλμπουμ ξεκινάει με ένα jam intro κι ένα solo αρκετά κοντά στο blues rock ύφος κιθαριστών όπως οι Robin Trower και Frank Marino για να ακολουθήσει το heavy riff του “Stonebreaker” που ήταν και το μοναδικό video που γύρισαν για το άλμπουμ. Ο πηχτός sludgy ήχος στις κιθάρες, το hardcore background της μπάντας στο “Paranoid opioid”, η “Vol.4” αύρα με τα υπέροχα slide στο “It is that way”, οι “Led Zeppelin III” ακουστικές αναφορές του “Rise river rise”, οι αρκετές trippy στιγμές, το έντονα επηρεασμένο από Randy Rhoads solo στο “World on fire” και τα πιο επικά “Never turn to more” και “In the arms of God” στο κλείσιμο ενώ έχει προηγηθεί το στοιχειωμένο “Crown of thorns” συντελούν σε ένα άλμπουμ ολοκληρωμένο με αρκετά αρώματα που αναδύονται σε κάθε ακρόαση.

Κατά τη διάρκεια της μίξης του “In the arms of God”, οι C.O.C. δέχονται μία κλήση από τους MOTORHEAD, οι οποίοι τους προτείνουν κοινή περιοδεία κι ενώ αυτή η πρόταση τους έπιασε εξαπίνης, τα δύο συγκροτήματα ήταν ήδη στο δρόμο γυρίζοντας της Η.Π.Α. πριν καν προλάβει να κυκλοφορήσει επίσημα το άλμπουμ μιας και δεν υπήρχε περίπτωση να προσπερνούσαν την ευκαιρία να περιοδεύσουν με ένα από τα αγαπημένα τους συγκροτήματα. Με τον Stanton Moore να μην μπορεί να ακολουθήσει, στη θέση του βρίσκουμε τον Jason Paterson από τους CRY OF LOVE και σειρά έχει η headline περιοδεία μαζί με τους CROWBAR, ALABAMA THUNDERPUSSY και WEEDEATER.

Δυστυχώς το τραγικό συμβάν του θανατηφόρου τυφώνα Κατρίνα τον Αύγουστο του 2005 τους έκοψε τη φόρα μιας και το σπίτι και το bar του Pepper Keenan στη Νέα Ορλεάνη υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Βάζοντας σε προτεραιότητα το να καταφέρει να γυρίσει σπίτι και να βοηθήσει να ξαναχτιστεί η πόλη του, ο Pepper Keenan ενώ δεν αισθανόταν άνετα να βγει στην σκηνή και να τραγουδήσει μετά μία τέτοια καταστροφή, μετά από αναπροσαρμογή του προγράμματος καταφέρνουν λίγους μήνες μετά να βγουν σε περιοδεία το Νοέμβριο μαζί με τους DISTURBED στα πλαίσια της Jägermeister Music Tour ενώ κατάφεραν να έρθουν και στην Ευρώπη τον Ιανουάριο του 2006 μαζί με τους CLUTCH. Οι προγραμματισμένες εμφανίσεις τους στην Ευρώπη με τους WITCHCRAFT τον Σεπτέμβριο και τους MOTORHEAD τον Οκτώβριο ακυρώθηκαν και σε συνδυασμό με την πτώχευση της εταιρείας τους, Sanctuary Records, οι C.O.C. μπήκαν στον πάγο μέχρι και το 2010 όπου οι Weatherman και Dean ξαναβρίσκονται με τον Reed Mullin και περιοδεύουν παίζοντας αποκλειστικά υλικό από την 80s hardcore περίοδο της μπάντας και τον Pepper Keenan να κυκλοφορεί τρίτο άλμπουμ με τους DOWN.

Did you know that:

  • O αρχικός τίτλος του άλμπουμ ήταν “En los brazos de dios”. Αρχικά το μήνυμα πίσω από τον τίτλο είχε να κάνει μεταφορικά με το πως τα χέρια του Θεού (arms of God) μετατρέπονται σε πυρηνικά όπλα (nuclear arms), με ανθρώπους να χάνουν τις ζωές τους στο όνομα του Θεού, με τον πόλεμο του Ιράκ να λαμβάνει χώρα τότε και πως το να βρίσκεσαι στα χέρια του Θεού σημαίνει ότι έχεις πεθάνει. Όταν κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του ομότιτλου τραγουδιού χτύπησε το κινητό όλων και τους ενημέρωσαν σχετικά με τη δολοφονία του Dimebag Darrell αποφάσισαν να δώσουν στο άλμπουμ τον αγγλικό τίτλο χωρίς να υπάρχει κάποιο τέχνασμα πίσω από αυτόν.
  • Ένα μέρος των ηχογραφήσεων πραγματοποιήθηκε στο Wigg Shoppe, στη γενέτειρα των C.O.C. στο Raleigh στη North Carolina και πρόκειται για το προβάδικό τους. Το όνομά του το πήρε από κατάστημα με περούκες που βρισκόταν στο κτίριο ακριβώς από πάνω.
  • Η εμπειρία των C.O.C. από την περιοδεία με τους DISTURBED δεν ήταν και η καλύτερη. «Η κατάσταση ήταν γελοία. Ότι πιο χαζό έχουμε κάνει με το κοινό να είναι εντελώς ηλίθιο» θα πει σε συνέντευξή του ο Pepper Keenan. O τραγουδιστής των DISTURBED, David Draiman, κρατώντας χαμηλούς τους τόνους δήλωσε: «Προφανώς ο Pepper δεν έμεινε πολύ ευχαριστημένος από την περιοδεία. Είμαστε τεράστιοι θαυμαστές των C.O.C. και ήμασταν πολύ χαρούμενοι που τους είχαμε μαζί μας. Ήταν κάπως αμήχανη κατάσταση, υποθέτω, για αυτούς γιατί ίσως το κοινό μας δεν ήταν τόσο δεκτικό όσο θα ήθελε και το καταλαβαίνω. Μακάρι να ήταν διαφορετικά γι’ αυτούς. Ήταν υπέροχοι κάθε βράδυ»

Κώστας Αλατάς

A day to remember… 4/4 [BLIND GUARDIAN]

0
Blind Guardian

Blind Guardian

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Imaginations from the other side” – BLIND GUARDIAN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Virgin, Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Flemming Rasmussen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Hansi Kürsch – Φωνητικά , Μπάσο
André Olbrich – Lead Ηλεκτρική κιθάρα, ακουστικές κιθάρες
Marcus Siepen – Ρυθμικές κιθάρες
Thomen Stauch – Τύμπανα

Eίναι κάποιες φορές που κοιτάς στον καθρέφτη αλλά αυτό που αντικρύζεις δεν είναι το είδωλό σου. Πίσω από την παγερή λεία επιφάνεια απλώνεται ένας κόσμος βυθισμένος στο λυκόφως. Ένας κόσμος όπου ενσαρκώνονται όλοι οι μύθοι, τα φανταστικά πλάσματα οι δράκοι, οι πολεμιστές και τελικά η παιδικότητα. Που δε λέει να μας εγκαταλείψει και μας προσφέρει καθημερινά καταφύγιο από μια πραγματικότητα η οποία δείχνει ολοένα και πιο αφιλόξενη όσο περνούν τα χρόνια.

Ήταν Απρίλιος του 1995 όταν άνοιξε το πέρασμα προς την άλλη πλευρά. Οι Γερμανοί από το Κρέφελντ δεν είχαν πραγματικά ανάγκη να βγάλουν έναν καλό δίσκο. Είχαν προηγηθεί το καταιγιστικό “Follow the blind” με χιτάκια που θα άντεχαν για χρόνια, τα “Tales from the twilight world” και “Somewhere far beyond” που θα μπορούσαν να έχουν κλείσει ένα φανταστικό σερί και να τους τοποθετήσουν από τότε στο πάνθεον του power metal.

Όμως οι βάρδοι είχαν πολλά να τραγουδήσουν ακόμα. Με το Excalibur στα χέρια και το escapism στην ψυχή το “Imaginations from the other side” κυκλοφόρησε. Από το ομώνυμο εναρκτήριο έπος μέχρι τα αδυσώπητα power speed τραγούδια που διαδέχονταν πιο mid tempo έπη γεμάτα δύναμη και συναίσθημα φτάνοντας στο μεσαιωνικό “A past and future secret” που συγκαταλέγεται στα πιο αριστουργηματικά τραγούδια γενικά.

Η απόδοση όλων των μελών του συγκροτήματος ήταν υποδειγματική. Τα θέματα του Andre Olbrich πιο ώριμα από ποτέ. Οι ρυθμικές του Marcus Siepen τσεκουριές στο στήθος και οι μπότες του Τhomen Stauch ανελέητα σφυροκοπήματα. Το μπάσο που ακόμα δεν είχε  φύγει από τα χέρια του Hansi Kursch διέθετε όγκο και παρουσία ενώ η φωνή του πετυχααινε μια από τις πιο δύσκολες ισορροπίες σε όλη τη δισκογραφία των BLIND GUARDIAN. Άγρια, σκισμένα φωνητικά που θύμιζαν ότι οι BLIND GUARDIAN πάρα τους πειραματισμούς με συμφωνικές ενορχηστρώσεις και τις ακουστικές πινελιές τελικά ήταν και είναι ένα METAL συγκρότημα. Ωστόσο όταν ο Hansi έβγαζε το βάρδο από μέσα του όλοι αντιλαμβάνονται γιατί είναι τόσο αγαπητό αυτό το συγκρότημα

Θα μπορούσα να προχωρήσω σε μια ενδελεχή ανάλυση σε ένα ένα-ένα τα κομμάτια για να αποδείξω το λόγο που ο δίσκος είναι δέκα στα δέκα. Όμως αυτό το έχει αποδείξει η διάρκεια του στο χρόνο και η αγάπη που λαμβάνει η μπάντα από το κοινό (ειδικά το ελληνικό) και ειδικά το συγκεκριμένο άλμπουμ το οποίο θεωρείται από πολλούς ίσως και το καλύτερο και πληρεέστερο της καριέρας τους. Δεν είναι τυχαίο που έχει ψηφιστεί από το Rock Hard μέσα στα 500 καλύτερα rock και metal άλμπουμ όλων των εποχών. Δεν είναι τυχαίο που οπαδοί των GUARDIAN (ανάμεσα τους και ο συντάκτης) συχνά υποστηρίζουν ότι ο αγαπημένος τους GUARDIAN δίσκος είναι το “Nightfall in middle earth” αλλά ο καλύτερος δίσκος τους είναι το “Imaginations…”.

30 χρόνια μετά η παραγωγή του “Imaginations…” έχει τον όγκο και το χώρο που θα έπρεπε να έχει και ένα άλμπουμ το οποίο βγήκε σήμερα. Πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν σου κάνει παραγωγή ο Flemming Rasmussen που έχει αγγίξει με το μαγικό ραβδί του δίσκους που όρισαν το σκληρό ήχο (METALLICA – “Ride the lightning” / “Master of puppets”, MORBID ANGEL – “Covenant” κ.α.) Πρόκειται για την τελευταία δισκογραφική τους δουλειά όπου έπαιξε μπάσο ο Hansi αφού μετά αποφασίστηκε ότι έπρεπε να επικεντρωθεί στη φωνή. Από τη μια αυτό ήταν θετικό γιατί αποκτήσαμε έναν εμβληματικό frontman που σε κάθε live νιώθουμε ότι είναι εκείνος ο μεγαλύτερος ξάδερφος ο οποίος μας μύησε στον ήχο και τους συγγραφείς του φανταστικού.

Από την άλλη ο ήχος του μπάσου στις μετέπειτα δουλειές των GUARDIAN είχε όλο και πιο δειλή παρουσία. Το “Imaginations…” αποτελεί σημείο καμπής για το ηχόχρωμα των Γερμανών αλλά και για το metal της εποχής.

Η τελειότητα του επαφίεται στις λεπτομέρειες. H δομή έχει αρχή μέση και τέλος (με το όμορφο “And the story ends”). Έγκειται ακόμα στους υπέροχους στίχους. Χρησιμοποιώντας ως άρμα κυρίως τους Aρθουριανούς μύθους ανάμεσα σε άλλα έργα φαντασίας οι βάρδοι εκφράζουν τελικά το μελαγχολικό συναίσθημα του σύγχρονου ανθρώπου ο οποίος πνίγεται από τον κόσμο γύρω του και έχει την ανάγκη να περιπλανηθεί στην άλλη πλευρά, της φαντασίας.

Εκεί που ο ουρανός βάφεται με τα ματωμένα χρώματα του δειλινού. Συναίσθημα που σκιαγραφείται και από το μοναδικό έργο του Andreas Marschal ο οποίος σε πρώτο πλάνο εμφανίζει το σύμβολο- ορόσημο: τους δράκους στην άρπα του βάρδου, αλλά κυρίως με το απόκοσμο τοπίο στο φόντο. Πέτρινο πύργοι φανταστικά πλάσματα και δυσοίωνα σύννεφα που έμελλαν να μας κρατούν για πάντα συντροφιά στις προσωπικές μας περιπλανήσεις.
Γιατί όσο και να νιώθουμε χαμένοι, πάντα γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος. Και κάπου εδώ η ιστορία τελειώνει.

Άρης Λάμπος

A day to remember… 4/4 [STRAPPING YOUNG LAD]

0
Strapping

Strapping

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Heavy as a really heavy thing” – STRAPPING YOUNG LAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Devin Townsend
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρα / Keyboards – Devin Townsend

Το “Sex & Religion” του Steve Vai είναι κυριολεκτικά ένα από τα πιο θαρραλέα άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει. Τρία χρόνια μετά το “Passion and warfare”, ένα άλμπουμ-ορόσημο για τον σημαντικό αυτόν κιθαρίστα, ο Vai περιστοιχίζεται πλέον από δύο περιζήτητους session μουσικούς όπως ο drummer Terry Bozzio και ο μπασίστας T.Μ. Stevens κι έχοντας πάρει την απόφαση να έχει φωνητικά η επόμενη δισκογραφική του δουλειά, προσλαμβάνει έναν παντελώς άγνωστό εικοσάχρονο τύπο από τον Καναδά ονόματι Devin Townsend. Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο άρθρο αποκλειστικά για το παρασκήνιο πίσω από το συγκεκριμένο άλμπουμ και το πόσο επικριτικός ήταν ο μουσικός Τύπος και οι οπαδοί προς το πρόσωπο του νεαρού Townsend και πόσο τον επηρέασε αυτό στη μελλοντική του καριέρα, αλλά με βεβαιότητα θα μπορούσαμε να πούμε η εισαγωγή του στον κόσμο της σκληρής μουσικής βιομηχανίας έγινε με θόρυβο.

Αυτό που έμαθε ο Townsend από τη συνεργασία του με τον Steve Vai, ήταν πως δεν του άρεσε καθόλου να περιορίζεται καλλιτεχνικά και μην έχει τον έλεγχο στους στίχους και στο πως να τραγουδάει, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως ο Vai του υποδείκνυε μέχρι και το πως να αναπνέει. «Ήταν σαν να έχεις ένα πολύχρωμο πουλί κλεισμένο σε ένα μικροσκοπικό κλουβί» θα δηλώσει κάποια χρόνια μετά ο Vai. “Ήμουν μαλάκας και αρκετά νέος για να μπορέσω να εκφράσω τη δυσαρέσκειά μου με τον κόσμο. Ήταν λάθος μου να χέσω στην θήκη της κιθάρας του» θα αναφέρει σχετικά ο ίδιος.

Πριν από αυτή τη συνεργασία όμως ο Townsend ήταν ένας φιλόδοξος μουσικός που έγραφε ιδιόμορφη μουσική παίζοντας από το σχολείο με τους GREY SKIES και CAUSTIC THOUGHT και με τους NOISESCAPE το 1992 είχε έτοιμο το “Promise” demo το οποίο κι έστελνε παντού για να το κυκλοφορήσει. Η Relativity, εταιρεία που άνηκε στο roster της ο Steve Vai, τον υπογράφει και γίνεται ο μεσολαβητής για τη συνεργασία τους στο “Sex & Religion”. To εν λόγω demo περιείχε υλικό που μελλοντικά θα έθετε τη βάση τόσο για τους σαρωτικούς STRAPPING YOUNG LAD αλλά και την πιο μελωδική, σχεδόν ambient πλευρά των OCEAN MACHINE. Μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τον Steve Vai, o Townsend εισχώρησε αμέσως στους Άγγλους THE WILDHEARTS, oι οποία άνοιγαν τότε τις συναυλίες του Vai, αναλαμβάνοντας την κιθάρα για τις καλοκαιρινές τους εμφανίσεις σε μεγάλα φεστιβάλ όπως τα Monsters Of Rock και Reading αλλά και την κοινή τους περιοδεία με τους SUICIDAL TENDENCIES τον Σεπτέμβριο του 1994.

Οι THE WILDHEARTS ήταν αρκετά δημοφιλείς στη χώρα τους, με τη χιουμοριστική τους προσέγγιση στη σύνθεση των τραγουδιών να επηρεάζει άμεσα τον Townsend o οποίος είχε πάρει την απόφαση να σχηματίσει το δικό του συγκρότημα, γράφοντας όσο ήταν στην Αγγλία τραγούδια σε αρκετά πιο heavy ύφος που θα αποτελούσαν το ντεμπούτο των STRAPPING YOUNG LAD. Η Relativity όμως απορρίπτει το “Promise” demo επειδή το θεωρούν αρκετά σχιζοφρενικό ως άκουσμα χωρίς συνοχή, με τον Townsend να θεωρεί πως ο λόγος που τον υπέγραψαν αρχικά ήταν και μόνο για να τον προτείνουν στον Steve Vai.  Ενδιαφέρον μέσω του Monte Conner έδειξε και η Roadrunner αλλά όταν άκουσε τo demo ο ιδιοκτήτης Cees Wessels, του φάνηκε σκέτος θόρυβος και είπε στον Conner να μην αναφέρει ποτέ ξανά το όνομα του Townsend μπροστά του. Τότε μπαίνει στο παιχνίδι η Century Media, αφού τους έχει στείλει το demo o Monte Conner, η οποία δείχνει ενδιαφέρον αποκλειστικά για το πιο heavy υλικό και του προσφέρει δισκογραφική στέγη για πέντε άλμπουμ.

O Devin Townsend συγκεντρώνει τραγούδια όπως τα “Filler”, “Skin me” και “Goat” από το demo μαζί με κάποια από αυτά που είχε γράψει όσο έπαιζε με τους THE WILDHEARTS όπως τα “S.Y.L” και “In the rainy season” και τον Δεκέμβριο του 1994 σε διάστημα μόλις έξι ημερών ηχογραφεί μόνος του στα Mushroom Studios στο Vancouver την πρώτη του δισκογραφική δουλειά. Αναλαμβάνοντας όλα τα όργανα και την παραγωγή, με σχεδόν μηδαμινό project και χωρίς να έχει προβάρει το υλικό με άλλους μουσικούς, ζητώντας μονάχα τη βοήθεια του Καναδού παραγωγού Greg Reely για τη μίξη, o Townsend μπαίνει στο στούντιο με άγνοια κινδύνου και περίσσιο θράσος και ηχογραφεί αυτό που είχε στο κεφάλι του χωρίς κάποια προετοιμασία ή περαιτέρω επεξεργασία.

Ένα ωμό άλμπουμ, με αρκετά industrial metal αισθητική, αρκετά κοντά στην πρώιμη περίοδο των FEAR FACTORY και συγκροτημάτων όπως οι SKINNY PUPPY, GROTUS και PITCHSHIFTER, με τον Townsend να δηλώνει επίσης επηρεασμένος από άλμπουμ όπως τα “Heartwork” των CARCASS και “Wolverine blues” των ENTOMBED. Αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει το όνομά του μιας και δεν ήθελε να υπάρξουν συνειρμοί με όσους τον ήξεραν από το “Sex & Religion”, οπότε στα credits χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Nived, ονομάζει το συγκρότημα STRAPPING YOUNG LAD και το άλμπουμ “Heavy as really heavy thing”. Μόνο που τότε δεν υπήρχε συγκρότημα κι εκτός του κιθαρίστα Jed Simon και τον drummer Adrian White που είχαν ηχογραφήσει κάποια μέρη στο άλμπουμ καλεί επίσης τον κιθαρίστα Mike Sudar και τον μπασίστα Ashley Scribner ώστε να έχει κάποιο υποτυπώδες line-up.

Παρότι ο Devin Townsend κατάφερε να κυκλοφορήσει το πολυπόθητο άλμπουμ, το γεγονός πως δεν το κυκλοφόρησε στη μορφή που ήθελε, τον δυσαρεστούσε. Ήθελε πολύ να βρίσκονται στον ίδιο δίσκο τα “Skin me” και “Funeral” πχ, δύο τραγούδια αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους και ήταν ακριβώς αυτή η αντίθεση που ήθελε να εκφράσει καλλιτεχνικά από την πρώτη στιγμή που ηχογραφούσε τα πρώτα του demo. Δεν ήθελε ο κόσμος να τον κατηγοριοποιήσει ως έναν extreme metal μουσικό κι αυτό με τα χρόνια τον βάραινε όλο και περισσότερο. Μπορεί όταν κυκλοφόρησε να ένιωσε σαν να υψώνει το μεσαίο δάχτυλο στους πάντες αλλά ήταν απλά το συναίσθημα της στιγμής κι επειδή δεν τη θεωρεί και την πιο περήφανη στιγμή του δεν θα ήθελε να την επαναλάβει στα τριάντα του.

Όπως έχει πει και ο ίδιος όταν θα είναι εξήντα χρονών θα ήθελε να γράφει μουσική για το πως είναι να είσαι σε αυτή την ηλικία κ όχι να προσπαθείς να αναβιώσει κάτι που έκανες στο παρελθόν και η πορεία του Devin Townsend ομολογουμένως πατάει μέχρι σήμερα σε αυτό το μοτίβο. Όταν μέσω της δικής τους εταιρείας, τη HevyDevy κατάφερε να κυκλοφορήσει το 1997 το πολυπόθητο “Ocean machine: Biomech” αρχικά στην Ιαπωνία ως OCEAN MACHINE και στον υπόλοιπο κόσμο με το όνομά του ήταν σαν να έκλεισε ένας κύκλος κι από την επόμενη μέρα για κάθε άλμπουμ των S.Y.L. θα υπήρχε ως αντίβαρο ένα πιο prog με τους THE DEVIN TOWNSEND BAND ή πιο πειραματικό/pop ως solo καλλιτέχνης.

Did you know that:

  • Δύο μήνες πριν την ηχογράφηση του “Heavy as a really heavy thing”, o Devin Townsend βρέθηκε στο σπίτι του Jason Newsted, μπασίστα των METALLICA τότε, για πέντε μέρες τον Οκτώβριο του 1994 και μαζί με τον drummer των EXODUS, Tom Hunting τζάμαραν μανιωδώς και το αποτέλεσμα ήταν ένα demo τριών τραγουδιών υπό το όνομα IR8 ηχογραφημένο στο Chophouse home-studio του Newsted στη California. Ήταν από τα πρώτα jam του Newsted που κυκλοφόρησαν έστω και σε αρκετά περιορισμένο αριθμό, έχοντας ως αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια των Lars Ulrich και James Hetfield που του σύστησαν να μην επαναληφθεί κάτι αντίστοιχο. Το 2003 κυκλοφόρησε επίσημα σε cd από την εταιρεία του Newsted, τη Chophouse Records, μαζί με το αντίστοιχο project των Jason Newsted, Tom Hunting και τον κιθαρίστα των SEPULTURA, Andreas Kisser, τους SEXOTURICA. Εκτός των IR8, o Townsend μαζί με τoν Newsted τζάμαραν επίσης την ίδια χρονική περίοδο μαζί με τους Scott Reeder (KYUSS, THE OBSESSED) και Dale Crover (MELVINS) ως TREE OF THE SUN και BLASTULA & THE SATANITONES.
  • H μοναδική στούντιο ηχογράφηση του Devin Townsend με τους THE WILDHEARTS βρίσκεται στο τραγούδι “Kill me to death”, b-side από το single του 1997 “Urge”.
  • To 1994 o Devin Townsend ηχογράφησε τις κιθάρες στα “Vigilante”, “Division of mind” και “Sex offender” από το “Millenium” άλμπουμ των Καναδών FRONT LINE ASSEMBLY κι έκανε το ίδιο και στο “Hard wired” του 1995. Το 1996 ανέλαβε μαζί με τον Daniel Bergstrand την παραγωγή στο “Pigwalk” των rap metallers STUCK MOJO, τραγούδησε στη διασκευή του “Natural Science” από το “Working man – A tribute to Rush” και σε αυτή του “Sinner” με το line-up των OCEAN MACHINE για το “A tribute to Judas Priest legends of metal Vol. 1” και τραγούδησε σε δύο τραγούδια στο “Convergence”, το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του κιθαρίστα James Murphy.
  • Πριν προτείνει στον Burton C. Bell τα φωνητικά για το ντεμπούτο “Plastic planet” των G//Z/R, ο θρυλικός μπασίστας των BLACK SABBATH, Geezer Butler είχε επικοινωνήσει αρχικά με τον Devin Townsend, με τον τελευταίο να αρνείται γιατί δεν υπήρχε περίπτωση μετά την εμπειρία του με τον Steve Vai να τραγουδήσει χωρίς να έχει την οποιαδήποτε συμμετοχή στους στίχους. Αρνητική ήταν επίσης η απάντηση όταν του ζητήθηκε να περάσει από audition για τη θέση του τραγουδιστή στους JUDAS PRIEST γιατί πολύ απλά ως οπαδός τους δεν θα ήθελε να δει τον εαυτό ως αντικαταστάτη του Rob Halford. Σύμφωνα με τον Townsend αντίστοιχη πρόταση είχε γίνει και στον Warrel Dane των NEVERMORE.
  • Όταν ο Monte Conner, υπεύθυνος του A&R τμήματος της Roadrunner ενημέρωσε τον Devin Townsend πως διακόπτεται η συνεργασία τους, ο τελευταίος τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να ακούσει ένα υποτιθέμενο project του που ήταν στο ύφος των TYPE O NEGATIVE, το πιο εμπορικά πετυχημένο συγκρότημα της Roadrunner τότε κι όταν του απάντησε ο Conner θετικά, αυτός τους έστειλε μία κοντινή φωτογραφία της κωλοτρυπίδας του με το μήνυμα «Προς τους Monte, Cees και όλα τα αγαπημένα πρόσωπα της Roadrunner».
  • Οι STRAPPING YOUNG LAD δεν περιόδευσαν καθόλου για την προώθηση του “Heavy as a really thing” και τους πρώτους έξι μήνες το άλμπουμ είχε πουλήσει μόλις 143 αντίτυπα.
  • Έπρεπε να περάσουν δεκατρία χρόνια για να ακούσουμε τους Steve Vai και Devin Townsend στον ίδιο δίσκο κι αυτό συνέβη στο “Synchestra” των THE DEVIN TOWNSEND BAND με τη συμμετοχή του Vai στο “Triumph” και επαναλήφθηκε στο “Empath” του 2019 και στο τραγούδι “Singularity: VI. Here comes the sun!”. Τον Townsend με τη σειρά του τον ακούμε να τραγουδάει σε κυκλοφορία του Vai το 2016 και συγκεκριμένα στο “The lost chord” από το “Modern primitive”.
  • To “Heavy as a really heavy thing” επανακυκλοφόρησε από την Century Media το 2005 σε remastered μορφή, με ένθετες σημειώσεις από τον Devin Townsend και με τα “Satan’s ice cream truck”, “Japan”, “Monday” και τη διασκευή στο “Exciter” των JUDAS PRIEST ως bonus tracks.

Κώστας Αλατάς

A day to remember… 4/4 [HELSTAR]

0
Helstar

Helstar

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Multiples of black” – HELSTAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: David Ellefson, Tracy Rodriguez, Ray Rodriguez, Pat Chunk, Steve Simmons, Adam Simmons
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
James Rivera – Φωνητικά
Aaron Garza – Κιθάρα
D. Michael Heald – Κιθάρα, βιολί, τσέλο
Jerry Abarca – Μπάσο
Russell DeLeon – Τύμπανα

Για να είμαστε ‘ξηγημένοι: Ναι, τα τέσσερα πρώτα HELSTAR (δηλαδή τα “Burning star”, “Remnants of war”, “A distant thunder” και “Nosferatu”) είναι αριστουργήματα που ξεφτιλίζουν ολόκληρες δισκογραφίες και κάνουν «φτασμένους» δίσκους μεγάλων συγκροτημάτων να παθαίνουν αυτανάφλεξη, με τα ίδια τα συγκροτήματα να κλαίνε σε εμβρυακή στάση. Γνωστό αυτό και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και δεύτερης – τρίτης – άλλης γνώμης. Για μια στιγμή όμως… όταν ακούμε έναν δίσκο, ακούμε τα τραγούδια του, έτσι δεν είναι; Τις συνθέσεις. Και αυτό κρίνουμε. Το πώς οι νότες είναι τοποθετημένες στο πεντάγραμμο και το πώς τραγουδά, όποιος ή όποια τέλος πάντων τραγουδά, τις φωνητικές γραμμές. Και αυτό μια παγκόσμια σταθερά δεν είναι; Είναι. Και υπό αυτό το πρίσμα, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που έχει φάει άδικα των αδίκων, άπειρη «λέζα» και κατακραυγή.

Για να δούμε αρχικά, σε τι φάση βρήκε τους HELSTAR το 1995. Από τους «παλιούς» είχαν μείνει ο Rivera και ο Jerry Abarca. Ωστόσο οι «αλλαγές», ήταν πολύ επιτυχημένες. Οι Aaron Garza και D. Michael Heald τα πήγαν περίφημα στο (πολύ) δύσκολο κιθαριστικό τους έργο και ο εντυπωσιακός Russel DeLeon έφτασε να θεωρείται το νέο “next big thing” στον χώρο του αμερικανικού power metal, όσο κι αν αυτό κλονιζόταν στα δύσκολα mid 90s. Τούτο το line up κυκλοφόρησε το “Multiples of black”. Δεν ήταν “Nosferatu” ή “Remnants…” ξέρω γω, αλλά τώρα αν έβγαινε, έχοντας μέσα το “No second chance”, το “Will I catch it again” και το “A good day to die”, «θα έπεφταν τα 8άρια βροχή»! Μη μιλήσω για το εκπληκτικό “Black silhouette skies”, ή τη διασκευή στο καλύτερο heavy metal τραγούδι όλων των εποχών (“Beyond the Realms of Death”), η οποία δοσμένη από μια καθαρά HELSTAR ματιά, μόνο απαρατήρητη δεν περνά!

Ποια ήταν λοιπόν η πηγή του κακού, η αιτία της χολής και της γιούχας; Η παραγωγή του. Δες τα credits… Τρεις παραγωγούς και τρεις μηχανικούς ήχου είχε, με μηδαμινό budget μάλιστα. Πως αυτά συνδυάζονται, μη με ρωτήσεις, μόνον ο Rivera το ήξερε και τα είχε όλα οργανωμένα (;) στο κεφάλι του. Έτσι, εκεί που ο David Ellefson προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, έρχονταν κάποιοι άλλοι και τα έκαναν «μαντάρα»! Απορώ πως το πατριωτάκι μας ο Chris Kambourelis στη φωτογράφιση και ο Kenny Hill στο artwork δούλεψαν μόνοι τους και δε μοιράστηκαν τη δουλειά με άλλους 5-6 νοματαίους! Όχι βέβαια πως το artwork αξίζει ειδικής μνείας… ανάλογο της παραγωγής είναι. Δηλαδή, δε βλέπεται. Κατάλαβες όμως με ποιο πνεύμα το λέω.

Κάτσε τώρα να σου πω και δυο λόγια για κάτι ακόμη, εξίσου σημαντικό, μιας και μιλάμε για HELSTAR. Ο πραγματικός διάδοχος του “Nosferatu”, εννοείται δεν είναι το “Multiples of black”, αλλά ένα άλλο άλμπουμ – συλλογή, με την εξής ιστορία πίσω του: Το 1990, οι HELSTAR κυκλοφόρησαν μια demo κασέτα τεσσάρων κομματιών (“Demolition”), στο κλασικό τους στυλ, δίχως όμως να αποκτήσουν νέο δισκογραφικό συμβόλαιο μέσω αυτής. Αυτό είχε τελικά ως αποτέλεσμα την αποχώρηση του ιδρυτή και κύριου συνθέτη Larry Barragan, τη διάλυση των HELSTAR και τον James Rivera να συνεχίζει με τους VIGILANTE, οι οποίοι ήταν περίπου οι HELSTAR αλλά χωρίς το όνομα. Είχαν όμως τη χάρη!

Αυτή η μπάντα που λες, κυκλοφόρησε μια σειρά demos (έξι κομμάτια συνολικά), από το 1991 μέχρι το 1993. Εννοείται δεν έκαναν κάτι, λόγω εποχής κλπ γνωστότατα που βαριέμαι να αναφέρω ξανά, αλλά η ουσία παραμένει: Αυτά τα δέκα συνολικά κομμάτια, όλα μαζί, θα αποτελούσαν ένα USPM έπος, που ευτυχώς δε χάθηκε στη λήθη και κυκλοφόρησε κάποια χρόνια αργότερα ως “The James Rivera Legacy”. Χαράς ευαγγέλια για όλους εμάς, που αποκτήσαμε ένα ακόμη άλμπουμ – φετίχ! Ψάξε λοιπόν για αυτό το διαμάντι του παρασκηνίου, ψάξε και για το “Multiples of black”, όπως θα έψαχνες για κάθε αξιόλογο δείγμα τεχνοκρατικού, σκοτεινού power metal αμερικανικής, εννοείται, υφής και προέλευσης. Δε θα το μετανιώσεις. Απλά, έχε στο νου σου, πως ο ήχος του δεύτερου είναι για… γερά νεύρα!

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 4/4 [THERION]

0
Therion

Therion

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Lepaca kliffoth” – THERION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Megarock Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Christofer Johnsson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Christofer Johnsson – Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα
Fredrik Isaksson – Μπάσο
Piotr Wawrzeniuk – Τύμπανα
Καλεσμένοι μουσικοί:
Harris Johns – Κιθάρες (track 4)
Hans Gröning – Φωνητικά, μπάσος – βαρύτονος, (tracks 4, 11)
Claudia Maria Mokri – Φωνητικά, σοπράνο (tracks 4, 11)
Jan – Φωνητικά (tracks 1, 8)

THERION. Ένα από τα πιο σημαντικά συγκροτήματα στον χώρο του συμφωνικού metal και της ευρύτερης metal σκηνής, extreme και μη. Έχοντας εξελιχθεί από μια death metal μπάντα σε μια συμφωνική ορχηστρική δύναμη, οι THERION κατάφεραν να κερδίσουν μια πιστή βάση οπαδών με την μοναδική τους μουσική συνταγή, η οποία συνδυάζει στοιχεία κλασικής μουσικής, συμφωνικού ήχου και φυσικά, metal.

Η κυκλοφορία του τέταρτου στούντιο άλμπουμ των THERION, με τίτλο “Lepaca kliffoth” του 1995, αποτέλεσε ορόσημο στην πορεία της μπάντας. Αυτός ο δίσκος χαρακτηρίζεται για την έντονη διαφοροποίηση του από τα πρώτα death metal άλμπουμ τους και για την ένταξη περισσότερων συμφωνικών και παραδοσιακών στοιχείων στην μουσική τους, προμηνύοντας τις μελλοντικές μουσικές κατευθύνσεις τους.

Πριν από το “Lepaca kliffoth”, οι THERION είχαν κυκλοφορήσει τρεις ακόμα δίσκους, δύο πιο αμιγώς death metal άλμπουμ, το “Of darkness…” του 1991 και το “Beyond sanctorum” του1992 και κατόπιν το “Symphony masses – Ho Drakon ho megas” του 1993, το οποίο περιλάμβανε περισσότερα συμφωνικά στοιχεία, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εξέλιξή τους.

Η παραγωγή του “Lepaca kliffoth” ακολούθησε την επιρροή του προηγούμενου άλμπουμ, αλλά ήταν πιο τολμηρή όσον αφορά την ένταξη συμφωνικών ήχων και πιο περίπλοκων δομών. Οι THERION πλέον δεν ήταν μόνο μια death metal μπάντα, αλλά είχαν ενσωματώσει κλασικά στοιχεία, γεγονός που τους έκανε να ξεχωρίσουν και να ανοίξουν νέους μουσικούς δρόμους.

Η μουσική του “Lepaca kliffoth” είναι ένα υβρίδιο συμφωνικού death metal και ατμοσφαιρικού ήχου. Χαρακτηρίζεται από έντονες αρμονίες, μελωδικά riffs, και την παρουσία συμφωνικών συνθέσεων που δημιουργούν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Η σύνθεση του άλμπουμ εμπλουτίζεται με φωνητικά που κυμαίνονται από τραχιά και βαριά μέχρι πιο καθαρές και συμφωνικές φωνές, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούνται χορωδίες και ορχηστρικά μέρη για να αναδείξουν την επική διάσταση της μουσικής.

Ο δίσκος περιλαμβάνει τραγούδια όπως το “The wings of the Hydra” και το “Darkness eve”, τα οποία ενσωματώνουν εναλλαγές από επιθετικά, γρήγορα σημεία με πιο αργά και επικά μέρη, ενώ η γενική ατμόσφαιρα της μουσικής είναι σκοτεινή και μυστηριώδης. Η δε διασκευή τους στο “Sorrows of the moon” των τεράστιων CELTIC FROST, τιμά τις καταβολές και επιρροές της μπάντας όπως πρέπει. Η χρήση των πλήκτρων και των συμφωνικών στοιχείων προσδίδει στο άλμπουμ έναν περισσότερο θεατρικό χαρακτήρα, που γίνεται αντιληπτός σε πολλές συνθέσεις του.

Το άλμπουμ είναι γεμάτο από μια σκοτεινή και μυστηριώδη θεματολογία που ενσωματώνει στοιχεία της μεταφυσικής, της μαγείας και του αποκρυφισμού. Οι στίχοι του “Lepaca kliffoth” ασχολούνται με θέματα όπως οι αρχαίοι πολιτισμοί, οι μύθοι, και η επαφή του ανθρώπου με το θείο και το υπερφυσικό. Ο τίτλος του, προέρχεται από τον όρο Qlippoth, που αναφέρεται στη σκοτεινή πλευρά της Καμπάλα, είναι η αναπαράσταση κακών ή ακάθαρτων πνευματικών δυνάμεων στον εβραϊκό μυστικισμό και είναι γεμάτος από αλληγορίες και αναφορές στον αποκρυφισμό και το σκοτεινό θρησκευτικό πεδίο.

Το “Lepaca kliffoth” υπήρξε καθοριστικό για την κατεύθυνση των THERION. Αν και δεν είχε την εμπορική επιτυχία που είχαν τα επόμενα άλμπουμ τους, όπως το “Theli” του 1996 και το “Vovin” του 1998, αποτέλεσε το σημείο καμπής που έδειξε την ικανότητα της μπάντας να εξελίσσεται μουσικά και να πειραματίζεται με διαφορετικά είδη και επιρροές.

Αυτό το άλμπουμ τοποθέτησε τους THERION σε μια μοναδική, δική τους μουσική κατεύθυνση και συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση του συμφωνικού metal ως είδος, του οποίου υπήρξαν πρωτεργάτες, αν όχι η βάση. Η δημιουργία σύνθετων, πολυδιάστατων τραγουδιών, η χρήση συμφωνικών στοιχείων, και η επική ατμόσφαιρα, έθεσαν τα θεμέλια για όλα τα μετέπειτα έργα της μπάντας.

Ο τέταρτος δίσκος των THERION, είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και φιλόδοξα έργα της μπάντας. Παρά το γεγονός ότι δεν έτυχε ευρείας αναγνώρισης στην αρχή, έχει αναγνωριστεί αργότερα για την επιρροή του στην εξέλιξη του συμφωνικού metal και για την καθοριστική συμβολή του στην πορεία των THERION ως μπάντα. Με το “Lepaca kliffoth”, οι THERION παρουσίασαν ένα άλμπουμ που συνδύαζε σκοτεινές, μυστηριώδεις θεματολογίες με μουσική καινοτομία, προκαλώντας τους οπαδούς να δουν τη μπάντα με μια νέα, πιο προοδευτική ματιά.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 4/4 [BRAINSTORM]

0
Brainstorm

Brainstorm

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Liquid monster” – BRAINSTORM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Achim Köhler / Ingmar Schelzel
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Andy B. Franck
Κιθάρες – Torsten Ihlenfeld / Milan Loncaric
Μπάσο – Andreas Mailänder
Drums – Dieter Bernert

Ανήκουν οι Γερμανοί BRAINSTORM στη λίστα με τα πιο υποτιμημένα συγκροτήματα του Heavy/Power ιδιώματος; Σύμφωνα με την κριτική του Δημήτρη Μελίδη για το “Plague of rats” μάλλον ναι, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί καθόλου, υπάρχει τυχαία σύγκλιση απόψεων. Ο καθένας μπορεί να έχει την δική του γνώμη πάνω στο θέμα αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως άλλοι έχουν καταφέρει περισσότερα, κάνοντας πολύ λιγότερα. Το Power Metal στις αρχές των 00s δεν είχε την αίγλη της προηγούμενης – χρυσής- δεκαετίας, αλλά δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Ανάμεσα λοιπόν σε κάτι TAD MOROSE, LOST HORIZON, KAMELOT που κρατούσαν τη σημαία ψηλά, συναντάμε και τους BRAINSTORM οι οποίοι ήταν (και είναι) φοβεροί και έβαλαν και αυτοί το λιθαράκι τους για να κρατηθεί το οικοδόμημα όρθιο. “Ambiguity”, “Metus Mortis”, “Soul temptation”, μιλάμε για δισκάρες και ειδικά για τα δύο τελευταία. Μετά από ένα τέτοιο σερί η μπάντα είχε δύσκολο έργο το οποίο σε γενικές γραμμές έφερε εις πέρας, με το πολύ καλό “Liquid monster” το οποίο σε αντίθεση με το περίεργο εξώφυλλο που δεν μου αρέσει καθόλου, έχει τέρμα αξιόλογα τραγούδια. 

Συγχωρώ τον τραγουδιστή τους Andy που είχε την επιμέλεια του artwork, γιατί στο κομμάτι των φωνητικών έσπειρε! Χωρίς υπερβολές, χωρίς γρέζια, χωρίς θεατρινισμούς ήρθε με την απόλυτα δυναμική φωνή του και απογείωσε όλες τις συνθέσεις του “Liquid monster” το οποίο θα ακούγονταν αρκετά φτωχότερο χωρίς αυτόν. Είναι με τον τρόπο του ένας από τους πιο ώριμους και καλούς ερμηνευτές που έχουμε την τύχη να ακούμε. Για να μην αδικήσουμε και τα υπόλοιπα μέλη, ειδικά τους κιθαρίστες που ήταν και οι βασικοί συνθέτες, πρόκειται για έναν καρα-METAL δίσκο που κατοικεί στις παρυφές του ιδιώματος με γείτονες όπως οι MYSTIC PROPHECY και TAD MOROSE, που μέσα στο κοπάνημα δεν χάνει ούτε στιγμή τη μελωδικότητά του. Αν η είσοδος του δίσκου με το “Worlds are comin’ through” σε βρει χωρίς ίχνος headbanging κάτι δεν πάει καλά. Γενικότερα υπάρχει ογκώδης ριφολογία, ωραία συνοδεία από lead μέρη, και μία στιβαρή βάση από μπάσα και τύμπανα. 

Παρά τη βαριά κατεύθυνση, οι γρήγορες ταχύτητες δεν είναι προσδιοριστικός παράγοντας αφού υπάρχει αρκετή ποικιλία. Ας πούμε το “All those words” είναι μία άκρως μελωδική σύνθεση με έμφαση στις φωνητικές γραμμές, όπου συναντάμε και γυναικεία συμμετοχή πίσω από το μικρόφωνο. Σαν τραγούδι είναι πολύ ωραίο αλλά βάζω στοίχημα πως τους έλουσε κάποιους κρύος ιδρώτας όταν το ανακάλυψαν σαν το πρώτο single του άλμπουμ τότε. Έχουμε και το συνεσταλμένο “Heavenly” με ρεφραίν το οποίο δεν χορταίνεις να ακούς, απόδειξη πως ό,τι κάνουν οι BRAINSTORM το κάνουν ωραία και με μεράκι!  Όταν παίζουν δυνατά βέβαια είναι στα καλύτερά τους, οπότε μπορούν να φέρουν όσα “Despair to drown” θέλουν. Στο τραγούδι αυτό βρίσκουμε και λίγη ανατολίτικη ενέργεια, κάτι που υπήρχε ήδη σε παλιότερες δουλειές όπως στο “Maharaja Palace” και την τριπλέτα “Trinity of lust” του “Soul temptation”. 

Για άλλη μια φορά θα συναντήσουμε ανεπαίσθητη χρήση πλήκτρων, με τα μέρη να μοιράζονται από τους Ferdy Doernberg (ROUGH SILK και AXEL RUDI PELL), καθώς και τον Miro. Ο Miro τον οποίο βλέπαμε σε πολλές συμφωνικές δουλειές εκείνη την εποχή και συνήθως ερχόταν πακέτο με τον Sascha Paeth ο οποίος είχε κάνει την παραγωγή στο “Ambiguity”. Μιας και πιάσαμε την παραγωγή να μην πούμε πόσο γεμάτη ακούγεται ακόμα και σήμερα; Εκτός του ότι τα όργανα έχουν όλα το εκτόπισμα που πρέπει, αυτό δεν γίνεται εις βάρους του Andy ο οποίος ακούγεται κρύσταλλο, ενώ υπάρχει τέλειος τονισμός και στα backing vocals που είναι πολύ σημαντικά για τον ήχο των BRAINSTORM. 

Πριν πάμε στον επίλογο, ας μου επιτραπεί να δηλώσω τον θαυμασμό μου και για το αγαπημένο μου χαρακτηριστικό της μπάντας που δεν είναι άλλο από τις ΡΕΦΡΑΙΝΑΡΕΣ!!! Δεν φτάνει που μας σερβίρουν άκρως ποιοτικό και καλοπαιγμένο Power, όταν φτάνει η ώρα του ρεφραίν τα κομμάτια απογειώνονται. Πως να μην σε κερδίσουν με συνθέσεις όπως το “Even higher”; Δεν είναι κάτι που περιορίζεται στη συγκεκριμένη κυκλοφορία, αλλά είναι σίγουρα ευχάριστο να επαναλαμβάνεται και εδώ. 

Παρά το εγκώμιο που έχω πλέξει μέχρι τώρα, το “Liquid monster” δεν πιστεύω ότι καταφέρνει να ξεπεράσει τα “Metus Mortis” και “Soul temptation”. Μια τέτοια δήλωση επ ουδενί δεν είναι αφαιρετικός παράγοντας για το άλμπουμ αυτό, αλλά προσθετικός για την αξία του συγκροτήματος. Αν κάποιος ξεκινούσε σήμερα το μουσικό του ταξίδι με τους Γερμανούς δηλαδή θα πρότεινα αυτά σαν αφετηρία, αλλά μετά σίγουρα δε πρέπει να αφήσει παραπονεμένο το υγρό τέρας (πόσο αστείος τίτλος). Είναι μία δουλειά που έχει αποδείξει και με το παραπάνω την αντοχή της στο χρόνο. Για να επαναφέρω την ερώτηση που έθεσα στην αρχή, μήπως θα έπρεπε να απολάμβαναν οι BRAINSTORM λίγο μεγαλύτερη αναγνώριση; Σίγουρα είναι από τα λίγα συναυλιακά απωθημένα που έχω.   

Παύλος Παυλάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece