Ξεκινάμε απευθείας με την ουσία: μια από τις πιο υποτιμημένες μπάντες της ευρωπαϊκής power metal σκηνής, οι Γερμανοί BRAINSTORM επέστρεψαν με έναν πραγματικά εξαιρετικό δίσκο σοβαρού power metal που βάζει υποψηφιότητα να βρίσκεται στο top 5 του είδους για φέτος. Ανέκαθεν οι BRAINSTORM ξεχώριζαν για την δική τους προσέγγιση στο χώρο του παραδοσιακού μελωδικού power αφού οι συνθέσεις τους πάντα εξέπεμπαν μια ιδιαίτερη σκοτεινή ατμόσφαιρα μελαγχολίας, προβληματισμού και σοβαρότητας.
Αν δεν τους έχεις ακούσει ποτέ, φαντάσου κάτι σαν να έμεναν οι HELLOWEEN μόνιμα στην εποχή του “The Dark Ride” με στοιχεία της πρώιμης περιόδου των STRATOVARIUS (μέχρι το “Dreamspace”), κάποιες PRIMAL FEAR φόρμες και μια έντονη δόση από US power. Έχοντας λοιπόν σκόπιμα επιλέξει να παίζουν ως outsider της σκηνής μακριά από χαρούμενα ρεφραίν, εύκολα riffs και εύπεπτα singlακια, κατόρθωσαν να παράξουν μια εντελώς δική τους ταυτότητα έχοντας ως σύμμαχο το εξαιρετικό τους ταλέντο στο songwriting και τα ιδιαίτερα δυναμικά και παντελώς χαρακτηριστικά φωνητικά του Andy B. Franck.
Το “Plague of Rats” δεν αποτελεί απλώς έναν πολύ καλό BRAINSTORM δίσκο αλλά μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς, που μαζί με το “In The Vanishing Echoes Of Goodbye” των Ιταλών LABYRINTH για την ώρα αποτελούν τις δύο κορυφαίες κυκλοφορίες της χρονιάς στον χώρο του ευρωπαϊκού heavy/power. Μετά τις πρώτες ακροάσεις από τραγούδια ξεχώρισα τα “Beyond enemy lines” με τα εξαιρετικά riffs και το «μεγάλο» chorus, το πιο επιθετικό “From Hell” (με guest έκπληξη), το ανατολίτικο “Garuda”, το πιο παραδοσιακό, σχεδόν HAMMERFALLικό “False Memories”, το US power έπος “Masquerade Conspiracy” και βέβαια το “Crawling” με τις QUEENSRYCHE meets MAMSTEEN επιρροές στο κεντρικό riff.
Τι έχουμε λοιπόν συμπερασματικά εδώ; Ένα γνήσιο καλοπαιγμένο σοβαρό power metal άλμπουμ που περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία ήχων, επιρροών και όμορφων τραγουδιών, αποδεικνύοντας ότι εν έτει 2025 συνεχίζουν να κυκλοφορούν εξαιρετικά ενδιαφέροντες δίσκοι στον εδώ και χρόνια κορεσμένο χώρο του ευρωπαϊκού power metal. Ακούστε το οπωσδήποτε.
Καλώς τους! Τρίτος δίσκος για τους Νεοϋορκέζους TOWER, που μετά την εξαιρετική τους εμφάνιση στο Up the Hammers Festival, με απασχολούν για δεύτερη φορά μέσα σε λίγο διάστημα. Στο live τους εδώ, ήταν πραγματικά σαρωτικοί, είχα «αέρα» μεγάλης μπάντας και μου έδειξαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι όχι μόνο μπορούν να παίξουν όπως στο studio, αλλά ακόμη καλύτερα! Για να δούμε αν εξακολουθήσουν οι κάλλιστες εντυπώσεις που έχω για την περίπτωσή τους!
Όταν άκουσα το προηγούμενό τους άλμπουμ, “Shock to the system”, παρατήρησα πως οι TOWER πατούσαν με το ένα πόδι στο 80s heavy metal και με το άλλο στο 70s hard rock/heavy, έχοντας μια αξιοπρόσεκτη vintage αισθητική. Στο “Let there be dark”, αυτό άλλαξε. Εκτός αν θεωρείται “vintage” το 80s heavy metal, οπότε ναι, οι TOWER είναι ακόμη vintage! Γιατί αυτό παίζουν οι Αμερικανοί στο νέο τους άλμπουμ. Έχουν αφήσει στην άκρη οτιδήποτε έχει να κάνει με τη δεκαετία του ’70 και το hard rock της και έχουν επικεντρωθεί στο 80s f#cking metal, ξανά με έξοχα αποτελέσματα!
Στα περίπου σαράντα λεπτά διάρκειας του δίσκου και στα οκτώ τραγούδια του, οι TOWER έχουν σχεδόν μονίμως το πόδι στο γκάζι. Με κύριο όπλο την εκρηκτική Sarabeth Linden, η οποία ταιριάζει τέλεια σ’ αυτό το στυλ (ουδεμία σχέση με ψευδο-σοπράνο ντίβες, η κοπέλα στάζει υγρό μέταλλο από παντού), τις κιθάρες των James Danzo και Zak Penley εξίσου θεαματικές και «σίγουρο» rhythm section από τους Philippe Arman και Keith Mikus, συνθέτουν καυτό heavy metal όπου το πάθος περισσεύει και ο ενθουσιασμός βρίσκεται στα ύψη!
Εν αντιθέσει με τo “Shock to the System” που είχε και μερικές όχι τόσο δυνατές στιγμές, τούτο δω δεν έχει «τρύπα» πουθενά! Τα κομμάτια τώρα που ξεχώρισα περισσότερο είναι το single “Under the chapel”, εμπνευσμένο από ένα νανούρισμα στα Yiddish, μια εβραϊκή διάλεκτο εμπλουτισμένη με Αραμαϊκά, Γερμανικά και Σλαβικά, που τραγουδούσε στην Sarabeth η γιαγιά της, το ορμητικό “Holy water” και το αριστουργηματικό “And I cry”, το οποίο απλά δεν το εμπνεύστηκε ο Blackie όταν έγραφε το “The Last Command”… τόσο W.A.S.P είναι!
Ωραία τοποθετημένα είναι και τα δυο ιντερλούδια: το “The Well of Souls”, το οποίο η μπάντα ήδη χρησιμοποιεί ως intro στις συναυλίες της (είναι λίγο Malmsteen και “Devil in disguise” η μελωδία του) και το “Legio X Fretensis” με την ανατολίτικη αισθητική (με ολίγον “Asturias” μέσα) που φυσικά δε θα μπορούσε να ηχεί διαφορετικά, μιας και μιλά για την ομώνυμη λεγεώνα που στρατοπέδευε στην περιοχή της Ιουδαίας, της Ιορδανίας και της Συρίας, αναλόγως.
Η παραγωγή του «πολύ» Arthur Rizk είναι όπως πάντα ιδανική, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και το όμορφο, μυστικιστικό εξώφυλλο του Jared Fleming. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει η μπάντα, απεικονίζει ένα αρχαίο δερματόδετο βιβλίο, από αυτά που περιέχουν ιερά κείμενα κάθε λογής. Το δε φίδι στο εξώφυλλο, δεν είναι τυχαίο: Πρόκειται για μια οχιά του είδους Echis Coloratus, είδος ενδημικό στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή, περιοχές δηλαδή οι οποίες έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη δημιουργία και εξέλιξη του πολιτισμού, σε κάθε του έκφραση. Έξυπνη ιδέα!
Οι TOWER βρίσκονται σε συνεχή, ανοδική πορεία. Παρουσιάζονται πιο «σκοτεινοί» και «σκληροί» από ποτέ, έχουν βάλει στόχο να καταπλήξουν και αν συνεχίσουν έτσι, θεωρώ δεδομένο πως θα το πετύχουν. Ήδη οι εντυπώσεις που αφήνουν με το “Let there be dark” είναι εξαιρετικές. Μην σταματάτε πουθενά, παίδες! Συγκαταλέγεστε στα συγκροτήματα με λαμπρό μέλλον!
Οι μουσικοί που δεν εφησυχάζονται και έχουν πάντα τη θέληση να πειραματίζονται και να αλλάζουν, έχουν την αμέριστη συμπάθεια και στήριξή μου και εσύ, αυτήν την στιγμή, διαβάζεις για μια τέτοια περίπτωση. Πρόκειται για τους JUDICATOR, οι οποίοι τρία χρόνια μετά το εξαίσιο “The majesty of decay”, κυκλοφορούν τον διάδοχό του, με τίτλο “Concord”. Οι Αμερικανοί ξεκίνησαν ως ένα power metal σχήμα, με πολλές επιρροές από τη γερμανική σχολή κι άλλαξαν εν μία νυκτί σε κάτι το πραγματικά progressive (“The majesty of decay”). Ήθελα λοιπόν να δω, προς τα πού θα στρίψει τούτη τη φορά ο τραγουδιστής και ιθύνων νους John Yelland, το τιμόνι της μπάντας του! Θα εξακολουθήσουν ως έχουν ή θα αλλάξουν ξανά; Κι αν το δεύτερο, προς τα πού;
Η ακρόαση του πλούσιου και για μια ακόμη φορά ριψοκίνδυνου νέου δίσκου τους, έδωσε τις απαντήσεις. Το “Concord” ακούγεται ως η φυσική συνέχεια του “The majesty of decay”, όντας όμως πιο στρωτό και ευθύ. Αν είσαι από τους παλαιούς οπαδούς των JUDICATOR και αναπολείς τις “Germanicpowermetal” ημέρες του “Let there be nothing” (ένα άλμπουμ που θα έπρεπε να έχουν κυκλοφορήσει οι BLIND GUARDIAN αλλά δεν έχουν πια τόση έμπνευση), μάλλον θα απογοητευτείς. Βασικά, πιστεύω πως ΔΕΝ πρόκειται να ξανακούσεις τη μπάντα να παίζει αποκλειστικά έτσι (να τονιστεί το «αποκλειστικά»), εκτός αν έρθουν όλα «τα πάνω-κάτω». Αν όμως γνώρισες τους JUDICATOR με τον προηγούμενο δίσκο ή τους ακολουθείς, όπως εγώ, κάποια χρόνια τώρα και είσαι ανοικτός σε αλλαγές, το “Concord” θα σε ανταμείψει.
Το “Call us out of slumber” είναι ένα φανταστικό opener. Πρόκειται για το κομμάτι που ανοίγει τον χορό των πρώτων τεσσάρων, καθαρά power metal συνθέσεων του δίσκου. Ναι μεν θυμίζει σχετικά το ύφος των BLIND GUARDIAN της μετά το 2000 εποχής (αυστηρά), διανθισμένο και με κάποιες “Rivalry” RUNNING WILD κιθάρες, χαράζει όμως τον δικό του δρόμο. Πολλά «μπράβο» στον Yelland που, σε αντίθεση με το “Let there be nothing” και τα προ αυτού άλμπουμ, τελειοποιεί την μέθοδο του “The majesty of decay” και επικεντρώνεται στις μεσαίες οκτάβες του, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά τις ψηλές, μεταφέροντας με αυτόν τον τρόπο πλήρως το συναίσθημα αυτού που τραγουδά.
Το υπέροχο “Sawtooth” (περιέχει και ένα μικρό «δάνειο» από το OST του “Lord of the Rings”, το οποίο και θα το καταλάβεις αμέσως, ειδικά αν συμπαθείς… τους Rohirrim), το πολύ μελωδικό “Johanna’s song” (AVANTASIA όσο δεν πάει) και τέλος το “A miracle of life”, συμπληρώνουν το πρώτο, power metal καρέ. Στάσου λίγο περισσότερο στο τελευταίο γιατί, ενώ θαρρείς πως ακούς πάλι εμπνευσμένους BLIND GUARDIAN, στο τελευταίο τρίτο του κομματιού οι JUDICATOR θα σου πετάξουν μια progressive αλλαγή με σαξόφωνο και θα σε αφήνουν με ανοικτό το στόμα! Μην πεις πως δεν σε προειδοποίησα.
Από εκεί ξεκινά η πιο «προοδευτική» πλευρά του άλμπουμ, καθώς η επόμενη τριάδα (“Weeping willow”, “Imperial”, “Hold your smile”), μου ακούγεται φανερά επηρεασμένη από τους DREAM THEATER, υπό την προϋπόθεση πως αυτοί δεν θα έκαναν επίδειξη ικανοτήτων αλλά θα εστίαζαν στην σύνθεση τραγουδιών με τα οποία θα μπορούσε να ταυτιστεί και ο μη progressive οπαδός. Μόλις «κερδίσαμε» και τον αρχισυντάκτη μου, καλά πάμε! Η επιστροφή σε πιο power φόρμες γίνεται με το ομώνυμο κομμάτι, για να έρθει το καταληκτικό “Blood meridian”, ένα πομπώδες, 8λεπτο έπος, να συνοψίσει ολόκληρο το “Concord” και να αφήσει τις καλύτερες των εντυπώσεων στο τέλος.
Οι JUDICATOR στο νέο τους εγχείρημα μου φαίνονται πιο σίγουροι από ποτέ. Μεστοί, σοβαροί, ουσιαστικοί (όχι πως δεν ήταν όλα αυτά και πριν, κάθε άλλο), συνθέτουν και ηχογραφούν πρωτίστως για να ακούν οι ίδιοι τα τραγούδια τους και να χαίρονται με αυτά. Η πορεία τους τα τελευταία χρόνια, αυτό δείχνει. Και εμείς, ως ακροατές που θέλουμε την ποιότητα όποια μορφή κι αν έχει αυτή και δεν πάσχουμε από «ιδεολογικές αγκυλώσεις», χαιρόμαστε με τη χαρά τους.
ΥΓ: Κάνοντας click εδώ μπορείς να δεις το video του ομώνυμου τραγουδιού και εδώ, το αντίστοιχο του “Miracle of Life”.
JUDICATOR.
Εγγύηση στην ποιότητα.
(Σαν από διαφήμιση ακούστηκε αυτό)
(8,5 / 10)
Δημήτρης Τσέλλος
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: JUDICATOR ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Concord” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent release ΣΥΝΘΕΣΗ:
John Yelland – Φωνητικά, πιάνο
Chad Anderson – Κιθάρα, φωνητικά, banjo
Dayton Andersen – Κιθάρα
John Dolan – Μπάσο
Mike Lofgreen – Τύμπανα
Francisco Perez – Πλήκτρα, ενορχηστρώσεις ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Candido Abeyta – Σαξόφωνο
Niki Rowe – Φωνητικά
Nola Martin – Fiddle
Austin Bentley – Φωνητικά, ενορχηστρώσεις
Carlos Alvarez – Κιθάρα
Jeff Kanji, Peter Danielsen – Χορωδιακά φωνητικά ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Linktr.ee YouTube Tidal Spotify Instagram Deezer
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Για τα υπόλοιπα που αφορούν το συγκρότημα, τον δίσκο αλλά και για ό,τι θα ήθελε να μάθει κάθε οπαδός του group, ο John Yelland διέθεσε τον πολύτιμο χρόνο του και τον ευχαριστούμε θερμά! Οπότε, ο λόγος στον ίδιο.
Καλησπέρα, John! Χαίρομαι πολύ που επιτέλους, μετά από πολύ καιρό, μιλάμε και επίσημα! Πώς είσαι; Πώς είναι η οικογένειά σου; Καλησπέρα, Δημήτρη! Είμαι αρκετά καλά, μπορώ να πω, τον τελευταίο καιρό! Έχω την υγεία μου, έχω αδυνατίσει μάλιστα 15 κιλά από πέρυσι, κάτι που το χρειαζόμουν! Και η οικογένεια, μια χαρά είναι! Η γυναίκα μου ξέρεις, είναι πάλι έγκυος, περιμένουμε τον δεύτερο γιο μας προς τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου. Οπότε, με το που γεννήσει, θα επιστρέψω σπίτι από την ευρωπαϊκή μας περιοδεία για να τη βοηθήσω στη γέννα της. Πραγματικό roller coaster! Εσύ; Είσαι καλά ελπίζω, έτσι;
Καλά είμαι φίλε, δόξα τω Θεώ! Αν και αφορμή για την συζήτησή μας είναι όντως το νέο σας άλμπουμ, “Concord”, πριν από αυτό, θα ήθελα να μου πεις ποιες οι εντυπώσεις που αποκόμισες τα τελευταία τρία χρόνια από την πορεία των JUDICATOR, από την κυκλοφορία του προηγουμένου δίσκου σας, “TheMajestyofDecay”, μέχρι σήμερα. Λοιπόν, για όσους δεν γνωρίζουν, η συνιδρύτρια και βασική συνθέτις του συγκροτήματος, η Alicia Cordisco, εγκατέλειψε το συγκρότημα το 2020, μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ μας “Let there be nothing”. Η Alicia έγραφε το 99% της μουσικής μας, οπότε η φυγή της έβαλε εμένα και το συγκρότημα σε σκέψεις… πώς προχωράμε, όσον αφορά την σύνθεση των τραγουδιών; Συνεχίζουμε στο στυλ της Alicia, στον «κλασικό ήχο των JUDICATOR», ή προσπαθούμε να χαράξουμε το δικό μας μονοπάτι; Τελικά, αισθανθήκαμε ότι αν προσπαθούσαμε να αντιγράψουμε ή να μιμηθούμε την Alicia, θα υπήρχε φόβος να κατηγορηθούμε ότι δεν είμαστε πρωτότυποι ή ότι είμαστε κακόγουστοι αντιγραφείς. Αισθανθήκαμε πραγματικά υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε αυτό που μας φαινόταν φυσικό και έτσι το επόμενο άλμπουμ “The Majesty of Decay”, καλώς ή κακώς, πήρε μια πιο «σκληρή» στροφή.
Πώς θα το περιέγραφες; Το “The Majesty of Decay” είναι ένα άλμπουμ που έχει περιγραφεί ως avant–gardepowermetal. Το βρίσκω δίκαιο. Ξάφνιασε πολλούς από τους οπαδούς μας, και πάλι προς το καλύτερο ή το χειρότερο! Όσο πολωτικό/διχαστικό κι αν ήταν όμως, ήταν αναμφισβήτητα το πιο αναγνωρισμένο από τους κριτικούς άλμπουμ μας. Αυτό ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Αλλά μετά από αυτό, βρεθήκαμε σε ένα άλλο σταυροδρόμι: Αναρωτηθήκαμε αν θα πρέπει να συνεχίσουμε σε αυτό το περίεργο power/prog ύφος, ή να πάμε προς μια άλλη κατεύθυνση; Νιώσαμε ότι με την επόμενη δουλειά μας, θα έπρεπε να επιστρέψουμε στις ρίζες μας. Έτσι, δεν μπορώ να σου πω ότι το “Concord” είναι το “Let there be nothing Pt.2” ή το “The Last Emperor 2.0”, αλλά κάναμε μια προσπάθεια να επιστρέψουμε στον «πυρήνα» μας, ας το πούμε έτσι… Ωστόσο υπάρχουν ακόμα απόηχοι του “The Majesty of Decay”, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Imperial”, αλλά σε γενικές γραμμές προσπαθήσαμε να κάνουμε το “Concord” μια νέα εμπειρία.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για αυτό. Πρώτα απ’ όλα, ποιο είναι το line–up και ποιοι άλλοι συνέβαλαν στη δημιουργία του; Παραγωγή, εξώφυλλο κλπ. Λοιπόν, μετά το “The Majesty of Decay” χάσαμε δύο μέλη, τον Balmore Lemus (κιθάρα) και τον Jordy Elcess (τύμπανα). Με μένα και τον John Dolan να είμαστε οι μόνοι που μείναμε στο συγκρότημα, είχαμε την ευκαιρία να είμαστε πολύ μεθοδικοί ως προς το πώς θα το «ξαναχτίσουμε». Αποφάσισα που λες, δύο πράγματα: Το πρώτο, ήθελα η μπάντα να είναι πιο… τοπική. Ενώ στο παρελθόν η μπάντα ήταν διασκορπισμένη σε τρεις πολιτείες, ήθελα όλα τα νέα μέλη να βρίσκονται στη Γιούτα, όπου ζω. Δεύτερον, ήθελα να δοθεί έμφαση στην εύρεση ανθρώπων που ταιριάζουν όχι μόνο μουσικά, αλλά και ως προσωπικότητες. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να βρούμε ανθρώπους που θα ταίριαζαν μεταξύ τους, μακροπρόθεσμα.
Το σημαντικότερο είναι αυτό, για μένα. Δημήτρη, είχα κουραστεί να είναι οι JUDICATOR μια «περιστρεφόμενη πόρτα» (σ.σ: εννοεί ότι μπαινοβγαίνουν συνεχώς διαφορετικοί άνθρωποι) μουσικών. Γι’αυτό, πήραμε πραγματικά τον χρόνο που χρειαζόμασταν και κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε, για να ελέγξουμε τα υποψήφια νέα μέλη. Τελικά κατέληξα σε δύο μουσικούς από ένα προηγούμενο συγκρότημα στο οποίο ήμουν, τους DISFORIA, τον Chad Anderson (κιθάρα) και τον Dayton Andersen (κιθάρα). Φέραμε επίσης τον Mike Lofgreen (τύμπανα) των ADVENT HORIZON, τον οποίο γνωρίζω για πάνω από μια δεκαετία και μονιμοποιήσαμε τον επί χρόνια συνεργάτη μας Francisco Perez (πλήκτρα & ενορχήστρωση). Για τη μίξη και τη συμπαραγωγή του άλμπουμ επιστρέψαμε στον Carlos Alvarez (BEHÖLDER, SHADOWDANCE), ενώ το artwork δημιουργήθηκε από τον Marc Whisnant.
Photo by Adam Manwill
Είναι το “Concord” ένα concept άλμπουμ; Και αν ναι, με τι καταπιάνεται; Το “Concord” είναι ένα είδος «ανθολογικού» concept άλμπουμ, όπου κάθε τραγούδι αναφέρεται στην αμερικανική «Άγρια Δύση» ή στη Δύση, γενικότερα. Είναι μια επική εξερεύνηση της αμερικανικής ταυτότητας, αναμειγνύοντας ιστορικά γεγονότα, folklore και θέματα πολιτισμικής… αποσύνδεσης. Περιηγείται τόσο στο δέος όσο και στην τραγωδία της Αμερικανικής Δύσης, σαν ένα ταξίδι στην κατακερματισμένη κληρονομιά του αμερικανικού έθνους.
Πώς συνέλαβες την ιδέα για το “Concord“;
Ήταν το 2014, όταν σπούδαζα στο εξωτερικό, στη Γερμανία. Ήμουν εκεί για πάνω από ένα μήνα, όταν άρχισα να ονειροπολώ για την αμερικανική Δύση – τα βουνά Sawtooth, τα όμορφα τοπία του δυτικού Wyoming και της Νεβάδα, καμπίνες, λίμνες και ούτω καθεξής. Άρχισα που λες να συνειδητοποιώ ότι όσο κι αν λατρεύω τη γλώσσα, τη μουσική και τον πολιτισμό της Γερμανίας, αιμορραγώ με κόκκινο, λευκό και μπλε χρώμα! (γέλια). Αυτή η εμπειρία ήταν ο «σπόρος» που αργότερα «άνθισε», ώστε να φτιάξω ένα άλμπουμ που θα εξερευνούσε την αμερικανική Δύση.
Τι σας έκανε να το κυκλοφορήσετε μόνοι σας, χωρίς την υποστήριξη μιας δισκογραφικής εταιρείας; Ήταν δύσκολο; Η σχέση μας με την Prosthetic Records ήταν καλή, αλλά όταν έληξε το συμβόλαιό μας δεν ήμουν 100% σίγουρος αν θα ήθελα καν να αναζητήσω ένα νέο δισκογραφικό συμβόλαιο… Η Prosthetic μας έδωσε μεγάλη προβολή, αξιοπιστία και κάποιες καλές ευκαιρίες, αλλά στο τέλος της ημέρας δεν μας ανήκε η μουσική μας και δεν βγάλαμε χρήματα. Για την ακρίβεια, το ποσό που λάβαμε από την εταιρεία δεν κάλυπτε καν όλα τα έξοδα ηχογράφησης και ούτε πήραμε χρήματα για την παραγωγή μουσικών βίντεο.
Δεν στραφήκατε αρχικά σε άλλες εναλλακτικές;
Ναι, μιλήσαμε με μερικές δισκογραφικές εταιρείες, αλλά τελικά δεν ένιωσα ότι μπορούσαν να μας προσφέρουν κάτι που δεν ήμασταν ικανοί να κάνουμε μόνοι μας. Οπότε, επιχειρήσαμε τη χρηματοδότηση του άλμπουμ μέσω crowdfunding και προς έκπληξή μου, συγκεντρώσαμε σχεδόν… Θεέ μου… 10.000 δολάρια! Δεν θέλω να μπω σε πολλές λεπτομέρειες, αλλά θα πω ότι το “Concord” πάει πολύ καλά μέχρι στιγμής και είμαστε πολύ ευχαριστημένοι με την απόδοση της επένδυσής μας. Θα συνεχίσουμε ανεξάρτητοι, εκτός κι αν κάποια εταιρεία θέλει να έρθει και να μας προσφέρει κάτι πραγματικά ανταγωνιστικό!
Αλλαγές στον ήχο, ρίσκο αυτόνομης κυκλοφορίας… Είσαι «ανήσυχο πνεύμα», έτσι δεν είναι; Ποτέ δεν μου αρέσει να επαναπαύομαι, να πανηγυρίζω και να κάνω το ίδιο πράγμα δύο φορές. Τούτου λεχθέντος, ήδη βάζουμε τις βάσεις για το επόμενο άλμπουμ μας και ο τρόπος που θα το κάνουμε, θα είναι μέσω μιας πολύ μοναδικής και ιδιαίτερης διαδικασίας! Είμαι ήδη πολύ ενθουσιασμένος για το άλμπουμ #8, το οποίο ελπίζω να κυκλοφορήσει το 2027.
Οπότε σε αυτό το σημείο, πώς θα περιγράφατε τη μουσική σας σε κάποιον που δεν σας έχει ακούσει ποτέ; Θα περιέγραφα το υλικό μας από την «Cordisco εποχή» μας ως παραδοσιακό αμερικάνικο power metal με πολλές γερμανικές επιρροές. Μετέπειτα, θα μας χαρακτήριζα ως “power/prog”.
Η χρήση σαξοφώνου, μπάντζο και brutal φωνητικών ήταν μια ακόμη μεγάλη έκπληξη! Πες μου γι’ αυτό, όπως και για τους καλεσμένους στον δίσκο. Πώς τους προσεγγίσατε; Ο σαξοφωνίστας που ακούς στο “A Miracle of Life” είναι ο Candido Abeyta. Τον γνωρίζω εδώ και χρόνια και πάντα ήθελα να δουλέψω μαζί του, οπότε επιτέλους τον έβαλα να παίξει σε αυτό το άλμπουμ και ήταν πραγματικά απολαυστικός! Η Niki Rowe (EONS ENTHRONED) που τραγουδάει στο “Concord” ήρθε στη Γιούτα για να συμμετέχει και στα δύο βίντεο κλιπ μας και ήταν χαρά μου να δουλέψω μαζί της. Η Nola Martin ηχογράφησε το fiddle στο “Blood Meridian” και έμεινα έκπληκτος από το πόσο ταλαντούχα είναι. Σίγουρα θα ξαναδουλέψω μαζί της! Θα επισημάνω επίσης τα φωνητικά του Austin Bentley στο “Imperial”. Μου αρέσει να βρίσκω ρόλο για τον Austin σε κάθε άλμπουμ και εν προκειμένω ήθελα να χρησιμοποιήσω τα τραχιά φωνητικά του.
Παίρνεις τις κριτικές στα σοβαρά; Επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτεσαι και ενεργείς; Παίρνω τις κριτικές στα σοβαρά, αν νιώθω ότι παίρνουν τον «εαυτό τους» στα σοβαρά. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός κριτικών εκεί έξω που μοιάζει σαν να «ζωγραφίζουν με τους αριθμούς» και υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αριθμός κριτικών εκεί έξω που μοιάζει σαν να μην κριτικάρουν πραγματικά τη μουσική, αλλά μάλλον εκφράζουν τις σκέψεις και την άποψή τους για σένα ως συγκρότημα, ή για σένα ως άτομο (σ.σ: έλα στην Ελλάδα John, να δεις το πραγματικό επίπεδο master σε αυτό).
Άρα αυτές είναι ως μη γενόμενες. Δεν παίρνω καθόλου στα σοβαρά τέτοιου είδους κριτικές- είναι στο ίδιο επίπεδο με το να αφήνει ένας «σκατιάρης» ένα κακόβουλο σχόλιο σε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τούτου λεχθέντος, όταν ένας κριτικός είναι στοχαστικός και αξιολογεί τη μουσική απλά γι’ αυτό που είναι, με τους δικούς της όρους, τον παίρνω απολύτως στα σοβαρά. Ωστόσο, δεν αφήνω τις κριτικές να επηρεάσουν αυτό που παράγω. Η δουλειά μου ως δημιουργός είναι – πρώτα και κύρια – να φροντίζω τον εαυτό μου. Όταν είσαι σε ένα αεροπλάνο και σου κάνουν μια επίδειξη του τι πρέπει να κάνεις αν πέσουν οι μάσκες οξυγόνου, σου λένε να φροντίσεις πρώτα τον εαυτό σου πριν βοηθήσεις τον διπλανό σου. Για μένα, αυτό πρέπει να συμβαίνει και στην τέχνη. Όταν ένας καλλιτέχνης αρχίζει να προσπαθεί να εξυπηρετήσει το κοινό του, η τέχνη υποφέρει!
Κοιτάζοντας πίσω στην καριέρα σας, υπάρχει κάποια στιγμή που εκ των υστέρων νιώθετε ότι ήταν λάθος ή ότι κάνατε κάτι λάθος; Ωωω… αν υπάρχει, λέει! Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες, ήμουν σε άσχημη κατάσταση από το 2016 ως το 2020. Ήμουν ένας κακός φίλος, γινόμουν ένα πραγματικά τοξικό άτομο και επηρέασα αρνητικά πολλούς ανθρώπους στους γύρω κύκλους μου. Αυτός είναι ένας τεράστιος λόγος για τον οποίο η Alicia έφυγε από το συγκρότημα. Δεν μπορούσε να αντέξει άλλο. Η συμπεριφορά μου όχι μόνο κατέστρεφε φιλίες, αλλά είχε επίσης αρνητικό αντίκτυπο στους συμπαίκτες μου στο συγκρότημα… Πόσο εγωιστικό αυτό εκ μέρους μου!
Photo by Adam Manwill
Και πως το αντιμετώπισες αυτό; Εξέλαβα αυτή τη ψυχική μου κατάρρευση ως ένα τεράστιο κάλεσμα αφύπνισης: Έπρεπε να καταλάβω τι δεν πήγαινε καλά στη ζωή μου και να το διορθώσω, αλλιώς θα έχανα πολύ περισσότερα, από τους συμπαίκτες μου στο συγκρότημα! Ζήτησα διεξοδικά συγγνώμη και έκανα ό,τι μπορούσα για να εξιλεωθώ και να επανορθώσω. Προσπαθώ λοιπόν να ξεπληρώσω το πολύ κακό «κάρμα» που δημιούργησα τα τελευταία χρόνια. Είμαι πολύ ευγνώμων που η Alicia και εγώ έχουμε έκτοτε επανασυνδεθεί και έχουμε ανταλλάξει «κλάδους ελαίας». Είμαστε και πάλι φίλοι και γι’ αυτό είμαι πολύ χαρούμενος. Πάντως, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο και να κάνω τα πράγματα διαφορετικά, θα το έκανα. Θα πήγαινα πίσω στο 2016 και θα έκανα μια πραγματική συζήτηση από καρδιάς με εκείνον τον John. Θα καθόμουν και θα εξηγούσα τα πάντα!
Αλλάζουμε εντελώς κλίμα. Αν μπορούσες να λάβεις μέρος στην ηχογράφηση οποιουδήποτε δίσκου στην ιστορία, ποιον θα διάλεγες; Θα ήταν καταπληκτικό, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω στο χρόνο και να γίνω δημοσιογράφος ή κάτι τέλος πάντων κοντά στον Prince, όταν έφτιαχνε το “Purple Rain”!
Έχεις μεταπτυχιακό στη Θεολογία, είσαι ενθουσιώδης μελετητής Ιστορίας, έχεις επίσης πτυχίο στην παραγωγή στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ποιο από τα τρία μπορεί να «κερδίσει» τη μουσική;
Λατρεύω τη Θεολογία και την Ιστορία, αλλά… κανένα δε μπορεί να κερδίσει τη μουσική! Επίσης, όσο και αν με γοητεύει η Ιστορία, ποτέ δεν έκανα κάποια κίνηση για να την κάνω… επάγγελμα! Το πτυχίο μου από την άλλη, συνεχίζει να αποδίδει καρπούς, καθώς χρησιμοποιώ αυτές τις γνώσεις στην καθημερινή μου εργασία, αλλά και κάθε φορά που οι JUDICATOR πρέπει να «γυρίσουν» μουσικά βίντεο. Όπως καταλαβαίνεις, επικεντρώνομαι πρωτίστως στο να εξασφαλίσω την οικογένειά μου. Μετά από αυτό, η μουσική είναι το πάθος μου και θέλω να το ακολουθήσω στο μέγιστο δυνατό βαθμό.
Τι θέμα είχε η διατριβή σου; Η μεταπτυχιακή μου διατριβή ήταν βασικά μια διερεύνηση της Θεολογίας από την Αποστολική Εποχή μέχρι τη Σύνοδο της Νικαίας και τις επιπτώσεις της Αρειανής Διαμάχης.
Ποιος είναι ο ρόλος της Ορθοδοξίας στη ζωή σου; Αγγίζει τα πάντα. Δίνει «άρωμα» στα πάντα! Είναι αυτό που δίνει ρυθμό στη ζωή μου και ο βράχος στον οποίο στηρίζομαι! Αν θέλει κάποιος να μάθει τι πιστεύω, ας διαβάσει απλά το Σύμβολο της Πίστεως της Συνόδου της Νικαίας. Αλλά, αν και δεν θα αποφύγω να το συζητήσω εφόσον προκύψει κάποια σχετική συζήτηση, κάποιο σχετικό θέμα ή αν με ρωτήσουν, προσπαθώ να μην κάνω κήρυγμα.
Φτάνουμε προς το τέλος… Θα ήθελα να μου πεις λίγα λόγια και για το ντεμπούτο των BEHÖLDER, το “IntheTempleoftheTyrant”, στο οποίο και τραγουδάς. (σ.σ: αν θες να μάθεις περισσότερα για έναν καταπληκτικό δίσκο που ήρθε φέτος από το πουθενά, μπες εδώ) Πιστεύω ότι ήταν μετά το “The Majesty of Decay”, όταν ο Carlos (σ.σ: Alvarez, κιθαρίστας και αρχηγός της μπάντας) με πλησίασε ρωτώντας με αν θα με ενδιέφερε να συμμετάσχω σε αυτό το project. Ήμουν περίεργος να τραγουδήσω για μια doom metal μπάντα, οπότε συμφώνησα. Ήθελα η φωνητική μου προσέγγιση να είναι όσο πιο διαφορετική μπορούσα να την κάνω. Δεν ήθελα ο κόσμος να ακούσει τους BEHÖLDER και να σκεφτεί «Ω, είναι βασικά πιο αργόσυρτοι, χαμηλοκουρδισμένοι JUDICATOR!». Ήθελα ένας οπαδός των JUDICATOR να ακούσει τους BEHÖLDER και να μην με αναγνωρίσει αμέσως ως τραγουδιστή.
Ξέρεις, John, αυτό μάλλον δε γίνεται! (γέλια) Λες, ε; Χαχα! Μπορεί! Εγώ μια φορά, δούλεψα πάνω στην τραχύτητα και ανέπτυξα μια φωνητική προσέγγιση που ένιωθα ότι θα πετύχαινε αυτόν το στόχο, αλλά κυρίως θα ταίριαζε πραγματικά στη μουσική των BEHÖLDER. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με το πόσο θαυμάσια τα πηγαίνει το group, μέχρι στιγμής! Μάλλον θα εμφανιστούμε σε ένα αμερικανικό metal φεστιβάλ του χρόνου και έχω ακούσει «ψιθύρους» για άλλες πολύ καλές ευκαιρίες που θα μπορούσαν να προκύψουν. Ό,τι κι αν κάνουν οι BEHÖLDER πάντως, εγώ είμαι «μέσα»!
Λήξη χρόνου, John! Σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου! Εύχομαι κάθε καλό στις νέες σου προσπάθειες και ελπίζω να σε δούμε στην Ελλάδα κάποια μέρα με τους JUDICATOR ή τους BEHÖLDER!
Εγώ ευχαριστώ πολύ, Δημήτρη, για την προσεγμένη συνέντευξη και την ωραία μας συζήτηση! Μακάρι να γίνει αυτό που λες, θα ήθελα πολύ να εμφανιστώ στην Ελλάδα κάποια μέρα με οποιαδήποτε από τις δύο αυτές μπάντες. Να προσέχεις, φίλε μου!
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Wolfheart” – MOONSPELL ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Century Media ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Waldemar Sorychta / Moonspell ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Fernando Ribeiro (Langsuyar) – Φωνητικά
Duarte Picoto (Mantus) – Κιθάρα
João Pereira (Tanngrisnir) – Κιθάρα / δεύτερα φωνητικά
João Pedro Escoval (Ares) – Μπάσο
Pedro Paixão (Passionis) – Πλήκτρα
Miguel Gaspar (Mike) – Τύμπανα
Η πρώτη του Απρίλη είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις φάρσες και με τις σαχλαμάρες.
Η σημερινή πρωταπριλιά όμως σηματοδοτεί την επέτειο κυκλοφορίας ενός δίσκου με πολύ ιδιαίτερη βαρύτητα, τόσο στο μέταλλο γενικά όσο και στη ζωή μου πιο ειδικά.
Σαν σήμερα λοιπόν, πριν από 30 χρόνια, ο Fernando Ribeiro και η παρέα του, η μεγαλύτερη και γνωστότερη μπάντα που μας έδωσε η Ιβηρική χερσόνησος, οι MOONSPELL, μας συστήνονται επίσημα με το ντεμπούτο τους, το φοβερό “Wolfheart”.
Ο Fernando αφού περιπλανήθηκε για λίγο καιρό στα underground μονοπάτια του ακραίου ήχου και του black metal για 2-3 χρόνια, έχοντας ένα demo του 1993 με τίτλο “Anno Satanae” στα χέρια, καταφέρνει να βρει στέγη στην Adipocere Records και να κυκλοφορήσει με τους MOONSPELL ένα EP, το ιστορικό πλέον “Under The Moonspell”, το 1994. Με αυτά λοιπόν το συγκρότημα ξεκινάει τις συναυλίες εντός Πορτογαλίας για να προμοτάρει τη φάση. Κάπου εκεί τραβάνε την προσοχή της μεγάλης Century media και υπογράφουν συμβόλαιο για 6 δίσκους. Χωρίς να χάσουν χρόνο, η εταιρεία τους πετάει στην Γερμανία και στα έμπειρα χέρια του μάγου παραγωγού Waldemar Sorychta (έχω καταντήσει γραφικός να πλέκω το εγκώμιο του συγκεκριμένου τύπου) και σε 2 εβδομάδες γράφουν το “Wolfheart”.
Ένα “Wolfheart” που έχει απειρία λόγω ηλικίας και συνθηκών, δεν έχει ηχάρες στις κιθάρες, στα τύμπανα, στα πλήκτρα κτλ, αλλά αυτά δεν ενοχλούν κανέναν, γιατί από την άλλη έχει άγνοια κινδύνου, έχει πάθος, έχει τρομερή έμπνευση, έχει συγκεκριμένη ταυτότητα και φυσικά έχει έναν ηγέτη να καθοδηγεί τους πάντες στη σωστή κατεύθυνση, με το ταμπεραμέντο και την ιδιοσυγκρασία που τον έκαναν αγαπητό και σεβαστό σε πολύ μεγάλο βαθμό στη χώρα μας. Ο τεράστιος Fernando Ribeiro, με την χαρακτηριστικότατη χροιά φωνής και προφορά ομιλίας, με την επιβλητική του παρουσία επάνω στην σκηνή, αλλά στο ορκίζομαι, όταν κατεβαίνει από εκεί, είναι από τους πιο ευχάριστους, φιλικούς και ευγενικούς τύπους που υπάρχουν εκεί έξω, οπαδός της μουσικής και ένας υπέροχος άνθρωπος.
Το “Wolfheart” το άκουσα φρέσκο, μόλις είχε βγει. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση, γιατί ήταν πολύ διαφορετικό άκουσμα με ότι είχα στην κατοχή μου έως τότε. Ήταν ατμοσφαιρικό, γοτθικό, είχε περίεργα φωνητικά, πότε καθαρά, πότε death, είχε περίεργη πορτογαλική προφορά, γενικά ήταν κάτι φρέσκο για μένα τότε. Θυμάμαι γυμνασιόπαιδο να φοράω με περηφάνια το αντίστοιχο μπλουζάκι, με τους 2 λύκους από μπροστά και στην πλάτη έλεγε “Wolfheart… Something I lost as a Man, and found as a Wolf…”. Το έχω ακόμα, σε σχετικά καλή κατάσταση, αλλά το έχω αποσύρει από την κυκλοφορία γιατί με έχουν ενημερώσει ότι μπορεί να πωληθεί έως και 300 ευρώ. Κοίτα να δεις που έχουμε θησαυρούς στα συρτάρια μας και δεν το ξέρουμε!
Όσον αφορά το track list του δίσκου, έχει κάτι καλό για όλους και για όλα τα γούστα. Έχει 3 μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, έως και αντιεμπορικά θα τα έλεγα, αλλά είναι κομματάρες, έχει παραδοσιακά Πορτογαλικά, και φυσικά εδώ υπάρχουν και τα 2 πιο γνωστά κομμάτια των MOONSPELL, αυτά που τους έκαναν ευρέως γνωστούς στο μεταλλικό κοινό, το “Alma Mater” και το “Vampiria”.
“Alma Mater”, λατινικά, σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει “το σχολείο που σπούδασα”, ή και αλληγορικά “η θρέφουσα μητέρα”. Χαρακτηριστικότατο κιθαριστικό riff, δεν γίνεται να έχεις βρεθεί σε live MOONSPELL και να μην έχεις φωνάξει αυτές τις λέξεις.
“Vampiria…
You are my destiny…
My only love
and true destiny…”
Τι να πρωτοπεριγράψεις για αυτό το έπος… Ατμόσφαιρα…; Λες και βρίσκεσαι σε μεσαιωνικό κάστρο και η Κυρά Κτήνος στέκεται αγέρωχη μπροστά σου…
“You are a beast,
evil one…”
Τόσο οι στίχοι όσο και ερμηνεία του Fernando είναι απερίγραπτα. 30 χρόνια μετά, κάθε φορά που το ακούω, η ίδια ανατριχίλα.
Όχι και τόσο φαν φακτ: Συνοδηγός, επιστρέφοντας σπίτι μετά από μεταμεσονύχτιες περιπέτειες. Στο αμάξι όλοι νηφάλιοι. Για κακή μας τύχη, εμπλεκόμαστε σε τροχαίο ατύχημα, δίχως να ευθυνόμαστε. Για καλή μας τύχη, έχουμε μόνο μικρές υλικές ζημιές. Η σκηνή που εκτυλίχθηκε όμως ακριβώς μετά το ατύχημα, θα μου μείνει για πάντα στην μνήμη, δεν είναι της παρούσης, θα πω απλώς ότι χτυπώντας το κεφάλι μου στο τζάμι, έχει μείνει και η έκφραση “Vampiria και τα μυαλά στο παρμπρίζ”, διότι αυτό το κομμάτι ακούγαμε την ώρα της σύγκρουσης.
Το φινάλε του τραγουδιού είναι σίγουρα μία από τις κορυφαίες στιγμές σε ολόκληρη την ιστορία των MOONSPELL. Όπως ακριβώς και στο “Alma Mater”, αντίστοιχα και σε αυτό, δεν γίνεται να έχεις βρεθεί σε live MOONSPELL και να μην έχεις ουρλιάξει όπως το κορίτσι στο δίσκο.
Το “Wolfheart” μαζί με τον επόμενο δίσκο, το “Irreligious” είναι κατά γενική παραδοχή και τα καλύτερα άλμπουμ των MOONSPELL. Έτσι εναλλάσσονται και ως αγαπημένα στις προτιμήσεις μου, μια το ένα και μια το άλλο.
Με την ευκαιρία που μας δίνεται λοιπόν σήμερα, εορτάζοντας τα 30 χρόνια από την κυκλοφορία των Λύκων, ας το βάλουμε να παίξει ολόκληρο, να κάνουμε κι ένα άτυπο ζέσταμα για τις επερχόμενες εμφανίσεις των MOONSPELL στη χώρα μας τον Απρίλιο, παρέα με τους DARK TRANQUILLITY.
Όχι ότι χρειαζόμαστε το ζέσταμα, έτσι κι αλλιώς η αγάπη που τρέφουν οι Πορτογάλοι και ο Fernando πιο συγκεκριμένα προς την Ελλάδα είναι γνωστή σε όλους μας, και το αντίστροφο βεβαίως.
Μίμης Καναβιτσάδος
ΥΓ: Εξαιρετικά αφιερωμένο σε έναν από τους καλύτερους μου φίλους, από τους αγαπημένους μου τρελούς, τον οδηγό του αυτοκινήτου στο παραπάνω ατυχές σκηνικό, ίσως τον πιο μεγάλο οπαδό των MOONSPELL που ξέρω.
Όταν σου δίνεται η ευκαιρία για κουβέντα με την Tarja, δεν την αφήνεις να πάει ανεκμετάλλευτη. Η –ίσως πιο σημαντική- diva στη σκληρή μουσική, κυκλοφορεί το live άλμπουμ “Circus life”, έρχεται και για συναυλίες στην Ελλάδα με τον Marko Hietala, οπότε είχαμε πάρα πολλά και ωραία πράγματα να μιλήσουμε. Βέβαια, στην πορεία, η συζήτησή μας πήγε και σε πιο προσωπικά ζητήματα, που αφορούν την ίδια και τον Hietala και θεωρώ ότι πρέπει να διαβάσετε τη συνέντευξη ως το τέλος, αφού δίχως να πιεστεί για οτιδήποτε…
Είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για το live άλμπουμ σου αλλά και τις επερχόμενες εμφανίσεις σου στην Ελλάδα με τον MarkoHietala. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το “Circuslife” είναι μία speciallive στιγμή. Τι έκανε αυτό το show μοναδικό, αν το συγκρίνεις με τις προηγούμενες ζωντανές εμφανίσεις σου; Η εμφάνιση αυτή έγινε το 2020 στο Βουκουρέστι και είχα καλέσει 16 μουσικούς να παίξουν μαζί μου, σ’ έναν κυκλικό χώρο που έμοιαζε με τσίρκο, με θέα σε 360 μοίρες, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε όλους τους ανθρώπους γύρω μας, όλα παίχτηκαν live, δεν υπήρχαν backing tracks. Συγκέντρωσα μία ομάδα φίλων, να παίξουμε μουσική, να περάσουμε ωραία και να γιορτάσουμε τα χρόνια μου στη μουσική. Ήταν πραγματικά μία γιορτή. Κάναμε πρόβες γι’ αυτό αποκλειστικά το show για τρεις μέρες, κάναμε μία συναυλία σαν πρόβα στην Πράγα και μετά παίξαμε στο Βουκουρέστι. Αυτό ήταν. Παρότι θα ήθελα να γίνει κάτι παρόμοιο, αυτό δεν θα επαναληφθεί. Ήταν πολύ ξεχωριστή εμφάνιση. Επειδή ήξερα τις ιδιαιτερότητές της, ήμουν πολύ νευρική και αγχωμένη, αλλά δεν μπορείς να το διακρίνεις αν δεις και ακούσεις τη συναυλία. Ήταν πολύ μεγάλη η χαρά μου και ειλικρινά θεωρώ ότι ήταν από τις σπουδαιότερες στιγμές στην καριέρα μου, ιδιαίτερα από άποψη συναισθημάτων. Δεν είναι τέλειο, αλλά ποτέ δεν προοριζόταν να γίνει κάτι τέτοιο. Διότι, τι είναι τελειότητα τελικά; Όταν δουλεύαμε με τους μουσικούς για το show, τους έλεγα ότι δεν θέλω να πάω στο στούντιο να ηχογραφήσω τίποτα απολύτως από πάνω. Πάμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, αλλά να το κάνουμε μαζί. Φυσικά κάναμε edit στο video, φυσικά και μιξάραμε τον ήχο. Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει λάθη στους στίχους και ο κόσμος μερικές φορές να το παίρνει χαμπάρι, αλλά… είναι live! Ήταν μία ειδική βραδιά και ήθελα να την αποτυπώσουμε με αυτόν τον τρόπο και να την προσφέρουμε στον κόσμο. Σε κόσμο που μπορεί να μην έχει έρθει ποτέ σε συναυλία μου. Είναι γι’ αυτούς, ώστε να δουν που βρίσκομαι στην καριέρα μου. Είμαι ελεύθερο πνεύμα και χαρούμενος καλλιτέχνης που δουλεύω με τη μουσική μου που είναι ακόμα η πρώτη μου αγάπη.
Ξέρεις, λένε ότι πολλές φορές η πρώτη αγάπη είναι και η παντοτινή και φαίνεται ότι στην περίπτωσή σου, ισχύει. Μήπως ήταν τελικά απελευθερωτικό ότι είχες αποφασίσει να μην κάνεις overdubs και να μην ηχογραφήσεις τίποτα στο στούντιο μετά; Κατά κάποιον τρόπο, είναι. Πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου κι εγώ έπρεπε να έχω εμπιστοσύνη στην ομάδα μου, αυτούς τους απίστευτους μουσικούς που είμαι πολύ τυχερή που συνεργάζομαι μαζί τους. Είναι όλοι τους φοβεροί και ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο. Δεν είναι μουσικοί που απλά παίζουν σωστά, αλλά ροκάρουν, δείχνουν την αγάπη τους για τα τραγούδια που παίζουν και όλη την ατμόσφαιρα. Ξέρεις εμείς οι τραγουδιστές, έχουμε συνεχώς στην πλάτη μας το συγκρότημα και δεν ξέρουμε τι κάνουν. Μπορεί να κάνουν διάφορα περίεργα, που κάνουν δηλαδή (γέλια) και μου τα λένε αργότερα και μένω με το στόμα ανοιχτό. Σ’ αυτήν τη συναυλία, μπορούσα να τρέξω ανάμεσά τους, να τους πειράξω και να κάνω πλήρεις κύκλους ώστε να έχω και συνεχή επικοινωνία με το κοινό.
Τώρα που το είπες αυτό, πόσο διαφορετικό ή δύσκολο ήταν να δίνεις συναυλία σε κυκλική σκηνή, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο σε rock συναυλίες; Ήταν πολύ διαφορετικό, γιατί δεν πρέπει να γυρίζεις συνεχώς την πλάτη στο κοινό. Δεν ήθελα να τους δείξω ότι τους έχουμε «στην απ’ έξω», αλλά συνεχώς αλληλεπιδρούσα μαζί τους. Ξέρεις όμως ποιο ήταν το πρόβλημα; Είχα κάτι παπούτσια που ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερα μ’ ένα τεράστιο τακούνι και, Θεέ μου, ήταν ΤΟΣΟ άβολα… Μα τόσο άβολα… Κι έπρεπε να τρέχω γύρω γύρω από τη σκηνή… Δεν πρόκειται να ξαναφορέσω αυτά τα παπούτσια ποτέ ξανά (γέλια).
Από δω και πέρα, μόνο αθλητικά παπούτσια! Ακριβώς. Χαχαχαχα. Ήταν τόσο δύσκολο για μένα να πηγαίνω γύρω γύρω από τη σκηνή, αλλά δεν φαίνεται στο DVD/BluRay, ευτυχώς. Για μένα, σαν οπαδό της μουσικής, μου αρέσει να πηγαίνω σε συναυλίες, να αγοράζω τους δίσκους από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Μου αρέσει η μουσική και μου λείπει να πηγαίνω σε συναυλίες ακόμα και στην όπερα, αλλά ο χρόνος είναι ο εχθρός μου, αφού δουλεύω πολύ σκληρά, είμαι μητέρα και περιοδεύω συνεχώς. Αν ήμουν στο κοινό, όμως, σε μία 360 συναυλία, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Μπορείς να δεις τις πετσέτες που έχει ο ντράμερ, τα μπουκάλια πάνω στη σκηνή, πιθανώς χαρτιά με νότες. Εμείς, οι μουσικοί, δεν είχαμε χώρο να κρύψουμε τίποτα, αφού ο κόσμος μπορούσε να δει τα πάντα. Κι αυτό το έκανε ακόμα πιο αληθινό.
Ήταν εντελώς απογυμνωμένο λες κι έβλεπε κανείς ακτινογραφία σας. Ακριβώς. Αλλά αυτό ήταν και η ιδέα μου. Το συναίσθημα είναι πάρα πολύ σημαντικό. Έχεις δει συναυλίες μου και θα έχεις παρατηρήσει ότι το κοινό μου είναι λίγο ανάμεικτο. Σ’ αυτή τη συναυλία ήταν από μικρά παιδιά, μέχρι και παππούδες. Ολόκληρη η οικογένεια. Η μουσική είναι μουσική και δεν γράφω για συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, ούτε ηλικίες. Αν με ακουμπά, τότε θα φροντίσω να την κυκλοφορήσω και να την ακούσουν όλοι οι άνθρωποι.
Αυτή η συναυλία, έγινε το 2020, λίγο πριν την πανδημία και αρχικά ήταν μέρος της ειδικής έκδοσης του boxset σου. Τι σ’ έκανε να το κυκλοφορήσεις ως ξεχωριστό άλμπουμ; Αν θυμάμαι καλά και στο τέλος του 2024, η earMUSIC έβγαλε ένα ακόμη live άλμπουμ, το “Rockin’ heels – LiveatHellfest”. Υπάρχει μία σειρά live άλμπουμ με τίτλο “Rockin’ heels”. Έχω αναλάβει μία δέσμευση με την earMUSIC, όπου θα κυκλοφορούμε πολλά διαφορετικά live show μου. Είναι πολύ μεγάλη δουλειά για μένα, επειδή κάνουμε τη μίξη, το εξώφυλλο και οτιδήποτε άλλο χρειάζεται μία τέτοιου είδους κυκλοφορία. Η συγκεκριμένη συναυλία, όμως, είχε πολύ μεγάλη επίδραση πάνω μου, πιστεύω ότι είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχω κάνει ποτέ στην καριέρα μου και ήθελα να το δει ο κόσμος, που μπορεί να είχε κυκλοφορήσει ήδη, αλλά ήταν κάτι πολύ μικρό σε μία ειδική έκδοση όπως είπες. Απευθυνόταν στους φανατικούς οπαδούς μου, που ήθελαν να αγοράσουν κάτι που ήταν αρκετά ακριβό εκείνο τον καιρό. Είχαμε τραβήξει μερικές τρομερές φωτογραφίες, αφού ήρθε ο φίλος μου ο Tim Tronckoe… Ήθελα να δείξω στον κόσμο τι είχε γίνει εκείνη τη βραδιά. Ξέρεις, βαθιά μέσα μου, έχω την επιθυμία να επαναλάβω κάτι τέτοιο, γιατί ήταν εκπληκτικό.
Κάποια τραγούδια από το “Circuslife”, στις studio εκτελέσεις τους, έχουν κάποιους specialguests. Το“Demons in you” είχετηνAlissa White-Gluz τωνARCH ENEMY, το“Dead promises” τονBjorn “Speed” Strid τωνSOILWORK κτλ. Σκέφτηκες ποτέ να τους καλέσεις ή ήσουν οκ με τους τραγουδιστές που ήδη είχες, οι οποίοι θα έκαναν το διό τους ρόλο στα φωνητικά; Κάναμε νέες ενορχηστρώσεις για πολλά τραγούδια, κάλεσα τον αδερφό μου να τραγουδήσει μαζί μου, όπως και δύο backing vocalists, την Ciara και την Clementine (των VISIONS OF ATLANTIS). Υπήρχε ένας αέρας ανανέωσης στα τραγούδια μου, γι’ αυτό, το συγκεκριμένο live. Κάποια τραγούδια, απέκτησαν καινούργια ζωή, όπως το “Falling away” για παράδειγμα. Συμβαίνουν πολλά πράγματα στα τραγούδια κι αυτό είναι κάτι ακόμα που κάνει αυτή τη συναυλία πιο μοναδική.
Πρέπει να σου πω ότι μερικές φορές καταλάβαινα τα τραγούδια από τους στίχους!!! Έχεις δίκιο. Το “Diva”, πχ, έγινε μ’ έναν πολύ πιο heavy τρόπο απ’ ότι το αυθεντικό, αλλά γενικώς, ναι, υπήρχαν πολλές αλλαγές, ναι.
Συμμετέχεις στο “LifeonMars” που υπάρχει στο νέο άλμπουμ του MarkoHietala και περιοδεύεις και μαζί του. Πως συνέβη αυτή η συνεργασία και τι είναι αυτό που σου αρέσει περισσότερο όταν δουλεύεις μαζί του; (ρίχνοντας ένα πολύ πλατύ χαμόγελο) Για να απαντήσω την τελευταία από τις ερωτήσεις, τι μου αρέσει περισσότερο όταν δουλεύω μαζί του, πρέπει να σου πω ότι απολαμβάνω που γνωρίζω ποιος πραγματικά είναι, για πρώτη φορά στη ζωή μου. Μπορεί να σου φανεί περίεργο, αφού ήμουν σ’ ένα συγκρότημα μαζί του για πολλά χρόνια, αλλά δεν τον ήξερα πραγματικά… Έχει αλλάξει και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτόν. Τα πάει θαυμάσια, είναι ελεύθερος, πλέον έχουμε πολλά περισσότερα κοινά στοιχεία, μπορούμε να μιλήσουμε (!!!), να επικοινωνήσουμε… Είμαστε σε επαφή περισσότερο απ’ όσο έχουμε υπάρξει σε όλη μας της ζωή και μπορώ να του τηλεφωνήσω ως φίλη του. ΕΙΝΑΙ φίλος μου. Όλο αυτό ξεκίνησε το 2012, όταν είχα λάβει μέρος σε μία τεράστια Χριστουγεννιάτικη παραγωγή στη Φινλανδία, όπου ερμηνεύουμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια σε rock/metal εκτελέσεις και ήμουν καλεσμένη. Ο Marko ήταν εκεί. Είναι από τα original μέλη του project και ήξερα ότι θα τον συναντούσα εκεί ύστερα από πάρα πολλά χρόνια σιωπής, που δεν είχα ακούσει τίποτα απ’ αυτόν και το αντίστροφο. Πρώτη φορά συναντηθήκαμε εκεί και ήταν πολύ καλά. Προφανώς ήμασταν πολύ νευρικοί, δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο, ήρθε καθυστερημένος backstage, δίχως να έχουμε κάνει πρόβα στο soundcheck κι έπρεπε να τραγουδήσουμε μαζί το “Ave Maria” με Φινλανδικούς στίχους, που ήταν πολύ συναισθηματικό, μπροστά σε 5-6000 ανθρώπους. Μετά το πρώτο μας τραγούδι, το ακροατήριο κατέρρευσε και άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει. Και το λέω αυτό, γιατί οι Φινλανδοί δεν φημίζονται για το πόσο εκδηλωτικοί είναι (γέλια). Μετά τη συναυλία, ο Marko κάλεσε όλα τα μέλη της παραγωγής και μου ζήτησε συγνώμη μπροστά τους!!! Έκλαψα κι εγώ, ξεκαθαρίσαμε τα πάντα μεταξύ μας, γίναμε φίλοι…
Για ποιον λόγο σου ζήτησε συγνώμη; Επειδή άργησε; (σ.σ. δεν μπορείτε να πείτε, το έπαιξα εντελώς αθώα περιστερά!!!) Όχι.
Εξαιτίας του παρελθόντος; Ναι… Μετά υπήρξε ξανά σιωπή… Έχασα την επαφή μαζί του για κάποια χρόνια, μέχρι που τον είδα να παίζει στην Ελβετία πριν λίγα χρόνια, στο ίδιο φεστιβάλ όπου ήμουν εγώ headliner. Επικοινώνησα με τον promoter και του ζήτησα να κανονίσει να τραγουδήσουμε το “Phantom of the opera” με τον Marko, αλλά έχω χάσει επαφή μαζί του και ήθελα να του προωθήσει το μήνυμά μου. Η απάντησή του ήταν θετική και ήμουν πολύ χαρούμενη που θα τον ξανασυναντούσα. Ξανά, ήταν μία πολύ συναισθηματική στιγμή. Ο Marko όμως, αυτήν τη φορά, είχε έρθει μ’ ένα στικάκι που είχε το “Left on Mars”, επειδή κι εκείνος σκεφτόταν εμένα και ήθελε να κάνουμε ένα ντουέτο. Μιλήσαμε, κλάψαμε και τελικά το ηχογραφήσαμε. Μου αρέσει το τραγούδι και μου αρέσει να παίζω μουσική μαζί του. Από τότε ξεκίνησε και η ιδέα της περιοδείας μαζί του και από τότε είναι τόσο μα τόσο ωραία. Κάνουμε φοβερές συναυλίες και είμαστε πολύ χαρούμενοι.
Αισθάνεστε απελευθερωμένοι που δεν δουλεύετε κάτω από την ομπρέλα των NIGHTWISH, αλλά ως Marko και Tarja; Αλήθεια, πόσο ελεύθερη είμαι εδώ και είκοσι χρόνια που είμαι σόλο καλλιτέχνης… Ο Marko είναι στο ξεκίνημά της σόλο καριέρας του, κατά κάποιον τρόπο, αφού μπορεί να παίζει μουσική πάρα πολλά χρόνια, αλλά είναι λίγος καιρός που δεν είναι στην μπάντα και πρέπει να νιώθει το ίδιο με μένα. Είσαι ελεύθερος και μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις αυτήν την ελευθερία και κανείς μας δεν πρέπει να την χάσει, ποτέ.
Έτσι όπως σε ακούω να μιλάς για τον Marko, φαίνεται ότι βρήκες έναν μελλοντικό συνεργάτη για την υπόλοιπη ζωή σου, καθώς παρότι ήσασταν στο ίδιο συγκρότημα για τόσα χρόνια, μέχρι τώρα, φαίνεται ότι ήταν εντελώς ξένος για σένα! Ναι, ήταν ξένος. Κάναμε αυτό το τραγούδι, το “Left on Mars”, που θα το παίξουμε και στην Ελλάδα και πρέπει να πω ότι είμαι πάρα πολύ χαρούμενη που θα επιστρέψω στη χώρα σας. Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά. Μου υποσχέθηκε ότι θα κάνει φωνητικά σ’ ένα τραγούδι στον επόμενο δίσκο μου, οπότε σίγουρα θα υπάρξει μία ακόμη συνεργασία. Πάμε βήμα βήμα (γέλια).
Τι να περιμένουμε από τις συναυλίες σας με τον Marko στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη; Θα είναι πολύ συναισθηματικά. Φυσικά θα μας ακούσετε να ερμηνεύουμε μερικά κλασικά τραγούδια. Σίγουρα, στην αρχή θα παίξει ο Marko με το συγκρότημά του, όπου θα ανέβω κι εγώ και στη συνέχεια θα ανέβει εκείνος στο δικό μου set!
Μιας και τελειώνει ο χρόνος, θα ήθελα μία τελευταία ερώτηση που πάντα ήθελα να σου κάνω. Το 2010, τραγούδησες στο “Thegooddieyoung” των SCORPIONS. Παρόλα αυτά, μετά από τόσα χρόνια, ακόμα παλεύω να ακούσω τη φωνή σου στη μίξη! Είσαι ευχαριστημένη με τον τρόπο που κατέληξε να ακούγεται το τραγούδι ή αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο το είχατε σχεδιάσει; Όχι, δεν είχα κανένα λόγο πάνω σ’ αυτό (γέλια). Άκουσα κάπου να λένε ότι δεν έπρεπε να το είχαν κάνει με αυτόν τον τρόπο, χαχαχα! Οι άνθρωποι από τότε έλεγαν «που είναι η Tarja;»!!! Ήταν δική τους απόφαση, αλλά εγώ ήμουν πολύ ευχαριστημένη που συνεργαστήκαμε. Ήταν φοβερό που τους είδα, που συναναστραφήκαμε μαζί και μακάρι, όταν θα έρθουν του χρόνου στη Marbella, όπου μένω, για συναυλία, να είμαι διαθέσιμη και να κάνουμε ένα reunion κατά κάποιον τρόπο! Βρισκόμαστε ανά διαστήματα και είναι τόσο καλοί άνθρωποι…
Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στο Fuzz το Σάββατο, σε μια πραγματικά σπουδαία βραδιά. 11 χρόνια ENEMY OF REALITY. Μια από τις πιο ξεχωριστές μπάντες στο χώρο του συμφωνικού metal εν Ελλάδι, γιορτάζουν το πρώτο σημαντικό τους επίτευγμα, της δεκαετίας στα πράγματα. 3 σπουδαίοι δίσκοι, πολλές συναυλίες εντός κι εκτός των τειχών, καθώς και μια εμφανής διάθεση να μην ακολουθηθεί η πετατημένη συνολικά, αλλά να βρεθεί η ταυτότητα της μπάντας κάπου ανάμεσα στο συμφωνικό metal στοιχείο και τα στοιχεία από την εγχώρια παράδοση. Στο πλευρό τους, οι LAZY MAN’S LOAD για την groove/southern νότα, αλλά και οι DEUS CULPA, οι νεότεροι της βραδιάς, για ένα πιο hard’n’heavy τόνο.
Στις 8:00 ακριβώς, οι DEUS CULPA λοιπόν, ανέλαβαν να πατήσουν πρώτοι στη σκηνή του Fuzz, προκειμένου να κερδίσουν τη προσοχή του μισογεμάτου χώρου. Όπως τους θυμόμουν σε ένα Battle Of The Bands πριν κάποιους μήνες, επαγγελματικότατοι στο επί σκηνής στήσιμο, σοβαρά φωνητικά και κύρια και δεύτερα, με υλικό από το “Roots” EP, φρόντισαν να ζεσταθεί επαρκώς το κοινό, σε αυτόν τον ούτως ή άλλως άχαρο ρόλο του εναρκτήριου σχήματος μιας βραδιάς. Βλέποντας μπλούζες τους δεξιά και αριστερά στο κοινό, υπήρχε κόσμος που πήγε επειδή ήταν ΚΑΙ αυτοί, το οποίο μόνο ως θετικό λογίζεται. Ήταν καλοί στη μισή ώρα που έπαιξαν; Ναι. Έχουν περιθώρια βελτίωσης συνθετικά; Πάλι ναι. Ωστόσο, το πρόσημο παραμένει θετικό. Από εκεί και πέρα, αναμένουμε να δούμε την εξέλιξη τους. Φυσικά, ευχαρίστησαν το χώρο και τους ENEMY OF REALITY για τη πρόσκληση (όπως και οι LAZY MAN’S LOAD).
Κάπου στις 8:45, λαμβάνουμε την ειδοποίηση “THIS IS NOT A D(REEL)” από την οθόνη πάνω από τη σκηνή. Οι LAZY MAN’S LOAD στο σανίδι, προωθώντας το πολύ ωραίο δεύτερο πόνημα “Saints full of sin”, το οποίο στην μια ώρα και κάτι που έπαιξαν, είχε τη μερίδα του λέοντος (ομώνυμο, “Slackjawed” που έκλεισε το set, “Prime evil”, “Crimson prayer”, “Heavy is the crown”, “The pilgrim and the witch”) έναντι του ντεμπούτου “All hat no cattle” (“Outlaws serenade”, ”In for the kill”, “Gomorah”, “Juke joint”), απτή απόδειξη του πόσο πιστεύουν σε αυτό. Όσες φορές και να τους δω (πρέπει να ήταν η 4η – 5η), τους απολαμβάνω. Χαίρομαι την ενέργεια του frontman τους (ίδρωσε για όλους μας ο τύπος, μεγάλη μορφή!), τη στιβαρότητα του rhythm section που είναι σκέτο μπετό στα μετόπισθεν (νέος drummer και ρυθμικός υπόψιν – δεν φάνηκε καθόλου), αλλά και το στυλ του κιθαρίστα (που μέχρι και καπελάκι του φόρεσαν σε μια φάση!). Και φυσικά τίτλοι τέλους με την αθάνατη riff-άρα από το “Spiral architect” των BLACK SABBATH! Άξιοι κάθε φορά, εύγε!
Ήρθε η ώρα, χαμηλώνουν τα φώτα, κλείνουν οι κουρτίνες. Όταν ξανανοίγουν, βλέπουμε ολόκληρη παραγωγή με σκηνικά, ενώ στην εισαγωγή πριν το “Downfall”, μας καλωσόρισε ένας ιερέας, ο οποίος ήταν το πρώτο δείγμα αυτού που μας έλεγε ο κιθαρίστας της μπάντας, Steelianos, στη συνέντευξη που είχαμε κάνει, περί ηθοποιών καθ’ όλη τη διάρκεια της εμφάνισής τους. Από τους σάτυρους στο “The vineyard song”, στους αιματοβαμμένους κερασφόρους στο “Baptism in fire”, σε ό,τι μπορείτε πραγματικά να φανταστείτε.
Οι ENEMY OF REALITY πραγματικά υπερέβαλλαν εαυτόν, παρουσιάζοντας επί της ουσίας μια θεατρική παράσταση αρχαιοελληνικού τύπου, όπου το οπτικό κομμάτι ήταν το θεατρικό με εκείνους μέρος της παράστασης (μέχρι και αλλαγή στα κοστούμια είχαμε), ενώ το ακουστικό ήταν η μουσική τους, παιγμένη με τον πλέον εορταστικό τρόπο. Όπως πολύ εύγλωττα είπε η ίδια η τραγουδίστρια Ηλιάνα “τέτοια γενέθλια στα 35 μου χρόνια, δεν έχω ξανακάνει”. Άδικο δεν είχε!
Σε μια ατμόσφαιρα πάρτι, παρέλασαν και οι 3 δισκογραφικές δουλειές της μπάντας: το εναρκτήριο “Rejected Gods” (“My own master” σε μια πανέμορφη ακουστική εκτέλεση, “Needle bites”, “The bargaining” και “Twist of time” που έκλεισε τη βραδιά εμφατικότατα), το σπουδαίο “Arakhne” (το αγαπημένο μου “Nouthetisis”, “The taste of defeat”, “In hiding”) και το τελευταίο “Where truth may lie” που φυσικά είχε τη μερίδα του λέοντος (“Downfall”, “Long forgotten”, “Serenade of death”, το προσωπικό αγαπημένο μου “Deliverance” και “Baptism in fire”).
Φυσικά ανάμεσα σε όλα, παίχτηκαν οι δύο διασκευές που κέρδισαν περισσότερο κόσμο από ότι φανταζόταν και η ίδια η μπάντα (“Την πατρίδα μου έχασα”, “Δεν σε θέλω πια” – οι πειραματισμοί που λέγαμε πιο πάνω). Ειδικά η πρώτη, συνοδεύτηκε από την σοφή φράση της Ηλιάνας “κανένας γονιός να μη χάνει το παιδί του, κανένα παιδί να μη χάνει τη μάνα του”.
Κάπως έτσι, μετά από 90 λεπτά, μια διαδρομή στη δισκογραφία ενός πραγματικά άξιου και σπουδαίου ελληνικού σχήματος, έλαβε τέλος, εν μέσω καταιγιστικών χειροκροτημάτων, με τους ίδιους να μην πιστεύουν πόσο πολύ τους αγκάλιασε ο κόσμος σε αυτό το τολμηρό εγχείρημα. Βγήκαν νικητές, εγώ τους βγάζω το καπέλο, οπότε όπως λένε και οι λατρεμένοι μου BOLT THROWER…“Where next to conquer”! Πάντα τέτοια, ραντεβού τώρα στα 20 χρόνια!
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ – “Dealing with it” – D.R.I. ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1985 ΕΤΑΙΡΙΑ – Death Records / Metal Blade ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – D.R.I. ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Kurt Brecht
Κιθάρες / Μπάσο – Spike Cassidy
Μπάσο – Mikey Offender
Τύμπανα – Felix Griffin
Όταν ο πατέρας σου αποκαλεί εσένα και τη μπάντα σου «βρομιάρηδες, σάπιους και ηλίθιους» ξέρεις ότι η μουσική σου έχει πετύχει τον στόχο της. Με καταγωγή από το Houston του Texas, οι D.R.I. (DIRTY ROTTEN IMBECILES) με ήδη δύο EP κυκλοφορίες στην πλάτη (“Dirty rotten” και “Violent pacification) κατάφεραν να ξεχωρίσουν σε ένα αρκετά αναπτυσσόμενο ιδίωμα όπως ήταν το punk/hardcore παίζοντας αρκετά γρήγορα για την εποχή, με κοινές εμφανίσεις με αρκετά θρυλικά hardcore συγκροτήματα της εποχής και συμμετοχή στην περιοδεία “Rock against Reagan” μαζί με τους DEAD KENNEDYS και MDC. Έχοντας μετακομίσει στο San Franscisco το 1983, τα μέλη των D.R.I. έμεναν κυριολεκτικά στο van τους καθώς και στην κατάληψη The Vats, ένα παρατημένο κτίριο που στεγαζόταν μέχρι το 1972 η ζυθοποιία Rainier Brewing Company κι εκτός ότι έμεναν μέσα στις δεξαμενές, πραγματοποιούσαν εκεί συναυλίες και demo ηχογραφήσεις.
Μετά από μία περιοδεία το καλοκαίρι του 1984 ο Eric Brecht παντρεύεται κι αποχωρεί από το συγκρότημα κι ένα χρόνο μετά τον συναντούμε να παίζει μαζί με τους DEATH το διάστημα που ο Chuck Shuldiner βρισκόταν στο San Francisco και το 1986 με τους HIRAX. Οι D.R.I. τον αντικαθιστούν με τον δεκαεπτάχρονο τότε Fellix Griffin των CROTCH ROT και ξεκινούν να δουλεύουν πάνω στο επερχόμενο άλμπουμ τους.
Με το thrash metal να αποτελεί ήδη το next-big-thing στο Bay Area και τον Felix να τους βάζει να ακούσουν για πρώτη φορά τα “Kill ’em al” και “Show no mercy” των METALLICA και SLAYER αντίστοιχα, οι D.R.I. αφομοιώνουν απευθείας αυτές τις επιρροές. O κιθαρίστας Spike Cassidy είχε δηλώσει σχετικά πως εκείνη την περίοδο ήταν κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο κάθε μέρα για 18 ώρες γράφοντας μουσική κι ακούγοντας συνεχώς αυτά τα δύο άλμπουμ. Το πιο metal παίξιμο με χρήση δίκασης του Felix Green, έδωσε νέα πνοή στα παλαιότερα τραγούδια των D.R.I. δανειζόμενοι πλέον τα καλύτερα στοιχεία από τους δύο κόσμους, όπως την επιθετικότητα και την ταχύτητα του hardcore και τη βαρύτητα και τη περιπλοκότητα από τον metal ήχο. Επίσης διαπίστωναν πως στις συναυλίες τους ερχόντουσαν όλο και περισσότεροι μεταλλάδες με αρκετές thrash metal μπάντες να τους ζητούν να ανοίξουν γι’ αυτές.
Χωρίς φράγκο στην τσέπη, οι D.R.I. γυρίζουν πίσω στο Texas για να ηχογραφήσουν το “Dealing with it” στα Rampart Studios και μένουν προσωρινά στο σπίτι της μητέρας του Griffin στο Austin. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ο μπασίστας Josh Pappé αποχωρεί με τον Mikey Offender, μπασίστας στο “Millions of dead cops” των MDC και μέλος των THE OFFENDERS να μοιράζεται το μπάσο μαζί με τον Spike Cassidy. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ-ορόσημο για το punk/hardcore ιδίωμα, με 25 συνολικά τραγούδια και συνολική διάρκεια 34 λεπτά, όπου οι αυξημένες ταχύτητες, οι εναλλαγές στο tempo, τα κάπως μεγαλύτερης διάρκειας τραγούδια και το drumming του Felix, έκαναν τους D.R.I. ακόμη πιο ελκυστικούς στο metal ακροατήριο, σε μια εποχή που οι πάνκηδες δεν γούσταραν πολλά-πολλά με τους μαλλιάδες. Παρόλα αυτά το “Dealing with it” αποτέλεσε κυριολεκτικά το απόλυτο crossover άλμπουμ όπου οι D.R.I. έπαψαν να είναι μία αμιγώς μία hardcore μπάντα με κλασικά τραγούδια όπως τα “Snap”, “I’d rather be sleeping”, “I don’t need society”, “Karma”, “Madman, “Argument then war” κ.α.
Η υπογραφή συμβολαίου με τη Metal Blade ήταν αυτό που επιζητούσαν για τη διάδοση της μουσικής τους ενώ άρχισαν να αποκτούν έναν σημαντικό πυρήνα οπαδών, με τον Dave Lombardo των SLAYER να δηλώνει ένας από αυτούς και γενικότερα οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών συγκροτημάτων είχαν αρχίσει να γίνεται όλο και πιο στενές, με τον Jeff Hanneman να τους ζητάει να παίξουν μαζί σε κάποιες από τις εμφανίσεις τους στην California. Όντας πρωτεργάτες του crossover ήχου κι από τα πρώτα hardcore συγκροτήματα που γνώρισαν μεγάλη δημοσιότητα ειδικά με τα επόμενα άλμπουμ τους, οι D.R.I. δέχτηκαν έντονη κριτική από παλιούς οπαδούς και από κάποια βρετανικά crust/punk συγκροτήματα όπως οι SORE THROAT με το εξώφυλλο του “Death to capitalistic hardcore” και το τραγούδι “D.R.I. (E.M.I.) ELECTRO HIPPIES με το “D.I.Y. (Not D.R.I.) από το “The only good punk”.
Οι D.R.I. όμως δεν πρόδωσαν ποτέ το παρελθόν τους απλά αποτέλεσαν το απόλυτο σταυροδρόμι για να συνυπάρξουν οι δύο αυτές μουσικές υποκουλτούρες και στην τελική δεν φάνηκε να τους νοιάζει και πολύ μιας και βρίσκονταν μονίμως στο δρόμο παίζοντας τόσο με metal συγκροτήματα όπως οι SLAYER, POSSESSED, DARK ANGEL, EXODUS, DEATH ANGEL αλλά και κλασικά hardcore συγκροτήματα σαν τους T.S.O.L., CIRCLE JERKS, C.O.C., BAD BRAINS, VERBAL ABUSE, GANG GREEN, ATTITUDE ADJESTMENT κ.α. Σημαντική στιγμή αποτελεί η εμφάνισή τους στις 26 Απριλίου 1986 στο The Olympic Auditorium στο Los Angeles μαζί με τους ANTHRAX, POSSESSED, C.O.C. και EXCEL, με τον κιθαρίστα των ANTHRAX, Scott Ian να περιγράφει το όλο σκηνικό ως το πιο βίαιο κι εκτός ελέγχου που έχει βρεθεί ο ίδιος ως μάρτυρας τόσο ως οπαδός βλέποντας τις άλλες μπάντες να παίζουν αλλά κι επί σκηνής. Η εμφάνιση των D.R.I. κυκλοφόρησε και σε VHS το 1986 με τον τίτλο “Live at the Olympic” ενώ έχει επιστρέψει στο συγκροτήμα ο μπασίστας Josh Pappé.
Did you know that:
Το τραγούδι “Snap” είχε συμπεριληφθεί ένα χρόνο πριν το “Dealing with it” στη συλλογή “International P.E.A.C.E. Benefit Compilation” η οποία κυκλοφόρησε από την R Radical Records, εταιρεία του τραγουδιστή των MDC, Dave Dictor σε συνεργασία με το θρυλικό punk fanzine Maximumrocknroll. Επρόκειτο για μια διπλή συλλογή βινυλίου με συμμετοχές από 55 συγκροτήματα από όλο τον κόσμο, όπως οι DEAD KENNEDYS, CRASS, SUBHUMANS, BUTTHOLE SURFERS, MDC, G.I.S.M., SEPTIC DEATH και την προηγούμενη σύνθεση των D.R.I.
Αρχικά οι D.R.I. και ειδικά ο Kurt Brecht ήταν διστακτικοί στο να υπογράψουν με μία metal εταιρεία όπως η Metal Blade γιατί μια τέτοια κίνηση θα δυσαρεστούσε τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς τους, με τον Brian Slagel να τους προτείνει να τους υπογράψει σε ένα παράρτημα που θα ίδρυε αποκλειστικά για την υπογραφή hardcore συγκροτημάτων με το όνομα Death Records. Σε αυτήν υπέγραψαν αργότερα ομόηχα σχήματα όπως CORROSION OF CONOFORMITY, CRYPTIC SLAUGHTER και UGLY AMERICANS.
Οι D.R.I. στην αρχή της καριέρας τους συνήθιζαν να προβάρουν στο σπίτι των Kurt και Eric Brecht γύρω στις 17:00, ώρα που επέστρεφε από την εργασία ο πατέρας τους. Στην εισαγωγή του τραγουδιού “Mad man” τον ακούμε να ανοίγει μαινόμενος την πόρτα κατά τη διάρκειας μιας πρόβας και να τους κράζει κυριολεκτικά, με τον χαρακτηριστικό διάλογο στο τέλος: «Λοιπόν, το πάρτι τελείωσε. Αντί να πηγαίνετε σχολείο κάνετε παρέα με αυτούς τους τελειωμένους» (αναφέρεται στους Spike Cassidy και Dennis Johnson), με τον Spike να θίγεται και να του απαντάει «Όλοι μας δουλεύουμε» με τον πατέρα να βάζει τέλος στην κουβέντα λέγοντας «Δεν με ενδιαφέρει, όταν επιστρέφω σπίτι θέλω να χαλαρώνω». Σε μία από αυτές τις εξορμήσεις και στους χαρακτηρισμούς του πατέρα τους, προήλθε και το όνομα του συγκροτήματος.
Στην αρχική βινυλιακή έκδοση του “Dealing with it” υπήρχε ένα αυτοκόλλητο που έγραφε “Brand new LP from the popular Texas hardcore-thrash-thrash-punk D.R.I.” με το σχόλιο “Incredible” και το όνομα Dave Lombardo of SLAYER από κάτω.
Στη cd-single έκδοση του “Inside out” των ANTHRAX που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 1998, συμπεριλαμβάνονται ως b-side δύο διασκευές στα “Snap” και “I’d rather be sleeping”.
Χρειάζεται άραγε ένα τόσο θρυλικό, όσο και ιδιαίτερο συγκρότημα συστάσεις; ΟΧΙ. Αλλά παρόλα αυτά, για πάμε. Οι CRADLE OF FILTH είναι ένα Αγγλικό extreme metal συγκρότημα που σχηματίστηκε το 1991 στο Suffolk. Ξεκινώντας με επιρροές από την black metal σκηνή, η μουσική τους εξελίχθηκε σε ένα πιο καθαρό και “παραγωγικό” μείγμα gothic και symphonic metal, με στίχους και εικόνες εμπνευσμένες από τη γοτθική λογοτεχνία, την ποίηση, τη μυθολογία και τις ταινίες τρόμου.
Το 2025, οι CRADLE OF FILTH επιστρέφουν με το 14ο στούντιο άλμπουμ τους, “The screaming of the Valkyries”. Αυτό το άλμπουμ παρουσιάζει μια μπάντα που, μετά από τρεις δεκαετίες, αναγεννάται και επαναπροσδιορίζει τον ήχο της, προσφέροντας ένα έργο που συνδυάζει την κλασική τους αισθητική με μια σύγχρονη προσέγγιση.
Από το εναρκτήριο κομμάτι, “To live deliciously”, γίνεται εμφανές ότι το άλμπουμ διατηρεί την ουσία του χαρακτηριστικού ήχου των CRADLE OF FILTH. Μεγαλοπρεπές και βομβαρδιστικό, το κομμάτι αυτό ενσωματώνει τη γοτθική ρομαντική αισθητική βουτηγμένη σε αίμα και δηλητήριο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που καθηλώνει τον ακροατή.
Η προσθήκη του κιθαρίστα Donny Burbage φέρνει μια ανανεωμένη ζωντάνια στις κιθάρες, ενώ η Zoe Marie Federoff λάμπει ως η νέα γυναικεία φωνή του συγκροτήματος. Αυτές οι προσθήκες ενισχύουν τον ήχο της μπάντας, προσθέτοντας φρεσκάδα και δυναμική που αναδεικνύονται σε όλο το άλμπουμ.
Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από μια σαφή πρόοδο στη μουσικότητα και την παραγωγή. Κάθε κομμάτι αποκαλύπτει την εμπειρία και την ωριμότητα της μπάντας, ενώ η θεατρικότητα και η σκοτεινή ατμόσφαιρα που τους χαρακτηρίζει παραμένουν αναλλοίωτες. Η παραγωγή είναι κρυστάλλινη, επιτρέποντας σε κάθε όργανο να λάμψει, ενώ η συνολική αίσθηση είναι αυτή μιας μπάντας που βρίσκεται στο απόγειο της δημιουργικότητάς της.
Η θεματολογία του άλμπουμ εξερευνά σκοτεινές και μυθολογικές αφηγήσεις, με στίχους που μαγεύουν και προκαλούν το ενδιαφέρον. Η εικαστική παρουσίαση είναι εντυπωσιακή, με εξώφυλλα και συνοδευτικό υλικό που ενισχύουν την αισθητική εμπειρία του ακροατή. Όλα αυτά τα στοιχεία συνδυάζονται σε ένα πακέτο που αποδεικνύει ότι οι CRADLE OF FILTH συνεχίζουν να εξελίσσονται χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους, ακόμα και μετά από τρεις δεκαετίες στη μουσική βιομηχανία.
Μια από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές του “The screaming of the Valkyries”, είναι η ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στη μελωδία και την ακραία επιθετικότητα. Κομμάτια όπως το “Chthonic exile” και το “Damnation’s embrace” θυμίζουν την ατμοσφαιρική μαγεία του “Dusk and her embrace” ή του “Midian”, ενώ η θεατρικότητα των ενορχηστρώσεων φέρνει στο νου τις πιο συμφωνικές στιγμές της μπάντας. Τα φωνητικά του Dani Filth είναι πιο ποικιλόμορφα από ποτέ, μεταβαίνοντας από σαδιστικά ουρλιαχτά σε στοιχειωτικά spoken-word περάσματα που δίνουν έναν αφηγηματικό χαρακτήρα στο άλμπουμ.
Τελικά, το “The screaming of the Valkyries” δεν είναι απλώς ένας νέος δίσκος των CRADLE OF FILTH, είναι μια δήλωση ότι η μπάντα παραμένει ζωντανή, εμπνευσμένη και πιο δυνατή από ποτέ. Αν το “Cryptoriana” και το “Existence is futile” έδειξαν ότι η μπάντα βρισκόταν σε δημιουργική αναζωογόνηση, το νέο άλμπουμ το επιβεβαιώνει με τον πιο εμφατικό τρόπο. Οι CRADLE OF FILTH όχι μόνο επιστρέφουν στις ρίζες τους, αλλά το κάνουν με τρόπο που δείχνει ότι η εξέλιξή τους δεν έχει σταματήσει.
Συνολικά, το “The screaming of the Valkyries” είναι ένα άλμπουμ που αποδεικνύει ότι οι CRADLE OF FILTH παραμένουν μια ζωντανή δύναμη στη metal σκηνή. Με ανανεωμένη ενέργεια και δημιουργικότητα, το συγκρότημα προσφέρει ένα έργο που θα ικανοποιήσει τόσο τους παλιούς όσο και τους νέους οπαδούς, αποδεικνύοντας ότι η μουσική τους κληρονομιά συνεχίζει να εξελίσσεται και να εμπνέει. Για τους οπαδούς της μπάντας και του ατμοσφαιρικού extreme metal γενικότερα, το “The screaming of the Valkyries” είναι μια κυκλοφορία που δεν πρέπει να αγνοηθεί.
Οι AVANTASIA με είχαν κερδίσει πριν ακόμα κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους, όταν είχα την ευκαιρία να ακούσω τρία (ανολοκλήρωτα) τραγούδια από το… τηλέφωνο τότε, μιλώντας στον εκστασιασμένο Tobias Sammet. Βέβαια τα χρόνια πέρασαν και οι AVANTASIA γιγαντώθηκαν. Πραγματικά, έβγαλαν φτερά, σαν τον δράκο του εξωφύλλου και πέταξαν ψηλά. Ακόμα και στο νούμερο 1 των Γερμανικών charts έφτασαν (κάτι που συνέβη ΚΑΙ με αυτόν το δίσκο), ενώ οι περιοδείες τους είναι κορυφαίες, τόσο διότι η παραγωγή τους είναι τεράστια, αλλά κι επειδή πολλοί από τους τραγουδιστές που συμμετέχουν στους δίσκους, είναι παρόντες.
Κλείνοντας τα 25 χρόνια ύπαρξης, ο ιθύνων νους Tobias Sammet έχει πολλά να γιορτάσει, φτάνοντας πλέον τα 10 άλμπουμ γεμάτα από πασίγνωστους μουσικούς και αρκετούς από τους προσωπικούς του ήρωες. Α, να υπογραμμίσουμε κιόλας την αλλαγή δισκογραφικής εταιρεία για πρώτη φορά. Η Napalm κατάφερε να τους υπογράψει, μετά από εννιά άλμπουμ στη Nuclear Blast και την AFM.
Σε αυτή την πορεία λοιπόν, οι AVANTASIA μεταμορφώθηκαν από power metal όπερα, σε έναν τεράστιο metal θίασο, με θεατρικές συνθέσεις που δανείζονται από τους SAVATAGE, τους QUEEN και περισσότερο απ’ όλους, τους MEAT LOAF. Βέβαια, η βάση τους παραμένει άκρως power-metal-ική. Στο ταξίδι αυτό, ο πρώην κιθαρίστας των HEAVENS GATE και πασίγνωστος παραγωγός Sascha Paeth, έχει συμβάλλει τα μέγιστα, αφού καταφέρνει να ανάγει τις συνθέσεις του Tobias τόσο με τις κιθαριστικές του ιδέες, αλλά κυρίως με τον τρόπο που κάνει την παραγωγή στα άλμπουμ.
Για το “Here be dragons” ο αρχηγός, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί κάπως από τα δυο τελευταία άλμπουμ, που σίγουρα έκαναν κοιλιά. Παράλληλα, δίνει μεγάλη προσοχή – μαζί με τον Paeth – στις ενορχηστρώσεις του κάθε τραγουδιού, ίσως περισσότερο από ποτέ. Αν προσέξετε το κάθε τραγούδι, ακούγοντας με ακουστικά, θα διαπιστώσετε πόσα επίπεδα και πόσες ιδέες συμπεριλαμβάνονται. Αυτά τα στοιχεία ανάγουν το “Avalon” και το “The witch” σε δύο από τις καλύτερες συνθέσεις που μας έχουν δώσει ποτέ οι AVANTASIA. Και τα δύο, έχουν αρκετές εναλλαγές για να κρατήσουν το ενδιαφέρον μας, γεμάτο συναίσθημα και με καταπληκτικά ρεφρέν. Στο “Avalon” το ανερχόμενο αστέρι της Adrienne Cowan (SEVEN SPIRES, Sascha Paeth’s MASTERS OF CEREMONY), όχι μόνο λάμπει, αλλά είναι εκτυφλωτικό. Προσέξτε πόσο ψηλά ανεβαίνει στα δεύτερα φωνητικά στο τελευταίο ρεφρέν για παράδειγμα. Το “Avalon”, σε σημεία μου θύμισε KAMELOT, αν και το “The witch” είναι αυτό στο οποίο τραγουδά ο Tommy Karevik. Ο τύπος απλά απογειώνει το τραγούδι, που από μόνο του είναι φανταστικό. Ο Sascha δήλωσε πως «του έστειλα το demo για να ηχογραφήσει τα μέρη του και μου έστειλε τα φωνητικά του από τον Καναδά. Θυμάμαι ήταν αργά το βράδυ όταν τα έλαβα και έβαλα να το ακούσω. Πράγματι, κόντεψα να κλάψω από την ερμηνεία του Tommy ακούγοντας τα φωνητικά του a capella». Α, και έχει ένα πολύ AYREON μέρος! Τα πλήκτρα έχουν μεγαλύτερη παρουσία, ακόμα και στο σόλο.
Θα μπορούσα να αναλύσω το κάθε τραγούδι, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Το “Everybody’s here until the end” με τον Roy Khan (CONCEPTION, ex-KAMELOT) είναι πανέμορφο και ακούγεται οικείο. Το ίδιο θα μπορούσα να πω για το “The moorlands at twilight” – που είναι μια επιστροφή στις power ρίζες τους – με τον αξεπέραστο Michael Kiske και το “Phantasmagoria” με τον Ronnie Atkins, δυό κομματάρες, που έχουμε φτάσει να θεωρούμε δεδομένες από τους AVANTASIA, κάτι που φανερώνει το υψηλό τους επίπεδο. Η speed καταιγίδα του “Against the wind” είναι ήδη αγαπητή και η προσθήκη του Kenny Leckremo (H.E.A.T.) ήταν έξυπνη.
Να σταθούμε και σε δύο ακόμα τραγούδια. Το “Bring on the night” είναι ένας μουσικός φόρος τιμής στον Tony Carey, με τον Bob Catley να συμπληρώνει την MAGNUM ατμόσφαιρα. Αυτό το τραγούδι είναι και ο συνδετικός κρίκος με τον Rodney Matthews που έχει καλλιτεχνίσει το εξώφυλλο. Και το “Here be dragons”, το εννιάλεπτο μαγευτικό ταξίδι του Tobi με τον Geoff Tate. Τόσο καλογραμμένο και τόσο θεατρικό, που συγκρίνεται με άλλους ύμνους των AVANTASIA, όπως το “Scarecrow”, το “Runaway train” ή το πιο πρόσφατο “Arabesque”. Για το “Creepshow” δεν θα πω πολλά, μόνο ότι είναι κάπως αταίριαστο με την ατμόσφαιρα του υπόλοιπου άλμπουμ, αν και είναι απόλυτα ψυχαγωγικό και μου έφερε χαμόγελο από το πρώτο άκουσμα.
Επειδή σπάνια ασχολούμαστε με κάτι εκτός των καλεσμένων, εγώ θέλω να σταθώ λίγο παραπάνω στην εξαιρετική κιθαριστική δουλειά που έχει το “Here be dragons”. Προσέχοντας για παράδειγμα το σόλο του Sascha Paeth στο “The moorlands at twilight” δεν μπορείς παρά να αναπολήσεις τους HEAVENS GATE (ακόμα κι έτσι που ολοκληρώνεται, κάπου στο 4:14). Σε τελείως διαφορετικό μοτίβο, “Everybody’s here until the end” ζωγραφίζει, ενώ ακόμα και στο “Creepshow”, αποτελεί την το αλατοπίπερο σε ένα σχετικά μέτριο, αν και διασκεδαστικό τραγούδι.
Όπως καταλαβαίνετε, το “Here be dragon” ανταποκρίνεται και ίσως ξεπερνά τις προσδοκίες μας. Διαφωνόντας με το δελτίο τύπου, θα έλεγα πως έχει μεγάλη ποικιλία, κάτι που αρέσει στον Sammet, και σερβίρει όλες τις γνωστές γεύσεις των AVANTASIA. Σίγουρα, συνθετικά, είναι δυο σκάλες πάνω από τα προηγούμενα δύο και βάζει υποψηφιότητα ως το πιο πολυακουσμένο άλμπουμ της χρονιάς για μένα. Αν και δεν θα έρθουν στην Ελλάδα, με λίγη τύχη, θα τους πετύχω σε μια συναυλία τους. Απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή, θα έλεγα πως το “Here be dragon”, είναι χορταστικό και ο Tobi, έχει κάθε λόγο να ανοίξει ένα καλό μπουκάλι κρασί και να γιορτάσει την επιτυχία του.
9 / 10
ΥΓ1: Η Adrienne Cowen, με τον Felix Bonhke που παίζει τα τύμπανα, αλλά και τον Sascha Paeth, συνεργάζονται στους Sascha Paeth’s MASTER OF CEREMONY.
ΥΓ2: Εκτός από τον Paeth, υπάρχει άλλος ένας συντελεστής των HEAVENS GATE εδώ. Το έκτο τους μέλος και στενός συνεργάτης του κιθαρίστα, ο Miro Rodenberg, στα πλήκτρα και τις ορχήστρες.
Υπάρχει μία κοινότητα οπαδών εκεί έξω που παραμένουν στις επάλξεις, διατηρούν την πίστη και παραμένουν νοσταλγικά προσηλωμένοι σε ένα μουσικό ιδίωμα που για δεκαετίες μας έχει χαρίσει μεγάλες χαρές και συγκινήσεις. Περί hard rock το ανάγνωσμα, λοιπόν, και με το Shelter Me, ευελπιστούμε να δείξουμε ότι αυτή η μουσική παραμένει alive and kicking με πολύ αξιόλογες κυκλοφορίες, μερικές εκ των οποίων θα αναφέρουμε εδώ…let’s get rocked!
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ:“Thrill of the bite” – CRAZY LIXX
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:2025
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:Frontiers
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:Danny Rexon
ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ: Φωνητικά: Danny Rexon
Κιθάρα: Jens Lundgren
Κιθάρα: Chrisse Olsson
Μπάσο: Jens Andersson
Drums: Robin Nilsson
Ο Danny Rexon βρήκε χρόνο για το κανονικό του συγκρότημα και έτσι οι CRAZY LIXX επιστρέφουν με ένα ολοκαίνουργιο studio άλμπουμ ύστερα από μία σχεδόν τετραετία. Βέβαια είχε προηγηθεί η περσινή συλλογή “Two shots at glory” αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο από μερικές διασκευές, επανεκτελέσεις αλλά και δύο καινούργια κομμάτια που μας έδειξαν, τρόπον τινά, το δρόμο για το “Thrill of the bite”. Φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να σας πω ότι εδώ και αρκετά χρόνια οι CRAZY LIXX προσπαθούν –ανεπιτυχώς, αν με ρωτήσετε- να πιάσουν το συνθετικό επίπεδο του εξαιρετικού “New religion” με δίσκους που μπορεί να διατηρούν το όνομα των Σουηδών στην Αγία Τριάδα του νέο-Σουηδικού κύματος αλλά δεν συναρπάζουν κιόλας. Παρόλα αυτά, το “Thrill of the bite” παρουσιάζει ανανεωμένους του CRAZY LIXX και προσωπικά είχα σχεδόν 15 χρόνια να τους ακούσω τόσο εμπνευσμένους και διψασμένους για νέους στόχους.
Το νέο άλμπουμ είναι γεμάτο από hard rock ύμνους με anthemic ρεφραίν και μία 80s ατμόσφαιρα που παραπέμπει ξεκάθαρα στο ένδοξο arena rock εκείνης της εποχής. Η παραγωγή συντηρεί επιτυχώς τη διάθεση των Σουηδών να δώσουν στους οπαδούς τους ένα κρυστάλλινο δείγμα new Swedish hard rock και τολμώ να πω ότι με κομμάτια σαν τα “Little Miss dangerous” και “Who said rock n’ roll is dead” οι CRAZY LIXX θέτουν στέρεες βάσεις για μία κορυφαία κυκλοφορία μέσα στο 2025. Στα μάτια μου το “Thrill of a bite” σηματοδοτεί την εμφατική επιστροφή του Danny Rexon και της παρέας του και μόνο χαρούμενοι μπορούμε να είμαστε για αυτό.
8 / 10
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Soulbound” – Robin McAuley ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2025 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Frontiers ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Aldo Lonobile ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά: Robin McAuley
Κιθάρα: Andrea Seveso, Alessandro Mammola
Μπάσο: Aldo Lonobile
Αυτή εδώ είναι η πρώτη απογοήτευση της χρονιάς. Ίσως είμαι αυστηρός με τον McAuley αλλά σίγουρα περίμενα περισσότερα από το νέο του δίσκο. Μιλάμε, άλλωστε, για έναν τραγουδιστή που έχει σημαδέψει ανεξίτηλα το χώρο και έτσι ο πήχης (που ο ίδιος έχει θέσει) είναι πάντα υψηλός. Το εκνευριστικό με το “Soulbound” είναι ότι η φωνή του McAuley είναι φανταστική και η συνολική του απόδοση κυριολεκτικά αψεγάδιαστη. Κι όμως όλο αυτό «χαντακώνεται» από ένα σύνολο τετριμμένων συνθέσεων και μία τελείως πλαστικοποιημένη παραγωγή που σε αποθαρρύνει από κάθε πιθανή απόπειρα να ακούσεις αρκετές φορές το άλμπουμ…πόσο μάλλον, να το αγοράσεις.
Τη θέση του Del Vecchio έχει πάρει ο Lonobile με τη Frontiers να συμπληρώνει το παζλ της…Σκουάντρα Ατζούρα με κάποιους ακόμη τυχάρπαστους sessionάδες οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να βγάζουν το μεροκάματο τους ακολουθώντας κατά γράμμα τις εντολές των Perugino & Lonobile. Το χειρότερο είναι ότι το ίδιο φαίνεται να κάνει και ο McAuley αφού είναι πραγματικά απορίας άξιο πως δέχτηκε να ερμηνεύσει τόσο μέτριες συνθέσεις. Όπως καταλαβαίνετε, μετά από όλα αυτά ό,τι παραπάνω και να πούμε για το “Soulbound” (π.χ. ότι είναι πιο κιθαριστικό σε σχέση με τις πρόσφατες δουλειές του McAuley με τη Frontiers) είναι μάλλον περιττό. Κρατάμε μόνο ότι ο McAuley παραμένει σε εξαιρετική φόρμα και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
4 / 10
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Avenger” – WILDNESS ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2025 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Frontiers ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Adam Holmstrom/Erik Modin ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Drums: Erik Modin
Κιθάρα: Adam Holmström
Κιθάρα: Pontus Sköld
Φωνητικά: Erik Forsberg
Μπάσο: Marcus Sjösund
Τέταρτο άλμπουμ από τους WILDNESS οι οποίοι διανύουν μία μεστή δεκαετή καριέρα που τους έχει καθιερώσει στη hard rock κοινότητα. Μια ματιά και μόνο στο εξώφυλλο δίνει μία ξεκάθαρη εικόνα για το τι να περιμένει κανείς βάζοντας να ακούσει το “Avenger”. Οπότε μην περιμένετε συγκλονιστικές ηχητικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές των Σουηδών…ειδικά με τις δύο τελευταίες. Και νομίζω ότι ούτε οι οπαδοί της μπάντας θα ήθελαν κάτι τέτοιο. Με ξεκάθαρο σημείο αναφοράς το melodic rock της δεκαετίας του ‘80 και με αυτονόητες αναφορές στο παρόν και πιο συγκεκριμένα στη ζωντανή σκηνή της γενέτειράς τους, οι WILDSIDE καταφέρνουν με το “Avenger” να πιάσουν ξανά υψηλά συνθετικά επίπεδα αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι το μέλλον τους ανήκει…απλώς χρειάζονται το κάτι παραπάνω. Νομίζω ότι είναι θέμα χρόνου να το βρουν…
Το πρώτο single “Crucified” (το οποίο συνοδεύεται από ένα ωραίο clip) είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της όλης ατμόσφαιρας του δίσκου ο οποίος, ούτως ή άλλως, περιλαμβάνει κι άλλα highlights (π.χ. “Poison ivy”, “Eye of the storm”). O τραγουδιστής Erik Forsberg είναι εξαιρετικός ενώ και τα υπόλοιπα μέλη έχουν κάνει μία αξιοσημείωτη δουλειά στο studio. Το “Avenger” είναι ένας αξιοπρεπέστατος hard rock δίσκος που αξίζει να τσεκάρετε!
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 28, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to