Tuesday, April 28, 2026




Home Blog Page 95

REMEMBER LIZZY interview (Γιάννης Σίννης)

0
Remember Lizzy

Remember Lizzy

“Tell me the legends of long ago…”

Αν ακούς hard rock και ασχολείσαι με tribute μπάντες, οι REMEMBER LIZZY οπωσδήποτε θα σου είναι γνωστοί, λόγω των εξαιρετικών συναυλιών που δίνουν κατά καιρούς, για να τιμήσουν το ιρλανδικό rock και τους αγαπημένους τους THIN LIZZY και Gary Moore. Στο επερχόμενο live party για τα 20α τους γενέθλια, με special guests τους DESTINY CALLS, θα παίξει μαζί τους και ο «πολύς» Darren Wharton, ένας σπουδαίος μουσικός, για αρκετά χρόνια βασικός συνεργάτης του Phil Lynott στα πλήκτρα και την σύνθεση τραγουδιών αλλά και τραγουδιστής των περίφημων DARE. Με όλα αυτά ως αφορμή, το Rock Hard συνομιλεί με τον έναν από τους δυο «εξάχορδους», τον Γιάννη Σίννη, ο οποίος αναλαμβάνει να μας βάλει για τα καλά στο κλίμα.

Γιάννη σε καλωσορίζω στις διαδικτυακές σελίδες του Rock Hard! Χαρά μου που ξαναμιλάμε και αυτήν τη φορά, για έναν ιδιαίτερα ξεχωριστό λόγο!
Δική μου η χαρά, Δημήτρη! Προσωπικά αλλά και εκ μέρους της μπάντας, σας ευχαριστούμε ειλικρινά για την στήριξη όλα αυτά τα χρόνια!

Η ιστορία των REMEMBER LIZZY ξεκινά από το 2005. Πώς και ποιοι πήρατε την απόφαση να ξεκινήσετε το group;
Ήταν πίσω στο 2004, όταν μου έκανε εντύπωση μια BEATLES tribute band που είχα δει σε μια εκπομπή στην ΕΡΤ, οπότε μου γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξω μια αντίστοιχη για τους THIN LIZZY. Έτσι, με τον παιδικό μου φίλο Νίκο Παπαδόπουλο που μας συνδέει μουσικά η κοινή αγάπη για τον Gary Moore και τους ΤΗΙΝ LIZZY, αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε το εγχείρημα, καλώντας γνωστούς μας με τους οποίους που παίζαμε μαζί σε cover μπάντες. Έτσι λοιπόν αναλαμβάνει τα φωνητικά ο Μιχάλης Δανδουλάκης και στην άλλη κιθάρα έρχεται ο Πάνος Παπαπέτρος, με τον οποίο είχαμε γνωριστεί εξαιτίας της μεγάλης λατρείας που είχε στον Moore. Εξάλλου, είναι αδερφός του drummer μας Πέτρου Παπαπέτρου, που μαζί του και με τους Δανδουλάκη και Παπαδόπουλο είχαμε τους DANGAIR, το 2001.

Δύσκολο να μπει κάποιος στα παπούτσια του Brian Downey
Παραπάνω από απλά δύσκολο! Τόσο όμως ο Πέτρος όσο και ο πρώτος μας drummer, το παιδί – θαύμα Ορέστης Τσίναλης, είναι καταπληκτικοί σε αυτό. Τον Ορέστη τον είχαμε βρει μετά από σύσταση του Σωτήρη Πανάγου από το Studio Terra. To όνομα REMEMBER LIZZY, το αποφασίσαμε σε ένα μπαράκι στου Ψυρρή, το Pinatubo (σ.σ: ήταν στην οδό Λεπενιώτου και δεν υπάρχει πλέον). Συνεχίζοντας ως προς τα της σύνθεσης, στα δεύτερα φωνητικά είχαμε τη Βίκυ Αρχοντούλη, μετέπειτα σύζυγο του Πάνου, η οποία είχε περάσει ένα φεγγάρι από τους COSA NOSTRA, την πρώτη μπάντα που είχαμε με τον Νίκο. Αυτή μας σύστησε με τον Παπαπέτρο, ξέροντας πως και οι δυο είμαστε τρελοί οπαδοί του Moore.

Είκοσι χρόνια είναι πραγματικά πολλά για μια tribute μπάντα! Περίμενες να φτάσετε ως εδώ;
Κοίτα, η μπάντα πρώτον έκανε καθαρά το κέφι της, παίζοντας τραγούδια που λατρεύει χωρίς τις τριβές που προκαλεί η δημιουργία αυθεντικών συνθέσεων και δεύτερον είμαστε παρέα και συγγενείς πλέον, αφού έχω παντρέψει τους μισούς! (γέλια) Η σύνθεση της μπάντας έχει αλλάξει με την πάροδο των χρόνων για διάφορους λόγους αλλά όσοι αποχώρησαν από την μπάντα έφυγαν σαν φίλοι και όσοι ήρθαν «δέθηκαν». Δεν είχαμε ποτέ άλυτα προβλήματα ούτε προσωπικές εντάσεις, κοιτάμε πάνω από όλα να διασκεδάζουμε και πλέον στις πρόβες και στα live έρχονται και τα παιδιά μας, είμαστε μια οικογένεια με τα καλά της και τα άσχημά της… άσχημα μεν, αλλά όχι αξεπέραστα .

Ποια η σημερινή σας σύνθεση;
Η σημερινή σύνθεση της μπάντας είναι ο Γιάννης Καλύβας στη φωνή, εγώ με τον Παπαπέτρο στις κιθάρες και τα β’ φωνητικά , στο μπάσο είναι ο Γιάννης Luna Τσιμάς (DEXTER WARD, ENDOMAIN, ROCK ‘N’ ROLL CHILDREN), στα πλήκτρα ο Μάνος Γαβαλάς και στα τύμπανα ο Άκης Γαβαλάς.

Μιας και τον αναφέραμε, σας έχω δει σε live φόρο τιμής και στον Gary Moore, στο “Blood of Emeralds”. Άλλη μεγάλη αγάπη από κει…
Ένας καλλιτέχνης που σημάδεψε κυριολεκτικά τις ζωές μας με τις μουσικές του. “Blood of Emeralds” ήταν ο τίτλος ενός από τα αφιερώματα Gary Moore που κάναμε στο παρελθόν στο Κύτταρο με καλεσμένους σημαντικούς κιθαρίστες της Ελληνικής σκηνής. Σε κάθε αφιέρωμα δίναμε και ένα τίτλο από κάποιο τραγούδι του π.χ “Back on the streets” κλπ. Στα αφιερώματα παίζαμε ως REMEMBER LIZZY & Special Friends.

Η αγάπη σου για τον Phil Lynott και τους THIN LIZZY λοιπόν, τεράστια. Πώς ξεκίνησε;
Όταν είσαι εκεί γύρω στα 12-13 αναζητάς κάποιο πρότυπο, κάποιο ίνδαλμα, κάποιον καθοδηγητή αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση. Σε ένα αφιέρωμα για τον Gary Moore στην ΕΡΤ3 που έκανε ο Σωτήρης Βακάρος (σ.σ: ο JoJo από το πάλαι ποτέ “Jammin’”), αναφέρει το όνομα Thin Lizzy ως μια από τις μπάντες που έπαιξε ο Moore. Αμέσως μου έκανε εντύπωση το όνομα από μόνο του, μου φαινόταν πολύ διαφορετικό από κάθε τι άλλο και μιλάμε για μια εποχή, το 1991, που όλοι είμασταν «άρρωστοι» με μπάντες όπως οι GUNS N’ ROSES, METALLICA και SKID ROW, λίγο πριν σκάσει η «ατομική βόμβα» του grunge κινήματος. Πήγα λοιπόν Μοναστηράκι και αγόρασα μια συλλογή, την “Lizzy Killers”, είδα τις φωτογραφίες του στο άλμπουμ και αμέσως μου γεννήθηκε μια καλλιτεχνική έλξη χωρίς προηγούμενο. Στη συνέχεια έψαχνα να μάθω τα πάντα για εκείνον – εποχές χωρίς Google, ε! – και όσο τον μελετούσα, τόσο μεγάλωνε και ο θαυμασμός μου για το έργο του και την φυσιογνωμία του.

Πόσο και πως σε έχει επηρεάσει ο Phil ως άνθρωπο;
Ο Lynott έχει επηρεάσει με το έργο του και την προσωπικότητά του πολλούς fans σε όλο τον κόσμο και κυρίως μεγάλα συγκροτήματα και μεγάλους δημιουργούς από όλο το φάσμα της rock μουσικής, από τον Bono και τους U2 μέχρι τον Hetfield, ο οποίος ευθαρσώς τον αναφέρει ως μεγάλη του πηγή έμπνευσης. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν έγινε “icon” όπως πχ ο Morrison ή o Hendrix, ωστόσο για μια ιδιαίτερη μερίδα οπαδών της μουσικής, είναι! Στην εφηβεία μου καθόρισε το τι θέλω να κάνω, δηλαδή να φτιάξω μπάντα και να παίζω με φίλους, να γράφω τραγούδια και κυρίως να διασκεδάζω παίζοντας και ακούγοντας μουσική. Μεγαλώνοντας διαπίστωσα ότι με έκανε να δώσω σημασία στο στιχουργικό κομμάτι πιο πολύ από το συνθετικό, λόγω της ποιητικής υπόστασης των τραγουδιών του και ταυτόχρονα με ώθησε εξαιτίας της τάσης του να ελίσσεται σε διάφορα μουσικά είδη, να παρακολουθήσω και να μελετήσω χωρίς ταμπού την παραδοσιακή, την pop, την alternative, οτιδήποτε μου τραβούσε την προσοχή χωρίς τον φόβο ότι θα χάσω την rock καταβολή μου!

Πολλά έχουν ειπωθεί και λέγονται για τον Phil, συνέχεια. Εσύ τι θα τον ρωτούσες, αν ήσουν δημοσιογράφος;
Θα ήθελα να τον ρωτήσω για το καλοκαίρι του 1985, πως ένιωσε που δυο φίλοι του, τους οποίους είχε στηρίξει και προωθήσει στο ξεκίνημά τους, ο Midge Ure και ο Bob Geldof, δεν τον κάλεσαν στη γιορτή του θρυλικού πια “Live Aid”.

Τι θυμάσαι από την επίσκεψή σου στο σπίτι της μητέρας του, της Philomena Lynott;
Για καλή μας τύχη, είχαμε κάμερα μαζί μας, να ’ναι καλά ο Ανδρέας Σίκκης που μας την έδωσε, γιατί αυτά που βιώσαμε δεν θα τα πίστευε κανείς! Είχαμε πάει στα αποκαλυπτήρια του Αγάλματος του Lynott στο Δουβλίνο το 2005, και όπως ήταν φυσικό, μετά την εκδήλωση και το live, την επόμενη ημέρα, πλησιάσαμε τη Philomena, η οποία ήταν και την Κυριακή το πρωί στο άγαλμα και μιλούσε με fans, και της είπαμε ότι είχαμε έρθει από την Ελλάδα. Εκείνη τότε χαμογέλασε και μας είπε να πάμε το απόγευμα να την βρούμε στο σπίτι της, το White Horses, λίγο έξω από το Δουβλίνο. Mας προέτρεψε να πάμε στην αφετηρία των λεωφορείων και όλοι οι οδηγοί ήξεραν που να μας κατεβάσουν. Και όντως έτσι έγινε!

Μέχρι εδώ, δε βλέπω κάτι το περίεργο! (γέλια)
Χαχα, περίμενε! Προηγουμένως, πήγαμε και αγοράσαμε αναμνηστικά και σουβενίρ για τους δικούς μας, τα οποία μας έδωσαν σε χάρτινες σακούλες. Γιατί τονίζω το χάρτινες θα μου πεις… όχι από οικολογική συνείδηση, αλλά γιατί μετά από λίγη ώρα και καθώς περιμέναμε το λεωφορείο, ξεκίνησε μια βροχή που παρόμοιά της δεν είχα δει στα μέρη τα δικά μας! Λεπτή βροχή με άπειρο νερό, που έφτασε στο σώβρακο στην κυριολεξία! (γέλια) Και όταν σταματήσαμε στη στάση που ήταν κοντά, υποτίθεται, στο White Horses, ένα μίλι φαντάσου, η βροχή συνεχίστηκε αλύπητα και περπατούσαμε στο άγνωστο βρεγμένοι και γίναν και οι χαρτοσακούλες πολτός! Κάποια στιγμή αγχώθηκα πολύ, στα σοβαρά, γιατί βαδίζαμε πολύ ώρα και δεν βλέπαμε σπίτι στον ορίζοντα, ώσπου συνάντησα έναν τύπο με στολή βατραχανθρώπου…

Τι λες μωρέ
Αλήθεια σου λέω! (γέλια) Ο δρόμος ήταν παραλιακός και είχε όντως ένα dive school πολύ κοντά στο White Horses. Τον ρωτάμε που λες αν ξέρει και εκείνος γελώντας μας έδειξε το σπίτι που ήταν στο βάθος του ορίζοντα και έτσι μας έφυγε το άγχος. Έτσι φτάσαμε κάποτε στο περίφημο σπίτι της Philomena τόσο μούσκεμα που ούτε η μάνα μου θα με έβαζε στο σπίτι μας! (γέλια) Εκείνη όμως μας υποδέχθηκε με ένα τεράστιο χαμόγελο και μας έδωσε πετσέτες να σκουπιστούμε. Είχε κι άλλους fans στο σαλόνι από όλο τον κόσμο, οπότε δεν αισθανθήκαμε καθόλου άβολα, άσε που ίσα ίσα, η φιλοξενία της και η αύρα της ήταν αρχοντική! Μας έδωσε το μπάσο του Lynott να βγάλουμε αναμνηστική φωτογραφία και ένα δερμάτινο τζάκετ του, μας αποκαλούσε lunatics και το κορυφαίο…; Όταν της είπαμε ότι πρέπει να φύγουμε γιατί θέλαμε να πάμε στο νεκροταφείο, να αφήσουμε ένα λουλούδι στο μνήμα του Phil, μας είπε να περιμένουμε να φύγουν κάτι καλεσμένοι της και θα μας πήγαινε αυτή!

Πού να σκεφτόσουν πως θα γίνονταν έτσι τα πράγματα, ε;
Ούτε κατά διάνοια! Και όντως φίλε έτσι έγινε, μας έβαλε στο αυτοκίνητό της και μας πήγε η ίδια στο νεκροταφείο! Ευτυχώς έχουμε όλα αυτά τα στιγμιότυπα τραβηγμένα με την κάμερα γιατί, όπως σου είπα, δε θα μας πίστευε κανένας! Κάποια στιγμή έχω «φάει» τον Πάνο να κυκλοφορήσουμε το ταξίδι σαν ντοκιμαντέρ. Αξίζει τον κόπο, είναι αρκετή ώρα και με ενδιαφέροντα πλάνα. Μια λεπτομέρεια ακόμη, κάποια στιγμή κάλεσε ταξί και την ακούσαμε καθαρά να προφέρει το επίθετο της ως «Λάινοτ», οπότε και μου ξεκαθαρίστηκε η απορία!

Ναι, γιατί το έχουμε ακούσει και ως «Λίνοτ». Το αγαπημένο σου THIN LIZZY άλμπουμ, ποιο είναι;
Δεν υπάρχει αγαπημένος μου THIN LIZZY δίσκος, όλους τα ακούω ανά διαστήματα και…

… και δεν υφίσταται αυτό ως απάντηση. Λέγε! (γέλια)
Εντάξει, ξεχωρίζω συνθετικά και στιχουργικά τα “Renegade” και “Chinatown”. Είναι πιο «ευρωπαϊκά» ακούσματα, με πιο σύγχρονο ήχο και προσέγγιση, είναι μια ξεχωριστή από τα 70’s φάση των THIN LIZZY. Δυστυχώς live δεν αποδόθηκαν με την ίδια ένταση με τα παλαιότερα, καθώς ο Snowy White όσο φοβερός μουσικός κι αν είναι, δεν είχε την απαιτούμενη ενέργεια live για μπάντες όπως οι THIN LIZZY και έτσι δεν συζητήθηκαν, ούτε άγγιξαν το μουσικόφιλο κοινό, που ούτως ή αλλιώς εκείνη την εποχή είχε στραφεί σε σκληρότερο ήχο, όπως το NWOBHM. Βρες μου στιχουργικά ένα τραγούδι παρόμοιο του “No one told him”, πες μου κάτι για το “Genocide”…

Ποια είναι τα πέντε THIN LIZZY τραγούδια που «περιγράφουν» καλύτερα το γκρουπ; Αυτά που πρέπει να ακούσει κάποιος για να το μάθει;
Θα σου πω αρχικά αυτό που ΔΕΝ περιγράφει τους THIN LIZZY και δεν είναι ενδεικτικό του ύφους του συγκροτήματος: “Whiskey in the Jar” λέγεται! (γέλια) Καμία σχέση με τη μπάντα, πείραξαν ένα παραδοσιακό τραγούδι και άλλαξε η ζωή τους, σώθηκε η καριέρα τους. Τώρα, το “Vagabonds of the Western World” περιγράφει άρτια την Eric Bell περίοδο, το “For those who love to live” την Brian Robertson περίoδo, το “Black Rose” την αντίστοιχη με τον Gary Moore, το “Renegade” είναι το πιο αντιπροσωπευτικό για την Snowy White και το “Cold sweat” για το πέρασμα του John Sykes.

«Έφυγε» και αυτός πριν λίγες μέρες…
Είδωλο ρε φίλε! Ναι και «έφυγε» εντελώς ξαφνικά, δεν είχε ακούσει ποτέ κανένας ότι ήταν άρρωστος, πόσο κρίμα… Σε συνέχεια της κουβέντας για τα τραγούδια, αυτά που πρέπει κάποιος να ακούσει για να μάθει τι είναι THIN LIZZY είναι σίγουρα τα “The rocker”, “Still in Love with you” από το “Live and dangerous”, το “Black rose”, το “Angel of death” και το “Thunder & lightning”… έτσι, fast learning μέθοδος! Α και ένα “Opium trail” οπωσδήποτε!

Σαν κιθαρίστας, ποιος είναι ο αγαπημένος σου THIN LIZZY παίκτης και ποιο δίδυμο πιστεύεις πως ήταν καλύτερα «δεμένο», από όσα πέρασαν από τη μπάντα;
Από τους THIN LIZZY πέρασαν βιρτουόζοι, τι να λέμε τώρα… αλλά την αλητεία του Robbo δεν την είχε κανένας, οπότε θα πω τον Σκωτσέζο ο οποίος ήταν το απόλυτο δίδυμο με τον Scott Gorham γιατί ήταν και πολύ κοντά ηχητικά οι δυο τους. Ο δε Gorham είναι ευφυέστατος κιθαρίστας, απλά πάντα ήταν στην σκιά των ζογκλέρ που έπαιζε μαζί. Το «δέσιμό» τους ακούγεται χαρακτηριστικά σε δίσκους όπως το “Fighting” και το “Live and dangerous”, τεχνικά επίσης ήταν κοντά και αυτό έδινε μια αρμονία στο τελικό αποτέλεσμα με την έννοια ότι δεν άκουγες έναν shredder και μετά έναν classic rock κιθαρίστα, όπως γινόταν στο “Thunder & lightning”.

Λοιπόν, υπάρχει μια χρονομηχανή. Τι θα άλλαζες στην ιστορία των THIN LIZZY, αν είχες τη δυνατότητα;
Τι άλλο; Την στιγμή που ο drug dealer με τον οποίο είχαν νταλαβέρια, τους πήγε να δοκιμάσουν ηρωίνη.

Έχεις τη δυνατότητα να επαναφέρεις στη ζωή, στην απόλυτη ακμή τους, έναν εκ των Gary Moore ή Phil Lynott. Ποιος θα γίνει «Λάζαρος» και γιατί;
Τι ερώτηση είναι αυτή;!; Πωπω… Είναι πολύ ιδιάζουσες περιπτώσεις μουσικών και οι δύο. Από μόνοι τους ως δημιουργοί στις δικές τους συνθέσεις ήταν κορυφαίοι αλλά όταν συνεργάζονταν, όταν δημιουργούσαν μαζί έκαναν το κάτι παραπάνω, η μαγεία τους ήταν ανεξήγητη, η «χημεία», όπως θες πες το. Οτιδήποτε έφτιαξαν μαζί είναι πολύ πάνω και έξω από τον μέσο όρο! “Parisienne walkways”, “Black rose”, “Sitamoia”, “Still in Love with you”, “Out in the fields”, “Spanish guitar”, “Don’t believe a word”… δηλαδή αν έκαναν πέρα τα μεγάλα «εγώ» τους και είχαν μια ομαλή σχέση τι θα έφτιαχναν;!; Οπότε ή και οι δυο ή κανείς. Σου την έφερα! (γέλια)

Πάμε στο live της 5ης Απριλίου. Ομολογώ πως δεν περίμενα ανακοίνωση για τον Darren Wharton! Πως έγινε;
Θέλαμε να γιορτάσουμε τα 20 χρόνια της μπάντας με έναν δυνατό καλεσμένο και ευτυχώς πλέον στις ημέρες μας, μέσω των social media, έχουμε πρόσβαση και επικοινωνία με πολλούς σημαντικούς ανθρώπους από το περιβάλλον των THIN LIZZY, όπως και του Moore. Για καλή μας τύχη, το 2017, ως NOELY RAYN, είχαμε ανοίξει για τους DARE στο φοβερό εκείνο sold out live στο The Crow Club. Εκεί γνωρίσαμε τον Wharton, κατάλαβε την τρέλα μας με τους Lizzy και κρατήσαμε μια επικοινωνία. Έτσι λοιπόν, όταν τον καλέσαμε να παίξει μαζί μας, μας θυμόταν και δέχθηκε με χαρά. Να προσθέσω και την επικοινωνιακή βοήθεια από τον Σάκη Νίκα (σ.σ: λείπει ο Μάρτης από την Σαρακοστή;) που είναι master σε τέτοιες διαδικασίες!

Άρα θα δοθεί βάρος στην περίοδο των THIN LIZZY με τον ίδιο στην σύνθεση της μπάντας; Τι να περιμένουμε;
Το set list είναι βασισμένο στις μεγαλύτερες επιτυχίες των THIN LIZZY και εννοείται έχει μέσα και συνθέσεις του Wharton, αλλά και ένα μικρό αφιέρωμα στον Sykes που έφυγε τόσο πρόωρα από τη ζωή. Όπως πάντα θα παίξουμε επίσης και Moore, τα κέλτικα. Τη γιορτή ξεκινάνε οι «κολλητοί» μας, οι εξαιρετικοί DESTINY CALLS, με δικό τους υλικό το οποίο είναι πολύ κοντά ηχητικά με την MTV φάση των DARE οπότε όλο το πακέτο, είναι «ένα ταιριαστό πακέτο classic hard rock».

Με τους NOELY RAYN τι γίνεται;
Ο τραγουδιστής της μπάντας εξαιτίας επαγγελματικών υποχρεώσεων είναι αναγκασμένος να απέχει από την μουσική και ως τώρα δεν έχουμε ψάξει για αντικαταστάτη. Έχουμε συνθέσει αρκετά demos για τον τρίτο δίσκο και θα εξαρτηθεί από τον Δανδουλάκη αν έχει χρόνο να τα τραγουδήσει… αλλιώς αναγκαστικά θα τα πει άλλος. Είναι πολύ δύσκολο να αλλάζεις φωνή σε μια μπάντα που έχει ήδη κυκλοφορήσει δυο δίσκους και έχει μια ταυτότητα. Η φωνή του Δανδουλάκη είναι η μουσική ταυτότητα των NOELY RAYN οπότε κάνουμε λίγο υπομονή, λογικά μετά το live του Απρίλη βάζουμε μπρος για τον δίσκο καθώς ετοιμάζουμε και έναν δικό μας χώρο για πρόβες και ηχογραφήσεις.

Εκτός από πολύ καλός μουσικός, είσαι και πολυγραφότατος! Πώς πάει η ποιητική και συγγραφική σου έμπνευση;
Άμα διαβάσουν την έκφραση «πολύ καλός μουσικός» για μένα, οι όντως πολύ καλοί μουσικοί που συνεργάζομαι, θα γελάσουν!

Εγώ το λέω, δεν κατάλαβα… (γέλια)
Εντάξει… ευχαριστώ πάντως! Στο συγγραφικό κομμάτι τελειώνω το βιβλίο για τον Lynott το οποίο σκοπεύω να εκδώσω το 2026, οπότε και συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον θάνατό του και παράλληλα ολοκληρώνω το πρώτο μου μυθιστόρημα, το οποίο λογικά θα πάει για το 2027. Ποιητικά, συγκεντρώνω στίχους για μελλοντικές κυκλοφορίες μου μετά τα δυο αυτά βιβλία. Η γραφή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική μου ισορροπία, μαζί με τη μουσική.

Φτάσαμε στο τέλος. Κλείσε όπως θες!
Θέλουμε πραγματικά να σας ευχαριστήσουμε που μας δίνετε «βήμα», ώστε να κάνουμε γνωστή όσο μπορούμε την μουσική των THIN LIZZY σε περισσότερο κόσμο. Το έργο μας σαν tribute μπάντα έχει κάνει τον κύκλο του. Πλέον θα παίζουμε γιατί είμαστε συγγενείς και κολλητοί, μακάρι να βγουν πέντε εικοσάρηδες και να φτιάξουν μια νέα THIN LIZZY tribute μπάντα και εμείς θα τους βοηθήσουμε σε ό,τι χρειαστούν! Ακόμα περισσότερο, μακάρι μέσα από τα αφιερώματα που κάνουμε όλα αυτά τα χρόνια να περάσαμε το μικρόβιο σε άλλους πέντε εικοσάρηδες, να φτιάξουν μπάντα και να δημιουργήσουν το δικό τους υλικό, το οποίο να μοιάζει με THIN LIZZY!

Ευχαριστώ κι εγώ Γιάννη για την ωραία κουβέντα. Κοιτάξτε να παίξετε καλά στο Κύτταρο, κακομοίρη μου, γιατί θα είμαι από κάτω!
Αχαχαχα έγινε!

Συνέντευξη: Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες Remember Lizzy/Video: Γιάννης Δόλας (Rockpages.gr)
Φωτογραφία Noely Rayn: Πέτρος Παπαπέτρος

Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/remember-lizzy-20-years-anniversary-live-special-guest-darren-wharton-of-thin-lizzy-dare

EUPHROSYNE – OCEAN OF GRIEF – SEREMENT (Temple, 28/3/2025)

0
Euphrosyne

Euphrosyne

Ένα live για το οποίο ανυπομονούσα από τη στιγμή που ανακοινώθηκε, έλαβε χώρα το Σάββατο στον γνωστό χώρο επί της οδού Ιάκχου στον Κεραμεικό. Το post/black/doom σχήμα των EUPHROSYNE, θα παρουσίαζε το ντεμπούτο του άλμπουμ “Morus” στην ολότητά του, μια βδομάδα μετά τη κυκλοφορία του. Μια άκρως συναισθηματικά φορτισμένη κυκλοφορία, για όλους τους λόγους που ανέλυσε ο συνάδελφος στη παρουσίαση του δίσκου. Και αν αυτό δεν ήταν αρκετό για κάποιον να παραβρεθεί στο Temple τη τελευταία Παρασκευή του Μαρτίου, από δίπλα είχαμε άλλες δύο μπάντες – καμάρια της εγχώριας σκηνής: τους doom/deathsters OCEAN OF GRIEF και τους deathsters SEREMENT. Έχουμε πράγματα να πούμε, οπότε ας περάσουμε στο ψητό με τη μια!

Σε μια βραδιά που το πρόγραμμα τηρήθηκε μέχρι κεραίας, ελάχιστα μετά τις 9, οι SEREMENT ανεβαίνουν στο σανίδι. Τo εξαίρετο “Abhorrent invocations” ντεμπούτο τους, το έχω αγαπήσει όσο λίγα εγχώρια άλμπουμ από πέρυσι που κυκλοφόρησε. Το μαύρο death metal τους που χρωστάει σε μπάντες όπως οι BEHEMOTH, HATE ETERNAL, SUFFOCATION και MONSTROSITY, έχει κερδίσει κόσμο. Μέγα στοίχημα, όταν παίζεις σε κοινό που δεν είναι και αμιγώς death metal οπαδοί. Ήταν πραγματικά σαρωτικοί στα 40 λεπτά που τους δόθηκαν, παίζοντας σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ τους (άφησαν εκτός μόνο το instrumental “Κατάβαση ψυχών”), με τον τραγουδιστή να πετάει στα κομμάτια ορισμένες μανιασμένες black metal τσιρίδες που ταίριαζαν φουλ. Κάτι μου λέει ότι αυτά θα τα ακούσουμε και στο δεύτερο άλμπουμ, όταν και εφόσον αυτό έρθει. Λίγο πριν το τέλος, ευχαρίστησαν τον Βαγγέλη Νάνο που εκτάκτως έπαιξε μπάσο σε αυτό το live, τους OCEAN OF GRIEF και ιδίως τους EUPHROSYNE για τη πρόσκληση (όπως έκαναν και οι OCEAN OF GRIEF). Εύγε!

Εν συνεχεία, οι OCEAN OF GRIEF, ήρθαν να ρίξουν τις ταχύτητες σε doom επίπεδα, διατηρώντας ωστόσο το death metal στοιχείο. Το ότι οι OCEAN OF GRIEF με το είδος που καταπιάνονται χτυπάνε ευαίσθητες χορδές για εμένα προσωπικά (πρώιμοι PARADISE LOST, MY DYING BRIDE, ANATHEMA και AMORPHIS του “Tales from the thousand lakes”), είναι ένα πράγμα. Το ότι κάθε φορά που τους βλέπω είναι και πιο άνετοι, πιο εκφραστικοί και πιο εν γένει απολαυστικοί να τους βλέπεις επί σκηνής, είναι κάτι που ξεχωρίζει τις μπάντες ειδικά στα ξεκινήματα τους. Τίμησαν στο χρόνο που τους δόθηκε κυρίως το “Nightfall’s lament” (“In bleakness”, “Mourning over memories”, “Fiend of the overlord”), συν μια επιλογή από το “Pale existence” (“Imprisoned between worlds”), αλλά και το ολοκαίνουργιο single τους “Ghosts inside” που μας δείχνει ξεκάθαρα τι να περιμένουμε από αυτό το line-up της μπάντας για την επόμενη δουλειά τους. Άξια εμφάνιση πραγματικά και τρομερός συνδετικός κρίκος για ό,τι θα ακολουθούσε.

Ήγγικεν η ώρα λοιπόν, για να δω τους EUPHROSYNE όχι μόνο ως headliners (αυτό συνέβη όταν πρωτοκυκλοφόρησαν προ τριετίας το “Keres” EP) αλλά γιορτάζοντας το ντεμπούτο τους “Morus”. Και προκειμένου να το παρουσιάσουν όπως πρέπει, φρόντισαν να δοθεί η προσοχή που πρέπει στο στήσιμο της εμφάνισης τους. Ήταν όλο ξεχωριστό, από τα λουλούδια στο stand του μικροφώνου, στα ντυσίματα των μελών του συγκροτήματος, στην όλη θεατρική ατμόσφαιρα επί σκηνής, από την ώρα που ανέβηκαν μέχρι και το τέλος. Σαν ηθοποιοί σε μια μαύρη παράσταση με θεατές εμάς.

Από τις πρώτες νότες της ομώνυμης εισαγωγής, αλλά και κατά τη διάρκεια της παρουσίασης αυτού του εξαίρετου δίσκου, βιώσαμε το συναίσθημα της απώλειας που θέλανε να επικοινωνήσουν μέσα από τη μουσική τους, αλλά και όπως είπε και η ίδια η τραγουδίστρια της μπάντας Έφη “να δείξουμε ότι υπάρχει μια ελπίδα, κάπου καλά κρυμμένη, ακόμα και στις πιο σκοτεινές μέρες”.

Να πω επιπλέον, ότι ήταν η πραγματικά καλύτερη φορά που έχω δει τους EUPHROSYNE. Από πλευράς απόδοσης, από πλευράς ήχου, από πλευράς ατμόσφαιρας, όλα! Το αμάλγαμα post, black metal, doom metal και πόσων ακόμα ετερόκλητων επιρροών, πραγματικά αναδείχθηκε από αυτή τη παρουσίαση. Συν τοις άλλοις, το λιτό, αμίλητο στυλ, δεδομένης της φύσης του δίσκου, πολύ μου έκανε. Σε άλλες περιπτώσεις θα είχα ένα έστω και μικρό παράπονο, αλλά εδώ πραγματικά κανένα!

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μια στιγμή, χωρίς να αδικώ τις υπόλοιπες, αυτή θα ήταν το “Μητέρα” για εντελώς προσωπικούς/βιωματικούς λόγους. Ειδικά σε αυτή του την εκτέλεση, ήταν καθηλωτικό. Για την ιστορία, τίτλους τέλους έριξε το “Sister of violence” από το “Keres” EP, κλείνοντας λίγα λεπτά πριν τις 12 μια πραγματικά όμορφη βραδιά. Κάποιος εδώ, θα συμπλήρωνε “παρά την δεδομένη συναισθηματική φόρτιση”. Εγώ εδώ, θα πω “εξαιτίας αυτής της δεδομένης συναισθηματικής φόρτισης”. Ήταν βραδιά κάθαρσης μέσω της μουσικής. Είμαι σίγουρος ότι δεν το ένιωσα μόνο εγώ.

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

SCORPIONS – “Blackout” – Worst to best

0
Scorpions

Scorpions

“Worst to Best” στο Blackout… πως το γράφεις αυτό τώρα;

Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη όταν μου ανατέθηκε το συγκεκριμένο task. Είχαμε παρουσιάσει και ένα εκτενές “Insider” προ τετραετίας, οπότε μία track-by-track αξιολόγηση ήταν αναπόφευκτη, αλλά κυρίως είναι και απαιτητική. Το “Blackout” δεν είναι τυχαίο άλμπουμ, ούτε για τους SCORPIONS, ούτε για το παγκόσμιο κοινό που το αγκάλιασε. Προσωπικά πιστεύω πως η αξία του υπερβαίνει το συγκρότημα και τους fans τους, λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς για ολόκληρη την σκηνή του hard rock και του heavy metal της δεκαετίας του ’80. Με την έλευση αυτής της περιόδου, οι SCORPIONS παρουσιάστηκαν με αυτοπεποίθηση και άνεση, ανοίγοντας διάπλατα της πόρτες της αμερικάνικης αγοράς, και κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ που τους βρίσκει στην ελίτ του 1982, ξεκινώντας μία τρελή πορεία μέχρι και τα 90s. Μία πορεία που παραλίγο να απωλέσουν, καθώς ο τραγουδιστής τους Klaus Meine κινδύνευε να χάσει την φωνή του. Παρόλα αυτά, οι SCORPIONS κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους, με αποτέλεσμα να γίνουν παγκόσμιο φαινόμενο.

 

The “Blackout” countdown:

  1. Now!”

Το ωμό και γρήγορο “Now!” κλείνει την πρώτη πλευρά του δίσκου, με ρυθμό ανελέητο που το rhythm section των Rarebell και Buchholz (ή ο μπασίστας Tom Croucier που φήμες θέλουν να έχει παίξει αυτός και όχι ο Francis) στηρίζει ακούραστα επί δυόμιση περίπου λεπτά. Όμως το δυνατό του σημείο είναι η ένταση και όχι τα riff ή η μελωδία του, με άλλα λόγια κολυμπάει στην απλοϊκότητα. Έχει πολλή ενέργεια και ταχύτητα, αλλά η χρησιμότητά του στο πλαίσιο του “Blackout” πατάει περισσότερο στο ότι κλείνει εκρηκτικά την πρώτη πλευρά παρά σαν ένα αξιομνημόνευτο τραγούδι όπως αυτά που μας έχουν συνηθίσει οι SCORPIONS, που πάρα ταύτα επένδυσαν στο “Now!”, κυκλοφορώντας το ως single στην Ιαπωνία.

  1. Can’t live without you”

Το δεύτερο τραγούδι και τρίτο single του “Blackout” είναι ένα «εύκολο», ας μου επιτραπεί η έκφραση, τραγούδι για τους SCORPIONS. Χτισμένο γύρω από ένα απλό ριφάκι και χωρίς πολλές εναλλαγές καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον ρεφραίν, που, για να λέμε την αλήθεια, από την στιγμή που το τραγουδάει ο Klaus, θα είναι τουλάχιστον εύηχο. Πέρα από την φωνή, εδώ (όπως και σε όλα τα άλμπουμ τους από το 1979 και μετά) ο Matthias Jabs τραβάει την προσοχή με ένα ακόμα υπέροχο σόλο, ενώ στην υπόλοιπη διάρκεια του τραγουδιού κάνει ό,τι μπορεί για να το εμπλουτίσει με ενδιαφέρουσες κιθαριστικές πινελιές. Παρά το ότι δεν έχει τον ίδιο βαθμό ενδιαφέροντος σε σχέση με άλλα τραγούδια του άλμπουμ στο δικό μου βιβλίο, το “Can’t live without you” είναι γραμμένο για τα live, για τους fans, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» σε όσους στήριξαν την προσπάθεια των SCORPIONS να μείνουν ζωντανοί και ακμαίοι μέχρι τότε.

  1. Arizona”

Χαλαρωτικό, ανάλαφρο, mid-tempo, σαν ένα ηλιόλουστο πέρασμα από την «Πολιτεία του Grand Canyon», το “Arizona” έχει τον αέρα και το συναίσθημα του Αμερικάνικου Ονείρου, που το συγκρότημα άρχισε να βιώνει εκείνα τα χρόνια στις ΗΠΑ. Αν έπρεπε να το ταυτίσω μόνο με μία ψυχική κατάσταση, θα ήταν αυτή της ανεμελιάς. Μετουσιώνει χαρακτηριστικά της δεκαετίας του ’70 σε ένα πιο 80s κόσμο, με μελωδίες που το καθιστούν ένα μικρό διαμαντάκι στην δισκογραφία του συγκροτήματος. Χωρίς να προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, οι SCORPIONS ξυπνούν στον ακροατή μία παιχνιδιάρικη διάθεση, με τον Klaus να περιγράφει το ρομαντικό κυνήγι μιας κοπέλας από την περιοχή, προσθέτοντας στο περιπετειώδες της υπόθεσης. Προσωπική μου άποψη, ίσως αυτό έπρεπε να κυκλοφορήσει ως single και όχι το “Can’t live without you” και μάλιστα θα τα πήγαινε καλύτερα. Αναμφίβολα, διαθέτει πιο ωραία riff και ο ακροατής το απολαμβάνει, μαζί με το cult συνοδευτικό video clip.

  1. China white”

Στροφή 180 μοιρών σε ατμόσφαιρα και διάθεση. Το “China white” είναι βαρύ τραγούδι, τόσο θεματικά όσο και μουσικά. Από την αρχή κιόλας φαίνεται που θα πάει η φάση. Σε ένα επτάλεπτο ρεσιτάλ συντριπτικού και αργόσυρτου metal, οι SCORPIONS στέκονται πλάι σε Τιτάνες του είδους σαν τους BLACK SABBATH και τους JUDAS PRIEST. Οι Schenker και Jabs ορθώνουν ένα κιθαριστικό τείχος τόσο δυνατό, που μόνο οι Rarebell και Buchholz (….ή όποιος στο μπάσο) μπορούν να στηρίξουν. Αφήνει μία αίσθηση απόγνωσης, όπως προκύπτει και από την ερμηνεία του Klaus, αλλά αυτό δεν είναι και αυτό στην καρδιά του heavy metal; Κολοσσιαίο λοιπόν το “China white”, όπως και το “Animal Magnetism” από το προηγούμενο ομώνυμο άλμπουμ τους, που σιγοκαίει σαν ποτάμι λάβας από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να μειώνεται το ενδιαφέρον του ακροατή. Bonus, τα διαφοροποιημένα κιθαριστικά σόλο στην ευρωπαϊκή και την αμερικάνικη έκδοση του “Blackout”, που το κάνουν ακόμα πιο συναρπαστικό.

  1. “You give me all I need”

Από το ακουστικό intro του “You give me all I need” καταλαβαίνεις πως κάτι καλό επίκειται. Δεν υπάρχει περίπτωση να παίξει κάτι λάθος σε αυτή την σπεσιαλιτέ που σερβίρουν οι SCORPIONS, στην μεταλλική μπαλάντα, σε μία στιγμή ενδοσκόπησης και αντανάκλασης του ερωτικού καλέσματος. Δεν χαρίζεται, αλλά ελίσσεται ανάμεσα σε πιο ήρεμα και πιο δυναμικά μονοπάτια, ενδυναμωμένο από το παιχνίδι μεταξύ Schenker και Jabs, συνδυάζοντας τις αρετές των SCORPIONS όπως τις γνώρισε ο κόσμος από την προηγούμενη δεκαετία κιόλας. Εδώ είναι και μία εξαιρετική ευκαιρία για τον Klaus να επιδείξει την (επισκευασμένη) φωνή του, σε μία ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία γεμάτη πάθος και συναίσθημα, το οποίο διαχέεται άφθονο από τα ηχεία καθώς το τραγούδι χτίζεται οργανικά από το πρώτο riff μέχρι και το κλείσιμο. O Rudolf Schenker μας χαρίζει ένα ουσιαστικό αλλά γλυκό κιθαριστικό σόλο που επιστεγάζει το συναισθηματικό βάθος του “You give me all I need”. Είναι ένα καλογραμμένο τραγούδι που μεταδίδει το νόημα που η μπάντα θέλει να περάσει και μας δωρίζουν ένα σλόγκαν που έχει καθολική απήχηση (φαίνεται άλλωστε και από τις αντιδράσεις του κόσμου όταν παίζει στα γνωστά στέκια), δείγμα της ικανότητας τους να εξισορροπούν απόλυτα το συναίσθημα με την δύναμη.

  1. “When the smoke is going down”

Ίσως να τα ακούσω στα σχόλια για την επιλογή μου να βάλω στην τέταρτη θέση του «μικρού τελικού» το “When the smoke is going down”. Μπορεί να είναι δίκαιη η όποια κριτική, όμως πλέον έχουμε μπει στα βαθιά και συνειδητά πήρα την απόφαση να προκρίνω τον πιο heavy χαρακτήρα του “Blackout”, γιατί αυτό θεωρώ πως είναι και το καίριο προσόν του. Αυτό, φυσικά, δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ομορφιά μίας από τις καλύτερες μπαλάντες των SCORPIONS. Το “When the smoke is going down” κλείνει το “Blackout” σε μία άκρως μελαγχολική νότα. Δεν απευθύνεται σε κάποια γυναίκα αυτή την φορά, αλλά στο αγαπημένο τους κοινό. Ο Klaus προσπαθεί να ηρεμήσει από μία ακόμη εκρηκτική βραδιά στην σκηνή και με κάποιο τρόπο θέλει να μοιραστεί αυτό ακριβώς το συναίσθημα με τους οπαδούς των SCORPIONS. Δεν είμαι rock star για να ταυτιστώ, αλλά κατανοώ πως μετά από μία έκρηξη αδρεναλίνης και ντοπαμίνης, θέλεις να ανταποδώσεις με γλυκόλογα προς το άλλο μισό της εξίσωσης. Και πάλι ο Schenker σε ρόλο σολίστα, παίζει με ευαισθησία και νόημα, αποδοτικά χωρίς να είναι φανταχτερός. Και δεν χρειάζεται στα τελευταία τέσσερα περίπου λεπτά του δίσκου, μιας και ο ακροατής έχει χορτάσει ηλεκτρισμό καθ’ όλη την διάρκεια του. Έτσι, όμορφα και ανακουφιστικά σχεδόν, μας αποχαιρετά το συγκρότημα σε μία ομιχλώδη, καπνισμένη θαλπωρή νοσταλγίας και επιθυμίας να ξαναβρεθούμε κάποια επόμενη βραδιά.

  1. Dynamite”

Έγραψα για αδρεναλίνη πριν και τώρα είναι η στιγμή που θα το κάνω πιο συγκεκριμένο: η σύριγγα έχει όνομα και λέγεται “Dynamite”. Το εκρηκτικό που απογειώνει εκρηκτικά το κοινό, τόσο στο άλμπουμ όσο και στα live. Ένα supercar που καίει καύσιμο πολλών οκτανίων, το “Dynamite” κατεβαίνει στην πίστα με φρενήρη riffs, καταιγιστικά ντραμς κι έναν Klaus Meine σε δαιμονιώδη φόρμα. Μία φόρμουλα που αντιπροσωπεύει τους SCORPIONS σε κάθε νότα, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Το βασικό riff του Schenker δεν είναι κάτι περίτεχνο, αλλά εξαπολύεται σαν σφαίρες σε ελέφαντα, ενώ ο Jabs παραδίδει μαθήματα σόλο, προσφέροντας απλόχερα μία από τις πιο καυτές του δουλειές στην ταστιέρα, με ανεξάντλητη έμπνευση και ενέργεια. Η ακαταμάχητη ενέργεια του “Dynamite” αποδίδεται με πάθος και από τον Meine, που στοχεύει στο να ξεσηκώσει το πλήθος με τολμηρό και εμφατικό τρόπο, κάτι που, εκ του αποτελέσματος επιτυγχάνεται απόλυτα. Αρκεί να ρίξετε μία ματιά στις ζωντανές εκτελέσεις του “Dynamite” και θα καταλάβετε γιατί επιλέχτηκε να κλείνει τις συναυλίες τους, πολύ απλά γιατί μετά από αυτό τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αποτελεί ένα βασικότατο τραγούδι του “Blackout” και αποτελεί τεκμήριο του προφανούς γεγονότος: όταν οι SCORPIONS αποφασίσουν να πατήσουν γκάζι, ελάχιστοι μπορούν να τους φτάσουν.

  1. Blackout”

Έχουμε φτάσει μία θέση πριν την κορυφή. Εάν το “Blackout” ήθελε να μας συστηθεί, δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα από το να αρχίσει με το ομώνυμο τραγούδι. Ένα κοφτερό riff που χτυπά ανελέητα τα ανύποπτα αυτιά του ακροατή είναι απλά η αφορμή για να ξεκινήσει ένα heavy metal πάρτι, με τον Schenker να μην χάνει καθόλου χρόνο, ορίζοντας, πρακτικά την φυσιογνωμία του άλμπουμ, επιθετικό αλλά και μελωδικό, γεμάτο ενέργεια. Ο μόνος που μπορεί να ταξιδέψει με ασφάλεια στην τρικυμία που προκαλεί ο Rudolf είναι ο Matthias, που παίζει το δικό του μέρος άφοβα και με ακρίβεια, χωρίς να μας λυπάται καθόλου. Είναι γεγονός πως ο Matthias Jabs είναι από τους πιο υποτιμημένους κιθαρίστες στην hard rock και metal σκηνή, ο άνθρωπος πραγματικά δεν παίρνει αρκετό credit για την μουσική και τεχνική του ευφυία. Η δουλειά του τόσο στο solo του αλλά και στα ρυθμικά του κομμάτια συντροφεύοντας τον Schenker, σε συνδυασμό με τη δομή του ίδιου του τραγουδιού, προσδίδει στο “Blackout” μία άγρια ομορφιά, την οποία άλλωστε συναντάμε αρκετές φορές στον βαρύ κατάλογο των SCORPIONS. Επιπλέον, υπάρχει και η πρώτη ερμηνεία του Klaus Meine μετά το χειρουργείο που έκανε προς αποκατάσταση των φωνητικών του χορδών, όπου με ενθουσιασμό εξαπολύει κραυγές που κορυφώνονται στο τέλος όπου σπάει τα τζάμια έχοντας φτάσει στο απόγειο. Η περιπετειώδης βραδιά που έδωσε την αφορμή να γραφτούν οι στίχοι έχουν μία ενδιαφέρουσα ιστορία από πίσω (μπορείτε να την διαβάσετε στο “Insider” που λέγαμε). Εμπορικά, δεν θα ήταν το μεγαλύτερο hit του άλμπουμ, αλλά παραμένει σταθερά ένα αγαπημένο τραγούδι των fans και αναπόσπαστο μέρος του live των SCORPIONS.

  1. No one like you”

Ίσως ήταν αναμενόμενο για τους περισσότερους. Το “No one like you” είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια όχι μόνο του “Blackout” αλλά και όλης της δισκογραφίας των SCORPIONS. Βασικά, ήταν και το τραγούδι που τους εκτόξευσε στις ΗΠΑ, το πρώτο single του συγκροτήματος που έφτασε στο νο. 1 των Mainstream Rock Charts του αμερικάνικου Billboard και όχι άδικα, αφού αποτελεί ένα ακόμα άψογο συνδυασμό της υψηλής ενέργειας των SCORPIONS με την άφθαστη μελωδικότητα τους, καθιστώντας το εύκολα ένα από τα πιο αγαπημένα τους τραγούδια. Ανοίγει με μία από τις πιο χαρακτηριστικές εισαγωγές στο hard rock, ουσιαστικά με ένα σόλο από τον Jabs παρά με ένα απλό riff, μία ιδιοφυής ιδέα που το καθιστά μοναδικό και καθηλώνει άμεσα τον ακροατή. Στο προσκήνιο, η ερωτικά εκφραστική ερμηνεία του Klaus, που εναλλάσσει τρυφερότητα με πάθος. Στο, δε, παρασκήνιο, κυριαρχεί το παιχνίδι ανάμεσα στις κιθάρες των Schenker και Jabs. Τεχνικά, κατατάσσεται στο power ballad είδος, ωστόσο δεν χάνει την δυναμική του σε κανένα σημείο, δεν γίνεται χλιαρό. Με ένα εμβληματικό ρεφραίν, όπου ο Meine δίνει όλο του το είναι, είναι αδύνατο να μην τραγουδήσεις κι εσύ μαζί. Οπτικά, αυτό το αριστούργημα απεικονίστηκε σε ένα θρυλικό, πλέον, βιντεοκλίπ, που γυρίστηκε στις διαβόητες φυλακές του Αλκατράζ, στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, οι οποίες είχαν γίνει τουριστικό αξιοθέατο εκείνη την εποχή. Το “No one like you” βοήθησε στον μέγιστο βαθμό να θεμελιωθούν οι SCORPIONS στο βάθρο της heavy metal σκηνής των 80s, όντας όχι απλά ένα highlight από το “Blackout”, αλλά ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τους ύμνους, γενικότερα.

Κώστας Τσιρανίδης

Enemy of Reality: Το πρόγραμμα εμφανίσεων για την μεγάλη συναυλία τους!

0
Enemy

Enemy

Ανακοινώθηκε το πρόγραμμα εμφανίσεων για την μεγάλη συναυλία των Enemy of Reality, το Σάββατο 29 Μαρτίου στο Fuzz Live Music Club της Αθήνας, για τον εορτασμό των 11 ετών πορείας τους. Είναι το παρακάτω:

Πόρτες: 19:30

20:00 – Deus Culpa

20:45 – Lazy Man’s Load

22:15 – Enemy of Reality

 

Enemy of Reality live in Athens

11 Years Anniversary Show

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025 | Fuzz Live Music Club | Αθήνα

Special guests: Lazy Man’s Load & Deus Culpa

Τα εισιτήρια κοστίζουν 12 ευρώ (προπώληση) και 15 ευρώ (ταμείο).

Η προπώληση πραγματοποιείται μέσω της more.com και του δικτύου καταστημάτων της.

Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/enemy-of-reality-lazy-mans-load-deus-culpa

A day to remember… 28/3 [SKID ROW]

0
Skid Row

Skid Row

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Subhuman race” – SKID ROW
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Bob Rock
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Sebastian Bach – φωνητικά
Rachel Bolan – κιθάρες
Rob Affuso – τύμπανα
Scotti Hill – μπάσο
Dave Sabo – κιθάρες

Ας αρχίσω λέγοντας πως δεν περίμενα ποτέ να γράψω ένα επετειακό κείμενο, για το συγκεκριμένο άλμπουμ, αφού 30 χρόνια πριν, το “Subhuman race”, όχι μόνο μπέρδεψε τους οπαδούς, όχι μόνο έκανε κόσμο να γουρλώσει τα μάτια του για το πόσο ψηλά έφτασε στα charts, όχι μόνο οδήγησε σε ακυρώσεις εμφανίσεων των SKID ROW λόγω χαμηλής προπώλησης, όχι μόνο πήγαν από αρένες σε club, όχι μόνο επειδή δεν τους προώθησε το MTV, αλλά πάνω απ’ όλα διότι δεν έχει αξιόλογα τραγούδια.

Άλλωστε, αυτό είναι που μας ενδιαφέρει. Δεν κρύβω πως υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα μέρη, αλλά κανένα από τα τραγούδια του άλμπουμ, δεν μπορεί να συγκριθεί με την ποιότητα και διαχρονικότητα των παλαιότερων επιτυχιών τους. Μουσικά και στιχουργικά, μπορεί να έχει σοβαρέψει το πράγμα, κάτι που έγινε αισθητό και στο προηγούμενο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έγιναν και ποιητές. Ας πούμε γιατί ο Bach τραγουδάει “Eileen, she’s calling me, to sit awhile and talk to trees” δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Όμως πρέπει να τους παραδεχτούμε, διότι οι SKID ROW με το “Slave to the grind” απομακρύνθηκαν πολύ από το soft ντεμπούτο τους, έκαναν τεράστια επιτυχία, αλλά δεν επαναπαύτηκαν σε αυτό κι επέλεξαν να μεταλλάξουν τον ήχο τους. Ακούγοντας το ομώνυμο τραγούδι, σίγουρα σηκώνεις το φρύδι (ίσως και τα δύο), με το πόσο βαρύ κι ασήκωτο είναι. Από την μια η μόδα της εποχής κι από την άλλη η περιοδεία και η παρέα με τους PANTERA, είχαν ενθουσιάσει το συγκρότημα και οι επηροές ήταν υπερβολικά έντονες. Μπορεί τα σημάδια του “Mudkicker” στο “Slave to the grind” να έδειχναν τις τάσεις και επιθυμίες τους να σκληρύνουν, όμως δεν νομίζει πως είχαμε προϊδεαστεί αρκετά για αυτό που μας σέρβιραν. Το 1995, ο εναλλακτικός ήχος είχε κυριαρχήσει και σε σημεία του δίσκου, υπάρχουν σημάδια, αν και δεν μπορώ να πω ότι πως τείνει προς τα εκεί.

Επίσης οι punk ρίζες του Rachel Bolan έρχονται στην επιφάνεια με το “Bonehead” να ξεχωρίζει. Μια καταστροφική θύελλα, που πηγάζει στο Αμερικάνικο hardcore punk. Το μόνο που μου έμεινε από αυτό το τραγούδι, είναι ο στίχος: “I’m gonna leave if you stay, I don’t buy what you say, If you’re a new God, let me see a miracle”. Σε ένα συγκρότημα που είχε αρχίσει να αυτοκαταστρέφεται, με σχέσεις που είχαν αρχίσει να μετατρέπονται σε μίσος και με εγωισμούς που είχαν φουσκώσει υπερβολικά, αυτός ο στίχος, ήταν απόλυτα ειλικρινής. Βλέποντας πως έχει γραφτεί από τους Bolan και Sabo, εύκολα υποθέτω πως απευθυνόταν στον Bach, λίγο πριν τον πετάξουν έξω.

Πιστεύω πως μετά από τόσα χρόνια, δυο τραγούδια επιπλέουν στην επιφάνεια, μετά το ναυάγιο του υπόλοιπου δίσκου. Το “Beat yourself blind”, με μια ενδιαφέρουσα ριφ-ολογία, είναι ίσως το μοναδικό που ακούστηκε μετέπειτα στις περιοδείες τους, και εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι το καλύτερο του δίσκου, αν και δεν κυκλοφόρησε ως single. Αντιθέτως, αυτό που κυκλοφόρησε, το “Into another” έχει μια αισθητική που ξεχωρίζει.

Η αλήθεια είναι, πως όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, δεν έχω γνωρίσει κάποιον που να λέει πως ακούει SKID ROW και να μιλάει για το “Subhuman race”. Νομίζω πως κι εσείς που διαβάζετε μέχρι αυτό το σημείο, το ίδιο πιστεύετε. Το πιο σημαντικό που λείπει στο άλμπουμ αυτό, είναι η έμπνευση.

Did you know that:

  • Μετά από δυο κυκλοφορίες με τον Michael Wagener, το όνομα του Bob Rock, ήρθε στο προσκήνιο και τόσο το συγκρότημα, όσο και η εταιρία τους, αποφάσισαν να συνεργαστούν. Δυστυχώς όμως, υπήρχαν έντονες διαφωνίες στην διαδικασία παραγωγής στο Βανκούβερ του Καναδά και ίσως, αυτός να ήταν ένας σοβαρός λόγος που ο ήχος του δίσκου δεν έχει την διαχρονικότητα που έχουν παλαιότερες δουλειές και των δύο πλευρών. Στην συλλογή που κυκλοφόρησαν με τίτλο “40 seasons: The best of SKID ROW”, τα τρία τραγούδια του δίσκου που συμπεριλήφθηκαν, μιξαρίστηκαν ξανά.
  • To “Subhuman race” ήταν ο τελευταίος δίσκος για τον Sebastian Bach, ως γνωστών, όμως και ο Rob Affuso αποχώρησε μετά τις απογοητευτικές περιοδείες τους.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 28/3 [PORCUPINE TREE]

0
Porcupine

Porcupine

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Deadwing” – PORCUPINE TREE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ – Lava
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Steven Wilson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Steven Wilson – κιθάρες, πλήκτρα, φωνητικά
Richard Barbieri – πλήκτρα
Colin Edwin – μπάσο
Gavin Harrison – τύμπανα

Το 2005, οι PORCUPINE TREE βρισκόντουσαν στο απόγειο της καριέρας τους με το κορυφαίο line-up των Wilson, Barbieri, Edwin και Harrison να γράφουν μουσική για σεμινάρια. Το 2002 και με το “In absentia” η δημοτικότητα τους άρχισε να ανεβαίνει και μ’ αυτή και η καλλιτεχνική καταξίωση. Η πορεία αυτή συνεχίστηκε τρία χρόνια μετά με το εκπληκτικό “Deadwing” το οποίο μάλιστα ξεπέρασε σε πωλήσεις τον προκάτοχό του.

Μουσικά, το “Deadwing” λειτουργεί σαν προπομπός για τον πιο heavy και σκοτεινό δίσκο του γκρουπ, το μνημειώδες “Fear of a blank planet”. Εκεί που είχαμε μάθει τους PORCUPINE TREE ως μια μπάντα που τιμά την κληρονομία των PINK FLOYD, με κάποιες LED ZEPPELIN πινελιές, στα 00s άρχισαν να βαραίνουν επικίνδυνα καθώς, όπως είναι πλέον γνωστό, ο Wilson συνεργάστηκε με τον Mikael Akerfeldt των OPETH με πολλά δάνεια να γίνονται μεταξύ των δύο μουσικών. Παρατηρούμε σ’ αυτό το χρονικό σημείο πως οι PORCUPINE TREE έχουν καταφέρει να χτίσουν τον δικό τους μοναδικό ήχο και ύφος, δηλαδή ένα ασυνήθιστο και τολμηρό αμάλγαμα επιρροών από PINK FLOYD και RADIOHEAD μέχρι SOUNDGARDEN και NINE INCH NAILS. Το τελικό αποτέλεσμα ωστόσο είναι απολύτως μοναδικό και αναγνωρίσιμο ως PORCUPINE TREE εξ ου και τόσες μπάντες που αναγνωρίζουμε ως τέκνα τους. Με το “Deadwing” αυτό το όραμα αποκρυσταλλώθηκε ακόμα περισσότερο και συνεχίζει να εντυπωσιάζει είκοσι χρόνια μετά.

Αρχικά, ο Steven Wilson είχε γράψει πέντε κομμάτια που προορίζονταν για το soundtrack μιας ταινίας της οποίας το σενάριο έγραψε μαζί με τον καλλιτέχνη Mike Bennion. Αυτά ήταν τα “Deadwing”, “Open car”, “Lazarus”, “Mellotron scratch” και “Arriving somewhere but not here”. Η υπόθεση της ταινίας θα είχε να κάνει με μια ιστορία φαντασμάτων αλλά τελικά, αφού δεν κατάφεραν να χρηματοδοτήσουν τη δημιουργία της ταινίας, ο Wilson κράτησε τα κομμάτια για τον επόμενο δίσκο των PORCUPINE TREE στον οποίο προστέθηκαν άλλα τέσσερα, τα “Glass arm shattering”, “Start of something beautiful”, “Halo” και “Shallow”. Για το τελευταίο, ο πληκτράς του γκρουπ Richard Barbieri δεν ήταν και τόσο ευχαριστημένος μιας και βρίσκει πως ξεχωρίζει πολύ ως ένα πολύ τυπικό και βαρετό grunge κομμάτι. Όσον αφορά πάλι το concept, στο χιτάκι “Lazarus” ακούμε μια αναφορά στον κεντρικό χαρακτήρα της ιστορίας, τον David με τον οποίο προσπαθεί να επικοινωνήσει η μητέρα του από τον τάφο (my David don’t you worry την ακούμε να λέει).

Από το δίσκο δεν θα μπορούσαν να λείπουν συμμετοχές από άλλους σημαντικούς prog καλλιτέχνες. Έτσι λοιπόν έχουμε τον Mikael Akerfeldt να κάνει δεύτερα φωνητικά στο ομώνυμο τραγούδι που ανοίγει το δίσκο καθώς και δεύτερες κιθάρες στο δωδεκάλεπτο έπος “Arriving somewhere but not here”. Στο ομώνυμο και στο “Open car” ακούμε ένα τυπικά λοξό σόλο κιθάρας από τον Adrian Belew, έναν από τους πιο εκκεντρικούς κιθαρίστες γνωστός και ως ο frontman των KING CRIMSON στα 80s.

Το “Deadwing” συχνά βρίσκεται στο νούμερο ένα στη προσωπική μου λίστα, καθώς επιπλέον προτιμώ την περίοδο της μπάντας ξεκινώντας από το “In absentia”. Η κοινή γνώμη λέει πως υπάρχουν τρεις φάσεις στην ιστορία των PORCUPINE TREE: μια πειραματική psychedelic rock φάση που τελειώνει το 1995 με το “The sky moves sideways”, μια πιο σκοτεινή ροκ που ξεκινά το 1999 με το “Signify” που κλείνει με το “Lightbulb sun” που γέρνει αρκετά προς τους LED ZEPPELIN. Αρκετοί είναι εκείνοι που προτιμούν αυτές τις δύο φάσεις και που είδαν το “Deadwing” με καχυποψία και ως έναν πιο alternative metal δίσκο. Προσωπικά, βρίσκω πως η ηχητική και υφολογική εξέλιξη του γκρουπ ήταν σχεδόν νομοτελειακή και, όντας καλλιτέχνης με πειραματικές τάσεις, ο Wilson αργά ή γρήγορα θα το πήγαινε στα πιο heavy.

Did you know that

  • Ο τίτλος “Deadwing” είναι ένα παιχνίδι πάνω στον όρο “leftwing” που μεταφράζεται ως «αριστερός».
  • Το 2019 ο Wilson ανακοίνωσε πως έχει ξαναρχίσει τη δουλειά πάνω στη ταινία του με τον Bennion αλλά με διαφορετικό τίτλο. Από τότε βέβαια δεν έχουμε δει κάτι.
  • Η περιοδεία που ακολούθησε έγινε και live DVD με τον τίτλο “Arriving somewhere”.
  • Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε διάφορες εκδοχές και επανεκδόσεις: Η αμερικάνικη έκδοση το 2005 περιείχε και το κομμάτι “Shesmovedon” που γράφτηκε το 2004. Αρχικά είχαν γραφτεί δεκαπέντε κομμάτια από τα οποία μόνο εννέα συμπεριλήφθησαν στο άλμπουμ. Από αυτά, τα “Revenant”, “Mother & child divided” και “Half-light” βρίσκονταν στο bonus DVD. Στο βινύλιο υπάρχουν τα “Half-light” και “So called friend”. Το 2017 κυκλοφόρησε σε μια remastered εκδοχή, φυσικά από τον Steven Wilson, ενώ το 2023 κυκλοφόρησε ένα ειδικό box set bonus κομμάτια και demo εκδόσεις.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 28/3 [FAITH NO MORE]

0
Faith

Faith

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “King for a day… Fool for a lifetime” – FAITH NO MORE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Slash / Reprise
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Andy Wallace / FAITH NO MORE
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά – Mike Patton
Κιθάρες – Trey Spruance
Μπάσο – Billy Gould
Πλήκτρα – Roddy Bottum
Τύμπανα – Mike Bordin

Μετά από μία ταραχώδη περίοδο όπως αυτή κατά η διάρκεια των ηχογραφήσεων και της περιοδείας του “Angel dust”, όπου οι σχέσεις μεταξύ του κιθαρίστα Jim Martin και των υπολοίπων μελών υπήρξαν τεταμένες και με τον Roddy Bottum εξαρτημένο από την ηρωίνη, οι FAITH NO MORE έπρεπε να βρουν τρόπο να δουλέψουν πάνω στο νέο υλικό με όσο το δυνατό μικρότερες απώλειες. Ο Jim Martin είχε ήδη αποκόψει τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη, ειδικά στο στούντιο δεν επιθυμούσε την παρουσία κανενός όταν δούλευε τα μέρη του στην κιθάρα, με τον Mike Patton από πλευράς του να μη χάνει ευκαιρία να τον απαξιώνει σε κάθε του συνέντευξη. Ο Jim Martin δήλωνε ανοιχτά πως δεν του άρεσε η μουσική κατεύθυνση του “Angel dust”, χαρακτηρίζοντας τη “gay disco” κι έδινε την εντύπωση στους άλλους πως εσκεμμένα υπονόμευε το άλμπουμ ενώ είχε χάσει τον πατέρα του πρόσφατα κι αυτή η απώλεια τον είχε επηρεάσει έντονα.

Με την επικοινωνία μεταξύ τους να έχει εντελώς χαθεί, το συγκρότημα τον απολύει με ένα απλό fax και στις 30 Νοεμβρίου 1993 ανακοινώνεται κι επίσημα πως ο Jim Martin αποτελεί παρελθόν για τους FAITH NO MORE. Το επόμενο πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί ήταν η εξάρτηση του Bottum με την ηρωίνη και οι Gould, Patton και Bording βρίσκουν την ευκαιρία να τον πιάσουν και να του μιλήσουν τον Σεπτέμβριο του 1993 κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του video για το τραγούδι “Another body murdered”, μία συνεργασία με το hip-hop σχήμα, BOO-YAA T.R.I.B.E. για το soundtrack της ταινίας “Judgement night” και ο Bottum μπαίνει κατευθείαν σε κέντρο απεξάρτησης.

Βρισκόμαστε αρχές του 1994 και οι FAITH NO MORE έχουν γύρω στα είκοσι τραγούδια για το επερχόμενο άλμπουμ αλλά όχι κιθαρίστα. Κάτι γνώριμο για τους ίδιους μιας και από τις πρώτες τους μέρες τα τύμπανα και το μπάσο αποτελούσαν τη συνθετική βάση και τη ραχοκοκαλιά των τραγουδιών πριν καν ενταχθεί ο Jim Martin. Μία από τις πρώτες τους επιλογές ήταν ο Justin Broadrick των GODFLESH χωρίς καμία όπως ανταπόκριση από τον ίδιο, δοκίμασαν τον Ralph Spight των VICTIMS FAMILY και μετά από αρκετές αποτυχημένες audition απευθύνθηκαν στον κιθαρίστα των KILLING JOKE, Kevin “Geordie” Walker, o οποίος πέταξε μέχρι το San Francisco για να συναντηθεί και να παίξει μαζί τους. Παρότι η εμπειρία ήταν φανταστική σύμφωνα με δηλώσεις των ίδιων, τελικά πρυτάνευσε η λογική και τιθάσευσαν τον οπαδό μέσα τους, μιας και το παίξιμο του Walker ήταν τόσο ιδιαίτερο κι επικίνδυνο όπως το χαρακτήρισε ο Gould, ικανό να τους μετατρέψει σε μπάντα διασκευών των KILLING JOKE.

Η λύση βρέθηκε στους MR BUNGLE, όπως είχε συμβεί και το 1988 όταν ο Mike Patton δέχτηκε την πρόσκληση να αντικαταστήσει τον Chuck Mosley, έτσι και ο κιθαρίστας Trey Spruance θα αναλάμβανε με τη σειρά τους να τους βγάλει από αυτή τη δύσκολη θέση. Ένας κιθαρίστας απίστευτα ταλαντούχος, που αντιλήφθηκε κατευθείαν τη θέση της κιθάρας στους FAITH NO MORE, λειτουργώντας περισσότερο ως κόλλα μεταξύ των υπόλοιπων οργάνων και με συνθετικές προτάσεις που βρήκαν το δρόμο τους σε τραγούδια όπως τα “Evidence”, “Cuckoo for Caca”, “Ugly in the morning”, “King for a day” και “What a day”. O Mike Patton δεν ήταν ένθερμος υποστηρικτής στο να εμπλακεί σε δεύτερο project με τον Spruance και είχε προειδοποιήσει και τον ίδιο πως η κατάσταση δεν θα είναι και η πιο ιδανική και όντως ο Spruance δεν είχε ξαναδεί τον Patton τόσο τσιτωμένο ποτέ στο παρελθόν.

Οι FAITH NO MORE είχαν ένα ξεκάθαρο πλάνο για το που ήθελαν να κινηθούν μουσικά κι αυτό ήταν ένα περισσότερο απογυμνωμένο ηχητικά άλμπουμ συγκριτικά με τον πιο σκοτεινό, πειραματικό και σχεδόν avant-garde ήχο του “Angel dust”. H πρώτη αλλαγή ήταν αυτή του παραγωγού. Μετά από τέσσερα άλμπουμ με τον, Matt Wallace, οι FAITH NO MORE καλούν τον συνονόματο του Andy Wallace, γνωστός για άλμπουμ που έχει αναλάβει την παραγωγή/μίξη, όπως τα “Seasons in the abyss” (SLAYER), “Chaos A.D.” (SEPULTURA), “Nevermind” (NIRVANA), “Dirty” (SONIC YOUTH) και “Grace” (Jeff Buckley) κ.α. Μετά από δική του προτροπή, τον Σεπτέμβριο του 1994 μπαίνουν στα Bearsville Studios στο Woodstock στη Νέα Υόρκη, η πρώτη φορά που ηχογραφούν εκτός California και παρότι το συγκρότημα φαίνεται απαλλαγμένο από πρόσωπα και καταστάσεις που τους έφθειραν στο παρελθόν, ο Roddy Bottum δεν βρίσκεται στην καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Ενώ βρίσκεται στο στάδιο της απεξάρτησης από την ηρωίνη, χάνει τον πατέρα του τον Νοέμβριο του 1993 καθώς κι έναν κολλητό του φίλο ενώ τον επηρεάζει και η αυτοκτονία του Kurt Cobain των NIRVANA, του οποίου η σύζυγος του Courtney Love εκτός από στενή του φίλη ήταν και τραγουδίστρια των FAITH NO MORE για ένα φεγγάρι.

Όλα τα παραπάνω είχαν σαν αποτέλεσμα να απομονωθεί από το υπόλοιπο συγκρότημα, η συνθετική συμμετοχή του να περιοριστεί στα “King for a day” και “Just a man” και τα χαρακτηριστικά του πλήκτρα να δίνουν περισσότερο χώρο στην κιθάρα πλέον, με τo πρώτο single του άλμπουμ, “Digging the grave”, να αποτελεί τρανταχτή απόδειξη, όπου ο Bottum εμφανίζεται με κιθάρα. Η μίξη ολοκληρώθηκε από τον ίδιο τον Andy Wallace στα Soundtrack Studios στη Νέα Υόρκη στα τέλη Νοεμβρίου με το εξώφυλλο καθώς και το υπόλοιπο artwork να το επιμελείται ο Eric Drooker, μετά από πρόταση του Mike Patton που δήλωνε θαυμαστής το έργου του και κυρίως για το graphic novel “Flood! A novel in pictures” (1992) από το οποίο μάλιστα χρησιμοποιήσαν αυτούσια μέρη για το εξώφυλλο και για το ένθετο του booklet.

To “King for day… Fool for a lifetime” αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές των FAITH NO MORE, οι οποίοι καταφέρνουν και είναι επίκαιροι σε μία περίοδο όπως τα μέσα των 90s όπου ο σκληρός ήχος άλλαζε σελίδα και πολλά από τα εναλλακτικά σχήματα του πρόσφατου παρελθόντος ακούγονταν πλέον δεινοσαυρικά. Ο ανήσυχος και πλουραλιστικός χαρακτήρας τους παραμένει αναλλοίωτος, μόνο που αυτή τη φορά το μήνυμα είναι αρκετά πιο ευθύ. Εκτός του “Digging the grave”, τραγούδια όπως τα “Get out”, “The gentle art of making enemies” και “What a day” αποτελούν δυναμικές συνθέσεις, με αγχολυτικά ρεφρέν και μερικές από τις πιο εκκωφαντικές στιγμές του άλμπουμ. Ο Billy Gould, αυτός ο εμβληματικός μπασίστας και στυλοβάτης του συγκροτήματος σε περιόδους που κάθε μέλος πέρναγε τη «φάση» του, όπως ο Bottum στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραμένει ο βασικός συνθέτης αλλά όπως και στο “Angel dust” έτσι κι αυτή τη φορά ο Mike Patton ξεδιπλώνει το αστείρευτο ταλέντο του και στοιχειώνει το τελικό αποτέλεσμα με τις ερμηνείες του, βγάζοντας τα σώψυχά του είτε ουρλιάζοντας σαν ξορκισμένος στα “Cuckoo for Caca” και “Ugly in the morning” είτε σαν crooner στο “Just a man”.

Στο “King for a day” διαβάζουμε τα ονόματα όλων των μελών στα credits, ένα πολυσυλλεκτικό επικό τραγούδι, με διακυμάνσεις και εναλλαγές στη διάθεσή του κι ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που προήλθε από μεταξύ τους τζαμάρισμα, με τον Bottum να το παρομοιάζει με ROXY MUSIC και David Bowie. H εύθραυστη ala STONE TEMPLE PILOTS grungy μελωδικότητα του “The last to know”, η jazzy διάθεση του “Star A.D.” και οι bossa nova ρυθμοί του “Caralho voador” αποδεικνύουν το πόσο άνετα ελίσσονται οι FAITH NO MORE μεταξύ των τόσο διαφορετικών μουσικών ιδιωμάτων και τα δύο single που ακολούθησαν, τo υπέρτατo lounge/soul single “Evidence” και το “Ricοchet”, το τελευταίο τραγούδι που ολοκληρώθηκε στο στούντιο, με την κλιμακωτή του ανάπτυξη αφήνουν ακριβώς αυτό το στίγμα, όπου συγκροτήματα σαν τους THE DILLINGER ESCAPE PLAN, SYSTEM OF A DOWN, KORN κ.α. να ακολουθούν δογματικά.

Μέχρι να κυκλοφορήσει επίσημα το άλμπουμ, ο κιθαρίστας Trey Spruance έχει ήδη αποχωρήσει για λόγους που αφορούσαν την επαναδιαπραγμάτευση του μισθού του ως νέο μέλος ενώ το συγκρότημα μέσω του Mike Patton δήλωνε πως δεν μπορούσε να δεσμευτεί στο μακροσκελές πρόγραμμα περιοδειών και τους πούλησε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Αντικαταστάτης του βρέθηκε στο πρόσωπο του Dean Menta, τεχνικός keyboard του Roddy Bottum από το 1992 και ο πρώτος που σκέφτηκαν ως προσωρινή λύση. Από τον Μάρτιο του 1995 έως και τα τέλη Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς οι FAITH NO MORE βρίσκονται κυριολεκτικά στο δρόμο. Η περιοδεία ξεκινάει με ένα secret-gig στις 28 Φεβρουαρίου στο The Old Trout, Windsor στο Λονδίνο, μία μικρή pub χωρητικότητας μόλις 250 ατόμων και μία τηλεοπτική εμφάνιση στο Top Of The Pops για να συνεχίσουν στην υπόλοιπη Ευρώπη με support τους SHIHAD, στην Αυστραλία με τους PEYOTE και στις Η.Π.Α. με τους STEEL POLE BATHTUB.

Ενώ στην Ευρώπη παρέμεναν αρκετά δημοφιλείς, με παρουσία σε μεγάλα φεστιβάλ όπως τα Rock Am Ring, Pinkpop και Phoenix Festival, στις Η.Π.Α. είδαν το κοινό τους να συρρικνώνεται και να παίζουν σε μικρότερα venues και στη Λατινική Αμερική να συμμετέχουν στα Monsters Of Rock που πραγματοποιήθηκαν σε Βραζιλία, Χιλή και Αργεντινή μαζί με τους Ozzy Osbourne, PARADISE LOST, Alice Cooper, MEGADETH και THERAPY? Μετά από κάποιες εμφανίσεις πίσω στις Η.Π.Α. τον Οκτώβριο του 1995, οι FAITH NO MORE ακυρώνουν το υπόλοιπο αμερικάνικο σκέλος και μία προγραμματισμένη περιοδεία στην Ηνωμένο Βασίλειο με πρόφαση πως θα αφοσιώνονταν στη σύνθεση νέου υλικού αλλά αυτή ήταν η μισή αλήθεια μιας και τον Οκτώβριο του 1995 οι MR. BUNGLE, το project του Mike Patton και του Trey Spruance είχαν μόλις κυκλοφορήσει το δεύτερο τους άλμπουμ “Disco volante” κι ένα μήνα μετά θα έβγαιναν σε περιοδεία για έναν ολόκληρο χρόνο.

Did you know that:

  • Ενώ για την προώθηση του “King for a day… Fool for a lifetime” δεν πραγματοποιήθηκε καμία συναυλία με τον Trey Spruance, μετά το reunion των FAITH NO MORE το 2009 με τη σύνθεση του “Album of the year”, το συγκρότημα κατάφερε κι έπαιξε μία συναυλία στα πλαίσια του Maquinaria Festival στη Χιλή στις 12 Νοεμβρίου 2011, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά ζωντανά ολόκληρο το άλμπουμ μαζί με τον Spruance στην κιθάρα.
  • Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων το συγκρότημα ενεπλάκη σε διάφορα μικρά αυτοκινητιστικά ατυχήματα, με την εταιρία ενοικίασης να τους παρέχει καινούριο αμάξι κάθε φορά μέχρι που ο Mike Patton μαζί με τον Mike Bordin ξανατράκαραν αρκετά πιο σοβαρά, προκαλώντας σοβαρές ζημιές και τον οδηγό του άλλου συγκρουόμενου αυτοκινήτου να νοσηλεύεται σοβαρά. Ο Mike Patton που ήταν κι ο οδηγός ήταν σε σοκ για αρκετό χρονικό διάστημα μετά.
  • Την ίδια περίοδο με τους FAITH NO MORE στα Bearsville Studios ηχογραφούσαν και οι FEAR FACTORY το “Demanufacture” και είχε βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία του Quentin Tarantino, “Pulp fiction”, με τα μέλη των FNM να την βλέπουν σε έναν τοπικό κινηματογράφο.
  • Την ορχήστρα και τη χορωδία στο “Just a man” την επιμελήθηκε ο παραγωγός/ενορχηστρωτής Loris Holland. O Holland ήταν γνωστός του Andy Wallace και είχαν συνεργαστεί μαζί ένα χρόνο πριν στο “Grace” του Jeff Buckley και είναι εξίσου γνωστός για τις συνεργασίες του με τις Whitney Houston, Mariah Carey και Aretha Franklin. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συνεργασία είχε ο Trey Spruance ο οποίος λειτούργησε ως συνδετικός κρίκος μεταξύ του συγκροτήματος και της ορχήστρας.
  • Εκτός από τους FAITH NO MORE, έργα από το graphic novel “Flood! A novel in pictures” του Eric Drooker έχουν χρησιμοποιήσει και οι RAGE AGAINST THE MACHINE για το εξώφυλλο του single “The ghost of Tom Joad”.
  • Στις εμφανίσεις στα Monsters of Rock στη Λατινική Αμερική, ο Mike Patton ερμήνευε το “Evidence” στα πορτογαλικά.
  • Κάποια από τα τραγούδια που προέρχονται από τα sessions του “King for a day… Fool for a lifetime” και χρησιμοποιήθηκαν ως b-side σε singles αλλά και στη deluxe έκδοση του άλμπουμ το 2016 ήταν τα “Absolute zero”, “Greenfields”, “I won’t forget you” και “Hippie jam song” καθώς και οι διασκευές στα “I started a joke” (BEE GEES), “Spanish eyes” (Bert Kaempfert) και “I wanna fuck myself” (GG Allin).
  • Τον Μάιο του 1996 ανακοινώνεται μέσω της εφημερίδας του San Franscisco, Chronicle, πως ο Mike Bordin είναι πλέον ο επίσημος drummer του προσωπικού σχήματος του Ozzy Osbourne. Ο Ozzy τον είχε ξεχωρίσει από τις κοινές τους εμφανίσεις στα Monsters Of Rock στη Λατινική Αμερική την προηγούμενη χρονιά και η πρόταση έγινε στις 25 Φεβρουαρίου 1996 σε μια συναυλία των Ozzy/KORN/DEFTONES στο Oakland Coliseum όταν τον επισκέφθηκε ο Bordin στα παρασκήνια. Ο Mike Bordin έπαιζε μαζί με τον Ozzy μέχρι και το 2009 κι επίσης το 1997 βρέθηκε πίσω από drum-kit των BLACK SABBATH για τις πρώτες συναυλίες του reunion στα πλαίσια του Ozzfest μιας και ο Bill Ward αντιμετώπιζε από τότε προβλήματα με την υγεία του.

Κώστας Αλατάς

 

A day to remember… 27/3 [BON JOVI]

0
Bon Jovi

Bon Jovi

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “7800° Fahrenheit” – BON JOVI
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Lance Quinn
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jon Bon Jovi: Φωνητικά
Richie Sambora: Κιθάρες
Alec John Such: Μπάσο
David Bryan: πλήκτρα
Tico Torres:  Drums

Όλοι ξέρουμε πόσο πολύ μαγικά ήταν τα χρόνια της δεκαετίας του ‘80, και πόσο καλές κυκλοφορίες είχαμε από όλα τα είδη του metal, αν και τότε δεν ξεχωρίζαμε και πολύ το τι παίζει ο καθένας, ούτε εμείς το κοινό, ούτε οι κριτικοί. Γι’ αυτό και πολλές φορές συναντούσες μπάντες που δεν μπορούσες πολύ εύκολα να κατατάξεις τον ήχο τους κάπου, να είναι στην ίδια κατηγορία και να έχουν μάλιστα και το ίδιο κοινό. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα οι MARILLION που για κάποιον, σήμερα, άγνωστο λόγο είχαν κατηγοριοποιηθεί ανάμεσα σε metal σχήματα, όπως και στην αρχή συνέβη με τους BON JOVI οι οποίοι αν και ηχητικά δεν είχαν πολύ σχέση με μπάντες όπως οι RATT, DOKKEN, MOTLEY CRUE και TWISTED SISTER να μπουν στην κατηγορία του hair metal. Είχαν όμως κοινό image και αυτό λειτούργησε προς αυτή τη κατεύθυνση.

Τα δυο του πρώτα άλμπουμ των BON JOVI, της μπάντας από το “New Jersey” είναι αλήθεια ότι βρίσκουν την μπάντα σε μια αναζήτηση ταυτότητας και ήχου, μιας και τα δυο λοξοκοιτάνε μια προς το AOR, και μια προς πιο hard rock κατευθύνσεις, αλλά πάντα με την μελωδία να είναι σε πρώτο πλάνο. Έκαναν εντύπωση με το ντεμπούτο τους, και το δεύτερο του βήμα θα ήταν ζωτικής σημασίας μιας και ο ανταγωνισμός γύρω τους δεν τους έδινε ούτε χώρο, ούτε χρόνο. Όσες ευκαιρίες έδινε τότε η μουσική βιομηχανία σε νέες μπάντες να ανέλθουν, άλλο τόσο σκληρή και αδυσώπητη ήταν για συγκροτήματα που δεν άρπαζαν την ευκαιρία από τα μαλλιά. Do or die! Οι BON JOVI ήταν υποχρεωμένοι να πάνε όχι ένα, αλλά πολλά βήματα μπροστά με το  “7800° Fahrenheit” ή να χαθούν στην λήθη. Είχαν ήδη κάνει αισθητή την παρουσία τους στη rock σκηνή, αλλά δεν είχαν ακόμα σταθεροποιήσει την θέση τους, ούτε είχαν εγγυημένο συμβόλαιο. Το *7800° Fahrenheit* ήταν το άλμπουμ που θα καθόριζε αν η μπάντα θα συνέχιζε προς την κορυφή ή αν θα χανόταν στη σκιά των πιο εδραιωμένων hard rock συγκροτημάτων της εποχής.

Είχαν δημιουργηθεί μόλις το 1983, στο New Jersey, και αρχικά ήταν ένα σόλο project του Jon Bon Jovi (John Francis Bongiovi Jr.) ο οποίος δούλευε τότε στο Power Station Studio και ηχογράφησε το “Runaway” ως demo με session μουσικούς. Όταν έδωσε το τραγούδι στον dj Chip Hobart αυτός το έπαιξε  σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης και από το πουθενά έγινε τοπική επιτυχία, οπότε ο  και ο Jon κατάλαβε ότι έπρεπε να σχηματίσει μια κανονική μπάντα. Κάπως έτσι οι Richie Sambora, David Bryan, Alec John Such και Tico Torres, μαζί με τον Bon Jovi φυσικά, ξεκίνησαν ένα ταξίδι που θα τους πήγαινε πολύ, μα πάρα πολύ μακριά….  Το πρώτο άλμπουμ το  1984 στην Mercury Records,  είχε αρκετή επιτυχία, φτάνοντας στο νο 43 στο Billboard με το “Runaway” να γίνεται το breakout single, φτάνοντας στο νο 39 στο Billboard Hot 100.  Ήταν ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα, το οποίο από μόνο του όμως δεν ήταν αρκετό.  Ακολούθησαν περιοδείες σε Ευρώπη και Ιαπωνία μαζί με μπάντες όπως οι SCORPIONS, KISS και JUDAS PRIEST, όπου ο δυναμισμός  και η ενέργεια των live εμφανίσεών τους, βοήθησε πολύ στην αύξηση φήμη της μπάντας.

Όμως πίσω στο σπίτι όταν γύρισαν, βρήκαν μπροστά τους μια δισκογραφική εταιρία η οποία τους προσγείωσε στην πραγματικότητα. «Νέο άλμπουμ τώρα και πωλήσεις ανοδικές» το σαφές μήνυμα, μιας και η εποχή ευνοούσε σαφώς την εμπορικότητα της hard rock, hair metal σκηνής. Η μπάντα είχε μόλις επιστρέψει από περιοδεία και έπρεπε να ηχογραφήσει το άλμπουμ σε μόλις έξι εβδομάδες. Παρότι η δισκογραφική προωθούσε ένα πιο εμπορικό ήχο, οι BON JOVI  ήθελαν, για κάποιο λόγο, το επερχόμενο άλμπουμ τους  τότε,  να έχει ένα πιο ωμό, πιο βαρύ, πιο «σκοτεινό» αλλά και συναισθηματικό στυλ. Δεν θα είχε την νεανική αφέλεια και ορμή του πρώτου τους, αλλά θα έδειχνε ότι έγινε υπό πίεση, πως δυσκόλεψε την μπάντα και δεν θα είχε την «κοφτερή» προσέγγιση που είχαν σε πολλά σημεία στο ντεμπούτο τους, αλλά και στην συνέχεια της πορείας τους.

Το “7800° Fahrenheit” δεν θα ήταν και ούτε ποτέ έγινε  ένα αισιόδοξο, θετικό  και “party album” σαν τα “Slippery When Wet”  ή το “New Jersey” ή έστω το πρώτο τους,  αλλά είχε μια διάχυτη αίσθηση πίεσης και στενάχωρη ατμόσφαιρά. Είναι η πιεσμένη προσπάθεια μιας μπάντας ανάμεσα στο  να επαναλάβει τον εαυτό της και να βρει μια μουσική ταυτότητα, ώστε να καθιερωθεί. Και αυτό είναι το πρόβλημα του άλμπουμ. Ενώ έχει μελωδίες, έχει συναίσθημα έχει ορμή, δεν έχει χαρούμενη διάθεση αλλά και ούτε συνθέσεις ανώτερες από το ντεμπούτο τους ώστε να σπρώξουν την μπάντα έστω ένα βήμα παραπέρα. Η μπάντα, και λόγω προσωπικών προβλημάτων των μελών της, βάλτωσε. Είναι ό,τι χειρότερο έχουν να μας επιδείξουν μέχρι τα χρόνια του “Have a nice day”, αλλά για να είμαστε και τίμιοι είναι καλύτερο απ’ ότι σαχλαμάρα έβγαλαν μετά από αυτό.  Άλλωστε δεν είναι και τυχαίο ότι ο Μουσικός Τύπος της εποχής δεν το δέχτηκε και με τις καλύτερες κριτικές, αν και δεν το έθαψε, γιατί η προσπάθεια της μπάντας είναι φανερή, οι κριτικές κυμάνθηκαν σε πολύ μέτρια επίπεδα.

Από την άλλη η αύρα των BON JOVI στο κοινό, ώθησε το άλμπουμ να φτάσει μέχρι το νο 37, να γίνει χρυσό σύντομα και το 1987 πλατινένιο. Έβγαλε τρία singles τα “Only lonely”, “in and out of love”, και “The hardest part is the night”  από τα οποία τα δύο πρώτα πήγαν μόλις μέχρι τα νο 54 και 69 αντίστοιχα στο Billboard. Και τα τρία τραγούδια αν και πολύ καλά, συν το “Price of love”, είναι ότι καλύτερο ακούσαμε στο “7800° Fahrenheit” δεν έχουν ούτε χαρούμενη ατμόσφαιρά, ούτε party ύφος, ούτε την χάρη και ξενοιασιά που θα έπρεπε να χαρακτηρίσει μια μπάντα που ήθελε να αρπάξει το κόσμο από τα μούτρα και να σαρώσει τα πάντα. Όλα ήταν μουντά και γκρίζα με παραπάνω από τις μισές συνθέσεις να είναι στην καλύτερη περίπτωση μέτριες κιόλας..

Δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει ένα break έτσι.  Όμως η εμπειρία τους από αυτό το άλμπουμ, οδήγησε εταιρία και μπάντα  στο να πάρουν αποφάσεις, να πάρουν χρόνο και να αναδιοργανωθούν σωστά ώστε το επόμενο βήμα να ήταν στην σωστή κατεύθυνση. Αν δεν υπήρχε το “7800° Fahrenheit” να προβληματίσει και να μην πετύχει, ίσως να μην υπήρχε “Slippery when wet” και ότι έγινε ακολούθως. Και τελικά αυτή να είναι και η πιο σημαντική του προσφορά στην καριέρα των BON JOVI. Το λάθος βήμα που οδήγησε στην σωστή κατεύθυνση! Σε αυτό θα του δώσω credits. Αλλά μόνο  για αυτό γιατί με τρία-τέσσερα  τραγούδια να ακούγονται σε σύνολο δέκα, είναι πολύ φτωχό σκορ για μπάντα σαν τους BON JOVI, εξαιρετικά μικρό..

Δημήτρης Σειρηνάκης

A day to remember… 28/3 [THOU ART LORD]

0
Thou Art Lord

Thou Art Lord

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Orgia daemonicum” – THOU ART LORD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: 
Black Lotus Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: 
 Σάκης Τόλης
ΣΥΝΘΕΣΗ
 ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες – Σάκης Τόλης
Φωνητικά, μπάσο – The Magus
Τύμπανα – Θέμης Τόλης

Ακατέργαστο, ατσούμπαλο και ευθύβολο είναι τα χαρακτηριστικά του τέταρτου full length άλμπουμ του project των THOU ART LORD. Με αυτόν τον δίσκο που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά το “DV8”, ο Σάκης Τόλης μαζί με τον The Magus θα έκλειναν έναν κύκλο που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν μεταβατικός. Η επιλογή τους να έχουν ακατέργαστο ήχο και με old school thrashy ρυθμό κατάφεραν να αποκτήσουν ιδιαίτερο χαρακτήρα οι συνθέσεις τους. Και μιλάμε για μια περίοδο που το thrash ξαναερχόταν στο προσκήνιο και οι THOU ART LORD από την αρχή τους ήταν πρωτοπόροι στο thrashιζον black metal.

Κύριο χαρακτηριστικό στα riffs τους είναι η έμπνευση που υπάρχει διάχυτη στις 9 δικές τους συνθέσεις και η προσέγγιση στο “Power from hell” των ONSLAUGHT, με το οποίο κλείνει ο δίσκος. Η περίοδος που κυκλοφόρησε ήταν μεταβατική κυρίως για τον Σάκη Τόλη, ο οποίος άφηνε πίσω του μια αμφιλεγόμενη συνεργασία των ROTTING CHRIST με τη Century Media. Αντίστοιχα ο The Magus περνούσε μια αντίστοιχη μεταβατική περίοδο με τους NECROMANTIA. Αμφότεροι δύο χρόνια μετά κυκλοφόρησαν δίσκους των οποίων στοιχεία έμπνευσης θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχουν στο Orgia daemonicum”. Οι lead κιθάρες από τη μια πλευρά και το μπάσο όποτε πρωταγωνιστεί, δείχνουν έμπνευση και ικανότητα να ακροβατούν ανάμεσα στο old school και στην πιο σύγχρονη πλευρά τους.

Μετά την κυκλοφορία του το project αυτό θα έμπαινε στον πάγο για 8 ολόκληρα χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει το εκπληκτικό “The regal pulse of Lucifer”. Και ναι, σε αυτό το δίσκο είναι προφανές ότι έβγαλαν έναν δίσκο μέσα από την τρέλα τους με χαρακτήρα και ήχο που τον καθιστά αντιπροσωπευτικό των mid 00s. Ανακαλύψτε τον!

Λευτέρης Τσουρέας

A day to remember… 28/3 [MOTORHEAD]

0
Motorhead

Motorhead

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sacrifice” – MOTORHEAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: SPV/Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Howard Benson, Ryan Dorn & Motörhead
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Μπάσο – Ian Fraser “Lemmy” Kilmister
Κιθάρες – Philip Anthony “Zööm” Campbell/Michael Richard “Würzel” Burston
Drums – Mikkey Dee (Micael Kiriakos Delaoglou)

Θεωρώ πως αποτελεί πολύ ωραίο συναίσθημα να είσαι «παρών», την χρονιά που ένα άλμπουμ κυκλοφορεί, αφού αφουγκράζεσαι όλα τα «παρελκόμενά» του, τις αντιδράσεις του κόσμου, και σίγουρα όλες τις απόψεις/γνώμες για το τελικό αποτέλεσμα. Ένα από τα αυτά για τον γράφοντα θα είναι το “Sacrifice” των MOTORHEAD. Θυμάμαι σαν τώρα πόσο αδημονούσα να βρεθεί σε ένα δισκάδικο για να το αγοράσω άμεσα. Η προσμονή τότε ήταν μεγαλύτερη, σκεπτόμενος την προηγούμενη δουλειά τους, “Bastards”, δυο χρόνια πριν, μια από τις κορυφαίες στην δισκογραφία τους, επιθυμώντας ενδόμυχα κάτι αντίστοιχο σε επίπεδο τραγουδιών.

Το γκρουπ το 1995, που κυκλοφόρησε το “Sacrifice”, η δέκατη τρίτη δουλειά τους (ή δωδέκατη αν θεωρήσουμε το “On Parole” σαν «μη επίσημη») «έκλεινε» 20 χρόνια παρουσίας στην σκηνή. Θα μπορούσαν κάλλιστα να δώσουν στο κοινό, μια δουλειά που θα είχε hit-άκια, επαναλαμβάνοντας τους εαυτούς τους, για να «γιορτάσουν» την διάρκεια τους στη δισκογραφία. Το συγκρότημα έχοντας όμως το ταλέντο να γράφει τραγούδια που ηχητικά υπάρχει η χαρακτηριστική ταυτότητα που ξέρουν όλοι οι ακροατές, είτε αρέσκονται σε αυτούς είτε όχι, τήρησε αυτόν τον άτυπο κανόνα που οι δουλειές του, δεν έχουν και πολλές συνθετικές διαφοροποιήσεις από την προηγούμενη και ο οπαδός ακούει ότι έχει συνηθίσει από την μπάντα.

Τραγούδια σκληρού rock n’ roll με ηχητικά ψήγματα στοιχείων και άλλων ιδιωμάτων, βασισμένα σε ένα ή δυο χαρακτηριστικά riff, χωρίς κάποια ηχητική πολυπλοκότητα ή αλλαγή ρυθμού, που άλλοτε ήταν γρήγορα και άλλοτε πιο mid-tempo, θα αποτελούσαν και πάλι τον ηχητικό σκελετό της τότε δουλειάς. Όλη η boogie ατμόσφαιρα, η «βρωμιά» που διακατέχει το ηχητικό στυλ έκφρασης τους, τα ξεσηκωτικά κιθαριστικά ριφ, τα ωραία solos, τα ευκολομνημόνευτα, σχεδόν «κολλητικά» ρεφραίν, αλλά και οι εν γένει «ανεβαστικές» στιγμές σε πολλά σημεία του δίσκου, είχαν και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο και σε αυτή την δισκογραφική τους κίνηση. Οι MOTORHEAD σαφώς μετά από τόσα χρόνια δεν υπήρχε περίπτωση να άλλαζαν τον τρόπο ή το μοτίβο δόμησης των τραγουδιών τους και αυτό λογικά ήταν εκ προοιμίου γνωστό και σαφώς αποδεκτό.

Έγραψαν και πάλι τραγούδια όπου ο έντονος δυναμισμός, η ενέργεια και ο πάντα υπάρχων ηχητικός τσαμπουκάς γινόταν γρήγορα αντιληπτά. Μπορεί να μην είχαν την τόσο μεγάλη αίγλη και αναγνωρισιμότητα των προηγούμενων ετών της καριέρας τους, ήταν όμως ηχητικά δείγματα ενός συγκροτήματος που ήξερε πως να δημιουργεί συνθέσεις που να «αντέχουν» στο χρόνο. Εκτός του all time classic ομώνυμου, τα “Sex & death”, “Order/fade to black” (με σημεία που προσωπικά μου θύμισαν το τελείωμα του “Overkill”), “Dog-face boy”, “All gone to hell”, “Don’t waste your time” (ακολουθώντας την “Going to Brazil” αισθητική), “In another time” και “Out of the sun”, κυρίως, σίγουρα αφήσαν το δικό τους στίγμα στους οπαδούς, «καλύπτοντας» τα κάπως πιο μέτρια “War for war” και “Make’em blind”.

Από τις πρώτες ακροάσεις της νέας τότε δουλειάς, σχετικά με το πρόσφατο δισκογραφικό τους παρελθόν, υπήρχε διάχυτη μια πιο σκοτεινή γενική αισθητική στις συνθέσεις, από οτιδήποτε είχε κάνει η μπάντα. Δεν θα ξεχάσω όταν πρώτο άκουσα το δίσκο στο σύνολό του, ελαφρώς παραξενεύτηκα γιατί βάση παραγωγής των τραγουδιών, δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοιο αποτέλεσμα. Μετά όμως από αρκετές ακροάσεις, και το συγκεκριμένο άλμπουμ, έχει πάρει επάξια την θέση του δίπλα στις υπόλοιπες κυκλοφορίες του γκρουπ, και ας απευθύνεται πρωτίστως στους πιο φανατικούς οπαδούς του σχήματος, παρά σε πιο ευρύ κοινό.

Παρόλο που υπήρχαν πολλές πιο μοντέρνες «ηχητικές πινελιές», «βαραίνοντας» αρκετά σε σημεία τον ήχο τους, η ακρόαση και αυτού του άλμπουμ θα ήταν και πάλι άκρως ευχάριστη. Ο κυριότερος λόγος και το ατού επιτυχίας, για άλλη μια φορά, θα ήταν φυσικά τα ίδια τα τραγούδια. Το γκρουπ είχε/ήξερε τον τρόπο, να προσφέρει στο κοινό αυτό που περιμένει, θέλει ή επιδιώκει να ακούει από αυτό, συνεχώς. Το “Sacrifice” δεν τάραξε τα νερά της δισκογραφίας τους, ούτε έγινε η κορυφή τους. Αυτό άλλωστε το είχαν καταφέρει τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν όμως άλλο ένα άλμπουμ που χαρακτήριζε στο έπακρο ότι ακριβώς πρέσβευε και ήταν το group, μια μηχανή παραγωγής ωραίων τραγουδιών σε κάθε νέα του δουλειά, τα οποία κάθε φορά και όσο τα ακούς, περνάς καλά.

Did you know that:   

– Το άλμπουμ θα ήταν η πρώτη τους κυκλοφορία στην τότε καινούργια δισκογραφική τους εταιρία, SPV/Steamhammer.

– Το άλμπουμ θα ήταν το τελευταίο με το συγκεκριμένο line up, αφού ο Würzel θα έφευγε από το group μετά τις ηχογραφήσεις, λόγω των τεταμένων σχέσεων που είχε με τα υπόλοιπα μέλη. Στο video clip του ομώνυμου τραγουδιού, δεν είναι παρών.

– Το ομώνυμο τραγούδι χρησιμοποιήθηκε στην ταινία “Tromeo and Juliet”, μια παρωδία στο έργο του Σαίξπηρ και στην οποία εμφανίζεται και ο mainman του group, “Lemmy” Kilmister.

– Το τραγούδι “Sex and death” γράφτηκε σε 10 λεπτά, την τελευταία μέρα ηχογραφήσεων.

– Το τραγούδι “Dog-face boy”, βάση δηλώσεων του “Lemmy”, αναφέρεται στον Campbell.

– Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τους, με το αντρικό μόριο σαν γλώσσα και το γυναίκειο αιδοίο σαν λαιμό, του Snaggletooth, να δεσπόζουν.

– Η πρώτη έκδοση του βινυλίου αυτή την στιγμή πουλιέται μέχρι και 400 ευρώ σε γνωστό site αγοραπωλησιών.

– Το άλμπουμ είναι ένα από τα δυο με τις λιγότερες επίσημες εκδόσεις την δεκαετία του 1990.

– Σε μερικές εκδόσεις του δίσκου σε CD στην Αμερικάνικη ήπειρο, ο Würzel, είτε δεν υπάρχει στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ μαζί με τους υπόλοιπους, είτε δεν αναφέρεται στα credits. Στην Αργεντίνικη έκδοση, εμφανίζονται και οι τέσσερις, σε άλλες όμως φωτογραφίες και πόζες, από άλλων χωρών τα οπισθόφυλλα του CD.

Θοδωρής Μηνιάτης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece