
Ξέρω, ξέρω… Για ποιον λόγο να κυκλοφορήσει ο Tate το “Operation: Mindcrime III”; Και όλες οι σχετικές με αυτό, απορίες. Η απάντηση είναι μία και μοναδική. Επειδή μπορεί κι επειδή τα δικαιώματα του “Mindcrime” είναι δικά του. Βρίσκω απολύτως λογικό για έναν καλλιτέχνη, όταν περιοδεύει και παίζει εδώ και χρόνια αυτόν το δίσκο από την αρχή μέχρι το τέλος, να επηρεαστεί από την ατμόσφαιρα και το vibe και να προσπαθήσει να γράψει τη συνέχειά του. Έστω και το τρίτο μέρος. Αν με ρωτάτε, προτιμώ ένας καλλιτέχνης να γράφει καινούργιο υλικό, παρά να αναμασά συνεχώς τα θρυλικά τραγούδια του παρελθόντος.
Το ερώτημα, πρέπει να είναι μόνο ένα. Είναι καλό το “Operation: Mindcrime III”; Μόνο αυτό. Εγώ ανήκω στη μειοψηφία, μάλλον, που βρήκα συμπαθητικό το δεύτερο μέρος του θρυλικότερου metal concept όλων των εποχών. Άρα, θεωρητικά, θα μπορούσα να δω και πολύ καλύτερα το τρίτο. Έλα μου όμως, που κάτι δεν μου έκανε από το ξεκίνημα. Μιλώντας με τους ανθρώπους που έτρεχαν το project αυτό, μου εξήγησαν ότι δεν θα υπήρχε διαθέσιμο το άλμπουμ για τον Τύπο πριν την κυκλοφορία, επειδή είναι αυτοχρηματοδοτούμενη εταιρία. «Σιγά το κακό ρε κακομαθημένε» θα μου πείτε, που εδώ και 30 χρόνια λαμβάνω τα δείγματα από τις νέες κυκλοφορίες αρκετά πριν είναι διαθέσιμα. Ναι, αλλά, σε τέτοιες περιπτώσεις, εμένα μου μυρίζει κάτι… Μήπως κάποιος φοβάται τις αρνητικές κριτικές κι επειδή έχει χρηματοδοτήσει ο ίδιος το project, θέλει να μην επηρεαστούν οι προπαραγγελίες;
Όλα είναι θεμιτά στον τρόπο που επιλέγει ο καθένας να προωθήσει τη δουλειά του, εκείνος πάντα ξέρει καλύτερα, πόσο μάλλον ο Geoff Tate, ένας άνθρωπος που είναι στο music business 40φεύγα χρόνια. Έτσι, λοιπόν, έκανα συνέντευξη (που θα διαβάσετε πάρα πολύ σύντομα) δίχως να έχω ακούσει το άλμπουμ και στήθηκα πάνω από το Spotify, την ημερομηνία κυκλοφορίας, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, να ακούσω τη νέα δουλειά ενός πολύ αγαπημένου μου καλλιτέχνη, προσπαθώντας να βγάλω όποιες περίεργες/πονηρές σκέψεις από το μυαλό μου.
Μη με ρωτήσετε τι γίνεται στην υπόθεση, αφού στίχοι δεν υπάρχουν στην ψηφιακή κυκλοφορία (σ.σ. μπορεί κάποιος να το βρει σε CD και βινύλιο, αν το παραγγείλει από τον Tate, να πούμε κι αυτό). Ξεκινάμε μετά από μία σύντομη εισαγωγή και το τραγούδι λέγεται “You know my fucking name”… Σοβαρά τώρα; “You know my FUCKING name”; Και μπαίνουν κάτι αξιοθρήνητα πλήκτρα και με κόβει κρύος ιδρώτας… Ειλικρινά, δεν ξέρω αν θα μπορούσε να υπάρχει χειρότερος τρόπος για εμένα να ξεκινήσει ο δίσκος…
Συνολικά την πρώτη φορά που άκουσα το “Operation: Mindcrime III”, είχα ένα αίσθημα αποστροφής και το θεωρούσα τερατούργημα. Μάλλον είχα επηρεαστεί αρνητικά από την περιρρέουσα, την οποία μπορεί και να την είχα δημιουργήσει εγώ ο ίδιος… Άφησα να περάσουν μερικές ημέρες και να ακούσω πιο ψύχραιμα το άλμπουμ και αποδείχθηκε ότι έπραξα σωστά.
Όχι, δεν είναι ένας καλός δίσκος. Δεν μπαίνουμε σε διαδικασίες σύγκρισης με το αυθεντικό, αυτό –ούτως ή άλλως- θα ήταν άδικο. Εννοείται ότι η φωνή του Tate, είναι εξαιρετική. Και η απόδοση των μουσικών, ιδιαίτερα του John Moyer στο μπάσο, από τους DISTURBED, που ανέλαβε και την παραγωγή (και τόνισε τον ήχο του οργάνου του!!!). Ας είμαστε ειλικρινείς όμως. Αν κάποιος με ρωτούσε, «άκουσες το δίσκο; Ποιο κομμάτι έχεις να μου προτείνεις;» θα δυσκολευόμουν. Ή μάλλον θα πήγαινα στις εύκολες λύσεις. Στις δύο μπαλάντες. Στο “Do you still believe?” (πολύ ωραία μπαλάντα, πραγματικά) και το κλασικό φοβερό τελείωμα του δίσκου με το “A monster like me”. Είναι φοβερό πως ακόμα και όταν έβγαζαν «παντόφλες» οι ‘RYCHE, τα τελευταία τραγούδια του δίσκου, ήταν μακράν τα καλύτερά τους…
Από εκεί και πέρα, παρατηρώ μία προσπάθεια να πιάσει το vibe του πρώτου άλμπουμ, κάτι που είναι δύσκολο όταν δεν έχεις γράψει ο ίδιος τον δίσκο και απλά τον αναπαράγεις στις συναυλίες. Ο λόγος, για τον Kieran Robertson, που συνέθεσε το δίσκο μαζί με τον Tate. Είναι πολύ βαρύ το φορτίο και άλλο να προσπαθείς, για παράδειγμα, να πιάσεις το vibe του “I don’t believe in love” με το “The devil’s breath”, άλλο να γράψεις ένα τραγούδι ΣΑΝ το “I don’t believe in love”.
Από εκεί και πέρα, είναι συμπαθητικό τραγούδι το “Power”, το “Set you free” έχει ωραίο groove αλλά μέχρι εκεί. Ακόμα και για όσους θεωρούν κακό ή ανάξιο ύπαρξης το δεύτερο μέρος του “Mindcrime”, υπάρχουν τραγούδια όπως το “The hands” και το “The chase”, που άνετα έμπαιναν και στο πρώτο μέρος. Εδώ, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, ούτε κατά διάνοια. Η τελική επίγευση που μου αφήνει ο δίσκος, δεν είναι κακή. Δεν είναι κακό σαν το “Kings & thieves” για παράδειγμα ή ορισμένες δουλειές των OPERATION: MINDCRIME (της μπάντας).
Η παραγωγή και το παίξιμο είναι μια χαρά, υπάρχουν ορισμένες στιγμές που αξίζουν τον κόπο, συνολικά όμως, βρίσκω το άλμπουμ οριακά πάνω από τη βάση και μάλλον είμαι επηρεασμένος από τις πολύ καλές συναυλίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια από τον Geoff Tate. Νομίζω ότι ήταν περισσότερο μία ανάγκη του καλλιτέχνη να εξωτερικεύσει τη μουσική που είχε μέσα του μετά από τόσες περιοδείες που έπαιζε το “Operation: Mindcrime”, παρά μία ανάγκη του οπαδού να ακούσει το τρίτο μέρος του, δίχως ουσιαστικό λόγο ύπαρξης και μ’ ένα, ρεαλιστικά μιλώντας, μέτριο αποτέλεσμα.
Με απόλυτη ψυχραιμία λοιπόν, ο βαθμός, στο ταβάνι του είναι…
5,5 / 10
Σάκης Φράγκος











