
O δίσκος ήταν σαφώς και προσανατολισμένος στο εμπορικό hard rock και ελάχιστα θύμιζε τον ήχο των πρώτων χρόνων, παρόλα αυτά περιέχει μερικές καλές συνθέσεις σε αυτό τον ήχο. Το μελωδικό ομότιτλο κομμάτι δεν είναι καθόλου άσχημο και κυκλοφόρησε και σαν single, επίσης τo “Are you ready” φέρνει κάτι από την “αλητεία” της πρώτης εποχής τους (το αίμα νερό δεν γίνεται). To ρυθμικό “Something for nothing” καθώς και η διασκευή στο “Do you love me” των ΚΙSS κλείνουν την πρώτη πλευρά. Το εμπορικό “I want you back” θα μπορούσε να γίνει hit με την ανάλογη προώθηση, το “Nasty nasty” είναι γκαζιάρικο και ωραίο ενώ πολύ πιασάρικο και ικανοποιητικά ωραίο είναι το “Love is a lie”.
Η δισκογραφική τους αποφάσισε να κυκλοφορήσει τον δίσκο μόνο στην Αμερική αλλά χωρίς να το στηρίξει στον τομέα του marketing. Η μπάντα ήλπιζε ότι σύντομα ο δίσκος θα κυκλοφορούσε και την πατρίδα τους την Βρετανία, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ μιας και η εταιρία δεν έδειξε παρά ελάχιστο ενδιαφέρον γι’ αυτό, από την αρχή κιόλας της κυκλοφορίας του. Οι λίγες κόπιες που έφτασαν στην πατρίδα τους ήταν σαν δίσκος εισαγωγής και το κοινό στο νησί δεν έδειξε να το εκτιμά ιδιαίτερα.
Η μπάντα προσπάθησε από την δική της πλευρά να προωθήσει τον δίσκο με τον τρόπο που γνώριζαν πολύ καλά, τις συναυλίες. Θα παίξουν με τους ΗΑΝOI ROCKS στην Βρετανία και μετά θα ακολουθήσουν τους DEEP PURPLE στην παγκόσμια περιοδεία τους. Επίσης θα παίξουν support με τους MAGNUM προς τα τέλη της χρονιάς και θα κυκλοφορήσουν και ένα live video από την περιοδεία αυτήν.
Ο δίσκος σαφώς και πάτωσε εμπορικά και σαν αποτέλεσμα αυτού η νεοφερμένη τραγουδίστρια Jackie Bodimead θα εγκαταλείψει το σχήμα μετά το πέρας της περιοδείας. Επίσης η δισκογραφική τους εταιρία αφού δεν πήρε τα εμπορικά αποτελέσματα που ήλπιζε να πάρει, αποφασίζει και αυτή να τους αποδεσμεύσει με το σχήμα πλέον να βρίσκεται στο απόλυτο κενό. Η αρχηγός του σχήματος Kim Mc Aullife χρόνια αργότερα θα αναφέρει “είχαμε χάσει εντελώς τα μυαλά μας, υπήρχαν κάποια καλά κομμάτια στον δίσκο αλλά δεν αντιπροσώπευαν τον ήχο τους σχήματος. Με όλες αυτές τις αλλαγές των μελών θα έπρεπε να είχαμε αλλάξει όνομα αλλά η δισκογραφική μας είχε δώσει πολλά χρήματα εξ αρχής. Είχαμε επίσης αποκοπεί από τον τύπο που μας είχε αρχικά υπογράψει στην εταιρία και όταν προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε με τα γραφεία τους στην Να Υόρκη, κανείς εκεί δεν ήξερε ποιες ήμασταν εκείνη την περίοδο”.
Η μπάντα δεν θα το βάλει όμως κάτω και θα περιοδεύσει σε όλη την Βρετανία στα τέλη του 1985 με σκοπό να ξανακερδίσει τους οπαδούς της και στις αρχές του 1986 με προτροπή του Lemmy θα υπογράψουν στην GWR, δισκογραφική εταιρία και των ΜΟΤΟRHEAD εκείνη την περίοδο.
40 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Running wild” μας θυμίζει την δύσκολη περίοδο της μπάντας εκείνα τα χρόνια και η ύπαρξή του προσφέρεται περισσότερο γι’ αυτόν τον σκοπό παρά για τον μουσικό του πλούτο, παρόλο που όπως ανέφερα παραπάνω έχει και τις καλές του στιγμές αλλά πέρα από τους φανατικούς που θέλουν να τα έχουν όλα δύσκολα προτείνεται σε οποιονδήποτε άλλον πέρα ίσως από τους οπαδούς του εμπορικού hard rock της εποχής. Οι υπόλοιποι καλό είναι να αρχίσουν με τα τρία πρώτα τους άλμπουμ, εκεί που κατέθεσαν και αυτές με την συμβολή τους το δικό τους λιθαράκι στην αναγέννηση του heavy metal της δεκαετίας του ‘80.
Γιάννης Παπαευθυμίου














