A day to remember… 14/2 [SLASH’S SNAKEPIT]

0
4








"/>



Ο Dover μπήκε τόσο γρήγορα στο κλίμα, που έγραψε – σε συνεργασία με τον Duff McKagan –  και το πρώτο single που έμελλε να βγει από αυτή την δουλειά, με τίτλο “Beggars and Hangers-On”. Πέρα από τον McKagan (που βοήθησε ποικιλοτρόπως σε αυτό το εγχείρημα) και τον Sorum (που ήταν ο ντράμερ του σχήματος), άλλοι από την οικογένεια των GUNS N’ ROSES που πήραν μέρος σε αυτό το project ήταν ο Dizzy Reed (πλήκτρα), ο «δικός μας» Terry Andreadis (φυσαρμόνικα) και ο Paulinho da Costa (κρουστά). Τους στίχους έγραψαν οι Dover και Slash, με τον κιθαρίστα να βοηθάει και τον Clink στην παραγωγή.

Αρχικά ο κιθαρίστας δεν επιθυμούσε να χρησιμοποιηθεί το όνομα του στο νέο σχήμα, όμως η εταιρεία τους, Geffen Records, επέμεινε, με αποτέλεσμα να βαπτιστούν SLASH’S SNAKEPIT, αντί για σκέτο SNAKEPIT. Όσο για τον τίτλο, προήλθε από μία ατάκα που άκουσε μια νύχτα σε ένα αεροδρόμιο, όταν ένας πελάτης στο μπαρ του αεροδρομίου ζήτησε ένα μπουκάλι ουίσκι και ο μπάρμαν αρνήθηκε να σερβίρει, διότι υπήρχε απαγόρευση πώλησης αλκοόλ πριν τις 5 τα ξημερώματα. Η φράση αυτή (την οποία ίσως να την είπε και ο ίδιος ο Slash) ήταν “It’s five o’clock somewhere”. Το εξώφυλλο σχεδίασε ο αδελφός του Slash, Ash Hudson.

Κάπως έτσι, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, 30 χρόνια πριν, κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του lead κιθαρίστα των GUNS N’ ROSES, ως SLASH’S SNAKEPIT, με τίτλο “It’s five o’clock somewhere”. Μουσικά, συνδύαζε στοιχεία hard rock, blues, southern rock, punk και pop rock, χωρίς πολλά φτιασιδώματα και παρόλο που δεν είχε τα τεράστια hits, ήταν καθόλα αξιοπρεπές και πατάει περισσότερο στη νοοτροπία του “Appetite for destruction” παρά στα δύο “Use your illusion”, χωρίς βέβαια να προσπαθεί να ανταγωνιστεί τους GUNS N’ ROSES. Ίσως κάπως έτσι να ακουγόταν και το επερχόμενο άλμπουμ τους, εφόσον ο Axl δεν είχε απορρίψει τα demos του Slash.

Αν και 14 τραγούδια γεμίζουν ασφυκτικά ένα δίσκο διάρκειας περίπου 70 λεπτών, το αποτέλεσμα ρέει ομαλά, με τον Slash να λάμπει με τις εμπνεύσεις και την δεξιοτεχνία του καθ’ όλη την διάρκεια του “It’s five o ‘clock somewhere”.

Έτσι έχουμε το “Neither can I” που με δίνει μία πρόγευση για το άλμπουμ, με έναν αργό ρυθμό που οδηγεί σταδιακά σε ένα δυναμικό ρεφρέν. Με περισσότερη ενέργεια ακολουθεί το “Dime store rock”, φορτισμένο τόσο από τα ντραμς του Matt Sorum όσο και τα χαρακτηριστικά σόλο του Slash. Ο οποίος δείχνει πως είναι εξαιρετικά ταλαντούχος και στην slide κιθάρα στο single “Beggars & hangers-on”, το οποίο, χάρη στα εκφραστικά φωνητικά του Eric Dover, καθίσταται ως ένα από τα βασικά τραγούδια του άλμπουμ.

Οι συνεισφορές του Gilby Clarke ακούγονται στα “Good to be alive” και “Monkey chow”, ενώ ο Matt Sorum συνέγραψε τo “What do you want to be” και το γρήγορο “Soma City ward”. Ένα ακόμα τραγούδι του άλμπουμ που αναδεικνύεται η κιθάρα του Slash, σε συνεργασία με τον Mike Inez είναι το ορχηστρικό “Jizz da pit”. Αρχικά, ορχηστρικό ήταν και το “Be the ball”, εμπνευσμένο από ένα φλιπεράκι των GUNS N’ ROSES. Στο “Lower” (όχι το πτυχίο) ακούμε μία πιο ψυχεδελική πρόταση, ενώ στιχουργικά αναφέρεται στις αυτοκτονίες του τραγουδιστή των NIRVANA, Kurt Cobain και της ηθοποιού ταινιών πορνό, Savannah, που έφυγαν με διαφορά τριών μηνών, τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 1994, αντίστοιχα.

Το “Take it away” συμπληρώνει τίμια το άλμπουμ, ενώ ο Slash επιδεικνύει ξανά το αστείρευτο ταλέντο του μέσα από τραγούδια όπως τα “Doin’ fine”, “I hate everybody (But you)” και το “Back and forth again” που κλείνει το άλμπουμ α λα LYNYRD SKYNYRD, με τον Dizzy Reed να κάνει την εισαγωγή με τα πλήκτρα του και τον αγαπημένο κιθαρίστα να μας χαρίζει ακόμη ένα συγκλονιστικό σόλο. Αν θέλει κάποιος να συνοψίσει το τελικό προϊόν, θα μπορούσε να πει ότι το άλμπουμ παρουσιάζει ένα συμπαγές σύνολο που χτίζεται γύρω από τον χαρακτηριστικό ήχο του Slash, πλαισιωμένο από μια δεμένη και ισορροπημένη μπάντα.

Για τα δύο singles, τα “Beggars and Hangers-on” και “Good to Be Alive” γυρίστηκαν και σχετικά βιντεοκλίπ. Με το που κυκλοφόρησε το “It’s five o’ clock somewhere” ανέβηκε μέχρι το νο. 70 του αμερικανικού Billboard, αλλά πολύ περισσότερη αίσθηση έκανε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πήγε στο νο. 15 των charts. Πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο τεμάχια στις ΗΠΑ, σχεδόν όσα και το “The spaghetti incident?”, κάτι που σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε από την Geffen, ούτε από τους υπόλοιπους GUNS N’ ROSES και τον Axl Rose.

Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ και με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση μέσω της Geffen, οι Slash’s Snakepit ξεκίνησαν περιοδεία στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Ο Slash αναζωογονήθηκε ξανά μέσα από τις πιο μικρές και κλειστές συναυλίες, δηλώνοντας ότι η εμπειρία τον βοήθησε να ξαναβρεί την αγάπη του για τη μουσική. «Ήταν απλά διασκέδαση, χωρίς δράματα. Κλείναμε συναυλίες, εμφανιζόμασταν και παίζαμε» ανέφερε. Σημειώνεται πως λόγω λοιπών ειλημμένων υποχρεώσεων, οι Mike Inez και Matt Sorum δεν συμμετείχαν στην περιοδεία και αντικαταστάθηκαν από τους James LoMenzo (μπάσο) και Brian Tichy (ντραμς).

Πάντως, σε εκείνο το σημείο και παρά την αρχική στήριξη της Geffen για την περιοδεία, η εταιρεία απέσυρε τη χρηματοδότηση όταν ο Axl Rose ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ξεκινήσει νέο άλμπουμ των GUNS N’ ROSES. Ο Slash ενημερώθηκε ότι η περιοδεία έπρεπε να λήξει, καθώς η δισκογραφική θεωρούσε ότι το άλμπουμ είχε ήδη αποφέρει κέρδος με πωλήσεις άνω του ενός εκατομμυρίου αντιτύπων.

Με την παύση της περιοδείας, οι Slash’s Snakepit διαλύθηκαν. Ωστόσο, το 1996, μετά την επίσημη αποχώρησή του από τους GUNS N’ ROSES, ο Slash επανάφερε το συγκρότημα με νέα σύνθεση (στην οποία περιλαμβανόταν και ο γνωστός από τις συχνές επισκέψεις του στην χώρα μας, κιθαρίστας του Alice Cooper, Ryan Roxie) και επεδίωξε περαιτέρω το μουσικό του όραμα, με όχημα το προσωπικό του σχήμα και προορισμό την εκδήλωση της ατόφιας μουσικής και καλλιτεχνικής του έκφρασης, μακριά από περιορισμούς και τοξικότητες.

Κώστας Τσιρανίδης