AC/DC – “Back in black” – Worst to best

0
64
AC/DC










"/>





AC/DC

Ελάχιστα άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής έχουν αποθεωθεί όπως το “Back in black” των AC/DC. Κυκλοφορώντας μόλις πέντε μήνες μετά τον θάνατο του εμβληματικού τους frontman, Bon Scott, ο έβδομος στούντιο δίσκος των Αυστραλών, δεν βγήκε απλώς ουρλιάζοντας για επιβίωση, αλλά, καταγράφηκε ως η μεγαλύτερη επιστροφή rock συγκροτήματος από τα τάρταρα της αβεβαιότητας. Με τον Brian Johnson να αποδεικνύεται ιδανικός διάδοχος του Bon Scott και τον παραγωγό John “Mutt” Lange να τελειοποιεί τον ήχο της μπάντας χωρίς να θυσιάζει την ακατέργαστη ενέργειά της, οι AC/DC δημιούργησαν έναν δίσκο που ξεπέρασε τα όρια του hard rock και εξελίχθηκε σε παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο.

Παρ’ όλο που το “Back in black” περιλαμβάνει κάποιους από τους σπουδαιότερους rock ύμνους όλων των εποχών, ακόμα και οι πιο «αδύναμες» στιγμές του θα αποτελούσαν την κορυφαία στιγμή στην δισκογραφία πολλών συγκροτημάτων. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι μια αντικειμενική αξιολόγηση, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Είναι η προσωπική μου προσπάθεια να βάλω σε σειρά δέκα τραγούδια που, το καθένα με τον δικό του τρόπο, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός από τους σημαντικότερους δίσκους στην ιστορία της μουσικής.

The “Back in black” countdown:

  1. Shake a leg”

Το να χαρακτηρίσει κανείς το “Shake a leg” ως το πιο αδύναμο τραγούδι του “Back in black” μοιάζει σχεδόν άδικο. Σε οποιονδήποτε άλλο δίσκο των AC/DC θα βρισκόταν άνετα στο επάνω μισό της κατάταξης. Εδώ, απλώς, έχει την ατυχία να συνυπάρχει με εννέα τραγούδια που άφησαν μεγαλύτερο αποτύπωμα.
Με τα χρόνια, πάντως, η εκτίμηση προς το “Shake a leg” μεγάλωσε. Οι περιστασιακοί ακροατές συχνά το προσπερνούν, εν μέρει επειδή το συγκρότημα το έπαιξε ζωντανά μόλις μία φορά. Οι παλαιότεροι οπαδοί, αντίθετα, το αντιμετωπίζουν ως ένα από τα πιο αδικημένα deep cuts του δίσκου.
Ο Angus Young βρίσκεται εδώ σε εξαιρετική φόρμα. Τα σόλο του συγκαταλέγονται στα πιο απαιτητικά που ηχογράφησε ποτέ, αποδεικνύοντας ότι πίσω από τον φαινομενικά λιτό ήχο των AC/DC υπήρχε πάντοτε πολύ μεγαλύτερη τεχνική κατάρτιση απ’ όση συνήθως της αναγνωρίζεται.
Εκεί βρίσκεται και ο λόγος που καταλήγει τελευταίο στην κατάταξη. Παρά τη δύναμή του, δεν έχει εκείνο το ένα χαρακτηριστικό ρεφρέν ή τη στιγμή που κάνει τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου άμεσα αναγνωρίσιμα.

  1. “Have a drink on me”

Ελάχιστα τραγούδια στη δισκογραφία των AC/DC κουβαλούν τόση πικρή ειρωνεία όσο το “Have a drink on me”. Κυκλοφόρησε λίγους μόλις μήνες μετά τον θάνατο του Bon Scott από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, γεγονός που έκανε αρκετούς να θεωρήσουν τον τίτλο του τουλάχιστον ατυχή. Ωστόσο, ο Bon είχε ήδη συμμετάσχει στις πρώτες πρόβες ιδεών που αργότερα εξελίχθηκαν στο τραγούδι. Έτσι, αντί να ακούγεται ως μια άστοχη πρόκληση, λειτουργεί τελικά περισσότερο ως φόρος τιμής στον Bon Scott και στη φιλοσοφία ζωής που τους χαρακτήριζε πάντα: να μη λυγίζουν μπροστά στις δυσκολίες.
Μουσικά, αποτελεί ένα από τα πιο αβίαστα και κεφάτα τραγούδια του δίσκου. Ο Malcolm Young κρατά ακούραστα τον ρυθμό, ο Phil Rudd αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσα μπορεί να πετύχει με ελάχιστες κινήσεις, ενώ ο Brian Johnson ακούγεται πιο χαλαρός από οποιοδήποτε άλλο σημείο του άλμπουμ. Είναι από εκείνα τα κομμάτια που στηρίζονται περισσότερο στο groove και στη χημεία της μπάντας παρά σε κάποια μεγάλη συνθετική κορύφωση. Ίσως γι’ αυτό να μην κατατάσσεται ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές του “Back in black”. Όχι επειδή υστερεί ποιοτικά, αλλά επειδή δεν διαθέτει εκείνη τη μία συνθετική ιδέα που μετατρέπει ένα πολύ καλό τραγούδι σε διαχρονικό σημείο αναφοράς.

  1. “Givin’ the dog a bone”

Αν υπάρχει ένα τραγούδι που διατηρεί περισσότερο από κάθε άλλο το πνεύμα της εποχής του Bon Scott, αυτό είναι το “Givin’ the dog a bone”. Θρασύ, προκλητικό και γεμάτο σεξουαλικά υπονοούμενα, μοιάζει να κουβαλά το ίδιο σκωπτικό πνεύμα που χαρακτήριζε τον Bon Scott. Ο Brian Johnson, όμως, αποφεύγει να τον μιμηθεί. Από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του δείχνει ότι μπορεί να υπηρετήσει το ύφος των AC/DC χωρίς να αντιγράφει τον προκάτοχο του.
Οι αδελφοί Young χτίζουν ένα από τα πιο βρώμικα boogie riffs του άλμπουμ και ολόκληρη η σύνθεση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο groove της, στοιχείο που την έχει αναδείξει σε αγαπημένο deep cut για πολλούς οπαδούς.. Αυτό είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αλλά και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Το τραγούδι δεν εξελίσσεται ιδιαίτερα. Προτιμά να σε παρασύρει με τον ρυθμό του αντί να σε εκπλήξει. Ίσως να μην έχει τη δραματικότητα ή την ιστορική σημασία άλλων συνθέσεων του δίσκου, όμως δύσκολα μπορεί κανείς να αντισταθεί στην ενέργεια που εκπέμπει.

  1. “Rock and roll ain’t noise pollution”

Το να κλείσεις έναν δίσκο όπως το “Back in black” αποτελεί σχεδόν … mission impossible. Οι AC/DC, όμως, σκεπτόμενοι έξυπνα, αντί να επιχειρήσουν ακόμη μία έκρηξη έντασης, προτίμησαν να ολοκληρώσουν την επιστροφή τους με έναν διαφορετικό τρόπο.
Το “Rock and roll ain’t noise pollution” στηρίζεται σε ένα χαλαρό, bluesy groove που επιτρέπει στην μπάντα να αναπνεύσει μετά από σχεδόν σαράντα λεπτά αδιάκοπης έντασης. Η χαρακτηριστική εισαγωγή, όπου ο Brian Johnson ανάβει ένα τσιγάρο πριν ξεκινήσει να τραγουδά, γεννήθηκε έπειτα από προτροπή του “Mutt” Lange μέσα στο στούντιο και ενίσχυσε την αίσθηση αυθορμητισμού.
Πέρα όμως από τη μουσική του αξία, το κομμάτι αποτελεί ουσιαστικά τη διακήρυξη αρχών των AC/DC. Οι στίχοι δεν υπερασπίζονται μόνο το rock απέναντι στους επικριτές του. Υπερασπίζονται και το ίδιο το συγκρότημα, που είχε λοιδορηθεί από διάφορους επαγγελματίες πουριτανούς, αλλά τελικά απέδειξε ότι μπορούσε να επιβιώσει ακόμη και μετά από την απώλεια του τραγουδιστή τους. Η περίφημη φράση “..rock and roll will never die…” λειτουργεί σαν επίλογος ολόκληρης της ιστορίας του δίσκου. Ορισμένοι θεωρούν ότι ο χαμηλότερος ρυθμός μειώνει ελαφρώς την ένταση του φινάλε. Προσωπικά συμμερίζομαι την αντίθετη άποψη. Χωρίς αυτή τη στιγμή ωριμότητας, το “Back in black” δεν θα ολοκληρωνόταν με την ίδια αφηγηματική πληρότητα.

  1. “Let me put my love into you”

Το ότι ένα από τα προσωπικά μου αγαπημένα τραγούδια των AC/DC σταματά εδώ, λέει περισσότερα για το επίπεδο του “Back in black” παρά για το ίδιο το κομμάτι. Και επιτρέψτε μου να πω ότι ανάμεσα σε όλα τα τραγούδια του δίσκου, τούτο εδώ παραμένει ίσως το πιο παρεξηγημένο. Είναι μία από τις ελάχιστες φορές που οι AC/DC απομακρύνονται από τη διαρκή επίθεση των riffs και επιλέγουν να χτίσουν την ένταση με πιο αργό και μεθοδικό τρόπο. Σχεδόν σαν … μπαλάντα!
Η παραγωγή του Lange παίζει καθοριστικό ρόλο. Αντί να γεμίσει τον ήχο με περιττές λεπτομέρειες, αφήνει χώρο στα όργανα να ακουστούν. Η κιθάρα του Malcolm κρατά σφιχτά τον ρυθμό, ενώ ο Angus επιλέγει την εκφραστικότητα αντί της ταχύτητας, χαρίζοντας ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά σόλο του δίσκου. Ο Brian Johnson, από την πλευρά του, αποδεικνύει ότι είναι ένας τραγουδιστής που μπορεί εύκολα να ουρλιάζει σε ψηλές νότες, αλλά ταυτόχρονα να ελέγχει άψογα τη φωνή του, χαρίζοντας μας μια ερμηνεία γεμάτη ένταση και αισθησιασμό.
Παραδόξως, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε έναν από τους πιο επιτυχημένους δίσκους όλων των εποχών, το συγκρότημα δεν το παρουσίασε ποτέ ζωντανά. Αυτή η απουσία το κράτησε μακριά από τη συλλογική μνήμη του ευρύτερου κοινού, αλλά παράλληλα του χάρισε μια σχεδόν cult διάσταση μεταξύ των οπαδών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που το θεωρούν σήμερα το πιο υποτιμημένο τραγούδι του άλμπουμ.
Όσο περισσότερο ακούς το “Let me put my love into you”, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι οι AC/DC μπορούσαν να εκφραστούν με πολύ περισσότερες αποχρώσεις απ’ όσες συνήθως τους αποδίδονται.

 

  1. “What do you do for money honey”

Το “What do you do for money honey” αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πόσο αδυσώπητος είναι ο ανταγωνισμός μέσα στο “Back in black”. Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα γίνεται σαφές πόσο οι AC/DC έχουν ήδη τελειοποιήσει τη συνταγή τους.
Το riff είναι χαρακτηριστικό, ο Malcolm Young κυριαρχεί με τη γνωστή σιδερένια ακρίβεια στην ρυθμική κιθάρα, ο Phil Rudd παραδίδει ακόμη μία επίδειξη του μινιμαλιστικού αλλά αλάνθαστου groove του και ο Brian Johnson ακούγεται πλέον απολύτως άνετος στον νέο του ρόλο, παραδίδοντας με τους υπόλοιπους ένα ξεσηκώτικο ρεφραίν που σου τρυπά τα τύμπανα.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο αφορά τον ίδιο τον τίτλο. Η φράση “What do you do for money honey” υπήρχε ήδη από την εποχή του “Powerage” (1978), καθώς είχε προταθεί χρόνια νωρίτερα από τον παραγωγό τους και μεγαλύτερο αδελφό των Angus και Malcolm, George Young. Χρειάστηκε όμως να περάσει αρκετός καιρός μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη μουσική που θα την πλαισίωνε.
Αυτό που κάνει το τραγούδι να ξεχωρίζει είναι η οικονομία του. Δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με πολύπλοκες δομές ή τεχνικά ξεσπάσματα. Αντίθετα, βασίζεται αποκλειστικά στην αλληλεπίδραση των τεσσάρων μουσικών, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι οι AC/DC ήταν σπουδαίοι όχι επειδή έπαιζαν πολλά, αλλά επειδή ήξεραν ακριβώς τι έπρεπε να παίξουν.
Παρά το γεγονός ότι δεν απέκτησε ποτέ τη λάμψη των μεγάλων singles του άλμπουμ, οι παλαιότεροι, κυρίως, οπαδοί το θεωρούν μία από τις πιο ολοκληρωμένες «καθαρόαιμες» hard rock συνθέσεις του συγκροτήματος. Δεν είναι το τραγούδι που προσπαθεί να κλέψει την παράσταση αλλά είναι αυτό που υπηρετεί απόλυτα τον χαρακτήρα του δίσκου.

  1. “You shook me all night long”

Ακόμα και όταν έφτασα στην τελική τετράδα, δυσκολεύτηκα πολύ. Πήρα μια βαθιά ανάσα και άκουσα το ένστικτό μου και να επιλέξω για αυτή την θέση ένα τραγούδι που γεφυρώνει πολύ αποτελεσματικά τον mainstream ήχο με εκείνον του καταιγιστικού hard rock. Λίγα τραγούδια το έχουν καταφέρει αυτό τόσο καλά όσο το “You shook me all night long”.
Ήταν το πρώτο διεθνές hit των AC/DC με τον Brian Johnson, το τραγούδι που τους ξανασύστησε σε εκατομμύρια νέους ακροατές και εκείνο που εξακολουθεί να συγκεντρώνει ασύλληπτους αριθμούς ακροάσεων, περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του.
Ωστόσο, η τεράστια εμπορική του επιτυχία έχει δημιουργήσει και μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Στις κοινότητες των πιο αφοσιωμένων οπαδών, δεν θεωρείται πάντοτε το κορυφαίο τραγούδι του άλμπουμ. Πολλοί προτιμούν κάποια από τα τρία που θα ακολουθήσουν, θεωρώντας ότι το “You shook me all night long” είναι περισσότερο ένα άψογα κατασκευασμένο single παρά η απόλυτη κορύφωση του δίσκου. Αυτό, όμως, δεν μειώνει στο ελάχιστο την αξία του. Πρόκειται για υπόδειγμα συνθετικής ικανότητας. Το riff είναι απλό αλλά αποτελεσματικό, το ρεφρέν συγκαταλέγεται στα πιο αναγνωρίσιμα στην ιστορία του rock και ο Angus Young παραδίδει ακόμη ένα solo που αποδεικνύει πως η μελωδία και η αίσθηση έχουν μεγαλύτερη σημασία από την επίδειξη τεχνικής. Οι στίχοι διατηρούν τον χαρακτηριστικό ερωτισμό και το χιούμορ των AC/DC, αποδεικνύοντας ότι ο Brian Johnson είχε πλέον αφομοιώσει πλήρως το ύφος της μπάντας χωρίς να μιμείται τον Bon Scott.
Από ιστορικής πλευράς, η σημασία του τραγουδιού είναι τεράστια. Χωρίς αυτό, οι AC/DC πιθανότατα δεν θα είχαν διεισδύσει τόσο εύκολα στο ευρύτερο κοινό. Ήταν το κομμάτι που απέδειξε ότι η μπάντα δεν μπορούσε απλώς να αρκεστεί στο να επιβιώσει στην μετά Bon Scott εποχή, αλλά όφειλε για τον λαό της και την ιστορία, να εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες rock δυνάμεις όλων των εποχών.

  1. “Shoot to thrill”

Όσο σπουδαίο κι αν είναι το “You shook me all night long”, τρία τραγούδια του “Back in black” το ξεπερνούν. Κι αυτό από μόνο του δείχνει σε τι ύψος κινείται αυτός ο δίσκος. Ένα από αυτά είναι το “Shoot to thrill”, ίσως το πιο ολοκληρωμένο τραγούδι του άλμπουμ, καθώς αποτυπώνει ιδανικά την έννοια της «μπάντας» ως ενιαίου οργανισμού. Εδώ δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές. Κάθε μέλος υπηρετεί το τραγούδι με απόλυτη ακρίβεια.
Ο Malcolm Young χτίζει ένα από τα χαρακτηριστικότερα ρυθμικά μέρη της καριέρας του, αποδεικνύοντας γιατί θεωρείται από πολλούς συναδέλφους του ένας από τους κορυφαίους rhythm κιθαρίστες στην ιστορία του hard rock. Ο Phil Rudd, χωρίς ούτε μία περιττή νότα, δημιουργεί ένα groove σχεδόν υπνωτιστικό, ενώ ο μπασίστας Cliff Williams λειτουργεί ως ο αόρατος συνδετικός κρίκος που κρατά ολόκληρη τη σύνθεση δεμένη. Πάνω σε αυτή τη στέρεη βάση, ο Angus Young παραδίδει μία από τις πιο εμπνευσμένες ερμηνείες της καριέρας του, με σόλο που ισορροπούν ιδανικά ανάμεσα στο συναίσθημα των blues και της χαρακτηριστικής εκρηκτικότητας του μικρόσωμου διαβολάκου.
Σε αντίθεση με αρκετές κλασικές συνθέσεις των AC/DC, που βασίζονται κυρίως στη δύναμη ενός riff, το “Shoot to thrill” εξελίσσεται συνεχώς. Το instrumental μέρος, με τον Phil Rudd να κρατά τον παλμό της σύνθεσης για περίπου ένα λεπτό, δημιουργεί μια υποδειγματική κλιμάκωση πριν η μπάντα επιστρέψει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Είναι μία από τις πιο κινηματογραφικές στιγμές ολόκληρου του άλμπουμ.
Παρά το γεγονός ότι δεν αποτέλεσε εξαρχής το μεγαλύτερο single του δίσκου, η φήμη του μεγάλωσε σταθερά με τα χρόνια. Οι συνεχείς ζωντανές εκτελέσεις το καθιέρωσαν ως συναυλιακό ορόσημο, ενώ η χρήση του στο “Iron Man 2” το σύστησε σε μια νέα γενιά ακροατών. Η κινηματογραφική προβολή δεν δημιούργησε τη φήμη του, παρά υπενθύμισε σε πολύ περισσότερο κόσμο αυτό που οι οπαδοί των AC/DC γνώριζαν ήδη: ότι πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια που έγραψε ποτέ το συγκρότημα. Tο “Shoot to thrill” είναι η επιτομή της συλλογικής μουσικότητας των AC/DC.

  1. Hells bells”

Το καλοκαίρι του 1980 οι περισσότεροι πίστευαν ότι οι AC/DC δύσκολα θα μπορούσαν να συνεχίσουν μετά τον θάνατο του Bon Scott. Ο Brian Johnson ήταν σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό και η αμφισβήτηση ήταν αναπόφευκτη. Με άλλα λόγια, πολλοί άπιστοι Θωμάδες έβγαλαν την μπάντα ξοφλημένη. Και τότε χτύπησε η καμπάνα.
Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα γίνεται σαφές ότι τίποτα δεν πρόκειται να είναι συνηθισμένο. Ο ήχος της καμπάνας δεν λειτουργεί απλώς ως εντυπωσιακή εισαγωγή. Η μεγάλη καμπάνα χτυπάει για τον θάνατο, για το πένθος, αλλά και για την αναγέννηση. Οι αργές κιθάρες των Malcolm και Angus Young δημιουργούν μια σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα, η οποία κορυφώνεται όταν, ύστερα από περισσότερο από ένα λεπτό αναμονής, ο Brian Johnson εμφανίζεται αποφασισμένος να αποδείξει ότι η μπάντα όχι μόνο επέζησε, αλλά ήταν έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Η επιλογή να ανοίξει ο δίσκος με ένα τόσο σκοτεινό τραγούδι αποδείχθηκε ιδιοφυής. Αντί να αποφύγουν το θέμα του Bon Scott, οι AC/DC το αντιμετώπισαν κατά μέτωπο. Δεν έγραψαν μια θλιμμένη μπαλάντα ούτε προσπάθησαν να συγκινήσουν εύκολα το κοινό. Το “Hells bells” αναγνωρίζει την απώλεια, αλλά αρνείται να παραδοθεί σε αυτήν. Είναι ένας ύμνος επιβίωσης κόντρα στον θάνατο.
Η παραγωγή του Lange βρίσκεται εδώ στο απόγειό της. Κάθε όργανο ακούγεται πεντακάθαρα, η δυναμική χτίζεται υπομονετικά και το σόλο του Angus αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη επειδή προηγείται μια τόσο μεγάλη περίοδος συγκρατημένης στεναχώριας και απογοήτευσης. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και δεκαετίες αποτελεί μία από τις σταθερές επιλογές του συγκροτήματος για το άνοιγμα των συναυλιών του. Πολύ λίγα τραγούδια μπορούν να δημιουργήσουν τέτοια προσμονή πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη νότα. Προσωπικά ανήκω σε όσους θεωρούν το “Hells bells” το κορυφαίο τραγούδι των AC/DC. Ίσως επειδή κάθε φορά που το ακούω να συνοδεύει την είσοδο της ομάδας μου στο γήπεδο, θυμάμαι πόσο μοναδικά μετατρέπει την προσμονή σε έκρηξη. Και η αλήθεια είναι ότι, αν δεν υπήρχε στον ίδιο δίσκο το νο. 1 αυτής της κατάταξης, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει.

 

  1. Back in black”

Υπάρχουν τραγούδια που γίνονται επιτυχίες. Υπάρχουν τραγούδια που χαρακτηρίζονται κλασικά. Και υπάρχουν και τραγούδια που ξεπερνούν τα όρια της μουσικής και μετατρέπονται σε παγκόσμια πολιτισμικά σύμβολα. Το “Back in black” ανήκει αναμφίβολα στην τελευταία κατηγορία.
Η ιδιοφυΐα του βρίσκεται στην απλότητά του. Το εμβληματικό riff του Angus και του Malcolm Young δεν είναι τεχνικά δύσκολο. Δεν βασίζεται στην ταχύτητα ούτε στον εντυπωσιασμό. Κι όμως, ελάχιστες κιθαριστικές φράσεις στην ιστορία του rock έχουν αναγνωριστεί τόσο άμεσα από τόσες διαφορετικές γενιές ακροατών. Είναι από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου κάθε νότα βρίσκεται ακριβώς στη θέση που πρέπει και τίποτα δεν περισσεύει. Πίσω όμως από το θρυλικό riff κρύβεται μια πολύ βαθύτερη ιστορία. Οι AC/DC θα μπορούσαν εύκολα να ηχογραφήσουν έναν δίσκο γεμάτο δάκρυα, θυμό και απογοήτευση για τον Bon Scott. Αντί γι’ αυτό, επέλεξαν να τον τιμήσουν με τον τρόπο που πιθανότατα θα επιθυμούσε και ο ίδιος, συνεχίζοντας να γράφουν σπουδαία rock τραγούδια. Οι στίχοι του Brian Johnson δεν μιλούν για απώλεια. Μιλούν για επιβίωση, επιστροφή και αθανασία. Η περίφημη φράση “…forget the hearse, ’cause I never die…” συμπυκνώνει ιδανικά ολόκληρη τη φιλοσοφία του άλμπουμ.
Ο Brian Johnson πέτυχε εδώ κάτι σχεδόν αδιανόητο. Δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει ο νέος Bon Scott. Δημιούργησε τη δική του ταυτότητα μέσα από μία ερμηνεία που σήμερα θεωρείται πλέον εξίσου εμβληματική. Παράλληλα, ο Malcolm Young παραδίδει ίσως την σημαντικότερη στιγμή της καριέρας του, ενώ ο Angus αποδεικνύει γιατί θεωρείται ένας από τους πιο «εύστοχους» rock κιθαρίστες όλων των εποχών. Το σόλο του είναι υποδειγματικό επειδή λέει ακριβώς όσα χρειάζεται, ούτε μία νότα παραπάνω. Ο Mutt Lange ολοκληρώνει το θαύμα με μια παραγωγή που παραμένει σημείο αναφοράς για οτιδήποτε ακολούθησε, καθώς κάθε παύση, κάθε χτύπημα των τυμπάνων, κάθε κιθαριστική απάντηση και κάθε φωνητική γραμμή υπηρετούν έναν και μοναδικό σκοπό: να κάνουν το τραγούδι όσο πιο αποτελεσματικό γίνεται, δίχως το παραμικρό ίχνος υπερβολής ή επιτήδευσης.
Η ιστορική σημασία του “Back in black” είναι σχεδόν αδύνατο να αποτιμηθεί πλήρως. Αποτελεί το κεντρικό σημείο ενός από τους πιο εντυπωσιακούς επαναπροσδιορισμούς στην ιστορία της μουσικής. Χωρίς αυτό, το ομώνυμο άλμπουμ θα ήταν απλώς ένας από τους κορυφαίους hard rock δίσκους όλων των εποχών. Με αυτό, ξεπέρασε τα όρια του είδους και έγινε θρύλος.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here