Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 172

NEVERMORE – “The obsidian conspiracy” – Worst to best

0
Nevermore

Nevermore

Υπάρχουν άλμπουμ, των οποίων η αξία δεν είναι τόσο η καλλιτεχνική τους, αλλά το γεγονός ότι έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα δικό τους, ιδιαίτερο, στις καρδιές των ακροατών. Ακροατών που όταν ήρθαν πρώτη φορά σε επαφή με αυτά τα άλμπουμ, ίσως δεν τα αγάπησαν ή δεν τα θεώρησαν απαραίτητα “καλά”. Η ιστορία όμως, τραγική πολλές φορές, έρχεται να ανεβάσει τα άλμπουμ αυτά σε ένα στάτους αθανασίας, όχι γιατί είναι τα καλύτερα που κυκλοφόρησε η εκάστοτε μπάντα, που έχει στον κατάλογο της κάποια από αυτές τις σημαδιακές  αν θέλετε κυκλοφορίες, αλλά γιατί είναι συνδεδεμένες με κάποιο περιστατικό ή με κάποιο γεγονός, το οποίο δύσκολα θα είχε κάποιος στο μυαλό του την ημέρα που τα άλμπουμ αυτά, έφτασαν στα χέρια του κοινού.

Ένα από αυτά τα άλμπουμ, είναι και το “The obsidian conspiracy” των σπουδαίων όσο και ιδιαίτερων NEVERMORE.

Αν πιάσουμε το άλμπουμ και προσπαθήσουμε να το συγκρίνουμε με κάποια από τις προηγούμενες δουλειές της μπάντας, θα το βρούμε ίσως πιο απλό, λιγότερο δυναμικό, λιγότερο εμπνευσμένο. Κουρασμένο, σε σχέση με τέρατα όπως το “Dreaming neon black” ας πούμε. Θέλετε τα προβλήματα με τις δισκογραφικές που πίεζαν, θέλετε τα προβλήματα μεταξύ των μελών της μπάντας, θέλετε οι προσωπικοί δαίμονες κυρίως του Warrel, έδωσαν ένα αποτέλεσμα κατώτερο των προσδοκιών, από ένα συγκρότημα που κακά τα ψέματα, έδωσε ανάσα στο metal της εποχής. Ποιοτική ανάσα, δυναμική, με προσωπικότητα και ταυτότητα, όχι σούπες για ευρεία κατανάλωση.

Βλέπετε, παρά τις Κασσάνδρες που ήθελαν το metal να πεθαίνει, λόγω της grunge παρένθεσης των 90s, ο πραγματικός κίνδυνος για το metal, είναι το γεγονός ότι δεν γεννά εύκολα μπάντες όπως οι NEVERMORE. Οπότε ναι, το κενό που αφήνουν πίσω τους, δεν αναπληρώνεται εύκολα. Καθόλου μάλιστα. Seattle. Η πόλη που γέννησε τους NIRVANA, και η πόλη που γέννησε τους NEVERMORE. Οι υποτιθέμενοι καταστροφείς και οι δεδομένα αιμοδότες.

Το “The obsidian conspiracy”, δεν είναι το άλμπουμ που προσέθεσε κάτι στην μουσική κληρονομιά των NEVERMORE, είναι όμως κάτι άλλο. Είναι το τελευταίο άλμπουμ τους. Και μπορεί το σχήμα μετά την κυκλοφορία του να ήταν ούτως ή άλλως σε stand by κατάσταση, όμως το οριστικό τέλος των NEVERMORE, τουλάχιστον με την μορφή που μεγαλούργησαν και αγαπήθηκαν, ήρθε με τον θάνατο του Warrel Dane. Ενός από τους πλέον χαρισματικούς τραγουδιστές και ερμηνευτές, όχι μόνο της γενιάς του αλλά και ναι, γενικότερα. Η φωνή των NEVERMORE, δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά. Εδώ, έδωσε την τελευταία της παράσταση. Εδώ, για τελευταία φορά, ξεδιπλώθηκε, ταξίδεψε, σημάδεψε. Μπορεί να ακούγεται ελαφρώς κουρασμένος, μπορεί μετά την παύση των NEVERMORE  να συνέχισε και να μην είναι αυτός ο δίσκος το κύκνειο άσμα του Warrel, όμως είναι το κύκνειο άσμα των NEVERMORE. Μίας μπάντας που θα μπορούσε να συνεχίσει να προσφέρει. Reunion άλλωστε γίνονται κάθε Τρίτη και Παρασκευή μετά τις 23:00. Οι NEVERMORE όμως, δεν θα έχουν αυτό το δικαίωμα.

Αυτό λοιπόν είναι αυτό που κάνει το “The obsidian conspiracy” σημαντικό. Το γεγονός ότι είναι η αυλαία. Το τέλος. Και μόνο γι’ έχει χώρο και στην ιστορία των NEVERMORE, αλλά κυρίως στις καρδιές μας. Ας θυμηθούμε τα τραγούδια του, σε μια σειρά που προφανώς αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τον γράφονται και μακάρι και κάποιους από εσάς.

“The obsidian conspiracy” countdown:

  1. “And the maiden spoke” (5.00)

Το τρίτο μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου και ίσως αυτό να είναι η αχίλλειος πτέρνα του. Αν ήταν λίγο μικρότερο από τα πέντε λεπτά της διάρκειας του, ίσως ήταν λίγο παραπάνω στην συγκεκριμένη λίστα. Ακούγεται φλύαρο και δεν υπάρχει λόγος.

  1. “Without morals” (4.19)

Θα μπορούσε να είναι και στην δέκατη θέση, αλλά είναι μικρότερο και ίσως γι’ αυτό, λιγότερο κουραστικό. Ενώ η κεντρική ιδέα και το riff είναι πολύ καλά, κάπου χάνεται.

  1. “The day you built the wall” (4.23)

Στιχουργικά, υπέροχο. Μουσικά, σε ένα μοτίβο ολόκληρο το κομμάτι. Παράξενο βάθος, σκοτεινό μεν, αλλά όχι πειστικό. Είναι αυτό το συνεχόμενο πρόβλημα στο άλμπουμ, κάτι φαίνεται να είναι ημιτελές.

  1. “The blue marble and the new soul” (4.41)

Όπως και στο παραπάνω, ενώ ναι, είναι τραγούδι που φυσικά θα το προσέξεις, κάπου πάλι φαίνεται ότι δεν επιτελεί τον σκοπό του, δεν τελειώνει αυτό που θέλει να πει, αφήνει τον ακροατή στο περίμενε, χωρίς να κάνει το παραπάνω βήμα.

  1. “Moonrise (through mirrors of death)” (4.03)

Επιτέλους, NEVERMORE. Όχι στην καλύτερη στιγμή τους, ούτε στην καλύτερη στιγμή του άλμπουμ καν, αλλά επιτέλους, φαίνεται κάπως ο λόγος γιατί μας λείπουν τόσο.

  1. She comes in colors” (5.34)

Το μακροσκελέστερο κομμάτι του δίσκου, το οποίο μόνο βαρετό δεν είναι. Ο πήχης έχει ανέβει, η δημιουργικότητα είναι παρούσα, η αλληγορία το ίδιο.  Από εδώ και εξής, τα υπόλοιπα κομμάτια, είναι αντάξια του βαρέως ονόματος που κουβαλούν.

  1. “Your poison throne” (3.54)

Ναι πάει και παραπάνω, σίγουρα πάει και παραπάνω. Βομβαρδισμός, αμεσότητα, catchy, δυναμικό, με ταχύτητα, εναλλαγές. Άλλωστε, πόσο κακό να είναι ένα άλμπουμ των NEVERMORE, απλά έχει κακές στιγμές. Αυτή, δεν είναι μια από αυτές.

  1. “The termination proclamation” (3.12)

Ανοίγει το άλμπουμ και παίρνει κεφάλια. Πολύ δυνατό μπάσιμο, πολύ επιθετικό riff-αρισμα, οργή, αντίδραση, εξωτερίκευση εσωτερικών απωθημένων. Ίσως το καλύτερο opener που θα μπορούσε να έχει το συγκεκριμένο άλμπουμ. Είναι σε αυτήν την θέση, γιατί τις δύο πρώτες, θα τις πάρουν τα εναπομείναντα δύο κομμάτια, για συγκεκριμένους λόγους. Θα τους πούμε παρακάτω.

  1. “Emptiness unobstructed” (4.39)

Ίσως δεν είναι το δεύτερο καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ (υποκειμενικά είναι), είναι όμως το κομμάτι που σου μένει απόλυτα στο μυαλό. Έχει μέρος της μαγείας των NEVERMORE ανόθευτη. Μπαίνει χωρίς περιστροφές, με τον Warrel να τραγουδά ξεκινά άμεσα, χωρίς εισαγωγή, χωρίς τίποτα, παρά μόνο αυτήν την δική τους μαγεία. Στο βίντεο δε που το συνόδευε, η ιαχή NEVERMORE, NEVERMORE, NEVERMORE, από τον κόσμο, συμβάλει τα μέγιστα στην ανόρθωση κάθε τρίχας του σώματος.

  1. “The obsidian conspiracy” (5.16)

Όπως και το προηγούμενο, ίσως να μην είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου ο οποίος φέρει το όνομά του. Είναι όμως το τελευταίο κομμάτι του δίσκου. Το τελευταίο κομμάτι των NEVERMORE. Το τελευταίο κομμάτι του Warrel με τους NEVERMORE. Η τελευταία υπόκλιση, η τελευταία σκηνή, το τέλος. Το οριστικό τέλος. Για τον λόγο αυτόν και μόνο, ναι, αυτή είναι η θέση αυτού του τραγουδιού. Στην κορυφή του δίσκου που έκλεισε ένα κεφάλαιο ζωής για την γενιά που έζησε τους NEVERMORE από την αρχή, μέχρι το άδικο τέλος τους.

RIP Warrel Dane. Never more to feel the pain.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

GRAND MAGUS – Ten steps towards Valhalla

0
Grand Magus
Photo by Jens Ryden
Grand Magus
Photo by Jens Ryden

Οι Σουηδοί GRAND MAGUS δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Μια πορεία που μετρά εικοσιπέντε (25) χρόνια, δίσκοι που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και συμμετοχές στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του εξωτερικού, θα είναι πάντα οι καλύτερες και πιο τρανταχτές αποδείξεις της σπουδαίας τους αξίας. Εμείς τους έχουμε χαρεί αρκετά, σε πολλές από τις «κλειστές» σκηνές της πόλης των Αθηνών, έχουμε βγάλει τα συμπεράσματά μας, αλλά φέτος θα έχουμε την ευκαιρία να τους δούμε σε μεγάλο, ανοικτό χώρο, στο Release Athens Festival, κάτι που σαφώς αλλάζει τα μέχρι τώρα δεδομένα.

Με την ευκαιρία αυτή, ακολουθούν 10+1 τραγούδια όπου η συνθετική ταυτότητα της μπάντας χαρακτηρίζεται στον απόλυτο βαθμό και περιγράφεται, όσο γίνεται, η πορεία των εικοσιπέντε αυτών ετών. Σαν ορεκτικό, πριν το κυρίως πιάτο (συναυλία), σαν φρεσκάρισμα της μνήμης μας, σαν άλλη μια ευκαιρία να ακούσουμε ένα τόσο καλό συγκρότημα, βρε αδερφέ, σε μεγάλες του στιγμές. ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ: Αν και όλα τα τραγούδια θα έμπαιναν σε μια δυνητική best of συλλογή, σκοπός δεν ήταν η κατάρτιση μιας τέτοιας λίστας.

Ανοίγουμε μια μπύρα, ακούμε και τα υπόλοιπα στο Φάληρο!

1. Brotherhood of Sleep (“Monument”, Rise Above Records, 2003)
“The root of knowledge lies, within the wormwood’s tale…”

Το καλύτερο κομμάτι της πρώτης, καθαρά doom metal φάσης των GRAND MAGUS. Μπορεί να μην έχει σχέση με το επικό ύφος που καθιερώθηκε στους μετέπειτα δίσκους τους, αλλά μιλάμε για έπος. Άλλου τύπου μεν, έπος δε, από το πάνω-πάνω ράφι μάλιστα, που προσκυνά τους BLACK SABBATH με τρόπο που ενδείκνυται για όποιον θέλει να ακούγεται πιστός στις ρίζες, χωρίς να χάνει τον δικό του χαρακτήρα.

  1. Kingslayer (“Wolf’s return”, Rise Above Records, 2005)
    “Crowned usurper wasting time and our wealth!”

Ο JB δε νιώθει πια και τόσο άνετα στους SPIRITUAL BEGGARS. Θέλει να κάνει άλλα πράγματα, να ξεφύγει από το vintage heavy rock της παρέας του Michael Amott. Όπως επίσης, θέλει να αλλάξει την πορεία και της δικής του μπάντας. Έτσι, αφοσιώνεται 100% στους GRAND MAGUS και κάνει την καλλιτεχνική «στροφή» που θα του αλλάξει το καλλιτεχνικό status μια και καλή. Ξέχνα φίλε, το Sabbath-ικό doom/heavy rock. Η μπάντα στο τρίτο της άλμπουμ βαδίζει αγέρωχη προς το πεδίο της μάχης και το πάντα ταιριαστό και αειθαλές concept του ήρωα που σκοτώνει τον κακό βασιλιά/τύραννο, βρίσκει εδώ τη θέση που του αξίζει. Highlight; Μα φυσικά το σχεδόν black metal riff, πριν το solo.

  1. Blodörn/Wolf’s return (“Wolf’s return”, Rise Above Records, 2005)
    “They believe man rules all, no regard for grey one’s call…”

Ένα σπουδαίο κομμάτι, όπου οι MANOWAR συναντούν τους BLACK SABBATH και πιο συγκεκριμένα, τα “Into glory ride” και “Hail to England”, βγαίνουν βόλτα με το “Dehumanizer”. Όντας πολύ βαρύ για να το πεις “heavy metal”, από μόνο του σε ωθεί να βρεις άλλη περιγραφή για να το χαρακτηρίσεις. Οπότε, το λες «επικό doom» και έχεις πέσει μέσα. Είδες πόσο χρήσιμες είναι οι ταμπέλες, που τόσο δεν τις θες και τις θεωρείς περιττές και δημιούργημα του mainstream;

  1. Hovding/Iron will (“Iron will”, Rise Above Records, 2008)
    “Driven by the strong need, alone against them all!”

Σε ίδιο μοτίβο με το μισό “Wolf’s return”, δηλαδή αφήνοντας στην άκρη τη doom-ίλα και συμπληρώνοντας το υπόλοιπο 50% με ατόφιο επικό heavy metal, το ομώνυμο ΕΠΟΣ του τέταρτου GRAND MAGUS δίσκου, αυτού που τους έδωσε το μεγάλο boost για να γίνουν το όνομα που είναι σήμερα, φιγουράρει ανάμεσα στις πιο αναγνωρίσιμες συνθέσεις της μπάντας. Τόσο ανθεμικό που αποκλείεται να μην παρασυρθείς από τον ρυθμό και τις φωνητικές του γραμμές, τόσο επιβλητικό που αποκλείεται να μην σε δονήσει η πιο – epic – metal – δε – γίνεται riff-ολογία του. Και να φανταστείς πως υπάρχει κόσμος που ΑΥΤΟ, το θεωρεί stoner… μήπως να ξανακούσετε, λέω εγώ;

  1. Hammer of the North (“Hammer of the North”, Roadrunner Records, 2010)
    “We’ll curse at the giants, we’ll laugh as we toss…”

Για τους οπαδούς, η εισαγωγή στο μπάσο είναι πιο αναγνωρίσιμη και από Σάτυρο με σταφύλι στο χέρι, σε μαγαζί με τουριστικά είδη στην Πλάκα. Οι ίδιοι οπαδοί, περιμένουν πως και πως τα “oh – oh oh” για να τραγουδήσουν με τη ψυχή τους. Μιλάμε για μεγάλο hit. Τόσο μεγάλο, που δε ξέρω μήπως όντως ξεπέρασε κάθε προσδοκία από πλευράς μπάντας και εταιρείας, όταν σκέφτονταν να το επιλέξουν για video clip. Και live, είναι ακόμη καλύτερο. Solo μες στα μέλια επίσης, old school όσο και οι χαμηλωμένες κάλτσες των παικτών της εθνικής Αργεντινής, στο Μουντιάλ του 1978.

Photo by Jens Ryden
  1. Black sails (“Hammer of the North”, Roadrunner Records, 2010)
    “The sea turns red, bringing doom, bringing death”

Όπως τελειώνει το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, ξεκινά αυτό εδώ. Σαν να είναι το ένα η συνέχεια του άλλου, μουσικά αλλά και στιχουργικά μιας και τούτος ο ύμνος, θα μπορούσε να είναι μια ωδή στους βορείους πολεμιστές, μισθοφόρους, επιδρομείς και εξερευνητές. Λιτό, χωρίς περιττά «φτιασίδια», στηρίζεται στο επικό tempo, έχει κουπλέ και refrain προϊόντα μιας περιόδου φρενήρους εμπνεύσεως από πλευράς JB και ξεκαθαρίζει πως οι GRAND MAGUS δεν ανήκουν στο «κοπάδι» όλων εκείνων που εσχάτως μας προέκυψαν true και επικοί, χωρίς να κατέχουν τα βασικά του ιδιώματος.

  1. Son of the last breath (I. Nattfödd / II. Vedergällning) (“The Hunt”, Nuclear Blast, 2012)
    “Bless the mighty Thor, blood will stain your shores!”

Κοίτα, σε γενικές γραμμές, το “The Hunt” είναι πιο κλασσικομεταλλάδικο και λιγότερο επικομεταλλάδικο από τους τρεις προκατόχους του. Φυσικά, συγκρινόμενο με διάφορες χλαπάτσες του NWOTHM που θέλουν να τις υπολογίζουμε για επικές (και κυρίως, καλές) μπάντες, είναι ηρωικότερο και από όπερα του Wagner και ισάξιο με την 9η του Μπετόβεν, αλλά κατάλαβες τι θέλω να πω. Σε αυτήν τη διλογία, ο JB ανοίγει τα τεφτέρια του και μελετά ξανά το πώς μπορεί κανείς να δημιουργήσει, με τρόπο ΣΟΒΑΡΟ, παραμυθένιο, ηρωικό metal και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Με την συμμετοχή των Johnny Hedlund (UNLEASHED) και Nico Elgstrand (ENTOMBED), σε φωνητικά και κιθάρα αντίστοιχα και cello παιγμένο από τον ίδιο τον μπασίστα Mats “Fox Skinner” Heden.

  1. On hooves of gold (“Triumph and Power”, Nuclear Blast, 2014)
    “All doubt has left my being, strength replacing fear!”

Οι GRAND MAGUS παίζουν stoner, οι GRAND MAGUS δεν είναι true, είναι false, είναι ροκάδες, είναι το ένα, είναι το άλλο… όλα αυτά και άλλα πολλά έχουμε ακούσει κατά καιρούς και τελικά, τέτοια ΕΠΗ, βγαλμένα από τον παγωμένο, αφιλόξενο βορρά, μόνο συγκροτήματα σαν τους DOOMSWORD μπορούν να γράψουν. Είδες τι γίνεται, αν μεγαλώνεις σωστά, με MANOWAR και BATHORY;

  1. The hammer will bite (“Triumph and Power”, Nuclear Blast, 2014)
    “The giant arrived, scheming to end Asa rule…”

Τα δεύτερο ανάλογης κοπής έπος του δίσκου. Το ένα αναλαμβάνει να τον ανοίξει, το άλλο να τον κλείσει. Μεγάλη μαγκιά από πλευράς JB. Όταν η στάση και η φιλοσοφία της ζωής μετουσιώνονται σε τέχνη, ακούμε μουσική σαν αυτήν. Ψυχωμένο, ψυχρό, αδάμαστο heavy metal, παιγμένο από τρεις μουσικούς «πολέμαρχους» οι οποίοι ατενίζουν τον ορίζοντα από τις υψηλότερες κορυφές. Μαζί τους, ατενίζει και θαυμάζει τα έργα των επιγόνων του και ο Quorthon.

  1. Varangian (“Sword songs”, Nuclear Blast, 2016)
    “Bravery, loyalty bound by the oath, sworn to protect so far from our home”

Η Βαράγγειος Φρουρά ήταν η προσωπική φρουρά του Βυζαντινού αυτοκράτορα από τον 9ο μέχρι τον 14ο αιώνα. Ναι μεν έβρισκες σε αυτήν Γερμανούς, Ρώσους και Αγγλοσάξωνες, αλλά κατά βάση αποτελείτο από Βίκινγκς, οι οποίοι υπηρετούσαν τον βασιλιά της Grikkland (της γης των Ελλήνων, των Grikkjar, εννοώντας ολόκληρη την περιοχή από το Ιόνιο μέχρι την οροσειρά του Ταύρου στην ανατολική Μικρά Ασία), στην Miklagard, στην Μεγάλη Πόλη, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη. Οι ρούνοι τους και τα χρονικά τους τα γράφουν αυτά, δεν τα λέω εγώ. Όπως καταλαβαίνεις, πως δε γινόταν να μείνει ασυγκίνητος ο JB, από αυτό το κομμάτι της σκανδιναβικής ιστορίας.

BONUS

“Rainbow shaker, on a stallion twister, bareback rider on the eye of the sky”… ή αλλιώς, “Stormbringer”! Ένα τραγούδι που έχει από μόνο του επική «στόφα», γίνεται βούτυρο στο ψωμί του JB και της παρέας του. Βαριά, βραχνά φωνητικά, εντελώς vintage metal προσέγγιση, πιστότητα, ένας Ludwig Witt πραγματικός ογκόλιθος πίσω από το drum kit… αυτό σημαίνει λατρεία προς ένα τραγούδι και σεβασμός προς τους δημιουργούς του! Δεν πρόκειται, αλλά έτσι, ως «κερασάκι στην τούρτα», που λένε, θα ήθελα να το άκουγα στην Πλατεία Νερού.

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 07/06 [NIGHTWISH]

0
Once

Nightwish

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Once” – NIGHTWISH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tuomas Holopainen, TeeCee Kinnunen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Tarja Turunen: φωνητικά
Tuomas Holopainen: πλήκτρα
Emppu Vuorinen: κιθάρα
Marko Hietala: μπάσο
Jukka Nevalainen: ντραμς

Once, I had a dream and this is it. Αν τα όνειρα μπορούν να μεταφραστούν με νότες, τότε οι NIGHTWISH με το “Once” το πέτυχαν στο απόλυτο. Ένα άλμπουμ-ορόσημο, που ξεπερνά τα όρια του metal, με αντίκτυπο στο παγκόσμιο στερέωμα. Θυμάμαι ακόμα πως όταν κυκλοφόρησε το “Once”, τα μουσικά τηλεοπτικά κανάλια έπαιζαν το “Nemo” όλη την ώρα, κάτι πραγματικά σπάνιο, αν σκεφτούμε τι είδους προβολή λαμβάνουν τα metal σχήματα στη χώρα μας. Αυτό είναι ένα μικρό δείγμα για το πόσο σε βάθος άγγιξε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου, αυτό το υπέροχο, από κάθε άποψη, άλμπουμ. Αν επικεντρωθούμε καθαρά στο metal, το “Once” είναι κατά την ταπεινή μου άποψη το αρτιότερο δείγμα που έχει να επιδείξει το συμφωνικό metal. Το άλμπουμ όχι μόνο σηματοδότησε μια σημαντική εξέλιξη στον ήχο των NIGHTWISH, αλλά επίσης εδραίωσε τη θέση τους ως τους κορυφαίους του είδους.

Ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του “Once”, είναι η εκτεταμένη χρήση ορχηστρικών στοιχείων, χάρη στη συνεργασία με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η συνεργασία προσέδωσε μια κινηματογραφική ποιότητα στο άλμπουμ, απομακρύνοντας τους NIGHTWISH από το power παρελθόν τους και εμπλουτίζοντας τη θεμελιώδη metal βάση τους με πλούσια, συμφωνικά στρώματα. Τραγούδια όπως το “Ghost love score” και το “Creek Mary’s blood”, εξασφαλίζουν αυτή την ανάμειξη, δημιουργώντας ένα μεγαλόπρεπο ηχοτοπίο που μεταφέρει τους ακροατές σε έναν άλλο κόσμο.

Το “Once”, αν και περιττό να το αναφέρουμε, ήταν ένας εμπορικός άθλος. To άλμπουμ έγινε δύο φορές πλατινένιο στη Φινλανδία, ασημένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρυσό σε Αυστρία, Γερμανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ελβετία και (το άφησα επίτηδες τελευταίο) στην Ελλάδα! Τα πιο εμπορικά single όπως το “Nemo” και το “Wish I had an angel”, προφανώς βοήθησαν στη δημοτικότητα που απέκτησε το “Once”, αλλά πραγματικά το σύνολο του άλμπουμ είναι μαγικό. Δεν μπορείς να ξεχάσεις το εναρκτήριο “Dark chest of wonders”, ούτε να κρατήσεις χαμηλούς παλμούς με το επικό “Planet hell”, να μην δακρύσεις με το μυθικό “Ghost love score”, ούτε επίσης να μην μεθύσεις με την ερμηνεία της Tarja στο “The siren”. Και αφού αναφέρθηκα στην Tarja, η οποία πραγματικά μαγεύει στο “Once”, δεν γίνεται να μην υποκλιθώ για ακόμα μία φορά στο μεγαλείο του ανθρώπου που είναι η μουσική ψυχή των NIGHTWISH. Ο Tuomas Holopainen μας έκανε να αγαπήσουμε τους NIGHTWISH πολύ πιο πριν από το “Once”. Εδώ όμως παρέδωσε ένα έργο που όμοιο του δεν πρόκειται να βγει ξανά. Ένα έργο βγαλμένο μέσα από την ψυχή του, ένα έργο που προσωπικά για εμένα είναι ευαγγέλιο.

Στιχουργικά, το “Once” είναι μία πλούσια αναφορά προσωπικών ανησυχιών του Tuomas Holopainen. Από περιβαλλοντολογικά ζητήματα, με τον αρνητικό αντίκτυπο των ανθρώπινων ενεργειών στη Γη, που ακούμε στο “Planet hell”, μέχρι τους αγώνες των Αμερικάνων ιθαγενών στο  “Creek Mary’s blood”, οι NIGHTWISH υφαίνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα που πηγάζουν από αυτές, στη μουσική τους, με μαεστρική δεξιότητα.

Η κληρονομιά του “Once” είναι τεράστια. Η επιρροή του στο είδος του συμφωνικού metal είναι αναμφισβήτητη, εμπνέοντας αμέτρητα συγκροτήματα να εξερευνήσουν το γόνιμο έδαφος του συμφωνικού κόσμου. To “Οnce” είναι κάτι παραπάνω από ένα άλμπουμ. Με την συνθετική του μεγαλοπρέπεια, τα βαθυστόχαστα θέματα και τις αξέχαστες ερμηνείες, ταυτοποιεί τον εαυτό του ως μια μαρτυρία δημιουργικότητας και της καλλιτεχνικής ικανότητας αυτού του συγκροτήματος.

Did you know that:

  • Στο τραγούδι “Creek Mary’s blood” συμμετέχει ο John Two-Hawks, ένας ιθαγενής Αμερικάνος μουσικός.
  • Το “Once” είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς ήταν το τελευταίο άλμπουμ που περιλάμβανε την Tarja Turunen. Η αποχώρησή της το 2005 σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής (“End of an era”) για τους Φινλανδούς, αλλά επίσης άνοιξε τον δρόμο για τη μελλοντική εξέλιξη του συγκροτήματος.
  • Στην συναυλία των NIGHWISH το 2005, στο θέατρο Λυκαβηττού, το συγκρότημα βραβεύτηκε με χρυσό άλμπουμ για τις πωλήσεις του στην Ελλάδα.

Δημήτρης Μπούκης

PAIN: Ο Peter Tägtgren απορρίπτει τους ισχυρισμούς για λογοκλοπή εναντίον της Κροατίας και του κομματιού της στη Eurovision και δηλώνει πως είναι πολύ καλά μ’ αυτό

0
Tagtgren

Tagtgren

Σε συνέντευξη του με τη Laureline Tilkin για το περιοδικού Tuonela, ο Peter Tägtgren, των Σουηδών industrial metallers PAIN, ρωτήθηκε σχετικά με τις πρόσφατες κατηγορίες για λογοκλοπή εναντίον του Baby Lasagna, διαγωνιζόμενου με την Κροατία στην φετινή Eurovision, του οποίου το τραγούδι “Rim Tim Tagi Dim”, λέγεται πως είναι σχεδόν ίδιο με το “Party in my head” των PAIN, το οποίο κυκλοφόρησε το 2021.

«Δεν το άκουσα καν στην αρχή και σχόλια σχετικά με τις υποτιθέμενες ομοιότητες ανάμεσα στα δύο τραγούδια, άρχισαν να ξεπετάγονται παντού», είπε ο Peter και πρόσθεσε πως του έλεγε κόσμος ότι η Κροατία έκλεψε το κομμάτι του κλπ αλλά ο ίδιος δεν εντόπιζε κάτι τέτοιο. «Ακούω απλά ένα ‘woo hoo hoo’ (στο ρεφρέν) αλλά κάτι παρόμοιο ακούς και στο “I love it loud” των KISS από το 1981 ή οπουδήποτε. Οπότε εγώ ήμουν μια χαρά μ’ αυτό. Και μετά την πραγματικότητα, ο μπασίστας μας εξήγησε πως έχει το ίδιο στυλ τρόπου ερμηνείας. Όπως και να ’χει δε με νοιάζει. Έχει πλάκα. Και νομίζω πως είναι καλό που έβαλαν λίγο metal σε αυτό το πράγμα που ονομάζεται Eurovision, όπως έκαναν και οι LORDI πριν από 15 χρόνια. Ο κόσμος θέλει περισσότερο metal.»

Βέβαια, ο ίδιος, την επομένη του διαγωνισμού, είχε ανεβάσει κι αυτό το βίντεο, για να μην ξεχνιόμαστε!

APOCALYPTICA: Έδωσαν στη δημοσιότητα τη διασκευή στο “The call of Ktulu” των METALLICA που περιλαμβάνει και την αυθεντική μπασογραμμή του Cliff Burton

0
Apocalyptica

Apocalyptica

Οι Φινλανδοί APOCALYPTICA, ανακοίνωσαν το τέταρτο και τελευταίο τους single από επερχόμενο “Apocalyptica Plays Metallica, Vol. 2”, την πολυαναμενόμενη συνέχεια του θρυλικού ντεμπούτου τους. Πρόκειται για το “The call of Ktulu”  το οποίο μάλιστα περιλαμβάνει την αυθεντική μπασογραμμή του αρχικού μπασίστα των METALLICA, Cliff Burton, που έχασε τη ζωή του σε δυστύχημα το 1986.

Τα single του δίσκου που έχουν προηγηθεί είναι τα  “The Four Horsemen”, “The Unforgiven II” και “One”.

Η νέα δουλειά των APOCALYPTICΑ αναμένεται να κυκλοφορήσει αύριο, 7 Ιουνίου, από την Throwdown Entertainment και έρχεται να συνεχίσει το ταξίδι που ξεκίνησε το 1996, όταν οι τσελίστες παγκοσμίου φήμης από το  Ελσίνκι αποφάσισαν να αποδώσουν φόρο τιμής στους τεράστιους METALLICA.

“Apocalyptica Plays Metallica Vol. 2” track listing:
01. Ride The Lightning
02. St. Anger
03. The Unforgiven II
04. Blackened
05. The Call Of Ktulu (in memory of Cliff Burton)
06. The Four Horsemen (feat. Rob Trujillo)
07. Holier Than Thou
08. To Live Is To Die
09. One (feat. James Hetfield and Rob Trujillo)
10. One (instrumental)

Ο David Draiman χαρακτηρίζει τον Roger Waters, «τέρας», «υποκριτή» και «δειλό», που είναι αντισημιτιστής ως το κόκκαλο

0
Draiman

Draiman

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη του με τη Linda Advocate, ο εβραϊκής καταγωγής, τραγουδιστής των DISTURBED, David Draiman, ερωτήθηκε για την υποτιθέμενη «συνεχιζόμενη κόντρα» μεταξύ εκείνου και του Βρετανού ροκ μουσικού, αντι-ισραηλινού ακτιβιστή, Roger Waters. Όπως είπε: «Είναι περιπτωσάρα αυτό το παραπλανημένο ηλικιωμένο φρικιό. Αντισημιτικός ως το κόκκαλο. Ρωτήστε απλά τον (συνεργάτη του στους PINK FLOYD), David Gilmour και τη γυναίκα του – θα σας το επιβεβαιώσουν. Έτσι ήταν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και της καριέρας του. Δεν είναι κάτι καινούριο. Είναι δειλός. Είναι υποκριτής. Είναι υποστηρικτής των δικτατόρων και των δικτατορικών καθεστώτων σε όλο τον κόσμο. Είναι υπέρμαχος του Πούτιν και υπερασπιστής οποιουδήποτε βρίσκεται στη λάθος πλευρά της ιστορίας. Είναι επίσης ένας γελασμένος επίδοξος σοσιαλιστής».

Ο Draiman συνέχισε στον ίδιο τόνο: «Όλα όσα έγραψε, όλα όσα διατεινόταν ότι πίστευε ήταν έτσι – ακόμα και ένα μανιακός μπορεί να δημιουργήσει σπουδαία τέχνη και είναι δύσκολο να διαφωνήσεις με το επίπεδο της τέχνης ενός έργου, όπως ας πούμε το “The Wall”. Αλλά όσα προσπαθούσε να μεταφέρει και να εκφράσει μέσα από αυτό το έργο τέχνης, αποδεικνύουν ότι είναι υποκριτής. Τα είχα ήδη χάσει μαζί του όταν χρόνια πριν πετούσε ένα γουρούνι στα στάδια με το (εβραϊκό) αστέρι του Δαβίδ πάνω του. Ο τύπος είναι νταής. Και δε θα τολμούσε καν να ασχοληθεί μαζί μου. Γιατί δεν έχει να κάνει με λογική και συλλογισμό και γεγονότα και πραγματικότητα σε ανθρώπους σαν αυτόν. Όλα έχουν να κάνουν με το ‘παραμύθι’. Όλα έχουν να κάνουν με τον τροφοδοτούμενο από μίσος αντισημιτισμό τους, ένα παραμύθι γεμάτο μίσος το οποίο συνεχίζουν να τροφοδοτούν δαιμονοποιώντας τον λαό μας, το κράτος του Ισραήλ, αδυνατώντας να αποδεχθούν το γεγονός ότι υπάρχουμε ακόμη. Είναι ένα τέρας».

Τέλος ο Draiman, ερωτηθείς αν έχει συναντηθεί προσωπικά ποτέ με τον Waters, απάντησε πως θα ήθελε πολύ να τον συναντήσει αυτοπροσώπως και πως τίποτα δεν θα τον έκανε πιο χαρούμενο. «Θα έκανα ευχαρίστως οποιαδήποτε φυλάκιση και θα πλήρωνα την απαιτούμενη εγγύηση για οτιδήποτε θα μπορούσα να κάνω μέσα σε πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα», δήλωσε.

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη την συνέντευξη.

ROCKWAVE NIGHTS | 29.06.24 | ROTTING CHRIST with Special Guests: VARATHRON

0
Rotting

Rotting

X LALALA PRESENTS

ROCKWAVE NIGHTS… ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ!

ROTTING CHRIST

CELEBRATING 35 YEARS

ΣΑΒΒΑΤΟ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΥ

ΑΤΤΕΝΤΙΟΝ METALHEADS!

MEGA ANNOUNCEMENT!

Οι Rotting Christ στην ιστορική εμφάνισή τους στο Λυκαβηττό το Σάββατο 29 Ιουνίου θα έχουν μαζί τους ως special guest τους μοναδικούς VARATHRON!

Μια μπάντα που έχει το δικό της πιστό κοινό θα ανέβει στη σκηνή του αγαπημένου λόφου για μια μνημειώδη metal γιορτή.

VARATHRON ΒΙΟ

Στις αρχές του μακρινού 1988, τέσσερις ανίερες ψυχές, ο Captain Death (Σπύρος) (τύμπανα), ο Mutilator (Jim) (μπάσο), ο John (κιθάρα) και ο Necroabyssious (Stefan) (φωνητικά), ένωσαν τις σκοτεινές τους δυνάμεις κάτω από τη σημαία των VARATHRON. Μετά από πολλές πρόβες το πρώτο demo είχε γίνει πραγματικότητα.

Σήμερα, με τους Stefan Necroabyssious, Achilleas C, Sotiris, Stratos και Harris στη σύνθεσή τους, πάντα πιστοί στο σκοτεινό ιδίωμα που υπηρετούν όλα αυτά τα χρόνια, οι VARATHRON επέστρεψαν με το έβδομο album τους “The Crimson Temple”,  που ακολουθεί το φοβερό “Patriarchs of Evil” και θα τους ενθρονίσει και πάλι εκεί που ανήκουν τα τελευταία 35 χρόνια, σε μία από τις κορυφές του είδους.

Αυτή η κυκλοφορία σηματοδοτεί και την επιστροφή τους στη σκηνή, ώστε να μας παρουσιάσουν νέο υλικό σε συνδυασμό με τους παλιούς ύμνους τους που καθόρισαν ένα είδος και ενέπνευσαν γενιές μουσικών και συγκροτημάτων.

Ακολουθήστε τους Rotting Christ

WebsiteFacebook | InstagramYoutube

Ακολουθήστε τους Varathron

Website | Facebook | Instagram | Youtube

A day to remember… 6/6 [MAYHEM]

0
Mayhem

Mayhem

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Esoteric warfare” – MAYHEM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΙΑ: Season Of Mist
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Teloch
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Teloch – κιθάρες
Attila – φωνητικά
Necrobuther – μπάσο
Ghul – κιθάρες
Hellhammer – τύμπανα

Η αποχώρηση του Rune “Blasphemer” Eriksen μετά την περιοδεία προώθησης του “Ordo ad chao” το 2008, δημιούργησε ένα κενό που έπρεπε να καλύψουν οι τρεις «παλιοί» των MAYHEM. Η επιλογή τους ήταν να βρουν έναν βετεράνο της νορβηγικής σκηνής που να έχει τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά με τον Blasphemer. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από καλός κιθαρίστας θα έπρεπε να πάρει επάνω του όλη την σύνθεση των επόμενων άλμπουμ της μπάντας. Κι αυτό ήταν πραγματικά δύσκολο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Blasphemer κατάφερε να αποτινάξει από πάνω τους τον μύθο που είχαν με όσα έγιναν την πρώτη δεκαετία τους (1984-1994). Τόσο συνθετικά, όσο και ηχητικά οι MAYHEM κατάφεραν την περίοδο 1997-2008 να επανασυστηθούν στο κοινό, κερδίζοντας πάνω απ’ όλα τον σεβασμό της σκηνής, επειδή δεν ρετρολαγνούσαν. Αυτή η πορεία διακόπηκε απότομα ακριβώς τη στιγμή που η χημεία του Blasphemer με τον Attila έδωσαν το αριστουργηματικό χάος του “Ordo ad chao”.

Ο Teloch με πορεία από τα mid 90s με τους NIDINGR ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό για τους, μέχρι τότε, «καλομαθημένους» οπαδούς των MAYHEM. Όταν μπήκε στην μπάντα παραδόξως δεν ανέλαβε εξ ολοκλήρου τις κιθάρες στις συναυλίες τους, έχοντας μαζί του τον Ghul (IMPERIAL VENGEANCE, SHINING). Για πρώτη φορά οι Νορβηγοί θα εμφανίζονταν στη σκηνή με δύο κιθαρίστες, δίνοντας την εντύπωση ότι ηχητικά θα ήταν υπερπλήρεις. Η ψυχρολουσία της εμφάνισης τους στο 7 Sins της Αθήνας το 2010 δικαιολόγησε το γεγονός ότι βρίσκονταν στο ναδίρ της δημοτικότητάς τους, χωρίς να υπάρχει πλάνο για νέο δίσκο.

Είναι από τις φορές που η αργοπορία δεν ήταν ευεργετική για μια μπάντα με όνομα βαρύ σαν ιστορία όπως οι MAYHEM. Το “Esoteric warfare” όταν κυκλοφόρησε είχε μηδενικό αντίκτυπο στη σκηνή και απογοήτευσε όσο κανένα άλλο άλμπουμ τους. Αν αυτό είναι υπερβολικό απλά αναλογιστείτε το γεγονός ότι μόλις ένα χρόνο μετά ξεκίνησαν επετειακές συναυλίες παρουσιάζοντας ολόκληρο το θρυλικό “De mysteriis dom. sathanas”, οι οποίες κράτησαν τρία και πλέον χρόνια! Και οι ίδιοι κατάλαβαν ότι βρίσκονταν σε αδιέξοδο και έπρεπε με κάποιο τρόπο να παραμείνουν ενεργοί στη σκηνή χωρίς να χρειάζεται να κυκλοφορήσουν νέο άλμπουμ, προτιμώντας από το 2016 να κυκλοφορήσουν το live album “De mysteriis dom. sathanas alive” για να προμοτάρουν τις επετειακές συναυλίες τους.

Γιατί, όμως, το “Esoteric warfare” δεν έπεισε όταν κυκλοφόρησε; Η απάντηση είναι μία: Ο Teloch συνέθεσε μια σειρά κομματιών που απλά ήταν στο ίδιο ύφος με το “Ordo ad chao”. O Attila πίστευε ότι το “Ordo ad chao” παραήταν progressive, κάτι που τους έκανε να θέλουν ένα πιο άμεσο άλμπουμ. Κι εκεί ακριβώς προκύπτουν όλες οι αδυναμίες του δίσκου, μιας και ακολουθεί την ίδια φόρμα, προσπαθώντας εναγωνίως σε κάθε του στιγμή να το μιμηθεί. Αυτό και μόνο ακυρώνει τον λόγο ύπαρξής του στη δισκογραφία τους, μιας και για πρώτη φορά δεν προσθέτει τίποτα καινοτόμο στον ήχο τους, όπως συνέβαινε στις προηγούμενες 6 κυκλοφορίες τους.

Ο Blasphemer στο “Ordo ad chao” ακολούθησε μια γραμμική δομή στις συνθέσεις του, χωρίς να επαναλαμβάνονται τα riffs του. Η χαοτική δομή με τα απρόσμενα ξεσπάσματα δημιουργούσαν ένα άνευ προηγουμένου ακραίο αποτέλεσμα σε επίπεδο σύνθεσης. Βάλτε στην εξίσωση την εντελώς primitive ηχητική του και την αλλοπρόσαλλη ερμηνεία του Attila και προσπαθήστε να αποδομήσετε όλα αυτά για να καταλάβετε τι έγινε στο “Esoteric warfare”! Και ναι έγιναν τα ακριβώς αντίθετα! Προβλέψιμα ανέμπνευστα τυπικά riffs, προβλέψιμα ξεσπάσματα και ηχητική που δεν μπορεί να υποστηρίξει την αποπνικτική ατμόσφαιρα που προσπάθησαν να δημιουργήσουν! Αυτή η παταγώδης αποτυχία αιτιολογείται από τον τρόπο που διαμορφώθηκε το album, μιας και ο Teloch αρκέστηκε απλά να κάνει 3-4 πρόβες με τον Hellhammer για μόλις 3-4 κομμάτια. Ουσιαστικά οι συνθέσεις είναι εξ ολοκλήρου δικές του και ετοιμάστηκαν το καλοκαίρι του 2013 και μπήκανε στο στούντιο να τον ηχογραφήσουν τον Σεπτέμβριο.

Η επιλογή τους να έχουν τα drums παρόμοια ηχητική με το “Ordo ad chao”, τους οδήγησε να τα ηχογραφήσουν μαζί με τα φωνητικά στα ίδια studio (στη Νορβηγία). Αν αυτό δεν είναι ξεκάθαρα επιτηδευμένη προσπάθεια να αναπαράγουν τον ηχητικό σχεδιασμό του “Ordo ad chao” τότε τι είναι; Μπάσο και κιθάρες ηχογράφησε ο Teloch στο δικό του studio! Την μίξη ανέλαβε ο Knut Møllarn των ARCTURUS στα Mølla studio και το mastering έγινε στην Αμερική από τον Maor Applebaum.

Απ’ όσο καταλαβαίνετε τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους! Το άλμπουμ αυτό είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα του αξιώματος που υπάρχει στη μαυρομεταλλική σκηνή, το οποίο ακυρώνει κάθε εγχείρημα που έχει επιτηδευμένη πρόθεση επανάληψης της συνταγής ενός πετυχημένου δίσκου. Η δίνη στην οποία έχουν περιέλθει έκτοτε τους οδήγησε σε ανάλογη προσπάθεια με το “Daemon” που προκλητικά προσπαθεί να μιμηθεί το “De mysteriis dom. sathanas”, καταδικάζοντας κάθε κυκλοφορία τους να είναι άνευ ουσίας και άνευ σημασίας.

Did you know that:

  • Τοπροσωνύμιοτου Morten Bergeton Iversen προέκυψεαπότηνεπαγωγή Morten-Morte-Muerte-Death. Ο φίλος του Dirge Rep του πρότεινε το “Teloch” από την Enochian, η οποία είναι η γλώσσα με την οποία οι άγγελοι στο Supernatural μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους.
  • Οτίτλοςτουδίσκουπροέκυψεαπότονστίχο «The will of man is broken, Esoteric Warfare» πουέγραψεο Attila στο “Throne of Time”. Ο Hellhammer με τον Teloch ξεχώρισαν αυτόν τον στίχο, ακούγοντας το κομμάτι στο αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στο Όσλο την περίοδο της μίξης του δίσκου. Και οι δύο τον πρόσεξαν και συμφώνησαν κατευθείαν ότι αυτός θα είναι ο τίτλος του δίσκου. Ο Teloch δεν κατάλαβε ποτέ τι εννοούσε ο Attila αλλά τον επέλεξε! Μάλιστα ο ίδιος παραδέχεται ότι γενικά δεν διαβάζει στίχους! Άλλη μια απόδειξη του πόσο διαφορετικά δούλεψαν μαζί το δίδυμο Blasphemer/Attila στο “Ordo ad chao” με ανάλογα αποτελέσματα.
  • Ο Hellhammer είναι γνωστός για το πάθος του να παίζει γρήγορα και με ένταση. Για τον δίσκο αυτό έφτασε κάποια στιγμή τόσο στα όριά του που μια μέρα δεν μπορούσε να περπατήσει σε σημείο που να μην μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι! Τελικά κατάφερε να ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις, αν και πονούσε πάρα πολύ! Ξέρετε πολλούς drummer εκεί έξω που θα κατάφερναν κάτι τέτοιο;

Λευτέρης Τσουρέας

A day to remember… 06/06 [ARCH ENEMY]

0
Arch Enemy

Arch Enemy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “War eternal” – ARCH ENEMY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: ARCH ENEMY
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Alissa White-Gluz: φωνητικά
Michael Amott: κιθάρα
Nick Cordle: κιθάρα
Sharlee D’Angelo: μπάσο
Daniel Erlandsson: ντραμς

Oι ARCH ENEMY πριν το “War eternal” είχαν ήδη θεμελιώσει τη παρουσία τους στον κόσμο του μελωδικού death metal, έχοντας μάλιστα κερδίσει τις εντυπώσεις με άλμπουμ όπως τα “Wages of sin”, “Anthems of rebellion” και “Doomsday machine”. Από την άλλη, οι επόμενες δύο κυκλοφορίες, με τα θετικά και τα αρνητικά τους, τα “Rise of the tyrant” και “Khaos legions”, φανέρωσαν μία σταδιακή φθορά και πως χρειαζόταν το συγκρότημα έναν αέρα ανανέωσης. Τον Ιούνιο του 2014, μέσα στο καλοκαιράκι αυτός ο αέρας φύσηξε για το σουηδικό συγκρότημα και μάλιστα αρκετά δυνατά. Οι ARCH ENEMY κυκλοφόρησαν το ένατο στούντιο άλμπουμ τους, το “War eternal”, το οποίο γρήγορα έγινε ορόσημο στη δισκογραφία τους.

Το “War eternal” είναι μία σημαντική στιγμή για την ιστορία των ARCH ENEMY και ο βασικότερος λόγος είναι πως αναφερόμαστε στο πρώτο τους άλμπουμ με την Alissa White-Gluz, η οποία άφησε τους Καναδούς THE AGONIST για να αντικαταστήσει την επί πολλών ετών τραγουδίστρια τους, Angela Gossow, η οποία την υποδέχτηκε θερμά υπό τον νέο της ρόλο στο συγκρότημα, αυτόν του business manager.

Το “War eternal” εμπεριέχει όλα τα μουσικά κλισέ των ARCH ENEMY, όμως με περισσότερη ενέργεια και φρεσκάδα και με μία αψεγάδιαστη παραγωγή. Ο υπεύθυνος όπως πάντα για τη μουσική κατεύθυνση τους, Michael Amott, φρόντισε να εντάξει ξανά με μαεστρικό τρόπο αλλεπάλληλα riffs, τόνους μελωδικών γραμμών και βιρτουόζικα κιθαριστικά solos, με την Alissa να αποδίδει εξαιρετικά και αργότερα να αφήνει κόσμο και κοσμάκη άφωνο με την εκπληκτική απόδοση της στα live του συγκροτήματος. Το ομότιτλο κομμάτι, “War eternal”, έσκασε σαν κεραυνός κατά τη προώθηση του άλμπουμ, προκαλώντας έντονο ενθουσιασμό στη metal κοινότητα. Για τους αριθμούς και μόνο να πούμε ότι το βίντεο στο YouTube αριθμεί 49 εκατομμύρια προβολές, κάτι πραγματικά τεράστιο για ένα συγκρότημα του δικού τους βεληνεκούς.

Οι ARCH ENEMY κυκλοφόρησαν ένα άκρως ποιοτικό άλμπουμ το όποιο έθεσε την πορεία για ακόμα καλύτερες κυκλοφορίες τα χρόνια που ακολούθησαν. Τι και αν σε πολλούς δεν αρέσει αυτή η εμπορική προσέγγιση του συγκροτήματος, με το “War eternal” οι ARCH ENEMY έθεσαν τον πήχη ακόμα πιο ψηλά κερδίζοντας πολλούς περισσότερους οπαδούς και μεγαλώνοντας το εμπορικό τους status.

Did you know that:

  • Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του άλμπουμ, ο κιθαρίστας Nick Cordle έφυγε από τους ARCH ENEMY. Προσωρινός αντικαταστάτης, μέχρι να ανακοινώσουν τον εκλεκτό που θα κάλυπτε τη θέση ήταν ο Christopher Amott. Λίγο μετά, η μεγάλη ανακοίνωση ήρθε με τον τεράστιο Jeff Loomis να εντάσσεται στο δυναμικό των ARCH ENEMY, ο οποίος είχε γράψει το solo του τραγουδιού “Stolen life”, όπου αργότερα βγήκε και το αντίστοιχο βίντεο.
  • Το εντυπωσιακό εξώφυλλο του άλμπουμ δημιουργήθηκε από τον Ρουμάνο καλλιτέχνη Costin Chioreanu, γνωστό για τη δουλειά του με διάφορα metal συγκροτήματα.

Δημήτρης Μπούκης

HAIL SPIRIT NOIR – “Fossil gardens” (Agonia Records)

0
Hail Spirit Noir

Hail Spirit Noir

Mark the date! Στις 28 Ιουνίου οι «δικοί μας» psy/prog blacksters HAIL SPIRIT NOIR, κυκλοφορούν το 5ο κατά σειρά full length άλμπουμ τους, 6Ο αν υπολογίσει το επετειακό synth δίσκο “Mannequins”, με τίτλο “Fossil gardens” και πάλι υπό τη στέγη της Agonia Records.

Από το ντεμπούτο τους “Πνεύμα” του 2012, το οποίο ήταν για μένα έρωτας στο πρώτο άκουσμα, μέχρι και το “Mannequins” του 2021, δεν έχουν κυκλοφορήσει κάτι λιγότερο από εξαιρετικό. Επιπροσθέτως, κάθε δίσκος, έχοντας το στίγμα της μπάντας, ήταν διαφορετικός από τον άλλο. Κοινά στοιχεία σαφώς υπήρχαν. Όμως το ύφος άλλαζε. Η τεράστια αλλαγή στον 4ο δίσκο “Eden in reverse” του 2020 ας πούμε, ήταν ότι είχαν μόνο καθαρά φωνητικά και επίσης μια στροφή στον …φουτουριστικό ήχο, ενώ μέχρι τότε ήταν πιο ρετρό.

Το “Fossil gardens” μας συστήθηκε στα τέλη Απριλίου, με το “The temple of curved space”. Ο τίτλος μαρτυρούσε πως και πάλι θα «ταξιδεύαμε» ανά τους γαλαξίες. Και έτσι έγινε! Το άλμπουμ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μέρος του soundtrack του “2001: A Space Odyssey” (1968) του Stanley Kubrick. Πέρα από τη θεματολογία των στίχων, καθ’ όλη τη διάρκεια του είναι γεμάτο εφέ στα πλήκτρα, πολύ περισσότερο από τον προηγούμενο δίσκο.

Όπως, ακούσατε και στο “The temple of curved space” τα black φωνητικά επέστρεψαν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά γενικά ο δίσκος είναι σίγουρα η πιο «θυμωμένη» κυκλοφορία της καριέρας τους. Οι ταχύτητες, ο όγκος στις κιθάρες, τα drums… όλα είναι πιο επιθετικά! Ακόμα και τα πλήκτρα, δεν έχουν τόσα μελωδικά περάσματα. Ίσως είναι το μόνο που μου έλειψε ακούγοντάς τον.

Ο δίσκος ξεκινά με το “Starfront Promenade”, το οποίο είναι ίσως το πιο επιβλητικό τραγούδι του δίσκου, χάρη στην εισαγωγή του. Προσωπικά το θεωρώ το κορυφαίο του δίσκου λόγω της λυρικότητάς του. Άσε που ο Δημήτρης Δημητρακόπουλος σου κολλάει τους στίχους στο μυαλό, πριν ο Θεοχάρης μπει με τα black φωνητικά. Εν συνεχεία το “The temple of curved space”, που προανέφερα, το οποίο είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα για το ύφος του δίσκου. Τραχύ black metal εμπλουτισμένο με ατμόσφαιρα και space εφέ. Το “Curse you, enthropia” που ακολουθεί, είναι ο συνδετικός κρίκος με τις προηγούμενες κυκλοφορίες της μπάντας, ιδίως τις πρώτες, αφού ο ήχος του παραπέμπει σε αυτές. Ίσως το πιο «ήρεμο» τραγούδι του δίσκου.

Στη συνέχεια το “The blue dot” φέρνει λίγο στις μνήμες μας το “Eden in reverse”. Κύριο χαρακτηριστικό του το κεντρικό, στα όρια του επικού, riff του. Το “The road to awe”, στα χνάρια του προηγούμενου, με την επικότητα να αναλαμβάνει το chorus. Το “Ludwig in orbit” είναι ένα δίλεπτο ιντερλούδιο βγαλμένο από τη sci fi ταινία “The Fifth element” (1997) του Luc Besson. Το δίσκο κλείνει το ομώνυμο κομμάτι, το οποίο συγκεντρώνει όλη τη ψυχοσύνθεση του δίσκου, πριν τελειώσει το διαγαλαξιακό black metal ταξίδι του.

HAIL SPIRIT NOIR. Η μπάντα που επί 12 συναπτά έτη δεν με έχει απογοητεύσει. Μου δημιουργεί όμως ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν μπορώ να επιλέξω αγαπημένο δίσκο.  Και με το “Fossil gardens”, το έκανε ακόμα πιο δύσκολο! Είτε ρετρό, είτε φουτουριστικοί… είτε ακραίοι, είτε μελωδικοί… είτε ακόμα και synth, το αποτέλεσμα είναι μοναδικά ποιοτικό… ώριμο! Έτσι και εδώ. Σίγουρα θα συγκαταλέγεται για πολλοστή φορά στους δίσκους της χρονιάς! “From the void, silhouettes, spread across the cosmic ends, silhouettes, silhouettes, silhouettes, silhouettes, silhouettes!”

8,5 / 10

Γιώργος Δρογγίτης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece