
Όπως ανάρτησε η No Remorse Records, πέθανε σε ηλικία μόλις 36 ετών, ο μπασίστας των ETERNAL CHAMPION και SUMERLANDS, Brad Raub. Δεν έχουν δοθεί περισσότερες λεπτομέρειες για την αιτία του θανάτου του. R.I.P.

Όπως ανάρτησε η No Remorse Records, πέθανε σε ηλικία μόλις 36 ετών, ο μπασίστας των ETERNAL CHAMPION και SUMERLANDS, Brad Raub. Δεν έχουν δοθεί περισσότερες λεπτομέρειες για την αιτία του θανάτου του. R.I.P.

Φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να σας πω ότι αυτή είναι μία από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες για τον hard rock ήχο μιας και το ντεμπούτο των NESTOR (“Kids in a ghost town”) είχε κάνει σοβαρό ντόρο συσπειρώνοντας την κοινότητα. Θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Δεν ανήκω σε εκείνους που ξετρελάθηκαν με το “Kids in a ghost town” αλλά οφείλω να τονίσω με κάθε δυνατό τρόπο ότι χαίρομαι πολύ που αυτοί εδώ οι Σουηδοί έκαναν τον κόσμο να μιλάει ξανά τόσο παθιασμένα για το hard rock θυμίζοντας μας τις καλές μέρες των H.E.A.T.
Κάπως έτσι έβαλα να ακούσω το “Teenage rebel”. Όλοι είχαμε ακούσει τα τρία πρώτα singles τα οποία άφηναν ενθαρρυντικά μηνύματα. Ειδικά το “Caroline” ήταν εκπληκτικό και μπορώ να πω ότι ήταν ο βασικός λόγος που περίμενα με ανυπομονησία το δίσκο. Θεωρώ ότι με το νέο άλμπουμ οι NESTOR κατάφεραν κάτι που φάνταζε εξαιρετικά δύσκολο στην αρχή: ξεπέρασαν τις προσδοκίες των οπαδών τους και μπορούν άνετα να καυχιούνται ότι το “Teenage rebel” είναι ανώτερο του προκατόχου του.
Και μπορεί να υπάρχει φυσικά η πάντα αγαπητή σε όλους μας ρετρολαγνεία για τα ένδοξα 80s αλλά αυτή τη φορά οι NESTOR την αποτυπώνουν με έναν πιο πειστικό τρόπο. Ακόμη και το όλο look της μπάντας είναι σαφώς βελτιωμένο φανερώνοντας μία μπάντα σε ανοδική πορεία σε όλα τα επίπεδα. Από τον εναρκτήριο “We come alive” (με μία εισαγωγή που θυμίζει αρκετά το “Tubular bells” του Mike Oldfield) μέχρι το ομώνυμο κομμάτι που φέρνει αρκετά σε BON JOVI (“Slippery when wet” εποχής) και την εκπληκτική μπαλάντα “The one that got away” (οι fans των SURVIVOR θα δώσουν θετικό πρόσημο), το “Teenage rebel” αποτελεί μία top hard rock κυκλοφορία από αυτές που τόσο θέλουμε και αναζητούμε.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι NESTOR φανερώνουν μία εξαιρετική άνεση να συνθέτουν πολύ όμορφα hard rock κομμάτια χωρίς καμία διάθεση προσαρμογής στη σύγχρονη πραγματικότητα. Από μένα είναι ναι…ειδικά τώρα, με αυτό το δίσκο. Λύστε μου τώρα μία απορία: πως γίνεται οι NESTOR να χαίρουν εκτιμήσεως από μεγάλη μερίδα true metal οπαδών; Καλή φάση αλλά…ανεξήγητο!
8,5 / 10
Σάκης Νίκας

Το “Heathen Cross” σηματοδοτεί την επιστροφή στα δισκογραφικά δρόμενα για τους θρύλους του N.W.O.B.H.M, CLOVEN HOOF. Την όγδοη κατά σειρά, μέσα από μια καριέρα μεγαλύτερη των τριάντα ετών (δεν προσμετρώ την δεκαετή αποχή τους κατά τη δεκαετία του ’90), εννέα δίσκων στο σύνολο (το “Definitive part one” μένει εκτός κάδρου) και τριών αριστουργημάτων (τα τρία πρώτα εννοείται) που ήταν υπέρ το δέον αρκετά, ώστε να τους δώσουν το ιστορικό status που έχουν σήμερα.
Ο Lee Payne είναι το μοναδικό μέλος από την αρχική τους σύνθεση, ο αρχηγός της μπάντας, ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της ιστορικότητας και του ονόματος, με την σημερινή, σε μεγάλο ποσοστό ανανεωμένη, σύνθεση, όπου ο μεγάλος Harry “Tyrant” Conklin είναι η τελευταία προσθήκη. Μου είναι συμπαθέστατος ο Lee. Και τον συμπαθώ γιατί είναι ταγμένος σε αυτό που κάνει, είναι ειλικρινής, ευθύς. «Αυτό έχω», σου λέει, «αν θες πάρτο, αν δεν το θες, άφησέ το και προσπέρασε». Τίμια στάση, ντόμπρα και εμένα αυτές οι στάσεις με κάνουν να βλέπω τον άλλον θετικά ως και θετικότερα απ’ όσο πραγματικά το αξίζει, κάποιες φορές.
Με θετική διάθεση λοιπόν, δέχτηκα το νέο άλμπουμ των CLOVEN HOOF προς ακρόαση και παρουσίαση. Τόσο οι πρώτες όσο και οι τελευταίες του ακροάσεις, που μαζί συμπλήρωναν έναν μεγάλο, σεβαστό αριθμό ώστε να βγει πραγματικό συμπέρασμα και όχι μια βεβιασμένη άποψη απλά για να διεκδικούμε το βραβείο του γρηγορότερου, με έκαναν να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το “Heathen cross” είναι η καλύτερη προσπάθεια του group, μετά την κλασσική πρώτη τριάδα των “Cloven Hoof”, “Dominator” και “A sultan’s ransom”. Με τα δυο τελευταία δεν έχει σχέση, η αλήθεια είναι αυτή, ωστόσο συνδυάζει στοιχεία του ντεμπούτου και συγκροτημάτων που επέδρασαν με τρόπο καταλυτικό στη διαμόρφωση του συνθετικού πνεύματος του Lee και της παρέας του.
Πάμε ένα σβέλτο track by track για να καταλάβεις καλύτερα. Θα ακούσεις λοιπόν τους JUDAS PRIEST στο εναρκτήριο “Redeemer” και στο “Frost and fire”, πολλή από την αισθητική των MERCYFUL FATE, URIAH HEEP και BLUE OYSTER CULT στο “Do what thou wilt”, τον Ronnie James Dio στο “Curse of the gypsy”, τους BLACK SABBATH του Tony Martin και του Dio στο “Sabbat stones” και στο “The summoning”, ενώ θα πας πολύ πίσω στον χρόνο και στο ντεμπούτο, με το “Vendetta”. Σίγουρα, αν έχεις έμπειρο αυτί, θα πιάσεις δω και κει μελωδίες που να σου φέρνουν στο μυαλό αγαπημένα, κλασσικά κομμάτια, αλλά τούτο δεν το βλέπω σαν προσπάθεια αντιγραφής. Η αντιγραφή, που έχει καθαρά πονηρό σκοπό, φαίνεται και διαφέρει από την άδολη αγάπη και το αποτύπωμα αυτής. Πάντως, τα κομμάτια στέκουν πάνω από τον μέσο όρο, είναι καλά.
Έχω βέβαια και τις ενστάσεις μου, οι οποίες έχουν να κάνουν με το φτωχότατο “Last man standing” και το “Darkest before the dawn”. Το πρώτο είναι μια αποτυχημένη, για μένα πάντα, προσπάθεια της μπάντας να παίξει στο στυλ των FIGHT ή του “Demolition” των JUDAS PRIEST. Χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες, groove metal αισθητική, ένα κομμάτι κάπως σαν το “One on one” των Ιερέων, για να γίνω απολύτως σαφής, που δεν προσφέρει απολύτως τίποτα και το κυριότερο, δεν ταιριάζει στους Hoofs. Το “Darkest before the dawn” είναι ο αστερίσκος που λέγαμε, όταν συζητούσαμε για «αντιγραφές», «επιρροές» και τη διαφορά αυτών. Αντικειμενικά, θα ήταν ως και το highlight του δίσκου, αν δε θύμιζε τόσο κραυγαλέα το “Caught somewhere in time” και το “Only the good die young”… είπαμε, επιρροές, επιδραστικότητα, αλλά όχι κι έτσι ρε παιδιά… Δεν χρειάζεται να ρίχνετε νερό στον μύλο κάθε κακοπροαίρετου… Λίγη προσοχή παραπάνω, δε βλάπτει.
Δεδομένα ο νεοεισελθών Tyrant κάνει πολύ καλή δουλειά στο μικρόφωνο. Συνυπολογίζοντας την ικανότητά του να ερμηνεύει ως πρέπει αλλά και να αναβαθμίζει σε περιπτώσεις το παλαιότερο υλικό, κάτι που είδαμε με τα μάτια μας στην εμφάνισή τους στο περσινό Up the Hammers, είναι μεγάλο ατού για το group. Όπως είναι και ο Chris Dando στα πλήκτρα και τα δεύτερα φωνητικά, στην πρώτη του studio συμμετοχή ως βασικό μέλος. Έχει πολύ καλή φωνή και πολύ καλή σκηνική παρουσία και ας έχει τον πιο διακριτικό ρόλο του πληκτρά. Είχε μάλιστα εκτελέσει χρέη frontman στο “Keep It True Rising 2” το 2022, πηγαίνοντάς τα περίφημα. Φωνητικά λοιπόν οι Βρετανοί είναι σίγουροι, οι υπόλοιποι παίκτες τα πάνε και αυτοί εξαίσια, οπότε…
… οπότε αυτό που μένει είναι να μείνει η σύνθεση ως έχει, να μην έχουμε εκ νέου αλλαγές και όλα θα πάνε καλά. Πιθανόν, ο επόμενος δίσκος, όταν έρθει με το καλό, να είναι ακόμη καλύτερος! Προς το παρόν, κρατώ την σιγουριά της πολύ καλής συναυλίας που θα δώσουν, σαν μας έρθουν ξανά. Οι πιο δυνατές στιγμές του “Heathen Cross” μαζί με τα κλασσικά έπη των 80s, το εγγυόνται. Κάτι άλλο, δε χρειάζεται.
7 / 10
Δημήτρης Τσέλλος

Κρίσιμο άλμπουμ για τους IRON MAIDEN! Πήραν την απόφαση να μπουν κατευθείαν στο studio μετά την “Ed hunter tour” και χωρίς να δουλέψουν με άνεση διαμόρφωσαν έναν δίσκο που είχε κομμάτια που άλλα είχαν ήδη διαμορφωθεί την εποχή 1995-1998 με τον Blaze Bayley και άλλα που είχαν την ίδια λογική στον τρόπο σύνθεσης. Αυτή η βιασύνη ευτυχώς δεν τους στοίχισε, αν και ο δίσκος είναι σαν σύνολο άνισος, έχοντας εξαιρετικές στιγμές, αλλά και στιγμές προβλέψιμες και τυπικές για έναν δίσκο τους. Το γεγονός είναι ότι μπήκαν στη διαμόρφωσή του όλοι – ο Nicko McBrain δεν υπολογίζεται – και σχεδόν σε όλες συνυπογράφουν τη σύνθεση όχι μόνο δύο, αλλά και τρεις εκ των μελών! Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν ένα reunion στα χαρτιά, αλλά μια επανένωση που τους έδινε την ώθηση να φτιάξουν έναν δίσκο που θα τους επανασυστήσει.
Αναμφίβολα η επιτυχία του ήταν μεγάλη και ο αντίκτυπος ήταν εξίσου μεγάλος. Και ήταν σε τέτοιο βαθμό που τους έφερε να παίξουν ξανά στο “Rock in Rio” σε μια εμφάνιση – statement που οπτικοποιήθηκε ιδανικά, παρουσιάζοντας ποιοι είναι οι IRON MAIDEN του 21ου αιώνα. Και για να επιτευχθεί αυτό είχαν συνδρομή από παντού. Ακόμα και ο Derek Riggs επιστρατεύτηκε για το πάνω μέρος του εξώφυλλου με τον πιο διαφορετικό Eddie που έχει φτιάξει ποτέ! Επίσης με τον δίσκο αυτό οι MAIDEN αποκτούν και μια ηχητική ταυτότητα που διατηρούν αναλλοίωτη μέχρι και σήμερα, έχοντας την υπογραφή του Kevin Shirley και Steve Harris. Προσωπικά με αποστρέφει αυτός ο ξερός ήχος που δεν έχει βάθος με τις δυναμικές να μην αναδεικνύονται όπως έκανε αριστοτεχνικά ο Martin Birch.
Όπως και να έχει είναι ένα reunion άλμπουμ που ακόμα συζητιέται κι αυτό είναι ενδεικτικό του αντίκτυπου που προκάλεσε όταν βγήκε και της σημασίας του για την πορεία των MAIDEN από την ημέρα της κυκλοφορίας του μέχρι και σήμερα. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του Blaze Bayley και να γιορτάζω τα γενέθλια μου τη μέρα που θα κυκλοφορούσε η πρώην μπάντα μου τον νέο της δίσκο! Μα καλά επίτηδες το κάνανε;
The “Brave new world” countdown:
Ένα κομμάτι με ξεκάθαρη αναφορά στον τρόπο που συνέθεταν την εποχή του Blaze. Όλοι οι ρυθμοί και η τοποθέτηση των φωνητικών γραμμών είναι τόσο προφανή, που άνετα μπορείτε να φανταστείτε τον Blaze να τραγουδά. Ολοφάνερα ο Bruce τον εκθέτει με την ερμηνεία του. Harris και Murray μάλλον δεν πολυασχολήθηκαν στη ανασύνθεσή του και το άφησαν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια όπως ήταν. Κλείνει το δίσκο με τρόπο μη πανηγυρικό.
Ένα κομμάτι ξεκάθαρα με τη λογική του τρόπου σύνθεσης που είχαν από το “The X-Factor” και μετά. Ο Steve Harris ολομόναχος δείχνει ότι η λογική του στη δομή είναι τετράγωνη, βγάζοντας ένα κομμάτι τυπικό και προβλέψιμο σε κάθε του σημείο – από τις φωνητικές γραμμές, τις lead κιθάρες μέχρι τις αλλαγές των ρυθμών. Έμεινε στις καρδιές των οπαδών τους καθαρά θεματολογικά, μιας και αναφέρεται στο δέσιμο που έχουμε με τους ανθρώπους μας.
Το πρώτο single του δίσκου, με το οποίο προσπάθησαν να μας προϊδεάσουν για τον δίσκο. Απέτυχαν παταγωδώς μιας και το κομμάτι δεν είναι αντιπροσωπευτικό του. Έχει όμως την ένταση και το αξιομνημόνευτο ρεφραίν μαζί με την φοβερή lead κιθάρα που οδηγεί στο καλύτερο κιθαριστικό μέρος του δίσκου. Υπογραφή; Adrian Smith! Δεν είναι όμως κάτι παραπάνω από ένα απλά καλό κομμάτι σε ένα δίσκο που έχει διαφορετική κατεύθυνση.
Το ομότιτλο κομμάτι του δίσκου φέρει την υπογραφή των Murray, Dickinson και Harris, κάτι που συμβαίνει σπάνια. Η μεγάλη του αδυναμία είναι η χρήση του ρεφραίν με επαναλαμβανόμενο τρόπο, που καταντά κουραστικός. Σκεφτείτε ότι κλείνει το κομμάτι μετά από 8(!) επαναλήψεις του! Μια απόδειξη ότι αν είχαν τον Martin Birch δεν θα τους επέτρεπε να κάνουν κάτι τέτοιο! Είπαμε να λειτουργεί συναυλιακά, αλλά εδώ το παραξήλωσαν!
Ένα από τα κομμάτια από την εποχή του Blaze, έχοντας αυτήν την τετράγωνη λογική της συνεχούς επανάληψης του ρυθμού και της εισαγωγής lead κιθάρων και ίδιων φωνητικών γραμμών. Ο Bruce εκθέτει τον Blaze ανεπανόρθωτα για το πώς ερμήνευε κομμάτια με την ίδια δομή, που συνυπογράφουν Dave Murray και Steve Harris.
Το δεύτερο single του δίσκου, το οποίο μάλλον δεν επιλέχθηκε τυχαία. Ακόμα ένα κομμάτι που δείχνει τους MAIDEN αναγεννημένους και έτοιμοι να κερδίσουν τον κόσμο που σιγοτραγουδά το ρεφραίν του. Ο Gers με τον Dickinson ξανασυναντιούνται και με τη συνδρομή του Steve Harris καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα πιασάρικο κομμάτι που λειτούργησε πολύ καλά στα, τότε, live τους.
Είναι σίγουρα το κομμάτι-απόδειξη ότι ο τρόπος σύνθεσης που διαμορφώθηκε την περίοδο που ήταν ο Blaze στο συγκρότημα είναι παρών στον δίσκο αυτό. Μάλιστα σύμφωνα με τον Adrian Smith κάποιοι στίχοι έχουν γραφτεί από τον Blaze, αλλά δεν έχει αποδοθεί credit. Ακούγοντας το μπείτε στην διαδικασία να φανταστείτε να τραγουδάει ο Blaze και θα αντιληφθείτε πόσο διαφορετικά είναι με τον Dickinson, ο οποίος το απογειώνει με την ερμηνεία του ειδικά στο ρεφραίν. Από ένα τυπικό κομμάτι της “Virtual XI” έγινε ένα κομμάτι που έχει αγαπηθεί από τους οπαδούς τους.
Είναι διαφορετικό, πειραματικό στους prog ρυθμούς του και με ξεχωριστό ρεφραίν και τρομερό rhythm section. Η αξία του έγκειται στο γεγονός ότι δεν ακολουθεί την «λογική» που είχαν στον τρόπο σύνθεσης οι IRON MAIDEN με τον Adrian Smith και τον Steve Harris να το συνυπογράφουν. Εδώ πλέον μιλάμε για τους αναγεννημένους MAIDEN, εγκαινιάζοντας κάτι εντελώς καινούριο σε δομή και ρυθμούς. Το κρυμμένο διαμάντι του δίσκου!
Το πιο «in your face» κομμάτι του δίσκου που σε πιάνει από την αρχή από το λαιμό και σε παρασέρνει στο ρυθμό του. Gers και Harris παραδίδουν μαθήματα σύνθεσης κομματιού με αμεσότητα και τρομερή ενέργεια, έχοντας φοβερό ρεφραίν, εναλλαγές ρυθμών και ταιριαστές lead κιθάρες. Με αυτό ήταν πλέον προφανές ότι έμπαιναν σε μια νέα περίοδο που θα ήταν το λιγότερο ενδιαφέρουσα για τους οπαδούς τους. Κι όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο αυτός ο ύμνος είχε γραφτεί την εποχή του Blaze! Τρέμω και μόνο στην ιδέα να το είχε τραγουδήσει εκείνος και όχι ο Bruce!
Επιτέλους ένα κομμάτι με ενδιαφέρουσα και όχι τυπική και μακροσκελή εισαγωγή! Η μεγαλύτερη αδυναμία της δομής των μακροσκελών συνθέσεων της εποχής του Blaze ήταν καθαρά ότι σαν μοτίβο επαναλαμβάνονταν όλα ξανά και ξανά. Εδώ Gers, Dickinson και Harris συνυπογράφουν την νέα εποχή των MAIDEN. Κρατώντας τα χαρακτηριστικά της ρυθμικής κιθάρας και βάζοντας εμβόλιμα την αλλαγή του ρυθμού, συνθέτουν ένα κομμάτι απόλυτα ιδιότυπο για όλη τη δισκογραφία τους που ολοκληρώνεται με το φοβερό φρενήρες μέρος του! Θεμέλιος λίθος της νέας εποχής τους!
Λευτέρης Τσουρέας

Η θέα από τον λόφο του Λυκαβηττού σε αποζημιώνει μετά την πεζοπορία μέσα στον ήλιο σαν τον David Carradine στη σειρά Kung Fu. Η πρώτη επίσκεψη του Corey Taylor ως solo καλλιτέχνης για συναυλία στη χώρα μας αποτέλεσε το έναυσμα για να ανηφορήσουμε σε έναν αγαπημένο συναυλιακό χώρο που για αρκετά χρόνια είχε παραμείνει κλειστός.

Λίγο πριν τις 20:00 και ο κόσμος έχει αρχίσει να εισχωρεί και να γεμίζει τις πρώτες σειρές στην πλατεία και στις εξέδρες και οι Δανοί SIAMESE βγαίνουν στην σκηνή και για την επόμενη μία ώρα επιδίδονται σε ένα μοντέρνο post-metalcore, με αρκετή pop τραγουδοποιία κι έντονη χρήση samples. Δεν ξέρω αν R&B καλλιτέχνες όπως ο The Weeknd ή συγκροτήματα σαν τους BRING ME THE HORIZON τους έχουν επηρεάσει περισσότερο καθώς και το πέρασμα από το “Hollaback girl” της Gwen Stefani δεν βοήθησε, αλλά η εμφάνισή τους έδειξε πως πρόκειται για μία έμπειρη μπάντα με το υλικό τους να προέρχεται κυρίως από δύο τελευταία τους άλμπουμ, παρουσιάζοντας υλικό κι από την επερχόμενη δουλειά τους με τίτλο “Elements”.

Αφού ευχαρίστησαν αρκετές φορές τον headliner της βραδιάς και το κοινό που μαζεύτηκε από νωρίς για να τους δει, η ώρα πέρασε γρήγορα ακούγοντας punk hardcore των 80’s στα ηχεία, η ένταση δυναμώνει και το “Partytime” των 45 GRAVE λειτουργεί ως άτυπο intro, με τον Corey Taylor και τους μουσικούς που τον συνοδεύουν να πιάνουν τη θέση τους ενώ έχει μπει το “The box” προηχογραφημένο και το “Post traumatic blues” να ακολουθεί όπως συμβαίνει και στο τελευταίο του στούντιο άλμπουμ “CMF2”.

Ο Taylor είναι ορεξάτος, έχει μπει κατευθείαν στο ρόλο του εκπληκτικού frontman παρά το γεγονός πως πρόκειται για μόλις τη δεύτερη εμφάνιση της ευρωπαϊκής τους περιοδείας και το “Made of scars” από το “Come what(ever) may” των STONE SOUR καταφέρνει να ξεσηκώσει το κοινό από κάτω που μπορεί να φαίνεται ετερόκλητο αλλά ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του τραγουδιστή το ίδιο.

Τα τραγούδια που προέρχονται από τις δύο προσωπικές του δουλειές είναι αισθητό πως δεν μπορούν να προκαλέσουν τις ίδιες συγκινήσεις, αλλά υπάρχει καλή διάθεση πάνω και κάτω από την σκηνή και αυτό είναι το αξιοθαύμαστο προς το πρόσωπο του Corey Taylor, ο οποίος δίνει το 100% καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας, παραμένοντας επικοινωνιακός είτε κάνοντας χαβαλέ, είτε εκφράζοντας τις βαθύτερες σκέψεις του καθώς την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του για τη σύζυγο του αφιερώνοντας της τα “Black eyes blue” και “Home”.

Αφού ακούγεται άλλο ένα τραγούδι από την περίοδο των STONE SOUR, αυτή τη φορά το “Song #3”, ακολουθεί το “Beyond” το πρώτο single από το “CMF2” και πριν ξεκινήσουν το επόμενο τραγούδι ο Corey λέει πως θα ήθελε να μας συστήσει τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος «πριν το ξεχάσει» κι ο κόσμος παραληρεί γιατί συνειδητοποίει πως θα ακολουθήσει ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια των SLIPKNOT και το “Before I forget” φέρνει συνειρμούς είκοσι σχεδόν χρόνων πίσω στον ίδιο ακριβώς χώρο.

Είναι ολοφάνερο πλέον για ποιο λόγο βρίσκεται η πλειοψηφία του κόσμου εδώ αλλά και από που προέρχεται η δυναμική του Corey Taylor και καταφέρνει έστω και ως solo καλλιτέχνης να μαζεύει κάποιες χιλιάδες κόσμου για να τον δει. Αφού παίζει το τραγούδι από τους τίτλους αρχής του «Μπομπ Σφουγγαράκη», η κατάσταση σοβαρεύει με το “Snuff” και μία από τις πρώτες εκτελέσεις του “From can to can’t” από “Sound city: Real to reel” soundtrack.

To βασικό set κλείνει με το “Through glass” των STONE SOUR και το encore έρχεται με μία διασκευή στο πανέμορφο “The killing moon” των ECHO & THE BUNNYMEN η οποία συμπεριλαμβάνεται στο “CMF2B… Or not 2B” μαζί με άλλες διασκευές σε Ozzy Osbourne, JUDAS PRIEST και LED ZEPPELIN μεταξύ άλλων και μας αποχαιρετά με δύο από τις πιο heavy στιγμές της βραδιάς με τα “30/30-150” και “Duality” των STONE SOUR και SLIPKNOT αντίστοιχα όπου ειδικά στο δεύτερο οι φωνές του κόσμου συντονίζονται με μιας και ακούγονται σε ολόκληρο το λεκανοπέδιο.
Κώστας Αλατάς
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής