Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 174

A day to remember… 3/6 [BRUCE DICKINSON]

0
Dickinson

Dickinson

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Balls to Picasso” – BRUCE DICKINSON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΙΑ: EMI
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Shay Baby
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Bruce Dickinson – Φωνητικά
Roy Z – Κιθάρες
Eddie Casillas – Μπάσο
Dave Ingraham – Τύμπανα

Η ιστορία του ξεκίνησε να γράφεται περίπου το 1992 και ενώ ο Bruce ήταν ακόμα μέλος της Σιδηράς Παρθένου, με τα σύννεφα στις σχέσεις μεταξύ του Αρχηγού και του Dickinson όμως, να είναι κάτι παραπάνω από εμφανή, με τον πρώτο να δηλώνει ότι ο Bruce «βαριέται» επί σκηνής και τον δεύτερο να έχει ήδη εκδηλώσει τις τάσεις φυγής του από τους IRON MAIDEN. Μέσα σε αυτό το κλίμα και περίπου εν τω μέσω της περιοδείας του “Fear of the dark”, ο -ακόμα τότε- frontman του Θηρίου, είχε σχεδόν τελειώσει αυτό που θα γινόταν το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ. Ή έτσι πίστευε τουλάχιστον.

Η περιοδεία με τους MAIDEN τελείωσε, ο Dickinson «κλείστηκε» κυριολεκτικά μέσα σε μία Σιδηρά Παρθένο και  «αποκεφαλίστηκε» (στη συναυλία που αποτέλεσε το “Raising hell” βίντεο)  και ο Eddie πέταξε τα απομεινάρια του στην κόλαση (στο εξώφυλλο του single για το “Hallowed be Thy name” που προηγήθηκε του “A real dead one”  live album του 1993), κλείνοντας με αυτό τον όχι και τόσο ιδανικό τρόπο, την παρουσία του στους IRON MAIDEN για τα επόμενα χρόνια.

Το “Balls to Picasso” όμως, στο μυαλό του δημιουργού του παρέμενε ημιτελές. Κάτι έλειπε από ένα σύνολο συνθέσεων που κατά τον Bruce ήταν μεν δυναμικές όμως σε κάτι χώλαιναν.

Η δεύτερη απόπειρα του Dickinson να ολοκληρώσει το άλμπουμ του, στέφθηκε και αυτή με απόλυτη αποτυχία. Ο Bruce ήθελε να αποδείξει στον εαυτό του πράγματα, να κινηθεί εκτός στεγανών και ύφους των IRON MAIDEN, να βγει (όσο αυτό φυσικά και ρεαλιστικά θα ήταν δυνατόν) από την σκιά του Θηρίου. Ήθελε να εξερευνήσει διαφορετικούς ήχους και μονοπάτια, όπως ούτως ή άλλως έκανε στο ντεμπούτο του ως solo καλλιτέχνης, το “Tattooed millionaire”, αλλά ακόμα περισσότερο στο επόμενο και πλέον αμφιλεγόμενο “Skunkworks”. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης αυτού του αποτελέσματος που θα τον ικανοποιούσε όμως, ένα πράγμα αποτελούσε σταθερά στις μορφές που έπαιρνε το “Balls to Picasso” και αυτή δεν ήταν άλλη από το “Tears of the dragon”.

Η πρώτη απόπειρα ολοκλήρωσης του άλμπουμ, στην αρχική του μορφή, δεν διέφερε πολύ από την αίσθηση και το στυλ του “Tattooed millionaire”, αίσθηση που ενισχύθηκε και με την προσθήκη του παραγωγού εκείνου του άλμπουμ, του Chris Tsangarides και αυτή τη φορά ολόκληρης της μπάντας των JAGGED EDGE ως μουσικών (τότε άκουγαν στο όνομα SKIN). Ο Dickinson όμως θεώρησε ότι σε αυτή την μορφή του, το “Balls to Picasso” δεν ήταν μία ευθεία αμφισβήτηση των μέχρι τότε πεπραγμένων του. Μια αμφισβήτηση του εαυτού του, που αποτέλεσε και τον κύριο λόγο που ένιωθε να πνίγεται δημιουργικά μέσα στις τάξεις του Θηρίου.

Η δεύτερη απόπειρα, ήρθε μετά από συμβουλή του μάνατζερ των MAIDEN, του Rod Smallwood, ο οποίος του πρότεινε να έρθει σε επαφή με τον με τον διάσημο παραγωγό τόσων πολλών πλατινένιων άλμπουμ των δεκαετιών του ’70 και του ’80 Keith Olsen. Ούτε αυτό όμως δούλεψε καλά για τον Dickinson και τότε, το 1993, συνέβη το «θαύμα».

Με έξι βδομάδες προσπαθειών για ολοκλήρωση του δίσκου να συμπληρώνονται, περίπου τον Ιανουάριο του 1993, ο Olsen, σύστησε τον Dickinson σε ένα συγκρότημα που ονομαζόταν TRIBE OF GYPSIES και το οποίο ηχογραφούσε το άλμπουμ του στο ίδιο στούντιο στο Los Angeles. Ο Bruce, μπήκε ένα βράδυ στο στούντιο που έγραφαν, για να ακούσει τι έκαναν και ενθουσιάστηκε από τη λατινική χροιά τους στο hard rock. Αυτή ήταν επίσης η αρχή της μακροχρόνιας φιλίας και της συνεργασίας του με τον κιθαρίστα των TRIBE OF GYPSIES, Roy Z.

Αυτό που είδε και άκουσε ο Dickinson από τους TRIBE OF GYPSIES, ήταν αυτό που έδεσε όλο το σύνολο μέσα στο κεφάλι του. Με την καθοριστική συνεισφορά του Roy Z στην συγγραφή των τραγουδιών, το άλμπουμ επιτέλους πήρε την τελική του μορφή. Οι TRIBE OF GYPSIES πήραν θέση πίσω από τα όργανα και επιτέλους ο Bruce, είχε περίπου αυτό που ήθελε. Και αν άφηνε τον Roy Z να κάνει και την παραγωγή του άλμπουμ, όπως έκανε στην πορεία και από το “Accident of birth” και εξής, ίσως να μιλούσαμε για το “Balls to Picasso” με διαφορετικούς όρους. Αυτό φυσικά είναι μια άλλη ιστορία, η οποία όμως, σύμφωνα με τα πρόσφατα λεγόμενα του Dickinson, ίσως και να μην μείνει μια απλή ιστορία. Ίδωμεν.

Το άλμπουμ, ανοίγει κάπως περίεργα, με το “Cyclops”. Ένα κομμάτι που ακούγεται κάπως ημιτελές, κάτι που ισχύει και για το επόμενο, το “Hell no”, το οποίο έχει μια αίσθηση “Tattooed millionaire”. Από το “Gods of war” και εξής όμως, η πορεία είναι μόνο ανοδική για τον δίσκο, με μία μικρή παραφωνία ίσως το “Fire”. Η συναισθηματική μπαλάντα “Change of heart”, τα ογκώδη (και με ακόμα περισσότερο όγκο παιγμένα ζωντανά) “Laughing in the hiding bush” και “Shoot all the clowns” , το “1000 points of light” με το εξαιρετικό του chorus, το μοναδικό όσο και ιδιαίτερο “Sacred cowboys” και φυσικά η κορωνίδα του δίσκου, το “Tears of the dragon”. Ένα κομμάτι στο οποίο η φωνή της Αντιαεροπορικής Σειρήνας, φαίνεται να λυγίζει, να αποκτά πρωτόγνωρα χρώματα, να είναι τραγουδισμένο με καντάρια ψυχής.

Το “Balls to Picasso”, δεν είναι “Chemical wedding”. Είναι όμως ένα άλμπουμ, στο οποίο μάλλον αντικατοπτρίζεται καλύτερα από οπουδήποτε αλλού, η εσωτερική κατάσταση και η εσωτερική αναζήτηση, του σπουδαίου αυτού μουσικού, που λέγεται Bruce Dickinson.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Άγνωστες ιστορίες για τους Megadeth (Part 2) – Rock Hard The Pod S02E21

0
Rock Hard - The Pod

Rock Hard - The Pod

MEGADETH!!! Πόσες και πόσες τραγουδάρες κι αν μας έχουν χαρίσει και τους αναμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία στο Release Athens Festival την Παρασκευή 14 Ιουνίου μαζί με τους BLIND GUARDIAN και τους GRAND MAGUS.
Ο Σάκης Φράγκος στο εικοστό πρώτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν του Rock Hard – The Pod (www.rockhard.gr), με την υποστήριξη του God’s Restaurant (Μακρυγιάννη 23-27), μας διηγείται πάμπολλες άγνωστες, αστείες ή περίεργες ιστορίες από το παρελθόν τους, στο δεύτερο μέρος του σχετικού podcast!!!


Κι επίσης στα iTunes, PocketCasts και Amazon Music.

STARBENDERS – BAD HABITS: Live στο Temple

0
Starbenders

Starbenders

Starbenders live at Temple

Special guests: Bad Habits

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2024

Μπορούμε να το πούμε και φωναχτά πλέον: Στην σημερινή εποχή που το Rock-n-Roll είναι πλέον τόσο βαρετό , safe και vanilla , οι Αμερικανοί Starbenders (με βάση την Atlanta , Georgia) κάνουν την διαφορά. Και την κάνουν με αυτόν τον απίθανο συνδυασμό 70’s Glam , Punk , New Wave, Alternative Rock , Hard Rock & Rock n Roll συνθέσεων , επιβλητικής εικόνας , attitude και catchy ρεφρέν -που θες δεν θες- σιγοτραγουδάς μετά μόνος σου.

Η ιστορία ξεκινά το 2014 όταν η frontwoman Kimi Shelter (μα πόσο υπέροχο λογοπαίγνιο) συναντά τον ελληνικής καταγωγής παραγωγό / music director και κιθαρίστα  Nico Constantine (Lady Gaga, Comes With The Fall, Program The Dead) και την ενθαρρύνει να αναλάβει και τα φωνητικά πέρα από την κιθάρα. Ο μπασίστας Aaron Lecesne , ο κιθαρίστας Kriss Tokaji και η drummer Emily Moon ακολούθησαν λίγο αργότερα και έτσι έχουμε την πρώτη version των Starbenders (το όνομα είναι φόρος τιμής στον David Bowie).

Μετά από μερικά EPs και singles στην εταιρία Institution του Nico Constantine κυκλοφορεί το 2016 το “Heavy Petting” , το πρώτο ολοκληρωμένο album των Starbenders και αρχίζει να χτίζεται σιγά-σιγά το όνομα , με εκρηκτικές live εμφανίσεις.

Υπογράφουν στη γνωστή μας Sumerian Records και το 2020 έρχεται το 2o τους album “Love Potions” που κάνει τον πρώτο πραγματικό θόρυβο , όχι μόνο επειδή μιλάμε για μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες εκείνης της χρονιάς χωρίς ούτε ένα filler, αλλά επειδή τα singles συνοδεύονταν και με τα κατάλληλα video clips (βλέπε “Bitches Be Witches”).

Τραγούδια τους , αλλά και μία διασκευή στο “I Don’t Believe In Love “ των Queensryche ακούστηκαν στην τηλεοπτική σειρά Paradise City και ταυτόχρονα ξεκινά εκτεταμένη headline tour σε όλη την Αμερική , αλλά και στην Ιαπωνία , για να ακολουθήσει περιοδεία μαζί με τους Palaye Royale.

Το 2023 είχαμε την τύχη να τους δούμε πρώτη φορά στην Αθήνα , σε εκείνες τις 2 συναυλίες με τους Palaye Royale και όσοι δεν τους ήξεραν , πολύ απλά τους έμαθαν , μέσω των καταιγιστικών , jaw dropping shows τους .

Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το 3ο τους full length album “Take Back The Night” έχοντας όλα τα tracks υποψήφια για singles (και δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν όλα τα κομμάτια του δίσκου συνοδεύονται από τα ανάλογα proper videos).

Τον Φεβρουάριο του 2024 , η drummer Emily Moon αποφάσισε να αποχωρήσει από το group με την Qi Wei να την αντικαθιστά.

Στις 13 Σεπτεμβρίου , στο Temple , θα δούμε για πρώτη φορά στην Αθήνα τους Starbenders σε headline show , να ξεδιπλώνουν on stage ατόφια Rock n Roll ενέργεια , σαν να έρχεται από άλλες εποχές και την χρειαζόμαστε τόσο…

Special guests οι Αθηναίοι Bad Habits , σε μία hand in glove σύμπραξη , αφού δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε καλύτερη και πιο ιδανική μπάντα για να ανοίξει το συγκεκριμένο live.
Γνωστοί για τις εκρηκτικές , παθιασμένες Rock n Roll εμφανίσεις τους (και λίγο πριν κυκλοφορήσουν το debut album τους) θα κάνουν το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου αξέχαστο.

Προπώληση (more.com): 20 € , ταμείο : 25 €

https://www.more.com/music/starbenders/bad-habits-at-temple-13/9/

Doors open: 21.00

NEW LONG FEST 2024: Ανακοινώθηκε το line-up του φεστιβάλ

0
New Long Fest 2024

New Long Fest 2024

Συμπληρώνοντας 18 χρόνια παρουσίας στα πολιτιστικά δρώμενα, το New Long Fest επιστρέφει το καλοκαίρι του 2024 πιο ορμητικό από ποτέ!

Το festival που υπήρξε ένας από τους πυλώνες της ελληνικής underground σκηνής και έδωσε από την πρώτη στιγμή χώρο σε πρωτοεμφανιζόμενα σχήματα και καλλιτέχνες της rock/metal/punk κουλτούρας, μαζεύει για άλλη μια φορά τις ετερόκλητες φυλές των μουσικόφιλων στον φιλόξενο χώρο του Πολιτιστικού και Αθλητικού Πάρκου Νέας Μάκρης.

Φέτος, για πρώτη φορά με 2 stages και 22 μουσικά σχήματα που θα υποδεχθούν το διήμερο Σάββατο 13 / Κυριακή 14 Ιουλίου 2024 τους επισκέπτες με το πιο φρέσκο line up της ιστορίας του, σαφώς προσανατολισμένο στον εναλλακτικό ήχο και τις δημιουργικές απολήξεις του.

— Line Up —

Σάββατο 13 Ιουλίου:
Vodka Juniors / Acid Mammoth / The Overjoyed / Godsleep / Krause / Μαύρο Γάλα / Hex / Feral Kids / Rita Mosss / Seer of the Void / Nerrves

Κυριακή 14 Ιουλίου:
Chain Cult / Sun of Nothing / Khirki / Sadhus / Νεκροτσουλήθρα / Pirates City / Day Oof / Dramachine / Gagulta / Nothing Thrives / Primo Bake
Το ετήσιο ραντεβού όσων αγαπούν και στηρίζουν την τοπική σκηνή ανανεώνεται και με το συνδυασμό επιθετικής μουσικής, street food και μιας μακράς παράδοσης να εγγυάται μια ακόμα μοναδική εμπειρία, το New Long Fest 2024 αναμένεται ως ένα από τα πλέον εκρηκτικά διήμερα του φετινού συναυλιακού καλοκαιριού!

• Μονοήμερα εισιτήρια : 14€ (προπώληση), 16€ (ταμείο)
* Διαθέσιμα στο more.com μέχρι τις 18:00 κάθε μέρας αντίστοιχα.
Μετά τις 18:00 μόνο στην είσοδο του φεστιβάλ.

• Διήμερα εισιτήρια: 25€ (μόνο προπώληση)
* Διαθέσιμα μόνο στο more.com μέχρι τις 22:00 του Σάββατο 13 Ιουλίου

Πόρτες: 17:30 | Έναρξη: 18:00

Η είσοδος για παιδιά έως 12 ετών είναι ελεύθερη υποχρεωτικά με παρουσία κηδεμόνα/συνοδείας

Ηλεκτρονική προπώληση:
www.more.com/music/festival/newlongfest2024

PROG 2 PROG S02E08 (FOR ALL WE KNOW / WHEEL / BALANCE OF POWER / IVORY TOWER)

0
Prog 2 Prog

Prog 2 Prog

Τελικά είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενα, να είμαι συνεπής στη στήλη PROG 2 PROG, για να συμπληρωθούν τα τέσσερα συγκροτήματα που είχα στο μυαλό μου, ζήτησα βοήθεια από τον αγαπημένο μου φίλο, Γρηγόρη Μπαξεβανίδη, ο οποίος έκανε τη δική του συνεισφορά. Οπότε, πλάι στα πολύ ωραία νέα άλμπουμ των FOR ALL WE KNOW και WHEEL (πουλέν της στήλης), έγραψε για τους δίσκους των εξαφανισμένων BALANCE OF POWER και των Γερμανών IVORY TOWER.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ: FOR ALL WE KNOW
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: By design or by disaster
ΕΤΑΙΡΙΑ: Construction Records
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 22/3/2024
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ruud Jolie – κιθάρα
Wudstik – φωνητικά
Kristoffer Gildenlow – μπάσο
Leo Margarit – ντραμς
Marco Kuypers – πλήκτρα

Website
Facebook
Instagram
YouTube
Spotify

Οι FOR ALL WE KNOW είναι μία κλασική περίπτωση συγκροτήματος που αν το είχε πάρει χαμπάρι ο κόσμος που έπρεπε, θα είχαν πολύ μεγαλύτερο όνομα στους prog κύκλους. Αυτό δεν έχει να κάνει απλά με την εξαιρετική μουσική τους, αλλά αρχικά από το γεγονός ότι οι μουσικοί που απαρτίζουν το σχήμα, έχουν διαγράψει τη δική τους, λαμπρή πορεία στο χώρο.

Ο κιθαρίστας και ιδρυτής Ruud Jolie, βγάζει το ψωμί του (ίσως και παντεσπάνι) με τους WITHIN TEMPTATION, ενώ ο Leo Margarit, παίζει ντραμς και στους PAIN OF SALVATION, όντας ένας από τους καλύτερους της γενιάς τους και ο Kristoffer Gildenlow, θα θέλαμε να παίζει ακόμα με τον αδερφό του, τον Daniel, στους PAIN OF SALVATION, επίσης. Επιπλέον, ο τραγουδιστής, Wudstik (κατά κόσμον, Jermain van der Bogt), έχει τραγουδήσει σε μερικούς δίσκους των AYREON, εκτός των άλλων.

Το ομώνυμο ντεμπούτο τους, του 2011, με είχε «αιχμαλωτίσει», αφού μαγεύτηκα από την ήχο του, ήταν άνετα μέσα στους κορυφαίους δίσκους μου εκείνης της χρονιάς και τον επισκέπτομαι συχνά-πυκνά ακόμη και σήμερα. Το “Take me home” του 2017, ήταν κι αυτό καλό, αλλά δεν απέκτησα ποτέ τον εθισμό που είχα με το ντεμπούτο τους. Μάλλον τα έξι χρόνια αναμονής είναι πολλά, όπως άλλωστε και οι υποχρεώσεις του Jolie, με το κανονικό του συγκρότημα.

Photo by Stashley Photography

Εφτά χρόνια μετά, λοιπόν, οι FOR ALL WE KNOW, είναι και πάλι εδώ, στο γνώριμο ύφος τους, PAIN OF SALVATION meets PORCUPINE TREE, με rollercoaster συναισθημάτων, ακόμα και μέσα στο ίδιο τραγούδι, για να μας θυμίσουν ότι είναι κι εκείνοι εδώ και απαιτούν την προσοχή μας, σ’ έναν κόσμο που η μουσική βγαίνει με ρυθμούς μυδράλιου.

Πραγματικά απορώ, πως οι σεσημασμένοι progsters αγνοούν αυτό το σχήμα, που θα μπορούσε να κάνει σπουδαία καριέρα, αν ο Jolie είχε λίγο περισσότερο ελεύθερο χρόνο να κάνει περιοδείες. Εκτιμώ ακόμα περισσότερο το γεγονός, ότι μέσα στο “By design or by disaster”, υπάρχουν κάποια “Easter eggs”, όπως για παράδειγμα στο “Lifeline”, που μπορούμε να ακούσουμε μελωδίες και σημεία από το ντεμπούτο τους. Ακούστε το “The future that came too soon” και πείτε μου αν δεν έχει θέση, σε οποιονδήποτε δίσκο των PAIN OF SALVATION, για παράδειγμα.

Πρόκειται για έναν σπουδαίο δίσκο, που άπαξ και τον νιώσεις, σε κερδίζει και σου προσφέρει συνεχόμενες, απολαυστικές ακροάσεις. Δώστε στους FOR ALL WE KNOW την ευκαιρία που τους αξίζει και δεν θα χάσετε.

8,5 / 10

Σάκης Φράγκος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ: WHEEL
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: Charismatic leaders
ΕΤΑΙΡΙΑ: InsideOut
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 3/5/2024
ΣΥΝΘΕΣΗ:
James Lascelles – κιθάρα, φωνητικά
Santeri Saksala – ντραμς
Jussi Turunen – lead κιθάρα

Website
Instagram
Facebook
Spotify
YouTube

Οι Αγγλο-Φινλανδοί WHEEL, είναι αγαπημένο συγκρότημα της στήλης και τα λέγαμε αναλυτικά για το δεύτερο άλμπουμ τους “Resident human”, σε βαθμό που ήταν πολύ εύκολο να τους τσιμπήσει η κραταιά InsideOut και να τους τραβήξει από την «ανωνυμία» της Label Services.

Μην ξεχνάμε ότι το 2019, μας είχαν επισκεφθεί στη χώρα μας, ως support στους LEPROUS και αρκετοί είχαμε εντυπωσιαστεί από την απόδοσή τους, κάτι που μας απέδειξαν και στο προηγούμενο, δεύτερο άλμπουμ τους.

Photo by Anastasya Korol

Με το “Charismatic leaders”, όμως, προβλέπω ότι θα έρθει πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση. Όχι λόγω της μεγαλύτερης εταιρίας, αλλά διότι το άλμπουμ είναι πραγματικά κορυφαίο. Μεγάλο τους ατού, είναι το γεγονός ότι μπορούν να γράψουν με εξίσου μαεστρικό τρόπο και 4λεπτα-5λεπτα τραγούδια, αλλά και υπερδεκάλεπτα έπη. Για ακούστε για παράδειγμα το καταιγιστικό “Empire” που ανοίγει το δίσκο και φαίνεται η επιρροή που έχουν από τους MESHUGGAH, αλλά και το «χεράκι» που έβαλε ως παραγωγός ο Fredrik Thordendal, κιθαρίστας των Σουηδών progsters (μαζί με τον «πολύ» Daniel Bergstrand). Στα καπάκια, βάλτε το σχεδόν εντεκάλεπτο “Submission”, με τις –πάντα εμφανείς- TOOL επιρροές του και θα διαπιστώσετε αυτό ακριβώς που σας λέω.

Αν σας αρέσουν οι TOOL, οι SOEN και τέτοιου είδους συγκροτήματα, μην τυχόν και κάνετε το λάθος να μην τσεκάρετε το τρίο των WHEEL. Το “Charismatic leaders”, είναι από τους δίσκους που πρέπει να ακούσετε μέσα στο 2024, στα σίγουρα.

8,5 / 10

Σάκης Φράγκος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ: BALANCE OF POWER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: Fresh from the abyss
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 19/4/2024
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Hazel Jade – φωνητικά
Chris Masimore – κιθάρα
Stoney Wagner – κιθάρα
Tony Ritchie – μπάσο
Lionel Hicks – τύμπανα
Julien Spreutels – πλήκτρα

Facebook

Άλλη μία μπάντα που πραγματοποιεί την επάνοδο της στην μεταλλική σκηνή… Νέες ελπίδες, φιλοδοξίες και πίστη πως αυτή την φορά οι καταστάσεις θα είναι τέτοιες που θα επιτρέψουν στους BALANCE OF POWER να κυνηγήσουν εκ νέου το όνειρο τους. Για να είμαστε, ωστόσο, ειλικρινείς, πράγματι οι Άγγλοι είχαν όλα τα εχέγγυα και τις προοπτικές να διάγουν έναν εντιμότατο βίο. Είχαν στις τάξεις τους έναν από τους κορυφαίους ερμηνευτές των 90s, τον Αμερικανό Lance King (DEFYANCE, AVIAN, PYRAMAZE και αρκετοί άλλοι) με τον οποίο και κυκλοφόρησαν πολύ αξιόλογα άλμπουμ όπως τα “Book of secrets”, “Ten more tales…”, “Perfect balance”. Η συνέχεια μας έκρυβε μία έκπληξη πρώτου μεγέθους αφού για τις ανάγκες του “Heathen machine” προσέλαβαν τον Γιάννη Κουτσελίνη των αλησμόνητων DECEPTOR! Δεν κατόρθωσαν να κάνουν κάποια αξιοσημείωτη επιτυχία και βυθίστηκαν στην λήθη…

Photo by Neil Jackson

Είκοσι χρόνια μετά, με ανανεωμένο line up και γυναικεία παρουσία πίσω από το μικρόφωνο διεκδικούν εκ νέου μια θέση στον ήλιο, παρουσιάζοντας μας ένα στυλ που δεν έχει την παραμικρή με το power/prog του παρελθόντος. Οι κιθάρες έχουν σκληρύνει επικίνδυνα, οι όμορφες μελωδίες των φωνητικών έχουν αντικατασταθεί από το γρέζι της Hazel Jade και ομολογουμένως έπεσα από τα σύννεφα. Περίμενα να συνεχίσουν στο ίδιο ύφος αλλά έχουν μετατραπεί σε μια ακόμα μπάντα από τις πάμπολλες εκεί έξω που ψάχνουν να βρουν το στίγμα τους στο ευρύτερο heavy metal, δίχως ιδιαίτερη επιτυχία. Λίγο groove, βαριές κιθάρες και ογκώδη παραγωγή, συνθέσεις που δεν μου εξάπτουν ούτε στο ελάχιστο την φαντασία και μια μπαλάντα δίχως ουσιαστικό λόγο ύπαρξης (“One more time around the sun”), το “Fresh from the abyss” σίγουρα συγκαταλέγεται στις απογοητεύσεις της χρονιάς που διανύουμε. Τα εναπομείναντα μέλη, Tony Ritchie και Lionel Hicks, αμέσως μετά την ηχογράφηση του δίσκου άλλαξαν το κιθαριστικό δίδυμο των BALANCE OF POWER και ευελπιστώ ότι να νέα μέλη θα φέρουν και διαφορετική ηχητική προσέγγιση…

4,5 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ: IVORY TOWER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: Heavy rain
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 29/03/2024
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Lord Francis Soto – φωνητικά
Sven Boge – κιθάρα
Bjorn Bombach – μπάσο
Thorsten Thrunke – τύμπανα
Frankey Fasold – πλήκτρα

Website
Facebook
Instagram
Twitter
YouTube

Μετά από πέντε χρόνια δισκογραφικής απουσίας, οι Γερμανοί IVORY TOWER είναι και πάλι κοντά μας με την έβδομη δουλειά τους που έχει τίτλο “Heavy rain”. Έχοντας ως μοναδικό μέλος που έχει μείνει από το ξεκίνημα τους τον κιθαρίστα Sven Boge, άλλαξαν εκ νέου τραγουδιστή αφού την θέση του ικανότατου Dirk Meyer (ακούστε το προηγούμενο άλμπουμ των IT “Stronger” και θα καταλάβετε) ανέλαβε ο Lord Francis Soto. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η ειδοποιός διαφορά του “Heavy rain” με τους προκατόχους του, αφού η ξεκάθαρη in your face ερμηνεία του έχει συμπαρασύρει και το ύφος της μπάντας που κινείται σε πιο power πλαίσια αφήνοντας το progressive, το δεύτερο δηλαδή συνθετικό που πάντα την ακολουθούσε, να εμφανίζεται σε λιγότερες από το παρελθόν στιγμές και να εντοπίζεται κυρίως στα θέματα των πλήκτρων και των τυμπάνων.

Photo by Rainer Hentschke

Θα περίμενε κανείς ότι οι συνθέσεις θα διέθεταν τον δέοντα πλουραλισμό, μια διαφοροποίηση που θα κρατούσε “ζεστό” το ενδιαφέρον του ακροατή… Τουναντίον. Μέσα σε -κάτι λιγότερο από- μία ώρα, οι IVORY TOWER ηχούν προβλέψιμοι και αναμασούν τις ίδιες πρακτικές, φλυαρώντας και δίνοντας την αίσθηση ότι επαναλαμβάνουν τα ίδια ριφ και θέματα, με φωνητικά που δεν διαθέτουν το απαραίτητο για το ιδίωμα εύρος αλλά επιμένοντας σε ένα συγκεκριμένο μοτίβο που εύκολα κουράζει… Δεν αρκεί η καθαρή και προσεγμένη παραγωγή, ούτε, βεβαίως, και η εμπειρία που διαθέτουν μετά από τόσα χρόνια στα δισκογραφικά δρώμενα. Το “Heavy rain” εκτός, ίσως, από τους ταγμένους οπαδούς της μπάντας, ίσως και ορισμένους ρέκτες του power/progressive metal που θέλουν να κατέχουν τα άπαντα, δύσκολα θα προσεγγίσει νέο fan base. Ελπίζω μόνο να μην απωλέσει και το υφιστάμενο…

5,5 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

DECEMBERANCE / URZA / ELDINGAR @ An Club (25/5/2024)

0
Decembrance

Decemberance

Αγαπητοί! Μαζευτήκαμε εδώ για να αποχαιρετήσουμε τον αγαπημένο μας… ώπα κάτσε κάτσε (που λέει και το Μαρινάκι)! Συγνώμη, παρασύρθηκα από το ύφος της βραδιάς και πήγα να γράψω επικήδειο! Αστειεύομαι φυσικά. Το περασμένο Σάββατο έμελλε να βρεθούμε στο An Club, να παρακολουθήσουμε το live των αγαπημένων γερόλυκων doom/deathsters DECEMBERANCE, στο οποίο θα παρουσίαζαν το τελευταίο τους πόνημα “Implosions”, το οποίο κυκλοφόρησαν πριν περίπου ένα χρόνο και κατ’ εμέ συγκαταλεγόταν στα καλύτερα άλμπουμ του 2023. Μαζί τους θα βρίσκονταν οι Αθηναίοι blacksters ELDINGAR και οι Γερμανοί funeral doom/deathsters URZA.

Γύρω στις 21:30 ανέβηκαν στη σκηνή οι ELDINGAR, δυστυχώς μπροστά σε πολύ λίγα άτομα. Βλέπετε είχε και τον τελικό κυπέλου στο ποδόσφαιρο! Ξεκίνησαν με κάποια προβλήματα στον ήχο, από έναν ενισχυτή που δυστυχώς, ταλαιπώρησε μουσικούς και κοινό όλο το βράδυ. Ωραίο, μη τυπικό black metal, με βιρτουόζικα παιξίματα σε κιθάρα και μπάσο, ενώ και τα ντραμς έδιναν το δικό τους στίγμα. Ορεξάτος frontman που χαιρόταν το live, ιδίως προς το τέλος, που είχε αυξηθεί αισθητά η προσέλευση του κόσμου. Απείχαν γενικά από το ύφος της βραδιάς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν άρεσαν.

Ακολούθησαν οι URZA, οι οποίοι ήταν πολύ πιο κοντά στον ήχο της βραδιάς. 100% funeral doom, αργόσυρτα riffs και ολίγα lead (εδώ με χάλασαν), με σκοτεινό “χαλί” πλήκτρων. Τα μηδαμινά ξεσπάσματα, δεν βοήθησαν ιδιαίτερα την εμφάνιση τους και παρόλο που έπαιζαν με πάθος, δεν συγκίνησαν. Ίσως αν ήταν όλα τα τραγούδια τους όπως το τελευταίο που έπαιξαν, να ήταν κάπως καλύτερη η γνώμη μου. Το ύφος τους δεν ενδείκνυται για live.

Επιτέλους, έφτασε η ώρα να ανέβουν στη σκηνή οι headliners της βραδιάς DECEMBERANCE. Ως λάτρης των cult ταινιών, ο ιθύνων νους και ιδρυτής της μπάντας, Γιάννης Φιλιππαίος, επέλεξε για intro του setlist αποσπάσματα από τις ταινίες «Το μωρό της Ρόζμαρι» παιγμένο ανάποδα και από πάνω τη φωνή του Χάρρυ Κλυν από το «Αλαλούμ». Αυτές οι πινελιές που βάζει η μπάντα, πάντα με ενθουσιάζουν.

Πρώτο τραγούδι ήταν το 37λεπτο “Shrouds”. Δεν είναι διόλου εύκολο να παίξεις τόσο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, όμως οι DECEMBERANCE, έχουν αποδείξει ότι μπορούν. Εδώ εμφανίστηκαν τα προβλήματα που προανέφερα με τον ήχο, με τον τσελίστα να προσπαθεί, μέχρι να τα καταφέρει. Ευτυχώς προς το τέλος φτιάχτηκε ο ήχος. Επόμενο ήταν το ακουστικό instrumental “The blue thread”. Προς έκπληξη όλων, ο Γιάννης άφησε το drumkit και κατέβηκε να παίξει ακουστική κιθάρα πλάι στον Χρήστο Μαρκόπουλο. Πριν ξεκινήσουν είπε πως δεν ενδείκνυται για live το κομμάτι, αλλά και γενικά το στυλ της μπάντας. Εδώ θα διαφωνήσω, αφού διαχρονικά η μπάντα έχει δώσει δείγματα ότι περνάει το mood του ύφους της στο κοινό, ενώ τα πολλαπλά ξεσπάσματα, πάτα ανάβουν τα αίματα και ας είναι doom. Ήταν μια πολύ καλή εκτέλεση, γεμάτη συναισθήματα, ενώ φυσικά τη παράσταση έκλεψε το τσέλο.

Ακολούθως, γυρίσαμε 7 χρόνια πίσω στο δίσκο “Conceiving hell”, απ’ όπου έπαιξαν το μοναδικό “Departures”. Εδώ να πρέπει να πω πως το τωρινό line up της μπάντας, όντας αρκετά χρόνια μαζί, είναι ότι καλύτερο έχουμε δει διαχρονικά στη μπάντα, βάζοντας όλοι το λιθαράκι τους στο τελικό αποτέλεσμα. Είτε στο στούντιο, είτε στα live. Τη βραδιά έκλεισαν, με το κατά τη γνώμη μου, καλύτερο τραγούδι που έχει γράψει η μπάντα στην 25χρονη ιστορία τους, που δεν είναι άλλο από το “Scaffold”. Το μόνο που με χάλασε είναι πως δεν ακουγόταν ο μονόλογος του Βασίλη Ανδρεόπουλου, από τη ταινία «Ένας νομοταγής πολίτης» (1974). Ωστόσο μας αντάμειψε το τρομερό σόλο του Χρήστου και το επαναλαμβανόμενο riff στα τελευταία λεπτά του κομματιού. Δεν θα υπερβάλω αν πω ότι και άλλα 10 λεπτά να έπαιζε το συγκεκριμένο riff, δεν θα με χαλούσε!

Πάντα αδημονώ και θα αδημονώ για τις συναυλίες των DECEMBERANCE και άλλων όμορων μπαντών και ο λόγος φάνηκε και πάλι. Δίνουν και τη ψυχή τους στη σκηνή, σε ένα όχι και τόσο εύπεπτο ύφος. Όταν φεύγεις με χαμόγελο… από μία doom συναυλία, κάτι γίνεται σωστά! Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται.

Γιώργος Δρογγίτης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 1/6 [ELEGY]

0
Elegy

Elegy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Supremacy” – ELEGY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΙΑ: T&T Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Wolf G. Stach, Henk van den Laars
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Henk van den Laars – κιθάρα, πλήκτρα
Eduard Hovinga – φωνητικά
Martin Helmantel – μπάσο
Gilbert Pot – κιθάρα
Dirk Bruinenberg – ντραμς

Ανήκω στη γενιά που διαβάζαμε περιγραφές δίσκων από mailorder καταλόγους, κλείναμε τα μάτια και παραγγέλναμε! Κάπως έτσι είχα πάρει το ντεμπούτο των Ολλανδών progsters, ELEGY, το “Labyrinth of dreams” και δεν είχα απογοητευθεί. Το παίξιμο του βιρτουόζου κιθαρίστα Henk van den Laars, ήταν μεν επιπέδου guitar hero, neoclassical στο ύφος του Malmsteen, αλλά πολύ ουσιαστικό και μελωδικό.

Ο Eduard Hovinga στα φωνητικά, ήταν αυτό ακριβώς που ήθελαν οι Γιαπωνέζοι!!! Υψίφωνος που τραγουδά σε μελωδικό power/prog metal συγκρότημα, βούτυρο στο ψωμί του! Στο “Supremacy”, υπέγραψαν στη Noise/T&T, που ήταν σαφώς πιο μεγάλη εταιρία από τη Shark Records, όπου είχαν βγάλει το ντεμπούτο τους και πλέον, φαίνονται πιο συνειδητοποιημένοι.

Κρατούν τον power χαρακτήρα, αλλά σαφώς πιο επηρεασμένοι από τους DREAM THEATER, που είχαν αρχίσει να δημιουργούν «θόρυβο» με το “Images and words”, έκαναν λίγο στην άκρη τα πιο hard rock στοιχεία τους κι έριξαν το βάρος πιο πολύ στην προοδευτική πλευρά της μουσικής τους, όντας όλοι τους ικανότατοι παίχτες.

Συνθέσεις που ως επί το πλείστον ξεπερνούσαν τα πέντε λεπτά, χωρίς όμως να υπερβάλλουν, φτάνοντας μέχρι τα 7,5, τόνιζαν τις μελωδίες τους και κολάκευαν τα δυνατά τους σημεία. Ακούγοντας τον δίσκο τώρα, θα έλεγα ότι το κοντινό σχήμα στον ήχο του “Supremacy”, είναι οι ROYAL HUNT, δίχως αυτήν την έμφαση στα πλήκτρα, που είναι πολύ πιο διακριτικά εδώ.

Πολύπλοκες συνθέσεις όπως το “Angels grace” ή το “Supremacy”, cheesy μπαλάντες σαν το “Lust for life” (που είσαι ρε Jeff Waters με τα ωραία σου), prog αριστουργήματα όπως το “Poisoned hearts”, απ’ όλα έχει ο μπαχτσές. Η μόνη διαφωνία μου είναι τα δύο, μάλλον ανούσια, “Anouk” και “Close your eyes”.

Όσοι γουστάρετε το μελωδικό power/prog metal, είναι βέβαιο ότι έχετε το “Supremacy”, σε περίοπτη θέση στη δισκοθήκη σας. Προσωπικά, μου αρέσει περισσότερο η περίοδος του γκρουπ με τον Ian Parry στα φωνητικά (δηλαδή από το “State of mind” και μετά), αλλά ποτέ δεν ξεχνώ πως γνώρισα τους αγαπημένους Ολλανδούς (αλλά και πώς δεν μπόρεσα με τις οικογενειακές υποχρεώσεις να είμαι στη συναυλία τους με τους ANGRA)…

Did you know that:

  • Ως γνωστός βλαμμένος, μου είχε κολλήσει πολύ άσχημα στο μάτι, η ανορθογραφία στο αγαπημένο μου “Poisoned hearts”, που γραφόταν στην πρώτη έκδοση ως “Poisened hearts”. Ευτυχώς στην επανακυκλοφορία από τη Metal Mind, το λάθος διορθώθηκε.
  • Μιας και μιλάμε για την επανακυκλοφορία από τη Metal Mind, δυστυχώς, για μία ακόμη φορά, δεν είχε τίποτα το αξιοσημείωτο, παρά μόνο τη demo εκτέλεση του instrumental από το “Labyrinth of dreams”, “All systems go” και του “The grand change”, από τον ίδιο δίσκο. Ούτε καν liner notes…

Σάκης Φράγκος

RAMMSTEIN – ABÉLARD, (OAKA, 30/05/2024)

1
Rammstein

Rammstein

Πίσω στο 2010 κι έχοντας ζήσει προηγουμένως την RAMMSTEIN concert experience στο 100%, θυμάμαι τον εαυτό μου να γκρινιάζει στην έντυπη μορφή του Rock Hard για το ότι είχε κοπεί μεγάλο μέρος της παραγωγής, ειδικά στα ζητήματα φωτιάς, σε εκείνη την αξέχαστη βραδιά στη Μαλακάσα. Στο μεσοδιάστημα οι RAMMSTEIN μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο και ηλικιακά και συναυλιακά και εννοείται ότι πολύ δύσκολα θα περνούσαν ξανά από τα μέρη μας. Χρειάστηκαν δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια για να επαναληφθεί αυτή η βόλτα και εμείς ως χώρα έπρεπε να δώσουμε τις εξετάσεις μας.

Η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη συναυλία τράβηξε αρκετή ταλαιπωρία, κυρίως στο διοργανωτικό κομμάτι, καθώς με τα ζητήματα καταλληλότητας του μεγαλύτερου ελληνικού σταδίου, τα πάντα θα κρινόντουσαν στις λεπτομέρειες. Ως δια μαγείας, τα θέματα λύθηκαν, το ΟΑΚΑ ήταν πλέον έτοιμο με την πλήρη παραγωγή των Βερολινέζων και όλα πλέον ήταν θέμα ημερών, ωρών και λεπτών. Και η αλήθεια είναι ότι σχεδόν τα πάντα ήταν στην εντέλεια.

Η οργάνωση στα της εκτός συναυλίας ήταν στα ίδια επίπεδα με κάθε σοβαρό ευρωπαϊκό κράτος. Χώροι αποθήκευσης για τις τσάντες μεγάλου όγκου, πάρα πολλά bars που μπορούσες πολύ γρήγορα να πάρεις την υγρή και ξηρή τροφή σου, merch stands σχεδόν σε κάθε θύρα και μια σούπερ γρήγορη διαδικασία για να εισέλθεις στο στάδιο. Τι άλλο να ζητήσεις για να απολαύσεις μια τόσο μεγάλη συναυλία;

Χωρίς καμία παρέκκλιση από το timetable και όσο έδυε ο ήλιος, στη μικρή σκηνή αριστερά ανέβηκε το γαλλικό ντουέτο των ABÉLARD. Οι Héloïse Hervouët και Yolande Kouznetsov είναι πλέον το μόνιμο support act των RAMMSTEIN την τελευταία πενταετία και η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Στα τρία τέταρτα που είχαν στη διάθεσή τους, ερμήνευσαν στα δύο πιάνα τους μια σειρά από RAMM covers, που λειτούργησαν συνοδευτικά στη sold out arena και στις μισογεμάτες κερκίδες, ώστε οι παρευρισκόμενοι να πάρουν τα εφόδιά τους και να παρακολουθήσουν απερίσπαστοι σε αυτό που θα ακολουθούσε, αλλά και να ζεστάνουν τις φωνητικές χορδές τους.

Μεγάλη ακρίβεια υπήρξε και στην έναρξη της εμφάνισης των RAMMSTEIΝ, οι οποίοι σύσσωμοι κατέβηκαν με ένα ειδικό ασανσέρ από την κορυφή του stage μέχρι το σανίδι, όπου έδωσαν το σύνθημα για την εκκίνηση του πάρτι με το “RAMM 4”, το ακυκλοφόρητο που τους στίχους απαρτίζουν τίτλοι τραγουδιών από όλη τη δισκογραφία τους. Από τις κερκίδες που βρισκόμουν ο ήχος ήταν πάρα πολύ καθαρός για τα δεδομένα του χώρου διεξαγωγής, ενώ υπήρχε και στα πλάγια μια κρυφή γιγαντοοθόνη, η οποία έδειχνε τα τεκταινόμενα στη σκηνή σε μεγέθυνση. Το “Links 2-3-4” που ακολούθησε έδωσε τη σκυτάλη σε μια σειρά από αναγνωρίσιμα τραγούδια, που νομίζω είναι περιττό να τα αναφέρω ένα προς ένα.

Όλα τα τραγούδια του main set συνοδεύονταν από το ανάλογο light show, μπόλικη φωτιά και πυροτεχνήματα. Με εξαίρεση τη μικρή κοιλιά που έγινε στο δίπτυχο “Weiner blut” και “Zeit”, η οποία φάνηκε και στην παγωμάρα του κοινού, όλα τα υπόλοιπα κινήθηκαν σε υψηλούς ρυθμούς, με μεγάλο interaction και πολλά malaka να εκστομίζονται από το στόμα του Till. Εκείνα που ξεχώρισαν κατ’ εμέ ήταν το “Puppe” με το γιγαντιαίο καροτσάκι του βασανισμένου μωρού, το remix του Richard Kruspe στο “Deutschland”, όπου στη σκηνή βρίσκονταν οι τέσσερεις φωτεινοί χορευτές να αποτελούν καρφί παραπομπή στους KRAFTWERK και να κάνουν μέχρι και ένα μίνι συρτάκι και βεβαίως το “Mein teil”, όπου μέσα στο καζάνι βρίσκονταν ο Flake και τα πλήκτρα του και ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε γράψει μερικά χιλιόμετρα στον κυλιόμενο διάδρομό του.

Τα “Du hast” και “Sonne” που έγραψαν τον επίλογο στο κύριο μέρος προκάλεσαν ντελίριο και πραγματικά αμέτρητες φωτιές, ανεβάζοντας κατακόρυφα τον δείκτη της ευχαρίστησης, όπως και τη θερμοκρασία εδάφους στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Το διάλειμμα δεν κράτησε πολύ και στη μικρή, αριστερή σκηνή, ανέβηκαν όλα τα μέλη, παρέα με τις  ABÉLARD, όπου μετά από μια ακουστική, singalong version του “Engel”, άπαντες επιβιβάστηκαν στις φουσκωτές βάρκες, η λαοθάλασσα ξέβρασε τους RAMMSTEIN στη σκηνή και εντελώς συμβολικά ακολούθησε το πάντα επίκαιρο “Auslander”.

Όλο το encore ήταν στα ίδια υψηλά επίπεδα με το κυρίως πιάτο, είχε και το αναμενόμενο υπερθέαμα, ειδικά στο “Pussy” με το γιγαντιαίο πέος, αλλά και στο ομώνυμο “Rammstein”, το τραγούδι δηλαδή με το οποίο συστήθηκαν στην παγκόσμια μουσική κοινότητα. Ο συγκινητικός αποχαιρετισμός με το “Adieu”, μετά από σχεδόν δυόμιση ώρες εμφάνισης και πλήρη αποθέωση, ήταν ο πλέον κατάλληλος, πριν η εξάδα από το Βερολίνο επιβιβαστεί πάλι στο ασανσέρ που την έφερε μπροστά μας και στο μέγιστο ύψος του, μία (ακόμη) φωτιά την εξαφανίσει από το οπτικό μας πεδίο.

Πριν κλείσω, να τονίσω μερικές “γκρίνιες”. Το setlist σε συγκροτήματα τέτοιου βεληνεκούς είναι το ίδιο παντού και εξαιρέσεις δε γίνονται, οπότε προχωράμε παρακάτω. Στα ζητήματα του ήχου, στις κερκίδες που βρισκόμουν εγώ ήταν τα πάντα ευκρινή, αλλά λόγω της μορφολογίας του χώρου, μπορώ να δεχτώ τις όποιες ενστάσεις όσων παρακολουθούσαν από την arena. Για συναυλίες μίνιμουμ προσέλευσης 30.000 ατόμων, δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιος άλλος, αντίστοιχος χώρος στην Ελλάδα. Σε ότι αφορά δε τη λαίλαπα με τα κινητά τηλέφωνα, αυτό είναι σημάδι των συναυλιακών καιρών μας και χρειάζεται μια πολύ μεγάλη, φιλοσοφική ανάλυση, που δεν είναι της παρούσης.

Η συναυλία των RAMMSTEIN ήταν κατά τη γνώμη μου ιστορική. Παραβλέποντας κάποια σποραδικά, εκτελεστικά λαθάκια εδώ και εκεί και την (σε στιγμές) κουρασμένη φωνή του Till, αυτό το υπερθέαμα ήχου και εικόνας ήταν πιθανότατα η τελευταία μας ευκαιρία να δούμε αυτό το σπουδαίο συγκρότημα λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόρτα του σπιτιού μας, έχοντας και ως δεδομένο ότι (μάλλον) δεν θα υπάρξει κάποιο επόμενο studio album. Και το γεγονός ότι ούτε αυτή τη φορά δεν έγινε sold out to OAKA, είναι κάτι που πρέπει να αποδεχτούμε και να μην έχουμε μεγάλες απαιτήσεις στις μελλοντικές μετακλήσεις από το εξωτερικό.

Γιώργος Κόης

Φωτογραφίες: Olaf Heine, Jens Koch

A day to remember… 31/5 [UFO]

0
UFO

UFO

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Phenomenon” – UFO
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1974
ΕΤΑΙΡΙΑ: Chrysalis
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Leo Lyons
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Phil Mogg
Κιθάρες – Michael Schenker
Mπάσο – Pete Way
Τύμπανα – Andy Parker

Η μουσική σκηνή του Λονδίνου στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν ένα χωνευτήρι ιδεών και καινοτομιών. Μία εποχή όπου η μόδα, ο κινηματογράφος και η μουσική απέκτησαν αγγλική σφραγίδα πρωτοπορίας και ποιότητας με το παγκόσμιο μουσικό ενδιαφέρον να έχει εστιαστεί στα όρια της Αγγλικής επικράτειας. Η beat σκηνή με προεξέχοντες τους Beatles, rock συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones, οι πιο rhythm and blues Animals, οι εκρηκτικοί Who και οι KINKS, αποτέλεσαν την κύρια πηγή έμπνευσης για τους Βρετανούς νεαρούς της εποχής. Παράλληλα, η βρετανική μπλουζ με καλλιτέχνες όπως ο John Mayall, οι Cream, οι Yardbirds και οι Fleetwood Mac, δημιούργησαν τον ήχο εκείνο που με κύριο μέσο έκφρασης την ηλεκτρική κιθάρα θα οδηγούσε στην δρομολόγηση των εξελίξεων όσον αφορά την σκληρή μουσική των αρχών της δεκαετίας του ’70, με άκρως καταλυτική και την παρουσία του άρτι αφιχθέντος στο Λονδίνο, Jimi Hendrix. Άλλες μουσικές, όπως το folk rock, αντλώντας απευθείας από την βρετανική μουσική παράδοση, καθώς και η ψυχεδέλεια (με συγκροτήματα όπως οι Pink Floyd), που προσπαθούσε να αναπαράγει μέσω της μουσικής την παραισθησιογόνα και νοοτροπική εμπειρία διαφόρων ουσιών, άρχισαν να αποκτούν το δικό τους κοινό.

Μέσα σε αυτήν την εποχή κοινωνικοπολιτικής απελευθέρωσης, οικονομικής ευμάρειας, μόδας και πειραματισμών κάθε είδους, διασταυρώθηκαν τα μονοπάτια του κιθαρίστα Mick Bolton και του μπασίστα Pete Way, οι οποίοι ως επίδοξοι χίπηδες αποφάσισαν να σχηματίσουν μία μπάντα. Μία μπάντα η οποία προσπαθούσε να εξελιχθεί μουσικά, αλλά τελικά απλά άλλαζε όνομα, αρχικά ως Boyfriends, και έπειτα Acid και Hocus Pocus μεταξύ άλλων. Η μπάντα βρήκε τον frontman της στο πρόσωπο του παλαίμαχου πρωταθλητή παίδων (!) στην πυγμαχία, Phil Mogg, ο οποίος τότε εργαζόταν ως εφαρμοστής μοκέτας, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούσε την πιο rock πλευρά του εκείνη την εποχή, προσπαθώντας αρχικά να καθιερωθεί ως ντράμερ, αλλά σύντομα κατάλαβε πως το δυνατότερο του προσόν ήταν η εκφραστική φωνή του, όντας και fan του Jack Bruce  των Cream. Η τριάδα, σε μία από τις εξόδους τους στην τοπική pub το καλοκαίρι του 1969, ανακάλυψε τον 17χρονο drummer Andy Parker. Ο Parker έπαιζε ήδη στους Aurora Borealis, μία blues μπάντα, που είχε φτιάξει με τον φίλο του Steve Casey (κατά ειρωνικό τρόπο, ο «κρυφός» κιθαρίστας του Michael Schenker για κάποιο διάστημα στα 80s). Οι Hocus Pocus βρισκόντουσαν εκεί αναζητώντας έναν χώρο για να δοκιμάσουν νέους drummer και η τύχη τα έφερε έτσι ώστε ο Parker να μιλήσει με τον Mick Bolton και να δοκιμαστεί, με αποτέλεσμα τελικά να ενταχθεί στο συγκρότημα. Όλα τα θέματα είχαν κλείσει, εκτός προφανώς, του ονόματος του συγκροτήματος.

Tο συγκρότημα κλείδωσε τελικά στο όνομα UFO. Όχι εμπνεόμενο από εξωγήινα όντα ή φαινόμενα, αλλά εξαιτίας ενός πολύ διάσημου λονδρέζικου club της εποχής, στην περιοχή του West End, που φιλοξενούσε ζωντανές εμφανίσεις από νέα, προοδευτικά συγκροτήματα της εποχής. Προς τιμή λοιπόν του εν λόγω club, επειδή εκεί τους ανακάλυψε ο Noel Moore, στέλεχος της πρώτης τους δισκογραφικής, της Beacon Records, άλλαξαν για τελευταία φορά το όνομα τους.

Οι δύο πρώτοι δίσκοι των UFO, ένα κράμα blues και space rock, με κάποιες ψυχεδελικές πινελιές, πήγαν άπατοι στα αμερικάνικα και βρετανικά charts. Στην πατρίδα τους, θα τους έβρισκε κάποιος να εμφανίζονται μέχρι και στις τοπικές pub, έως ότου καταλήξουν να παίζουν σε μέρη όπως το διάσημο λονδρέζικο club, Marquee, όμως παραδόξως, στην Άπω Ανατολή και στην ηπειρωτική Ευρώπη, γνώριζαν επιτυχία.

Η τρίτη τους κυκλοφορία (και τελευταία τους για την Beacon) ήταν ένα live, με ταυτόχρονη αποχώρηση του Mike Bolton στο συγκρότημα, οποίος αποχώρησε παράλληλα με την κυκλοφορία του. Απολογιστικά, οι τρεις πρώτες κυκλοφορίες τους εξασφάλισαν τρία εκατομμύρια πωλήσεις μόνο σε Ιαπωνία, Γερμανία και Γαλλία, διόλου άσχημα για ένα συγκρότημα που στην Αμερική και στην ίδια τους την χώρα ήταν πρακτικά άγνωστο.

Το συγκρότημα δούλευε πολύ στα live του, μαθαίνοντας πράγματα στην πορεία. Και όχι μόνο βελτιωνόντουσαν, αλλά, μέσω αυτού του συναυλιακού κυκλώματος, θα κατάφερναν να κάνουν την ίσως σπουδαιότερη μεταγραφική κίνηση στην ιστορία του hard rock, που θα γύριζε την τύχη τους και θα καθήλωνε τα ακροατήρια για το υπόλοιπο της δεκαετίας του ‘70.

Η αποχώρηση του Bolton οδήγησε το συγκρότημα σε αναζήτηση νέου κιθαρίστα, θέση η οποία αρχικά καλύφθηκε από τον Larry Wallis, πρώην μέλος των Blodwyn Pigs, ο οποίος τους άφησε κάπου στην Ιταλία, για να συνεχίσει στους Pink Fairies, ενώ έπειτα έγινε μέλος του πρώτου line-up των Motörhead, με τους οποίους ηχογράφησε το διάσημο πλέον On Parole. Τον Wallis αντικατέστησε ένας άλλος (όψιμος τότε) ήρωας της ηλεκτρικής κιθάρας, o Bernie Marsden, κάπου στα τέλη του 1972. Η θέση αυτή δούλεψε πιο πολύ σαν «πρακτική» για τον Marsden, ο οποίος 5 χρόνια αργότερα, ως έμπειρος και επαγγελματίας μουσικός θα γινόταν διάσημος ως μέλος των καταπληκτικών Whitesnake. Η προσφορά του στους UFO έγκειται στην συνεισφορά του συνθετικά σε τρία τραγούδια, τα “Sixteen”, “Oh My” και μία εμβρυακή εκδοχή κάποιου “Doctor Doctor” και που θα συμπεριλαμβάνονταν στον επερχόμενο τους δίσκο, στην παρουσία στην ευρωπαϊκή περιοδεία του συγκροτήματος, αλλά – πολύ πιο σημαντικό – το εύστοχο scouting του σε μία εμφάνιση κάποιων νέων και άγνωστων τότε Γερμανών, ονόματι Scorpions. Εκεί υπέδειξε στους υπόλοιπους τον νεαρό κιθαρίστα του συγκροτήματος, έναν ξανθό πιτσιρικά, τον Michael Schenker.

Ό,τι και να πει κανείς για τον ξανθό μάγο της κιθάρας είναι πολύ λίγο. Πιθανόν να χρειαζόμασταν ένα ακόμα τεράστιο άρθρο για να καταγράψουμε το μέγεθος της διάνοιας, της τεχνικής και της επιρροής του Michael Schenker σε όλο το φάσμα του hard rock και του heavy metal.

Γεννημένος στο Sarstedt της, τότε, Δυτικής Γερμανίας, ο Michael μεγάλωσε σε μία οικογένεια που αγαπούσε την μουσική, με τον μεγαλύτερο του αδελφό Rudolf να ασχολείται πιο σοβαρά με το να συνθέτει και να παίζει rock. Ενώ ο Rudolf είχε την τάση να χτίζει και να προγραμματίζει μακροπρόθεσμα, ο Michael ήταν λάτρης της εξάσκησης, του αυτοσχεδιασμού και της λεπτομέρειας. Τα ακούσματα του περιελάμβαναν σχήματα όπως οι SHADOWS και οι BEATLES, ενώ στην συνέχεια ήρθε σε επαφή και με τα πιο ηλεκτρικά blues, μέσα από κιθαριστικές δεξιότητες του Leslie West, του Jeff Beck και του Jimmy Page. Πριν καλά-καλά κλείσει τα 18, ο Michael ήταν ήδη καταξιωμένος κιθαρίστας, που ο εξαιρετικά σταθερός και αξιοκρατικός αδελφός του πείστηκε πως έπρεπε να γίνει ο lead κιθαρίστας στο συγκρότημα του, τους Scorpions, όπου έπαιξε στο ντεμπούτο τους, το “Lonesome crow” (1972). Όταν σε μία συναυλία, η χορδή της Gibson Les Paul που έπαιζε, έσπασε, και όντας στα πρόθυρα του σόλο του κομματιού, βούτηξε την Gibson Flying V του αδελφού του, και εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησε πως αυτή ήταν η κιθάρα για αυτόν, τόσο από πλευράς look όσο και από πλευράς ήχου. H περίφημη ασπρόμαυρη Flying V είναι η κιθάρα σήμα-κατατεθέν του, που παίζει μέχρι και σήμερα, αν και κάτι λιγότερο από δύο δεκαετίες, έχει το δικό του custom μοντέλο από την Dean Guitars.

Η Ιστορία μας λέει, λοιπόν, ότι στην διάρκεια των εμφανίσεων των UFO στην Γερμανία, κατά το 1973, o Marsden απέτυχε να συναντηθεί με το υπόλοιπο συγκρότημα, μιας και είχε ξεχάσει το διαβατήριο του. Μην έχοντας και πολλές επιλογές, οι UFO ρώτησαν τους Rudolf Schenker και Klaus Meine των Scorpions, του συγκροτήματος που άνοιγε τις συναυλίες των UFO στην εν λόγω τουρνέ, εάν μπορούν να «δανειστούν τον κιθαρίστα τους».  Ακολούθησε το ξεμονάχιασμα του νεαρού Michael, ο οποίος μάλιστα δεν μπορούσε καλά-καλά να μιλήσει αγγλικά, και έπεσε στο τραπέζι η επίμαχη πρόταση, δηλαδή να τον πάρουν μαζί τους στο συγκρότημα και στο Λονδίνο. Ο μικρός δέχτηκε και από εκείνο το βράδυ της 18ης Ιουνίου 1973, έγινε ο νέος κιθαρίστας των UFO.

Ο Bernie Marsden, παρόλαυτα, μας λέει μία διαφορετική εκδοχή. Η δική του ιστορία λέει πως ο ίδιος αποφάσισε πως δεν του ταιριάζει τόσο το μουσικό κλίμα στους UFO, και οικειοθελώς παραιτήθηκε (πιθανόν έχοντας ήδη συμφωνήσει με το συγκρότημα των Wild Turkey), αφού βέβαια τους προέτρεψε να πάρουν τον Schenker για αντικαταστάτη του (ζητώντας του συγνώμη για όσα τράβηξε τα επόμενα χρόνια ως μέλος των UFO!). Το σίγουρο είναι πως έφυγε σε καλό κλίμα, και ακόμα και σήμερα είναι ευγνώμων για ό,τι αποκόμισε από το συγκρότημα. Επίσης, ο ίδιος ο Schenker δεν «κρέμασε» τον αδελφό του, ο οποίος έδωσε την ευλογία του για την νέα συνεργασία του Michael με τους UFO. Ο μικρός πρότεινε και αυτός τον αντικαταστάτη του, κάποιον φίλο του ονόματι Uli Jon Roth από τους Red Dawn, οι οποίοι είχαν τους Francis Buchholz στο μπάσο και Jürgen Rosenthal στα ντραμς. Τα δύο συγκροτήματα συγχωνεύτηκαν υπό το όνομα των Scorpions, και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε και η δική τους πορεία προς την δόξα. Χωρίς την φυγή του Michael στους UFO εκείνο το βράδυ, ποιος ξέρει πως θα είχαν σήμερα τα πράγματα, με τον Rudolf σήμερα, αστειευόμενο, να θεωρεί την παραίτηση του Michael δώρο Θεού!

Ταυτιζόμενοι πλήρως με το όνομα της νέας τους δισκογραφικής εταιρείας, της Chrysalis, οι UFO μεταμορφώνονται με τον Schenker στην κιθάρα και φαίνεται ότι όλα τα κομμάτια του παζλ έχουν μπει στην σωστή θέση. Αρχικά κυκλοφορούν ένα διπλό single, με τα νέα κομμάτια “Give her the gun” και “Sweet little thing”, και με παραγωγό τον Derek Lawrence, ο οποίος είχε δουλέψει με τους Deep Purple στα τρία πρώτα άλμπουμ τους, καθώς και τους Wishbone Ash στα επίσης τρία μεγάλα πρώτα άλμπουμ τους (μεταξύ των οποίων και το θρυλικό “Argus”). Ίσως ακουστεί περίεργο, αλλά κιθαριστικά οι UFO με τον Schenker παραπέμπουν σε πρώιμους Wishbone Ash. Οι UFO ξεκολλάνε από το γενικόλογο space-progressive-boogie rock της πρώτης τους περιόδου, και πλέον φαίνεται να έχουν ένα καθαρό όραμα για το τι θέλουν να παίξουν. Και μιλάμε για όλο τον ρόλο της κιθάρας στην σύνθεση του κάθε κομματιού, όλη την αισθητική του hard rock λυρισμού. Παράλληλα, Ο Mogg εμπνεύστηκε αρκετά από τους Led Zeppelin, τους Free και τους Lynyrd Skynyrd, και τον τρόπο που συνδύαζαν τα blues με την rock, συμπεραίνοντας πως αυτή ήταν η κατεύθυνση που πρέπει να πάρει το συγκρότημα.

Στην καρέκλα του παραγωγού κάθεται ο Leo Lyons (μπασίστας των Ten Years After) και το 1974 οι UFO κυκλοφορούν το πρώτο άλμπουμ με την νέα ανανεωμένη τους σύνθεση, το μοναδικό “Phenomenon”. Το έξυπνο εξώφυλλο της Hipgnosis που κοσμεί την συγκεκριμένη δουλειά δεν δίνει και πολλά στοιχεία για την ηχητική εμπειρία που κρύβεται μέσα, αφήνοντας ένα μυστήριο να πλανάται. Το rhythm section των Way και Parker είναι πάρα πολύ σφιχτό και συνεργάζεται ιδανικά, προσφέροντας το κατάλληλο παρασκήνιο στον Schenker για να ξεδιπλώσει το πλούσιο ταλέντο του, και αυτό προκάλεσε τον κόσμο να ακούσει και να δώσει βάση στην κιθαριστική δουλειά των UFO. Με το boogie “Oh My” και το αργόσυρτο “Queen of the Deep” (όπου ξεχωρίζει το παίξιμο του Schenker), οι UFO βρίσκονται ήδη αρκετά μακριά από τον παλιό τους εαυτό, ενώ στο γλυκόπικρο “Crystal light” και στο χαλαρό “Time on my hands” και o Mogg ερμηνεύει στο στυλ του Rod Stewart (εποχή FACES). Το “Too young to know” δίνει μία πιο αμερικάνικη νότα στο ρεπερτόριο του συγκροτήματος, και το παρελθόν τους αντηχεί ελαφρά στο “Space child”. Η διασκευή στο “Built for comfort” του Willie Dixon ακούγεται ευχάριστα, αλλά δεν προσδίδει κάτι ιδιαίτερο στο σύνολο. Σίγουρα όμως τα κομμάτια του “Phenomenon” που ξεχωρίζουν είναι τα “Doctor Doctor” και “Rock bottom”.

Το “Doctor Doctor”  είναι ένας hard rock ύμνος τόσο μεγάλος που δεν αντιλαμβάνεται κάποιος ότι π.χ. δεν υπάρχει κιθαριστικό σόλο! Λογικά είναι το πιο γνωστό τραγούδι των UFO, ίσως το μοναδικό (μαζί με το “Belladonna” από το “No Heavy Petting” του 1976) που ενδεχομένως να ακούσει κάποιος και να αναγνωρίσει τους UFO. Στην χώρα μας, είναι το μοναδικό rock κομμάτι των UFO που παίζουν οι mainstream ραδιοφωνικοί σταθμοί, και οι IRON MAIDEN συνηθίζουν να το χρησιμοποιούν (εδώ και πολλά χρόνια) ως εισαγωγικό κομμάτι πριν βγουν στην σκηνή. Κάποιος που γνωρίζει για τον βίο και την πολιτεία της μπάντας μπορεί να κατανοήσει την νοηματική προέκταση της κλήσης του γιατρού, όμως για όλους τους υπόλοιπους, η ύπαρξη αυτή, για την οποία ο Mogg σπαράζει στους στίχους “She walked up to me / And really stole my heart / And then she started / To take my body apart”, μάλλον είναι η «Λευκή Κυρία», κάποια ναρκωτική ουσία τύπου ηρωίνη ή κοκαΐνη, ουσίες τις οποίες οι UFO τίμησαν αμφότερες και με το παραπάνω. Πληροφοριακά, δεν έγινε επιτυχία όταν κυκλοφόρησε σε single (μόνο στο … αυστραλιανό νο. 97), αλλά μετά την κυκλοφορία του δισκογραφικού τους ζενίθ, του ζωντανού “Strangers in the night”, το single που ήταν η ζωντανή εκτέλεση του τραγουδιού, έφτασε μέχρι το νο. 35 των charts στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Από την άλλη, το “Rock bottom” ήταν (τουλάχιστον μέχρι να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο των Van Halen) ένα τραγούδι-σταθμός για τους απανταχού guitar heroes, κυρίως στην Μεγάλη Βρετανία. Μία σπουδή στην ηλεκτρική κιθάρα, ένα κρεσέντο του Michael Schenker στην Flying V του, που διαλύει τα στερεότυπα με ένα καταιγιστικό σόλο και σφραγίζει τον ήχο του δίσκου αλλά και της γενιάς του. Χωρίς να θέλω να φανώ υπερβολικός, ίσως πρόκειται για το κορυφαίο του κιθαριστικό σόλο, ένα σόλο που εμπνεύστηκε από το ομώνυμο του ντεμπούτου των SCORPIONS, “Lonesome crow”. Όταν ερωτήθηκε ο Phil Mogg, πολλά χρόνια αργότερα, τι ενέπνευσε το θέμα του τραγουδιού, ο τραγουδιστής δήλωσε πως έμπνευση ήταν μία ταινία τρόμου, που του διέφευγε ο τίτλος. Πιθανότερο είναι ωστόσο, να αναφέρεται σε ένα παραδοσιακό τραγουδάκι, το “The Unquiet Grave” (από το 1400 περίπου), που συνοπτικά, αφηγείται τον θρήνο ενός άνδρα για την αγάπη του, νεκρή για «δώδεκα μήνες και μία μέρα». Στο τέλος αυτής της περιόδου, η νεκρή γυναίκα παραπονιέται ότι το κλάμα του την εμποδίζει να αναπαυθεί εν ειρήνη. Ο άνδρας ζητάει ένα φιλί και αυτή του λέει ότι το φιλί της θα τον  σκοτώσει. Όταν αυτός επιμένει, θέλοντας να ενωθεί μαζί της στον θάνατο, αυτή του εξηγεί ότι από τη στιγμή που θα ήταν και οι δύο νεκροί, οι καρδιές τους απλώς θα σάπιζαν, και τώρα που ζει θα έπρεπε να απολαμβάνει τη ζωή για όσο την έχει!

Ο 19χρονος Τεύτονας θεός της κιθάρας έδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο πως ήρθε για να μείνει. Για πολλούς από τους οπαδούς του συγκροτήματος, δε, αυτή είναι και η καλύτερη δουλειά τους. To “Phenomenon” δεν έκανε κάποια τρομερή πορεία στα charts, απλά «έξυσε» οριακά το αμερικάνικο Billboard 200 (νο. 202) και έφτασε μέχρι το νο. 76 της Αυστραλίας. Στην πατρίδα τους, θα τους έπαιρνε λίγα χρόνια ακόμα μέχρι να καταξιωθούν και εμπορικά. Τουλάχιστον, η επανέκδοση του 2019 τα πήγε πολύ καλύτερα, φτάνοντας μέχρι το νο. 36 του UK Rock & Metal Albums chart.

Πάντως είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η καλλιτεχνική κληρονομιά του “Phenomenon” άνοιξε ένα νέο, ηλεκτρικό μονοπάτι στην βρετανική rock σκηνή που οδήγησε σε μεγάλες δόξες τόσο από την ίδια την μπάντα την δεκαετία του ’70 όσο και από τους fans που έφτιαξαν τα δικά τους συγκροτήματα, κυρίως στο πλαίσιο του New Wave Of British Heavy Metal, επηρεασμένα από τους θρύλους του βρετανικού hard rock και έγραψαν ιστορία στα 80s. Οι υψηλές πτήσεις των UFO ξεκινούν από εδώ!

Κώστας Τσιρανίδης

A day to remember… 31/5 [NAPALM DEATH]

0
Napalm Death

Napalm Death

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Fear, emptiness, despair” – NAPALM DEATH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Earache
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Pete Coleman
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Barney Greenway
Κιθάρες – Mitch Harris
Κιθάρες – Jesse Pintado
Μπάσο – Shane Embury
Drums – Danny Herrera

Πειραματισμού το ανάγνωσμα. Το σπρώξιμο των ορίων, η αποθέωση της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της συνθετικής αρετής ενός μουσικού, έξω από τα νερά του. Υπάρχουν ορισμένες μπάντες που ΛΑΤΡΕΥΩ οι οποίες το έχουν κάνει με συμπαγή/συνεπή τρόπο (όχι, οι METALLICA ΔΕΝ είναι μια από αυτές, παρότι με μάθανε να είμαι ανοιχτόμυαλος – αγαπάω το “Load”, θεωρώ άνισο φουλ το “ReLoad” και χάλι το “St. Anger”). Ως εκ τούτου, η αγαπημένη μου πειραματική περίοδος λατρεμένης μπάντας, είναι η περίοδος ‘92 – ‘99 των KREATOR. Η αμέσως επόμενη τέτοια περίοδος, ανήκει στους λατρεμένους πιονέρους του grindcore από το Birmingham, NAPALM DEATH και αφορά την υπερπαραγωγική τετραετία ‘94 – ‘98, με τους τέσσερις εξαίρετους δίσκους σε σχεδόν συναπτές χρονιές (‘94, ‘96, ‘97, ‘98 – χώρια τα EP/splits πριν και μετά). Αν μη τι άλλο, δεν μπορείς να τους πεις τεμπέληδες!

Σήμερα, γυρίζουμε στα 1994. Μετά το απόλυτα αγαπημένο μου δίδυμο των “Harmony corruption”/”Utopia banished” οι NAPALM DEATH σχεδιάζουν το επόμενο τους βήμα με ρυθμό σταθερό και σίγουρο. Φυσικά, πιστοί στη φύση τους, βγάζανε πάντα μικρές κυκλοφορίες στη γύρα. Δώστου τα πλήρη “Peel sessions” (‘87, ‘88 ΚΑΙ ‘90), δώστου “Nazi punks fuck off” 7” εντός του ‘93 όλα. Αρχές Μαΐου, όταν ο δίσκος είχε ολοκληρωθεί, άρχισε η προώθηση με το πρώτο 7” single. Το γκρουβαριστό μα και γκαζωμένο “Hung” με το “Truth drug” σαν b-side, θα άνοιγαν την όρεξη των οπαδών των Βρετανών, ως την ώρα που ο δίσκος θα λάμβανε τη θέση του στα ράφια των δισκοπωλείων. Αξίζει να σημειωθεί πως ήταν σε χρώμα κόκκινο και καφέ, ενώ εδώ παρατηρούμε μια οικεία τακτική μπαντών: είχε ως εξώφυλλο, μια λεπτομέρεια του εξωφύλλου του επερχόμενου full-length.

Κάπως έτσι, τη τελευταία μέρα του Μαΐου, σαν σήμερα δηλαδή, κυκλοφορεί το “Fear, emptiness, despair”. To παγωμένα μπλε εξώφυλλο του με την απελπισμένη φάτσα, το αλλαγμένο λογότυπο, το ίδιο το συγκρότημα, να αναφέρεται σε μπάντες όπως οι SKINNY PUPPY, οι JANE’S ADDICTION, οι SOUNDGARDEN, οι SONIC YOUTH και οι HELMET (συγκεκριμένα το “Strap it on”) ως επιρροές στην αλλαγή κατεύθυνσης. Όλα προμήνυαν ότι κάποιοι θα το μισήσουν αυτό το δίσκο. Ποσώς μας ενδιαφέρει γι’ αυτούς τους κάποιους, μια και εμείς το αγαπήσαμε από τις πρώτες νότες του “Twist the knife (slowly)” (περισσότερα επ’ αυτού παρακάτω). “Feeling like a knife’s being twisted in the hole of how it is” ωρύεται ο Barney και το νιώθεις μαζί του. Πιο διαφορετικής λογικής, όπως προείπαμε, NAPALM DEATH.

Οι υποψίες υπήρχαν από το “Contemptuous” στο “Utopia banished” ότι οι κύριοι ακούνε πράγματα και δεν έχουν παρωπίδες, οπότε εδώ είχαμε μια απτή επιβεβαίωση αυτού. Βιομηχανική σε σημεία, ασήκωτη γκρούβα και όγκος σε κομμάτια όπως αυτό, το “Armageddon x7”, το καταστροφικό “Remain nameless” (μια αύρα GODFLESH ή και FEAR FACTORY στον αέρα), έχουμε το πιο βιομηχανικά παγωμένο “State of mind” (τι μπάσιμο), μη ξεχνώντας στο “Plague rages” (με το πωρωτικό του video clip) και το “Primed time” να γκαζώσουν, θυμίζοντας μας, ποια μπάντα ακούμε.

Σε πιο mid-tempo μοτίβα κινείται το “More than meets the eye” και το “Retching on the dirt” τα οποία εξακολουθούν να σε σκοτώνουν χωρίς έλεος, προτού το “Fasting on deception” και το φονικό “Throwaway” σε κοπανήσουν στο τοίχο για τελευταία φορά! Ξεχωριστή αναφορά οφείλει να γίνει στα “Truth drug” (b-side του “Hung” EP) και “Living in denial” που ήταν bonus στο digipak του δίσκου, δίνοντας μας λίγη ακόμα γκρουβάτη βία, κλείνοντας με το ζόρι τα συνολικά 45 λεπτά. Οι NAPALM DEATH, τολμώ να πω δείξανε πως γίνεται ο υγιής πειραματισμό και η ανανέωση σε ένα συγκρότημα που έχει ήδη εδραιώσει μια βάση οπαδών, ένα . Πως δηλαδή, να βάζεις καινούργια δεδομένα (εν προκειμένω industrial/groove υφής) στη μουσική σου, τηρώντας την ταυτότητα σου, χωρίς να ακούγεσαι παρωχημένος/”μια από τα ίδια”. Ο δίσκος, τους έστειλε σε περιοδείες με ENTOMBED, OBITUARY και MACHINE HEAD, μεγαλώνοντας κι άλλο το όνομα τους!

30 χρόνια μετά, τα τραγούδια του “Fear, emptiness, despair” έχουν ωριμάσει τόσο μα τόσο ωραία, με το συγκρότημα να διατηρεί στοιχεία τέτοιου τύπου διασκορπισμένα στις ύστερες δουλειές του. Δείγμα του πόσο καλό τους έκανε αυτή η τετραετία.

Did you know that?

– Το εναρκτήριο “Twist the knife (slowly)” βρίσκεται στο soundtrack της πρώτης ταινίας “Mortal kombat” (1995). Μάλιστα, ακούγεται στη ταινία σε μια από τις πρώτες σκηνές! Αυτά άνοιξαν σε μεγαλύτερα κοινά τους NAPALM DEATH, σε συνδυασμό με την συνεργασία Earache και Columbia.

– Εσείς το ξέρατε ότι το “Fear, emptiness, despair” είναι το λιγότερο αγαπημένο άλμπουμ του Embury; Κι όμως! Σε μια συνέντευξη το 2017 στο Decibel, όπου κατέτασσε τη δισκογραφία των Βρετανών, είπε πως το γεγονός ότι ο Greenway έμενε στο Λονδίνο και οι υπόλοιποι στο Birmingham, σε συνδυασμό με την υψηλή εταιρική επιρροή στο συγκρότημα κατά την δημιουργία του άλμπουμ, ήταν παράγοντες που υπονόμευσαν το τελικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, παραμένει περήφανος για την ειλικρίνεια του δίσκου και το ότι η μπάντα ακολούθησε τη καρδιά της.

– Ο αρχικός τίτλος του δίσκου, ήταν “Under rule”, αλλάζοντας για άγνωστο λόγο σε “Fear, emptiness, despair”.

Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece