Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 177

RAMMSTEIN – 7 FACTS LARGER THAN LIFE

0
Rammstein
Photo by Praler
Rammstein
Photo by Praler

Γεμίζουν αρένες σε κάθε γωνιά του κόσμου. Έχουν ταυτιστεί μαζί τους εκατομύρια άνθρωπι, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν ξέρουν γρι γερμανικά. Ποια είναι τελικά αυτή η μαγική συνταγή που κάνει μια συναυλία των RAMMSTEIN μια μοναδική εμπειρία;

Θέλοντας λοιπόν να ξεφύγουμε από μια απλή παράθεση της δισκογραφίας των αγαπητών Βερολινέζων και έχοντας κατά νου τα πλήθη του κόσμου που θα βρεθούν σε λίγες ημέρες στο ΟΑΚΑ από κάθε γωνιά της Ελλάδας (και όχι μόνο), παρακάτω θα βρείτε επτά καίρια σημεία που κάνουν τους αγαπητούς Γερμανούς τόσο ξεχωριστούς…

 

  1. Η ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΟΘΟΝΗΣ

Ο Trent Reznor είναι αδιαμφισβήτητα μια μουσική ιδιοφυΐα, που όμοια της δεν υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Στα μέσα των 90s θα μπορούσε να απολαμβάνει τους καρπούς της επιτυχίας του “The downward spiral” (του καλύτερου άλμπουμ της συγκεκριμένης δεκαετίας ανεξαρτήτου είδους, αν με ρωτάτε), χωρίς να χρειαστεί να κάνει οτιδήποτε άλλο. Όλοι ήθελαν τότε να συνεργαστούν μαζί του, αλλά το 1996 ήταν o σκηνοθέτης των “The Elephant Man”, “Dune” και “Twin Peaks” που του έκανε κλικ να συνεργαστούν.

Το “Lost Highway” είναι μια ταινία που δημιούργησε πολύ κακό για το τίποτα. Οι και καλά σοφιστικέ δήλωναν ενθουσιασμένοι, αλλά αν τους ρωτήσεις ακόμη και σήμερα τι θέλει να πει ο ποιητής Lynch στο τέλος, δεν μπορεί κανείς να σου δώσει πειστική απάντηση. Εκείνο το σημείο που άπαντες συμφωνούν είναι η εξαιρετική δουλειά που έκανε ο Reznor στο soundtrack της συγκεκριμένης “ταινίας”, όπου υπήρχαν και δύο περίεργα, γερμανικά τραγούδια, τα “Heirate mich” και το ομώνυμο από κάποιους άσημους Βερολινέζους ονόματι RAMMSTEIN.

Μέχρι και τότε, η χρήση της γερμανικής γλώσσας στη μουσική θεωρούνταν από αποκρουστική μέχρι και γραφική. Έκτοτε, η μουσική της (ενωμένης πλέον) Γερμανίας μπήκε στα παγκόσμια μουσικά σαλόνια. Ακολούθησε τρία χρόνια μετά και η χρήση του “Du hast” στο “The Matrix” OST και η εκτόξευση στην στρατόσφαιρα, όμως το νερό είχε ήδη μπει στο αυλάκι.

  1. ΕΝΑ STAGE SHOW-ΦΩΤΙΑ

Με το όνομα των RAMMSTEIN να κάνει buzz πέρα από τον γερμανόφωνο κόσμο, το συγκρότημα έπρεπε να δείξει συνέπεια στον στίχο της μητρικής του γλώσσας, αλλά και να περάσει στο επόμενο της παγκόσμιας αναγνώρισης. Σε εποχές που το internet ήταν μια πολυτέλεια για λίγους, οι συναυλίες ήταν το μέσο που ο κάθε μουσικός έρχονταν σε άμεση επαφή με την οπαδική του βάση. Η εξάδα των Till, Richard, Christian, Paul, Christoph και Oliver επένδυσαν στη θεατρικότητα, αλλά και στη χρήση διαφόρων ειδών φωτιάς, διάσπαρτες σε διάφορα σημεία της σκηνής που εκάστοτε ανέβαιναν.

Η περιοδεία προώθησης του “Sehnsucht” κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, όπου οι RAMMSTEIN δεν άφησαν festival για festival, κάνοντας μεγάλα headline shows, αλλά και μερικές, προσεκτικά επιλεγμένες support εμφανίσεις. Είτε γιατί επρόκειτο να είναι μέρος της Family Values tour, μέσω της οποίας οι KORN και οι LIMP BIZKIT όργωναν κάθε γωνιά των Ηνωμένων Πολιτειών, είτε γιατί ήθελαν να πάρουν τεχνογνωσία από τους KISS όταν αυτοί έκαναν το πέρασμά τους στη Νότια Αμερική, ώστε να προσλάβουν καλύτερους πυροτεχνουργούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, σε όποιο γεωγραφικό πλάτος και μήκος κι αν βρίσκονταν, κάθε βράδυ ο Till και η παρέα του έβγαιναν νικητές.

Η επένδυση στις συναυλίες ήταν και είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος για τον οποίο η δισκογραφική συνέπεια των RAMM είναι αντιστρόφως ανάλογη με τα χρόνια που υφίστανται ως ομάδα μουσικών. Όταν έχουν να διαχειριστούν τόσες πολλές, μεγάλες παραγωγές που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι sold out και μπροστά σε κόσμο που γνωρίζει από ελάχιστα ως καθόλου Γερμανικά, το σερί πάει περίπατο…

  1. MIND THE VIDEO

Ο χορός της Salma Hayek στο “After dark” των Tito & Tarantula είναι το πρώτο πράγμα που μπορεί να θυμηθεί κανείς, όταν η συζήτηση φτάνει στο ποια είναι η πιο αισθησιακή σκηνή στην ιστορία του κινηματογράφου. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Quentin Tarantino έγραψε το σενάριο και πρωταγωνίστησε στο “From Dusk Till Down” του κολλητού του Robert Rodriguez, μόνο και μόνο για αυτή τη σκηνή. Αυτός ο αριστουργηματικός συνδυασμός εικόνας και ήχου αποτέλεσε την ιδανική έμπνευση για τους RAMMSTEIN για να μπουν στον χορό των σοβαρών video clips, προκειμένου να οπτικοποιήσουν το “Engel”, το πρώτο single μέσα από το “Sehnsucht”.

Το “Engel” ήταν και η πρώτη chart επιτυχία των Βερολινέζων, μαζί βεβαίως με το “Du hast”, όμως μια διασκευή, προερχόμενη από τα studio sessions του “Sehnsucht” ήταν αυτή που προκάλεσε θόρυβο για τους εντελώς λάθος λόγους. Μια διασκευή που μέχρι και ο ίδιος ο Dave Gahan, ο frontman των DEPECHE MODE δήλωσε ότι ήταν η αγαπημένη του μέσα από το “From the masses” tribute album του 1999.

Το “Stripped” από ένα μελαγχολικό τραγούδι του “Black celebration” μεταλλάχθηκε σε έναν industrial metal δυναμίτη, στο οποίο κόπηκε κι ένας στίχος από το chorus για αισθητικούς λόγους. Μέσα σε ένα τετραήμερο στα τέλη Γενάρη του ‘98, ανάμεσα στη support tour στους KMFDM στις Δυτικές ΗΠΑ και στη headline tour στη Νότια Αμερική, οι RAMMSTEIN μπήκαν στο Hamburger Vox Klangstudio για να ηχογραφήσουν αυτή την (ομολογουμένως) εξαιρετική διασκευή. Κι επειδή ο χρόνος ήταν περιορισμένος για να γυριστεί ένα video clip από την αρχή, ανέθεσαν στους Philipp Stölzl και Sven Budelmann ένα λευκό καμβά.

Η αλληλουχία εικόνων που υπήρξε από την ταινία “Olympia-Fest der Völker” της Leni Riefenstahl προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, κατόπιν εορτής όμως, αφού ήδη έπαιξε για μία εβδομάδα στις heavy playlists όλων των μεγάλων μουσικών δικτύων, MTV included. Οι λόγοι για τους οποίους το video clip του “Stripped” προκάλεσε τεράστια συζήτηση έχουν αναλυθεί πολλάκις, οπότε δεν χρειάζεται να γίνει επανάληψη κι από εδώ. Το μάθημα όμως που πήραν από αυτόν τον σάλο οι RAMMSTEIN ήταν να βρίσκονται τα videos τους στα όρια της πρόκλησης μεν, με τεταμένη προσοχή στον πολιτικό πολιτισμό δε.

  1. Η ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΩΣ ΔΕΔΟΜΕΝΟ

Το μάθημα-πάθημα του “Stripped” δεν επαναλήφθηκε και, αφού μπήκαν τα πάντα σε μια σειρά στη δήλωση φρονημάτων “Links 2-3-4”, η πίστα της οπτικοποίησης έπρεπε να αλλάξει με το δεύτερο single του “Mutter”. Οι RAMMSTEIN συρρικνώθηκαν προσωρινά και ήταν οι πιστοί νάνοι της Χιονάτης, οι οποίοι δούλευαν σκληρά για να της εξασφαλίσουν τη snow white δόση της. Από το σημείο εκείνο και μετά, τα video clips υπήρξαν κάτι σαν θεσμός για την υπόσταση των Γερμανών.

Τι να πρωτοθυμηθούμε; Την οργανωμένη ληστεία στο “Ich will”; Τον καννιβαλισμό του “Mein teil”; Την ωμή πορνογραφία του “Pussy”; Ή μήπως τη γυμνή αλήθεια για την ιστορία της Γερμανίας μέσα από τη μικρού μήκους ταινία του “Deutschland”;

Όποιο video clip κι αν επιλέξουμε από τη “Mutter” era μέχρι και σήμερα, αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, δημιουργημένο να προκαλέσει θόρυβο και τα έξι μέλη των RAMMSTEIN, ως γνήσιοι προβοκάτορες, να απολαμβάνουν τους καρπούς από τα πολύωρα στησίματα μπροστά από κάποιο green screen και την ταλαιπωρία από τα διαφορετικά (και πολλές φορές βαριά) κουστούμια.

  1. ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΛΟΙ, ΒΓΑΛΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ

Είπαμε και πιο πάνω, ότι η χρήση της γερμανικής γλώσσας, πέρα από συνειδητή επιλογή των μελών, προσέδιδε και έναν άγριο χαρακτήρα στο τελικό αποτέλεσμα του κάθε τραγουδιού. Γι’ αυτό άλλωστε ο μέσος ακροατής των RAMM δεν ξέρει τη γλώσσα, ή αναγκάζεται να μάθει τα στοιχειώδη για να ξέρει τουλάχιστον τι σημαίνουν οι τίτλοι. Με την πάροδο των χρόνων, ο Till Lindemann, frontman και αποκλειστικός υπεύθυνος για τη συγγραφή των στίχων, φρόντισε μέσα από την άγνοια, να περάσει μέσα από τους στίχους τα μηνύματα που ήθελε.

Πάρε σαν παράδειγμα τον Armin Meiwes, τον καννίβαλο του Rotenburg, στην άρρωστη ιστορία του οποίου βασίστηκε το “Mein teil” σε ήχο πρωτίστως και σε εικόνα δευτερευόντως. Ενός τύπου που αρέσκονταν να χορταίνει με τους εθελοντές του. Ή το “Ich tu dir weh”, το οποίο αφαιρέθηκε σε όλες τις γερμανόφωνες χώρες από το tracklist του “Liebe ist fur alle da”, καθώς προήγαγε την BDSM κουλτούρα. Ή ακόμη και το “Puppe”, που οι ανατριχιαστικοί στίχοι του περιγράφουν την παιδική κακοποίηση, όπως και στο “Wiener blut”, όπου μεταδίδεται όλη η αρρώστια του infamous Josef Fritzl.

Στον αντίποδα βεβαίως, υπάρχει και η κοινωνική ευαισθησία. Το σχετικά πρόσφατο δίπτυχο των “Ausalander” και “Zeit” που θίγουν με κοφτερό τρόπο το προσφυγικό ζήτημα στην Ευρώπη. Όπως βεβαίως και το γεμάτο στοργή “Mutter”, που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το εξώφυλλο του ομώνυμου album.

 

  1. CONTROVERSY IS MY ALTER EGO

Τα περί “Stripped” τα αναφέραμε και πιο πάνω. Έκτοτε όμως, ήταν πολλά τα πεπραγμένα που σήκωσαν από λίγη έως πολλή σκόνη. Όπως το προαναφερθέν “Mutter” cover, που απεικονίζει με κάθε λεπτομέρεια ένα νεκρό βρέφος. Μπορεί οι ίδιοι οι RAMMSTEIN να έκαναν διαχρονικά διάσπαρτες, μικρές προβοκάτσιες, αλλά υπήρξαν και περιστατικά που δεν ήταν πάντα υπό τον έλεγχό τους.

Σε μικρό (ευτυχώς) αριθμό περιστατικών με μαζικές δολοφονίες οι διαταραγμένες προσωπικότητες των δραστών χρησιμοποιούσε μεταξύ άλλων και τη μουσική των RAMM ως πηγή έμπνευσης. Το ίδιο το συγκρότημα φρόντιζε από την πρώτη στιγμή να δηλώσει την απέχθειά του για τις πράξεις αυτές, αλλά τα αδηφάγα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης έβρισκαν πρόσφορο έδαφος για να γράψουν νούμερα.

Ακόμη και αυτή η αρνητική δημοσιότητα, πάντοτε υπήρξε ευκαιρία για τον Till και την παρέα του για να τους μάθει όλο και περισσότερος κόσμος. Και ίσως όλη αυτή η υπερβολική ζήτηση, αποτελεί και την αιτία που το κοινό των RAMMSTEIN τους εμποδίζει να κρεμάσουν τα μουσικά τους παπούτσια και να απολαμβάνουν αμέριμνοι τη βόλτα τους στο πολυπολιτισμικό Βερολίνο.

  1. Photo by Joachim Gern

    THE INDUSTRIAL TRADITION

Η Γερμανία υπήρξε ένας τόπος που ήταν πάντα φιλόξενος στην ηλεκτρονική μουσική. Από τις πρωτόλειες ημέρες των KRAFTWERK, κατά τις οποίες η πλειοψηφία αυτών που διαβάζουν το κείμενο δεν είχε γεννηθεί, μέχρι και τη διοργάνωση πολλών μεγάλων και μικρότερων goth festivals, o κρύος, γερμανικός Βορράς αποτελεί μοναδική πηγή έμπνευσης για σκοτεινή μουσική.

Από τότε που ξεπήδησαν δισκογραφικά, οι RAMMSTEIN πάντα συγκρίνονταν με κάτι αντίστοιχου βεληνεκούς από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Μέχρι να εδραιωθούν στις συνειδήσεις του μουσικού κοινού ως κάτι μοναδικό και ως αιτία δημιουργίας της Neue Deutsche Harte σκηνής, οι συγκρίσεις έδιναν και έπαιρναν, είτε με τους γίγαντες MINISTRY, είτε με τον Brian Warner, πάλαι ποτέ προστατευόμενο του Trent Reznor.

Η αλήθεια εννοείται βρίσκεται κάπου στη μέση. Όσο κι αν θύμιζαν στην αρχή (έστω και λίγο) τους προαναφερθέντες, είτε αν υπήρξαν η σκληρή εκδοχή των (Σλοβένων) LAIBACH, από το “Sehnsucht” και μέχρι και σήμερα, αυτή η μοναδική ομάδα μουσικών απέκτησε μοναδική οντότητα, γιγαντιαία προσωπικότητα, ξεχωριστή ήχο και μια απίστευτη σκηνική παρουσία που άπειροι έχουν προσπαθήσει, αλλά κανείς δεν κατάφερε να αντιγράψει χωρίς να εκτεθεί πλήρως.

Γιώργος Κόης

 

RAMMSTEIN: Χρήσιμες πληροφορίες για τη συναυλία τους

0
Rammstein

Rammstein

Οι Rammstein επιστρέφουν μετά από 14 χρόνια στην Ελλάδα υποσχόμενοι ένα από τα πιο φαντασμαγορικά shows που έχουμε δει ποτέ. Oι Γερμανοί super stars θα «πακετάρουν» ξανά στα φορτηγά τους το εντυπωσιακό σκηνικό τους και τα πυροτεχνήματα που προκαλούν δέος και επιστρέφουν στα περιβόητα stadium shows τους κάνοντας μια στάση στο Ολυμπιακό Στάδιο για να ζήσουμε το απόλυτο live experience των Rammstein.

Την συναυλία θα ανοίξουν οι ABELARD

DOORS OPEN: 17:00
SUPPORT ACT: 19:30 – 20:15
RAMMSTEIN ON STAGE: 20:30

Σημαντικές πληροφορίες για τους κατόχους εισιτηρίων

ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΟΑΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΑΡΕΝΑΣ

(Ακολουθεί χάρτης ροής)

Οι κάτοχοι εισιτηρίων ΑΡΕΝΑΣ, έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης απ’ όλες τις εισόδους του Ολυμπιακού Σταδίου
(Είσοδος Κύμης, Είσοδος Ειρήνης, Είσοδος Αρτέμιδος, Είσοδος Ιασώ, Είσοδος Πεζογέφυρας)
ΕΚΤΟΣ από τις Πύλες της Λεωφόρου ΣΠΥΡΟΥ ΛΟΥΗ.

Ακολουθώντας τη σήμανση οι κάτοχοι εισιτηρίων θα οδηγηθούν
στην Είσοδο της Αρένας & Feuerzone (βλ. πινέζα του χάρτη)

Υπάρχουν δύο Ελεύθερα Parking με πρόσβαση από τη Λ. Κύμης (βλ. «P»).

ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΟΑΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΚΑΘΗΜΕΝΩΝ

(Ακολουθεί χάρτης ροής)

Οι κάτοχοι εισιτηρίων ΚΑΘΗΜΕΝΩΝ, έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης απ’ όλες τις εισόδους του Ολυμπιακού Σταδίου
(Είσοδος Κύμης, Είσοδος Ειρήνης, Είσοδος Αρτέμιδος, Είσοδος Ιασώ, Είσοδος Πεζογέφυρας)
ΕΚΤΟΣ από τις Πύλες της Λεωφόρου ΣΠΥΡΟΥ ΛΟΥΗ.

Ακολουθώντας τη σήμανση οι κάτοχοι των εισιτηρίων θα οδηγηθούν στις Εισόδους Καθήμενων 1, 2, 8 (βλ. πινέζες του χάρτη).

Η Είσοδος Καθήμενων 1, όπως εμφανίζεται στον χάρτη (βλ. πράσινη πινέζα), εξυπηρετεί τις Θύρες PA, PB, 29, 31,33.

Η Είσοδος Καθήμενων 2, όπως εμφανίζεται στον χάρτη (βλ. κόκκινη πινέζα), εξυπηρετεί τις Θύρες 3, 5.

Η Είσοδος Καθήμενων 8, όπως εμφανίζεται στον χάρτη (βλ. μωβ πινέζα), εξυπηρετεί τις Θύρες 7,9.

Υπάρχουν δύο Ελεύθερα Parking με πρόσβαση από τη Λεωφόρο. Κύμης (βλ. «P»).

ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΟΑΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΑΜΕΑ

(Ακολουθεί χάρτης ροής)

Οι κάτοχοι εισιτηρίων ΑΜΕΑ και των ΣΥΝΟΔΩΝ τους,
έχουν δυνατότητα πρόσβασης ΜΟΝΟ από την ΠΥΛΗ Β
της Λεωφόρου ΣΠΥΡΟΥ ΛΟΥΗ.

Από εκεί θα οδηγηθούν στην είσοδο του Σταδίου από ράμπα στη ΘΥΡΑ 25

Στο εισιτήριο τους περιλαμβάνεται και ΘΕΣΗ PARKING (βλ. «P» στον χάρτη).

Την ημέρα της συναυλίας θα διατίθενται εισιτήρια στις εισόδους του ΟΑΚΑ στις παρακάτω τιμές:
PL1 170€
PL3 125€
PL4 90€

ΟΛΕΣ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΕΙΝΑΙ SOLD OUT

EXHORDER – GOD DETHRONED: Οι ώρες εμφάνισης των συγκροτημάτων

0
Exhorder

Exhorder

Την Κυριακή 26 Μαΐου, στο Κύτταρο, εμφανίζονται οι EXHORDER με τους GOD DETHRONED.

Οι ώρες εμφάνισης των συγκροτημάτων, είναι οι εξής:

Doors Open: 19:45
God Dethroned: 20:30
Exhorder: 22:30

Δείτε από κάτω το κάλεσμα στους Έλληνες οπαδούς του Kyle Thomas και του Jason Vie Brooks (EXHORDER) αλλά και του Jeroen Pomper (GOD DETHRONED)

 

Axel Rudi Pell – “Risen symbol” (SPV/Steamhammer)

0
Axel Rudi Pell

Axel Rudi Pell

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, ήρθε η στιγμή που όλοι περιμένατε! Νέο studio άλμπουμ από τον Axel Rudi Pell ή αλλιώς η ώρα να ανατρέξω σε όλες τις παλιότερες κριτικές που έχω κάνει από το 2002 και μετά για το απαραίτητο copy/paste. Αστειεύομαι ή μπορεί και όχι! Δεν έχω κρύψει ποτέ τον απεριόριστο θαυμασμό μου για τον Γερμανό κιθαρίστα, για το συνθετικό του οίστρο, για τις τεχνικές δυνατότητες αλλά και για την τύχη να έχει δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια τον σπουδαίο Johnny Gioeli (αλλά και τους υποτιμημένους Krawczak & Doernberg). Από την άλλη, δηλώνω ξανά δίχως καμία απολύτως περιστροφή ότι δεν αγόρασα τους δύο τελευταίους δίσκους του όχι γιατί δεν ήταν καλοί αλλά γιατί ήταν ολόιδιοι με όλους τους προηγούμενους μετά το “The masquerade ball”. Τα ίδια ισχύουν και με το νέο δίσκο, το “Risen symbol”.

Ειλικρινά πιστεύω ότι ο Pell πρέπει να κάνει αίτηση κατοχύρωσης πατέντας όσον αφορά στη δομή και το tracklisting του εκάστοτε studio δίσκου του. Τι εννοούμε; Έχουμε μία ατμοσφαιρική εισαγωγή για να μπούμε στο μυστηριακό κλίμα του δίσκου. Στη συνέχεια έπεται ένα καταιγιστικό γρήγορο κομμάτι το οποίο διαδέχεται μία hard rockin’, πιασάρικη σύνθεση. Κάπου εκεί μπαίνει μία διασκευή σε ένα κλασικό τραγούδι – εν προκειμένω ο Pell κάνει την έκπληξη και διασκευάζει ZEPPELIN και όχι κάτι από τον πολυαγαπημένο του Blackmore- ενώ στη συνέχεια έχουμε την μεγαλοπρεπή επική στιγμή η οποία συνήθως έχει διάρκεια κοντά στα 10 λεπτά! Τέλος, η παρουσία της μπαλάντας και 2-3 ακόμη γρήγορων τραγουδιών ολοκληρώνουν το παζλ ενός ακόμη δίσκου του Axel Rudi Pell. Και αυτό συμβαίνει για πάνω από 20 χρόνια και αμέτρητους δίσκους, έτσι;

To “Risen symbol” ενέχει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, τα κομμάτια είναι όμορφα δομημένα, η μπάντα τα σπάει, η παραγωγή άψογη αλλά μετά από 1-2 ακροάσεις αναρωτιέσαι γιατί, διάολε, ακούω μία από τα ίδια; Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να ανακαλέσεις στη μνήμη σου –στο κοντινό μέλλον- κάποιο από τα τραγούδια του “Risen symbol” αφού θα μπορούσαν κάλλιστα να συμπεριλαμβάνονται σε κάποιο από ΟΛΑ τα προηγούμενα! Στο δια ταύτα, ο Pell παραμένει μία σταθερή αξία η οποία έχει χάσει εδώ και 20+ χρόνια το στοιχείο της έκπληξης. Τελικά, μήπως κάνει ο Pell το copy/paste και όχι εμείς…;

7 / 10

Σάκης Νίκας

FREEDOM CALL – “Silver Romance” (SPV/Steamhammer)

0
Freedom Call

Freedom Call

Ανέκαθεν εκτιμούσα τους FREEDOM CALL για την σταθερότητα τους να παράγουν αξιοπρεπές και εύηχο μελωδικό heavy metal υψηλής ποιότητας. Οι πάντα αισιοδοξίες κυκλοφορίες τους που σφύζουν από ωραία κιθαριστικά θέματα, μεγάλες μελωδίες και τεχνικό παίξιμο σε όλα τα όργανα, όντας πιστοί εφαρμοστές όλων των κανόνων του γερμανικού power metal. Οι FREEDOM CALL είναι η μπάντα που προτεινόταν ανέκαθεν σε κάποιον να ακούσει όταν ξεμπέρδευε πρώτα με τη δισκογραφία των HELLOWEEN ή των GAMMA RAY, ως μια επόμενη (και σχετική με τους παραπάνω) καλή πρόταση. Μην ξεχνάμε επίσης τη…μεταγραφή του πρώην κιθαρίστα των FREEDOM CALL Sasha Gerstner στους HELLOWEEN το 2005 μετά την απόλυση του Roland Grapow, και το ότι ο Sasha μέχρι σήμερα αποτελεί σταθερό μέλος των HELLOWEEN ως τρίτος κιθαρίστας, ακόμη και μετά το reunion με τον Kai Hansen.

Πάμε στο σήμερα: 25 χρόνια μετά την ίδρυση τους και 5 χρόνια μετά το τελευταίο τους άλμπουμ, ο Chris Bay και η παρέα του επιστρέφουν με νέο δίσκο με τον αρκετά ενδεικτικό τίτλο “Silver Romance”, καταθέτοντας μιας μια ακόμα αξιοπρεπέστατη δουλειά γερμανικού power προσαρμοσμένη σαν παραγωγή στα ηχητικά δεδομένα του 2024 χωρίς βέβαια να παρεκκλίνουν ιδιαίτερα από την κλασική τους συνταγή: Up tempo υλικό γεμάτο ωραία ρεφρέν, μελωδικές κιθάρες της σχολής Hansen/Weikath, δυνατό rhythm section και η χαρακτηριστική φωνή του Chris Bay πανταχού παρούσα σε όλο το δίσκο συνθέτουν το ηχητικό προφίλ του “Silver Romance”.  Ξεχωρίζω στις πρώτες ακροάσεις τα “Supernova”, “Infinity”, το catchy “Out of Space”, το επικολυρικό “Distant Horizon”, το “Big Bang Universe”, αν και σε γενικές γραμμές όλα τα τραγούδια ακούγονται ευχάριστα και ο δίσκος πιάνει συνολικά ένα εξαιρετικό επίπεδο καλών συνθέσεων.

Σε κάθε κυκλοφορία των FREEDOM CALL ακούγονται τα γνωστά περί κλώνων των GAMMA RAY (με τους οποίους μοιράζονταν για χρόνια και τον ίδιο drummer, Dan Zimmermann) αλλά θεωρώ ότι τους αδικεί αρκετά αυτή η περιγραφή: αφενός επειδή αυτό που κάνουν το κάνουν πάντα εξαιρετικά και με μια φοβερή παραγωγή, αφετέρου επειδή σήμερα μας λείπουν μπάντες που να μπορούν να παίξουν επιτυχημένα αυτό τον ήχο παρά τις εκατοντάδες ρέπλικες που κυκλοφορούν τόσο από την Ευρώπη όσο και στη Λατινική Αμερική.

Θέλουμε να ακούμε νέο υλικό europower metal υψηλών προδιαγραφών και οι FREEDOM CALL στο “Silver Romance” μας παρέχουν ένα πλήρη από κάθε άποψη τέτοιο δίσκο.

8 / 10

Δημήτρης Μελίδης

WALTER TROUT – “Broken” (Provogue Records/Mascot Label Group)

0
Walter Trout

Walter Trout

Έχει τύχει κάποιες φορές να ερωτηθώ, για ποιον λόγο παρουσιάζονται στο Rock Hard καλλιτέχνες σαν τον Walter Trout. Η πρώτη και πολύ εύκολη απάντηση, είναι «γιατί μας στέλνουν promos οι εταιρείες τους». Η δεύτερη και εξίσου εύκολη, έχει σαφέστατα πολύ μεγαλύτερο «βάθος» και νόημα: Γιατί ο Walter Trout, όπως και όλοι οι Trouts του κόσμου, είναι πολύ πιο κοντά στο rock, απ’ όσο ίσως πιστεύεις, ξέρεις, φαντάζεσαι. Η τρίτη έχει να κάνει με τον γράφοντα και την «πετριά» του με το blues rock, που όσο περνούν τα χρόνια, τόσο αυτή μεγαλώνει και θεριεύει.

Δυο χρόνια μετά το έξοχο “Ride”, ένα άλμπουμ που τα πήγε περίφημα και βρήκε θέση σε κάθε λίστα με blues/blues rock αλλά και καθαρόαιμες rock κυκλοφορίες που σέβεται τον εαυτό της, ο 72χρονος Walter επανέρχεται με το “Broken”. Μέσα από δώδεκα καινούργια τραγούδια, είναι και πάλι εδώ μαζί μας για να ξεχωρίσει με το αειθαλές ταλέντο του στην κιθάρα, την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του στην σύνθεση και πάνω απ’όλα, την αδάμαστη θέλησή του για δημιουργία, για ζωή. Κι εδώ έρχεται σε πλήρη αντίθεση ο τίτλος που διάλεξε για τον νέο του δίσκο, με το περιεχόμενό του.

Εκ πρώτης όψεως, το “Broken” φαίνεται πεσιμιστικό, μελαγχολικό, θλιμμένο, αντικατοπτρίζοντας την δυστοπική πραγματικότητα του κατακερματισμένου από την πολιτική, την οικονομία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους πολέμους κόσμου μας. Με μια δεύτερη «ανάγνωση» όμως, τόσο επειδή ο Walter σπεύδει να ξεκαθαρίσει πως πάντα θα υπάρχει χώρος για ελπίδα, όσο και γιατί δε θα πάψει ποτέ να ισχύει η παγκόσμια σταθερά ότι «τα blues είναι ο καταλληλότερος τρόπος να αισθανθείς καλά, επειδή αισθάνεσαι άσχημα» (μεγάλε Johnny Winter!), τα τραγούδια του δίσκου δεν σε μελαγχολούν… κάθε άλλο!

Μαζί του, πλην του Michael Leasure στα drums, πουθενά δεν αναγράφεται ποιοι παίζουν. Πιθανολογώ λοιπόν πως το line-up του “Ride” έχει μείνει ίδιο, δηλαδή στα πλήκτρα είναι ο συμπατριώτης μας Teddy “Zig Zag” Andreadis και μπασίστας ο Jamie Hunting. Χωρίς όμως να θέλω να τους υποβαθμίζω (αν είναι δυνατόν έτσι κι αλλιώς μιλάμε για σπουδαίους μουσικούς), πιστεύω ότι οι σημαίνουσες προσωπικότητες που περνούν από μπροστά μας, είναι μεγάλο “asset” και η τελική τους συμβολή είναι μεγαλύτερη από τα συμφωνηθέντα.

Στο εναρκτήριο, ομώνυμο τραγούδι τα φωνητικά ανήκουν στη Beth Hart. Στο πρώτο single, το τέλειο boogie “Bleed” ακούμε τον βιρτουόζο της φυσαρμόνικας Will Wilde, ενώ στο μπυρόβιο bluesy hard rock “I’ve had enough”, ένα από τα καλύτερα τραγούδια που θα ακούσεις μέσα στη χρονιά, η εξίσου γνώριμη φωνή είναι αυτή του Dee Snider. Ναι, ένας είναι ο Dee, γι’ αυτόν λέω και δεν πρόκειται για συνωνυμία. Και οι τρεις τους δεν περνούν από μπροστά μας τυπικά ή από σπόντα, αλλά ταυτίζονται με τον Walter τόσο πολύ, που νομίζεις πως ακούς μια μπάντα της οποίας είναι ο καθένας μόνιμο μέλος. Τόσο απόλυτη είναι η ταύτιση!

Μεγάλη στιγμή επίσης το μαγευτικό instrumental “Love of my life”. To effect που παρομοιάζει τον ήχο της άρπας, τα πλήκτρα και τα έγχορδα πλαισιώνουν ιδανικά την κιθάρα. Ο Walter την αφήνει να μιλήσει, να βγάλει τα εσώψυχά της, να δείξει σε όλους μας πως ο άνθρωπος που την κραδαίνει είναι απλά ένας θρύλος του είδους. Πως μπορεί να έχει περάσει τα χίλια μύρια (ξαναπήγαινε στην παρουσίαση του “Ride” για να μάθεις τί) αλλά αρνείται να υποκύψει στην αγωνία και στον πόνο, τα κερδίζει με ένα solo, μια μελωδία, μια πονεμένη ερμηνεία. Γιατί έχει καρδιά, ψυχή και πείσμα. Μέγα πείσμα!

Στη ζυγαριά, σε σχέση με τον προκάτοχό του, το “Broken” χάνει στα σημεία. Δεν το βοηθούν τόσο κάποιες συνθέσεις, εκεί προς το τέλος του. Πολύ καλές είναι, απλά όχι… ΤΟΣΟ. Αλλά το «χάνει στα σημεία», δεν αναιρεί το γεγονός ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη διαμάντι του blues rock, που πρέπει να ακούσουν όλοι οι λάτρεις του είδους. Ok, βασικά όλοι όσοι έχουν σωστά κριτήρια περί μουσικής.

Δεν θα με απογοητεύσει ποτέ αυτός ο άνθρωπος.

8 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

MY DYING BRIDE – “The angel and the dark river” – Worst to best

0
My Dying Bride

My Dying Bride

Με το προηγούμενο άλμπουμ τους, “Turn Loose the Swans” (1993), οι MY DYING BRIDE είχαν κατακτήσει όχι μόνο την underground σκηνή αλλά και τον μουσικό τύπο. Το Αμερικανικό Rolling Stone μάλιστα το είχε χαρακτηρίσει ως “Ο Δράκουλας του Bram Stoker για τα αυτιά”. Αλλά στο δυτικό Yorkshire, η μπάντα δεν μπορούσε να απολαύσει τους καρπούς της όποιας επιτυχίας (ποτέ τους δεν έγιναν τελείως αποδεκτοί στην Γηραιά Αλβιώνα) γιατί ήδη είχαν θέσει τον αγχωτικό στόχο να τον ξεπεράσουν και να κάνουν ένα ακόμα καλύτερο καινούργιο δίσκο. Οτιδήποτε μπορούσε να συμβάλει σε αυτό ήταν καλοδεχούμενο.

Από την αλλαγή του φωνητικού στυλ του Aaron Stainthorpe (από το death growl σε ένα πένθιμο μοιρολόγι) και τις κιθάρες των Andrew Craighan και Calvin Robertshaw που τώρα έμπαιναν και σε πιο alternative και ατμοσφαιρικά ηχητικά πεδία (από τους SWANS μέχρι τους DEAD CAN DANCE) μέχρι την καταπληκτική δουλειά του Martin Powell (πρώην ANATHEMA και CRADLE OF FILTH) στα πλήκτρα και στο βιολί που ανέβασε την μπάντα σε άλλο επίπεδο κι ακόμα και το ίδιο το artwork του δίσκου, παραμερίζοντας το σχεδόν black metal logo της μπάντας για ένα πιο «νορμάλ» και με το εξώφυλλο που περισσότερο θυμίζει εξώφυλλο μιας gothic rock μπάντας και μάλιστα χρησιμοποιώντας λαμπερά χρώματα, ένα ανάθεμα για τους απανταχού νταρκάδες.

Μπορεί οι true να τα έβλεπαν ως σημάδια sell out αλλά οι οιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικά με την ποιότητα του δίσκου, διαλύονται από τα πρώτα λεπτά ακρόασης του δίσκου. Ναι, ήταν ο πιο «εμπορικός» δίσκος τους μέχρι τότε, (εάν μπορείς να ονομάσεις εμπορικό ένα δίσκο που ξεκινάει με ένα κομμάτι εννιά λεπτών) αλλά εάν την ίδια στιγμή δεν ήταν καλός, νομίζατε ότι θα τους έπαιρνε τηλέφωνο ο ίδιος ο Steve Harris για να τους έχει ως support στην τότε περιοδεία των Maiden; Δύσκολο λοιπόν να ταξινομήσω τα κομμάτια του δίσκου από χαμηλά προς ψηλά, αλλά θα το προσπαθήσω.

“The angel and the dark river” countdown:

7.“Black Voyage” (9.47)
Μια ωδή προς τον Χάρο που έρχεται να «κλέψει» από τον πρωταγωνιστή του τραγουδιού την αγαπημένη του. Ο μόνος λόγος που το βάζω στον «πάτο» είναι για την διάρκεια του (σχεδόν δέκα λεπτά) γιατί πραγματικά δεν έχω κάτι κακό να πω για το συγκεκριμένο κομμάτι.

6. “Your Shameful Heaven” (6.59)
Φανταστικό intro με το βιολί του Powell και μετά all hell breaks loose! Οι κιθάρες το τερματίζουν στην ταχύτητα και είναι το μόνο κομμάτι που μπορείς να κάνεις ασύδοτο headbanging. Και θα μου πείτε τώρα, και που είναι το στραβό; Γιατί, είπα εγώ ότι έχει κάτι στραβό;

5. “The Sexuality of Bereavement” (8.04)
Το μόνο κομμάτι με death growls (στην πραγματικότητα είναι bonus track) και το μόνο που θυμίζει 100% τους προηγούμενους δίσκους τους. Αυθεντικό death doom και το μόνο «ψεγάδι» του είναι ότι «χαλάει» την όλη ατμόσφαιρα του δίσκου. Είπαμε, πρέπει να βρω μια δικαιολογία ότι να ‘ναι για να βάλω κομμάτια κοντά στον «πάτο».

4. “A Sea to Suffer In” (6.30)
Το ένα από τα δύο κομμάτια του δίσκου όπου ακούγεται ηλεκτρικό πιάνο. Ωραίο πάρε-δώσε μεταξύ του βιολιού και της φωνής του Stainthorpe. Ίσως από τα λίγα rock/metal κομμάτια που το βιολί είναι τόσο αναγνωρίσιμο όσο και τα άλλα όργανα. Ένα κλασσικό κομμάτι της μπάντας πια.

3. “Two Winters Only” (9.01)
Μια κραυγή αγωνίας προς έναν Θεό που αρνείται πεισματικά να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που μας καίνε όλους μας και πάνω από όλα να μας πει τι σημασία έχει να υποφέρουμε σε αυτήν την ζωή. Ποιος ο λόγος; Καθώς η σιωπή του είναι προς απάντηση μας, θα έχουμε ως παρηγοριά κομμάτια σαν κι αυτό με ένα βιολί που κλαίει για εμάς και αργές καθαριστικές μελωδίες που μας βουλιάζουν όλο και πιο πολύ στον βούρκο της μελαγχολίας.

2. “The Cry of Mankind” (12.13)
Ένα από τα κομμάτια σήμα-κατατεθέν της μπάντας με το αρχικό, σχεδόν εξώκοσμο, καθαριστικό riff και το πένθιμο ηλεκτρικό πιάνο που σε παίρνουν από το χέρι και σε πηγαίνουν κατευθείαν στα ύδατα της Στυγός. Να έχεις το νόμισμα έτοιμο για τον βαρκάρη. Ο μόνος λόγος που δεν βρίσκεται στην κορυφή είναι γιατί ακόμα δεν έχω συνέλθει από τότε που είδα τον Stainthorpe στο video clip ως Ιησού Χριστό με… κάτι σε πάνα-βρακάκι.

  1. From Darkest Skies” (7.47)
    Εδώ για πρώτη φορά, η μπάντα ακούγεται απίστευτα επική και απίστευτα heavy την ίδια στιγμή, κάτι που είχαν σχεδόν καταφέρει στο κομμάτι τους ‘Symphonaire Infernus et Spera Empyrium’, αλλά δεν είχαν κοτζάμ εκκλησιαστικό όργανο όπως εδώ. Είναι να το ακούς και να σου’ έρχονται στο μυαλό μόνο εικόνες από κρύπτες, Βικτωριανά νεκροταφεία και καθεδρικούς γοτθικούς ναούς. Μελωδίες που αργότερα θα εξελισσόντουσαν περαιτέρω στον δίσκο “Like Gods of the Sun” (1996) και “The Light at the End of the World” (1999), εδώ όμως έσπειραν τον πρώτο σπόρο.

Γιώργος Γκούμας

NECROT interview (Luca Indrio, Sonny Reinhardt)

0
Necrot

Necrot

“All life ends at birth”

Το καινούργιο πόνημα των NECROT από το Bay Area “Lifeless birth”, τους τοποθετεί και εδραιώνει περαιτέρω στην ελίτ των death metal σχημάτων της τελευταίας δεκαετίας. Το Rock Hard, αφού κατέθεσε εκτενώς τη γνώμη του στην σχετική παρουσίαση γι’ αυτό το δίσκο, ενόψει της επερχόμενης περιοδείας τους, συνομίλησε με τους Luca Indrio (μπάσο, φωνητικά) και Sonny Reinhardt (κιθάρες) για τα όσα ενδιαφέροντα συμβαίνουν γύρω από αυτό το τόσο σπουδαίο σχήμα των καιρών μας.

Χαίρετε και καλωσήρθατε στο Rock Hard! Συγχαρητήρια για το τελευταίο σας άλμπουμ “Lifeless birth”. Η καλύτερη σας στιγμή κατά τη γνώμη μου! Ο δίσκος είναι μόλις δύο εβδομάδων και ήδη λαμβάνει τρομερή ανταπόκριση από τον τύπο (συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του ελληνικού Rock Hard!). Πως αντιδρούν οι οπαδοί σε αυτό ως τώρα, ειδικά σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα σας πονήματα;
Sonny Reinhardt: Γεια χαρά, τι γίνεται; H ανταπόκριση από όλους προς το “Lifeless birth”, είναι φοβερή! Νιώθω ότι εν συγκρίσει με τα “Blood offerings” και “Mortal”, το “Lifeless birth” έχει αυτό το συναίσθημα του να ξεπερνάς κάτι σπουδαίο στη ζωή σου και να βγαίνεις δυνατότερος, κάτι το οποίο μπορούν να δουν και να νιώσουν όλοι στη μουσική. Αλλά νομίζω ότι ο κόσμος επίσης ξεπέρασε πολλά στο διάστημα μεταξύ αυτών των δύο άλμπουμ, οπότε προσπαθούμε να συμβαδίσουμε με τις εποχές υπό μια έννοια. Αλλά γενικά, είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να λαμβάνεις την αναγνώριση και να βλέπεις πόσο κόσμο να τα σπάει με το “Lifeless birth”.
Luca Indrio: Το να ξέρουμε πως κόσμος γουστάρει το νέο μας άλμπουμ, είναι φοβερό συναίσθημα. Θέλαμε ένα άλμπουμ που να αντιπροσωπεύει τι συμβαίνει στο κόσμο του 2024, με μια μοντέρνα προσέγγιση στο είδος metal που μας αρέσει να παίζουμε. Η ανταπόκριση είναι φοβερή, αρχίζουμε να το συνηθίζουμε, κάθε άλμπουμ που έχουμε κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής, έχει τρομερή ανταπόκριση. Κάτι κάνουμε καλά εδώ.

Όπως φαίνεται, δουλεύετε με τους ίδιους ανθρώπους στο artwork (Marald van Haasteren) όσο και στη διαδικασία ηχογράφησης (Greg Wilkinson των AUTOPSY/STATIC ABYSS) και στους τρεις δίσκους σας. Δεδομένου του αποτελέσματος, είναι μια περίπτωση του τύπου “ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει”;
Sonny Reinhardt: Ο Marald και ο Greg είναι ζωτικής σημασίας κομμάτι των NECROT ως τώρα. Μας βοήθησαν να δημιουργήσουμε μια εικόνα και έναν ήχο, οπότε νιώθαμε καλύτερα στο να μείνουμε μαζί τους μέχρι αυτό το σημείο. Τα αποτελέσματα είναι φοβερά και είμαστε πολύ χαρούμενοι με το τρόπο που βγήκε το “Lifeless birth”. 
Luca Indrio: Ναι, όπως είπε και ο Sonny, δεν αλλάζεις μια ομάδα που κερδίζει και ο Maral με τον Greg είναι “από το πάνω ράφι” σε αυτό που κάνουν.

Παρόλο που έχετε την ίδια ομάδα γύρω σας, το άλμπουμ αυτό είναι προφανώς διαφορετικό από το προκάτοχο του. Τι έγινε διαφορετικά αυτή τη φορά, είτε από πλευράς σύνθεσης, είτε από πλευράς παραγωγής για το “Lifeless birth”;
Luca Indrio: Τα χρόνια περνάνε και οι ζωές μας αλλάζουν. Στα πρώτα μας demo ήμασταν πολύ νέοι και τώρα είμαστε μεγαλύτερο και έχουμε προοδεύσει ως μουσικοί και ως άνθρωποι. Η ουσία των NECROT είναι ακόμα εκεί αλλά βελτιώνεται κατά τη γνώμη μου. Νιώθουμε πιο σίγουροι και πάντα νιώθουμε ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, ποτέ δεν προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε κάποιον, απλά εστιάζουμε στο να γράφουμε καλά κομμάτια.

Ένα από τα πράγματα που κάνουν τους NECROT να ξεχωρίζουν, είναι η έξυπνη χρήση κιθαριστικών μελωδιών χωρίς να περνάει στο μελωδικό death metal χώρο. Πως καταφέρνετε να κρατάτε την ισορροπία ανάμεσα στη ασταμάτητη βία και τη μελωδία;
Sonny Reinhardt: Τα κομμάτια έχουν πολλές έξυπνες αλλαγές και περίεργους ρυθμούς, αλλά ακούγεται φυσικό το να παίζονται κατ’ αυτό το τρόπο. Πιστεύω πως έχοντας αυτό σαν βάση, βοηθάει το να το κρατάς ενδιαφέρον και βάρβαρο όταν προσθέτεις μελωδικά στοιχεία και solos πάνω από όλα. Υπάρχει σίγουρα μια λεπτή γραμμή για μένα όσον αφορά το να είσαι τόσο πολύ τεχνικός που χάνεις κάποια βαρύτητα ή προσβασιμότητα. Όχι ότι υπάρχει απαραίτητα κάτι κακό με αυτό, αλλά δεν στοχεύουμε γι’ αυτό εδώ. Κατά κάποιο τρόπο το πέτυχες, θέλουμε να είμαστε βάρβαροι και ταυτόχρονα να έχουμε αυτές τις μελωδικές στιγμές χωρίς τις οποίες να μην μπορείς να ακούσεις το κομμάτι.
Luca Indrio: Η μουσική και οι στίχοι μας είναι σίγουρα προσανατολισμένες προς μια πιο συναισθηματική, ψυχολογική και απελπισμένη πλευρά του metal, οπότε ορισμένες μελωδίες ταιριάζουν με το μήνυμα και το ύφος μας. Δεν περνάμε στο μελωδικό death metal γιατί ποτέ δεν ήμασταν οπαδοί τέτοιου τύπου μπαντών, οπότε δεν είναι μέρος του υποβάθρου μας.

Στο προηγούμενο σας άλμπουμ “Mortal”, το ομώνυμο που έκλεινε το άλμπουμ ήταν ένα 8,5 λεπτών κομμάτι. Σε αυτό, το κομμάτι που κλείνει το δίσκο, το “The curse”, είναι και πάλι ένα 8,5 λεπτών κομμάτι. Έχει γίνει κάποιου είδους παράδοση για τους NECROT πλέον ή ήταν απλά σύμπτωση;
Luca Indrio: Ήταν κάτι που είχε σκέψη από πίσω του αλλά όχι απαραίτητα μια παράδοση που θα συνεχιστεί.

Ποιανού ιδέα ήταν να γραφτούν αυτά τα μεγαλύτερα κομμάτια; Είχατε κάτι συγκεκριμένο κατά νου;
Luca Indrio: H ιδέα ήταν δική μου. Πάντα σκέφτομαι ένα άλμπουμ σαν μια ολότητα παρά μια συλλογή κομματιών. Μου αρέσει το χτίσιμο προς ένα πιο δραματικό κλείσιμο για το άλμπουμ. Το τελευταίο κομμάτι συνήθως είναι το μεγαλύτερο και το πιο δραματικό / απελπισμένο όλων. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να πάρω τον ακροατή μαζί μου σε ένα ταξίδι που έχει ένα πιο μελωδικό/δραματικό τέλος. Σαν ένα μεγάλο δραματικό τέλος σε μια ταινία όπου υπάρχουν μεγαλύτερες σκηνές που συνοψίζουν όλη την ιστορία. Δεδομένου ότι γράφω τα κομμάτια είμαι σε θέση να γράψω διαφορετικά στυλ κομματιών που εν τέλει ταιριάζουν μεταξύ τους. Συνήθως προς το τέλος του άλμπουμ μου αρέσει να έχω χώρο για μεγαλύτερα κομμάτια που δεν έχουν τόσο γρήγορα τύμπανα και με περισσότερο χώρο για leads και solos.

Φαίνεται πως μένετε προσηλωμένοι στην Tankcrimes για τις fulllength κυκλοφορίες σας. Πως ξεκίνησε αυτή η συνεργασία; Ήταν ευκολότερο επειδή είστε και οι δύο πλευρές με βάση στο Bay Area
Luca Indrio: Ξέρουμε τον Scotty για πάνω από μια δεκαετία και ναι, το ότι είμαστε από το Bay Area βοηθάει. Μέχρι στιγμής, η Tankcrimes ήταν η δισκογραφική που μας πρόσφερε το καλύτερο συμβόλαιο οπότε μένουμε με αυτό. Ξέρουμε ότι αν ήμασταν σε μεγάλη εταιρεία θα είχαμε περισσότερη προβολή και είναι δυσκολότερο για τη μπάντα να μεγαλώσουμε μένοντας σε μια μικρή εταιρεία, αλλά μας αρέσουν οι προκλήσεις και μας αρέσει η δουλειά που κάνει ως τώρα η Tankcrimes. Πιστεύω ότι η μουσική μας μιλάει από μόνη της και εάν συνεχίσουμε να γράφουμε καλούς δίσκους και να παίζουμε καλές συναυλίες θα εισπράξουμε την αναγνώριση που νιώθουμε πως αξίζουμε χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε το τρόπο που δουλεύουμε.

Σε κάτι παραπάνω από 10 χρόνια ύπαρξης κυκλοφορήσατε τρεις στούντιο δίσκους. Μοιραστήκατε τη σκηνή με μερικές από τις πιο θρυλικές death metal και grindcore μπάντες (POSSESSED, AUTOPSY, SUFFOCATION, EXHUMED), καθώς και με μερικές από τις ισχυρότερες δυνάμεις του νεότερου death metal (GATECREEEPER, MORTIFERUM, CARNATION). Ποιο ήταν το ποιο σημαντικό μάθημα που πήρατε και ποια η εμπειρία που ποτέ δεν θα ξεχάσετε;
Luca Indrio: Μάθαμε ότι μπορούμε να παίξουμε με οποιονδήποτε οπουδήποτε. Ανοίξαμε για MORBID ANGEL και CANNIBAL CORPSE και ποτέ δεν νιώσαμε ότι δεν ανήκουμε εκεί. Ξέρουμε ότι είμαστε καλοί σε αυτό που κάνουμε και το μάθημα που πήραμε είναι να συνεχίσουμε να έχουμε αυτοπεποίθηση και να συνεχίσουμε στον δικό μας δρόμο.

Πάει ένας μήνας από την Αμερικάνικη περιοδεία με τους MUNICIPAL WASTE, GHOUL και DEAD HEAT. Πως πήγε η περιοδεία μαζί τους;
Luca Indrio: Ήταν τρομερά διασκεδαστική εμπειρία, γιατί είμαστε φίλοι με τα παιδιά από τους GHOUL και τους WASTE για πολύ καιρό.

Τη στιγμή που μιλάμε ετοιμάζεστε για μια ακόμα Αμερικάνικη περιοδεία τον Ιούνιο με BAT, PHOBOPHILIC και STREET TOMBS, για τη προώθηση του “Lifeless birth”, για την οποία είστε πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Τι άλλο επιφυλάσσει το μέλλον για τους NECROT;
Luca Indrio: Αυτή τη στιγμή είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι για την περιοδεία προώθησης του “Lifeless birth” η οποία θα αρχίσει 5 Ιουνίου και θα κρατήσει 6 εβδομάδες. Έχουμε μια Ευρωπαϊκή περιοδεία που θα γίνει Ιούλιο / Αύγουστο και το επόμενο φθινόπωρο θα παίξουμε σε ένα μεγάλο festival στο Μεξικό. Ακολουθήστε τη σελίδα μας στο Instagram για να ενημερωθείτε σχετικά, πάντα ανακοινώνουμε κι άλλες συναυλίες.

Αυτό ήταν. Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, ήταν χαρά μου να μιλήσουμε. Ο επίλογος είναι δικός σας!
Luca Indrio: Ευχαριστούμε πολύ, τα λέμε!

Γιάννης Σαββίδης
Photos: Chris Johnston

FIREWIND (Osaka, Japan, 16/5)

0
Firewind

Firewind

Ήταν οι τελευταίες ημέρες του 2023 κι εγώ απολάμβανα τις διακοπές μου στο Τόκυο. Πίνοντας ένα ουϊσκάκι, σε ένα rock bar στο Shinjuku, χαμογέλασα όταν είδα τις υπογραφές των FIREWIND από το 2004, να είναι ακόμα στον τοίχο του μαγαζιού. Με το συγκρότημα να έχει ανακοινώσει περιοδείες, έγραψα στον Gus G. πως είναι καιρός να έρθει και στην Ιαπωνία. Αφού κι εγώ θα μετακόμιζα στην αρχή της χρονιάς, μόνο έτσι θα μπορούσα να του δω ζωντανά. Με χαρά λοιπόν διάβασα το μήνυμά του πως ήδη είχαν κλείσει δυο συναυλίες τον Μάιο, οι οποίες ανακοινώθηκαν κάποιες εβδομάδες αργότερα.

Βλέπετε, πριν από αρκετά χρόνια, οι FIREWIND (με τον Apollo και τον Bob στην σύνθεσή τους), είχαν προγραμματίσει την επιστροφή τους στην Ιαπωνία για μερικές εμφανίσεις. Με συνοπτικές διαδικασίες, είχα κανονίσει να τους συναντήσω στο Τόκυο, αλλά δυστυχώς οι συναυλίες αναβλήθηκαν γιατί ο Gus είχε υποχρεώσεις με την μπάντα του Οzzy. Πέραν από την απογοήτευσή μου (ξενοδοχείο και εισιτήρια πληρωμένα), δεν ήξερα αν θα μου δινόταν η ευκαιρία να τους δω ζωντανά ξανά στην Ιαπωνία. Το λέω, διότι εκεί/εδώ, τόσο από την δισκογραφική, όσο και από τον κόσμο, αγκαλιάστηκαν αμέσως και ο θαυμασμός για την τεχνική του Έλληνα κιθαρίστα ήταν ανέκαθεν μεγάλος.

Τα χρόνια πέρασαν, οι FIREWIND άλλαξαν σύνθεση και κυκλοφόρησαν μερικές από τις καλύτερές τους δουλειές. Το πόσο μου άρεσε το ομώνυμο άλμπουμ, αλλά και το “Stand united” το διαβάσατε στις αντίστοιχες παρουσιάσεις που έγραψα. Έτσι, φτάσαμε στα μέσα της χρονιάς και το συγκρότημα έκανε την πρώτη του συναυλία στο Club Quattro, όπως ακριβώς πριν από 20 χρόνια. Ήταν εκείνη, η πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση ως συγκρότημα – ever! Μια μέρα αργότερα, επιτέλους συναντηθήκαμε στην Οσάκα, για την δεύτερη εμφάνισή τους. Μετά την πολυήμερη περιοδεία τους στην βόρεια Αμερική, η τετράδα είναι δεμένη και όπως μας έλεγε ο Herbie Langhans, «έχω κάνει περίπου 130 συναυλίες πλέον με το συγκρότημα, οπότε όλοι νιώθουμε πολύ άνετα πάνω στην σκηνή». Μόλις 4 ημέρες πέρασαν στα σπίτια τους μετά το ταξίδι από τις ΗΠΑ, πριν ξαναμπούν στο αεροπλάνο για Τόκυο. Ευτυχώς όμως, κανείς δεν έδειχνε να επηρεάζεται από την διαφορά της ώρας, τουλάχιστον όχι πριν το τέλος της συναυλίας. Άλλωστε ο ενθουσιασμός όλων ήταν μεγάλος για διάφορους λόγους.

«Ήταν υπέροχο το συναίσθημα χθες, και πιστεύω ήταν η καλύτερη εμφάνισή μας. Καλύτερη από τις προηγούμενες τέσσερεις, αφού ο κόσμος για πρώτη φορά συμμετείχε τόσο έντονα» μοιράζεται μαζί μας ο Gus, « Ήταν απίστευτο, λες και ήμασταν στην Λατινική Αμερική. Καμία σχέση με το Γιαπωνέζικο κοινό που ξέραμε». «Είχαμε προγραμματίσει 90 λεπτά για να κάνουμε soundcheck» μας λέει ο Petros,  «αλλά τελικά, ούτε δυο κομμάτια δεν χρειάστηκε να παίξουμε. Φαντάσου πως είχανε στήσει τα πάντα, ακριβώς όπως τα αφήσαμε την προηγούμενη βραδιά και όλες οι ρυθμίσεις επίσης, οπότε ήταν όλα τέλεια!». «Μόνο στην Ιαπωνία γίνονται αυτά» συμπληρώνει ο Jo, προσθέτοντας με στόμφο σε αυτά που λέει ο μπασίστας.

Η συναυλία, όπως και όλα τα υπόλοιπα, έγινε ακριβώς στην ώρα της και στα 105 λεπτά που οι FIREWIND ήταν στην σκηνή του Club Quattro, ο κόσμος δεν σταμάτούσε να συμμετέχει. Σε αυτό βέβαια «έφταιγε» και η επιλογή των τραγουδιών, αφού όλα τα «χιτάκια» ήταν μέσα και κύλησαν ιδανικά για την ροή της συναυλίας. Από την στιγμή που η περιοδεία είναι για την προώθηση του εξαιρετικού “Stand united”, όπως ήταν αναμενόμενο, ακούσαμε πέντε από τα δέκα τραγούδια του, ενώ το υπόλοιπο setlist ήταν ένα ταξίδι στο χρόνο, με τα επτά από τα υπόλοιπα εννιά άλμπουμ τους να αντιπροσωπεύονται. Το heavy/power metal της μπάντας, μπολιασμένο με τις χαρακτηριστικές μελωδίες και τα χορωδιακά ρεφραίν, ήταν ακριβώς αυτό που ζητούσε το κοινό.

Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν έπαιρναν τα μάτια τους από τον Έλληνα κιθαρίστα, ο οποίος  ήταν αεικίνητος, όπως τον έχουμε συνηθίσει. Επειδή οι Ιάπωνες δύσκολα συγχωρούν λάθη, ο Gus πρόσεχε για να αποδώσει τα σόλο του πιστά, αλλά από την άλλη, έκανε δεύτερα φωνητικά, headbanging αλλά και φιγούρες με Πέτρο. Τα “Salvation day”, “Stand united” και “World on fire” άνοιξαν δυναμικά την βραδιά και τα χαμόγελα ήταν διάσπαρτα, τόσο επί σκηνής, όσο και στο κοινό. Μου άρεσε πολύ η απόδοση του Herbie σε συνθέσεις που ηχογράφησαν οι προκάτοχοί του, αφού για μένα ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα ζωντανά με τους FIREWIND. To “Destination forever” για παράδειγμα, λες και πήρε μια νέα διάσταση. Το ίδιο και το “Allegiance” ή το  “Mercenary man”, της εποχής του Apollo.

Μπορεί αντί σόλο κιθάρας, να έπαιξαν το “The fire and the fury” (θυμίζω πως το βίντεο γι’ αυτό το τραγούδι, πριν παραπάνω από 20 χρόνια, είχε γίνει στην Ιαπωνία), αλλά σε κάθε σόλο του Gus, τα κινητά τηλέφωνα έβγαιναν για να απαθανατίσουν την κάθε λεπτομέρεια. Τα τραγούδια από τα τελευταία δύο άλμπουμ, που έχουν τα υφιστάμενα μέλη, ήταν υποδειγματικά, με τα “Rising fire” και “Destiny is  calling” να ξεσηκώνουν.

Για μένα προσωπικά, το “Orbitual sunrise” και το “Fallen angel” αντίστοιχα, ήταν από τα highlights της βραδιάς. Όταν ήρθε και το “Maniac” έδεσε το γλυκό! Δεν μπορείς να μη νιώθεις μια περηφάνεια όταν ακούς τραγούδια από Έλληνες μουσικούς, που αναφέρονται στην Ελληνική ιστορία, κάτι που έγινε τόσο στο “Wars of ages” όσο και στο “Ode to Leonidas”, ενώ η βραδιά έκλεισε με τα “Head up high” – που πραγματικά πιστεύω πως το έγραψαν για να τονώσουν το δικό τους ηθικό, με τους τόσο θετικούς του στίχους – και “Falling to pieces” στο οποίο όλος ο κόσμος χοροπηδούσε!

Επειδή δεν θα καθυστερήσει το επόμενο άλμπουμ των FIREWIND κι επειδή ήδη τους ζητήσανε να επιστρέψουν στην Ιαπωνία, οι δυο αυτές συναυλίες ήταν μια καλή υπενθύμιση της δυναμικής και των δυνατοτήτων τους. Ο κόσμος κουβαλούσε πλατιά χαμόγελα, καθώς έβγαινε από το κλαμπ (συναυλιακό χώρο στον 10ο όροφο κτιρίου, πού έχετε ξαναδεί;) ενώ τα μπλουζάκια έκαναν φτερά. Εμείς τα είπαμε και πιο βράδυ, αφού όλη η ομάδα, βγήκε για ποτάκια, όπου βρέθηκαν και πολλοί από τους ντόπιους φίλους του συγκροτήματος. Μέχρι την επόμενη φορά…

Κείμενο, φωτογραφίες: Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

NIGHTWISH: Κυκλοφόρησε το video clip για το νέο τους single, “Perfume of the timeless”

0
Photo by Tim Tronckoe
Photo by Tim Tronckoe

Τα πρώτα νέα για το επερχόμενο άλμπουμ των NIGHTWISH, το “Yesterwynde”, που θα βγει στις 20 Σεπτεμβρίου από τη Nuclear Blast, τα έχουμε ήδη δημοσιεύσει εδώ.

Πλέον όμως, όχι μόνο έχουν ξεκινήσει οι προπαραγγελίες του δίσκου, αλλά και δόθηκε στη δημοσιότητα το video clip για το πρώτο του single, το “Perfume of the timeless”.

Ο ηγέτης του σχήματος, Tuomas Holopainen, λέει σχετικά: “Είσαι το αποτέλεσμα μίας αλυσίδας εκατομμυρίων προγόνων που δεν έχει σπάσει και της αγάπης τους. Το “Perfume of the timeless” μας υπενθυμίζει αυτό το φανταστικό στοιχείο. Αν δεν εντυπωσιαστείς, άκουσέ το ξανά, επειδή είναι σημαντικό”.

“Yesterwynde” track listing:
1. Yesterwynde
2. An Ocean Of Strange Islands
3. The Antikythera Mechanism
4. The Day Of…
5. Perfume Of The Timeless
6. Sway
7. The Children Of ‘Ata
8. Something Whispered Follow Me
9. Spider Silk
10. Hiraeth
11. The Weave
12. Lanternlight

Δείτε το video clip από κάτω:

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece