
“The serpent never sleeps”
Οι DIMMU BORGIR, κυκλοφόρησαν το νέο τους άλμπουμ, με τίτλο “Grand serpent rising” και ο Σάκης Φράγκος, είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον κιθαρίστα Silenoz, εκ των ιδρυτών του συγκροτήματος. Κάθε κουβέντα μαζί του, βγάζει πολλές ατάκες, αυτή τη φορά, ο Silenoz είχε πολλά να πει για την αποχώρηση του Galder από το συγκρότημα, το «μίσος» που δέχονται πριν ακόμα κυκλοφορήσουν δίσκο, τις απόψεις του για το black metal, αλλά και την ακεραιότητά τους ως συγκρότημα.
Έχουμε τον Silenoz των DIMMU BORGIR στο Rock Hard, για να μιλήσουμε για το ολοκαίνουργιο, πολυαναμενόμενο άλμπουμ των DIMMU BORGIR, το “Grand Serpent Rising”. Καλωσήρθες στο Rock Hard, Silenoz.
Ευχαριστώ για την πρόσκληση, φίλε μου. Το εκτιμώ.
Ας ξεκινήσουμε με την προφανή ερώτηση. Είμαι σίγουρος ότι την έχεις ακούσει αμέτρητες φορές, αλλά μεσολάβησαν και πάλι οκτώ χρόνια ανάμεσα στους δίσκους σας. Σε αυτό το σημείο, είναι πλέον απλώς ο φυσικός ρυθμός των DIMMU BORGIR και όχι η εξαίρεση;
Νομίζω ότι έχουμε μπει σε κάποιον περίεργο κύκλο των οκτώ ετών, οπότε δεν ξέρω. (γέλια) Από την άλλη, αν αφαιρέσεις τα χρόνια της λεγόμενης πανδημίας, δεν είναι ακριβώς οκτώ χρόνια με αυτή την έννοια. Αλλά ναι, παίρνουμε τον χρόνο μας με κάθε νέο άλμπουμ, όλο και περισσότερο κάθε φορά, υποθέτω. Ίσως φταίει η ηλικία, ποιος ξέρει. Δηλαδή, θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να είχαμε γράψει το “Enthrone Darkness Triumphant Part 2” μέσα σε λίγους μήνες. Αλλά, όπως ξέρεις, είμαστε καλλιτέχνες και θέλουμε να πιέζουμε τους εαυτούς μας. Όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε όλο και πιο αυστηροί με τη δουλειά μας, αλλά ταυτόχρονα και λίγο πιο αυθόρμητοι. Εκεί που στο παρελθόν αναλύαμε τα πάντα εξαντλητικά, ίσως σήμερα να μην το κάνουμε στον ίδιο βαθμό. Δεν προσπαθώ να βρω δικαιολογίες για το ότι περνούν οκτώ χρόνια ανάμεσα στις κυκλοφορίες μας, αλλά όταν νιώσουμε ότι είμαστε έτοιμοι, τότε είμαστε έτοιμοι. Και για εμάς, ακόμα και πριν ακούσει ο κόσμος τον δίσκο, είναι ήδη επιτυχία, γιατί εμείς είμαστε ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα.
Ναι, γιατί στο τέλος δεν έχει σημασία πόσο συχνά κυκλοφορείτε άλμπουμ, αλλά πόσο καλά είναι αυτά τα άλμπουμ.
Συμφωνώ απόλυτα. Και πιστεύω επίσης ότι είναι σημαντικό ο καλλιτέχνης να νιώθει κάπως άνετα μέσα στο χάος, γιατί η δημιουργία ενός νέου άλμπουμ είναι πραγματικά χαοτική διαδικασία. Πηγαίνεις μπρος-πίσω συνεχώς και δουλεύεις πάνω σε τόσες πολλές λεπτομέρειες που ο κόσμος δεν έχει ιδέα ότι υπάρχουν. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Έτσι δουλεύουμε εμείς. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή για το πώς γράφουμε έναν δίσκο. Ευτυχώς, είμαστε μία από τις μεγαλύτερες μπάντες της εταιρείας και ποτέ, ούτε μία φορά, δεν μας πίεσαν να βιαστούμε ή να επιταχύνουμε τη διαδικασία σύνθεσης. Ξέρουν ότι αν παραδώσουμε έναν δίσκο με τον οποίο είμαστε πραγματικά ευχαριστημένοι, τότε εκείνοι θα έχουν κάτι αξιόλογο να κυκλοφορήσουν και να πουλήσουν. Μας εμπιστεύονται σε αυτό και εμείς τους εμπιστευόμαστε να κάνουν σωστά τη δική τους δουλειά. Αυτή η σχέση λειτουργεί εξαιρετικά όλα αυτά τα χρόνια και δεν βλέπω κανέναν λόγο να μη συνεχίσει να λειτουργεί και με αυτό το άλμπουμ.
Το “Grand Serpent Rising” μοιάζει να επαναφέρει κάποια στοιχεία, κυρίως όσον αφορά τις συμφωνικές ενορχηστρώσεις. Πρόκειται για μια διόρθωση ή απλώς για μια διαφορετική δημιουργική φάση;
Νομίζω ότι στα τελευταία άλμπουμ εξερευνήσαμε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη συμφωνική πλευρά της μπάντας. Κάποιοι ίσως πουν ότι το παρακάναμε, αλλά όταν μιλάμε για τους DIMMU BORGIR, τι σημαίνει στ’ αλήθεια «υπερβολή»; (γέλια) Όπως πάντα, δεν έχουμε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ή κάποια προκαθορισμένη ιδέα για το πώς πρέπει να ακούγεται ένας δίσκος ή ένα τραγούδι. Δεν λειτουργούμε έτσι. Ξεκινάμε από το υλικό που έχουμε στα χέρια μας, και αυτό είναι πάντα πάρα πολύ. Υπάρχουν αμέτρητες υπέροχες μουσικές ιδέες που δεν κατέληξαν σε τραγούδια αυτού του άλμπουμ και παραμένουν στο «ράφι», έτοιμες ίσως να χρησιμοποιηθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Όπως είπα, δεν υπάρχει συνταγή. Αν νιώσουμε ότι καλύψαμε μία πλευρά της μπάντας, ας πούμε με ένα πιο συμφωνικό κομμάτι, δεν σημαίνει ότι το επόμενο θα είναι υποχρεωτικά πιο επιθετικό. Δεν λειτουργεί έτσι. Ρίχνουμε όλες τις ιδέες στο ίδιο καζάνι και ό,τι βγει. Αν ακούγεται ωραίο και όλοι μέσα στην μπάντα κουνάνε καταφατικά το κεφάλι τους, τότε λέμε «ωραία, προχωράμε έτσι».
Ανέφερες ότι επιστρέψατε περισσότερο στον βασικό δημιουργικό πυρήνα του Silenoz και του Shagrath. Νιώθεις ότι αυτό σας φέρνει πιο κοντά στο πνεύμα των αρχών της δεκαετίας του ’90;
Νομίζω πως ναι, από πολλές απόψεις. Είναι πιο εύκολο τόσο για μένα όσο και για τον Shagrath να καταλήγουμε σε αποφάσεις σχετικά με τα τραγούδια και γενικότερα με τα πάντα όταν υπάρχουν λιγότεροι… μάγειρες στην κουζίνα. Έτσι είναι τα πράγματα. Σε κάθε μπάντα -και πιστεύω ότι αυτό ισχύει για πολλές μπάντες και καλλιτέχνες- υπάρχει δημοκρατία μέχρι ενός σημείου. Και αυτό λειτουργεί μια χαρά. Από εκεί και πέρα όμως, όταν φτάνεις στις μεγάλες και πολλές φορές δύσκολες αποφάσεις, δεν μπορείς να λειτουργείς δημοκρατικά. Δεν θα ήταν προς όφελος όλων. Έτσι λοιπόν, ο Shagrath κι εγώ ήμασταν πάντα οι δύο άνθρωποι που κρατούσαμε το τιμόνι της μπάντας και παίρναμε αυτές τις αποφάσεις. Οι εύκολες αποφάσεις είναι προφανώς εύκολες. Όταν όμως μιλάμε για πιο δύσκολα ζητήματα, όπως αλλαγές μελών και όλα αυτά τα θέματα εκτός της μουσικής, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Καμία μπάντα δεν θέλει να περνάει από αλλαγές στη σύνθεσή της, όμως να που βρεθήκαμε ξανά σε αυτή τη θέση. Και πιστεύω ότι αυτή τη φορά ό,τι συνέβη ήταν τελικά προς όφελος της μπάντας, με πολλούς τρόπους. Όπως ανέφερες κι εσύ, θεωρώ ότι βοήθησε εμένα και τον Shagrath να έρθουμε ακόμη πιο κοντά δημιουργικά. Εγώ μπορώ να κάνω περισσότερα μόνος μου, εκείνος μπορεί να κάνει περισσότερα από τη δική του πλευρά, και μετά συναντιόμαστε και ενώνουμε τις ιδέες μας. Υπάρχει λιγότερη ταλαιπωρία, τόσο απλά. Έτσι λειτούργησαν τα πράγματα αυτή τη φορά και είμαι πραγματικά πολύ ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα.
Άρα πιστεύεις ότι, σε δημιουργικό επίπεδο, η αποχώρηση του Galder λειτούργησε περισσότερο ως απελευθέρωση;
Πάνω απ’ όλα ως απελευθέρωση, αν θέλεις να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη. Ο Galder δεν είχε ιδιαίτερη συμμετοχή στη διαδικασία σύνθεσης αυτού του άλμπουμ και ειδικά τα τελευταία χρόνια πριν αποχωρήσει, η εμπλοκή του ήταν αρκετά περιορισμένη. Προφανώς θα ακούσεις ίσως κάποιες ιδέες που είχε ρίξει στο τραπέζι στην αρχή της διαδικασίας, αλλά στη συνέχεια τα πράγματα άλλαξαν πολύ, γράφτηκαν ξανά, ξαναμονταρίστηκαν. Ορισμένα από αυτά τα τραγούδια ξεκινούν από το 2018 ή το 2019 και ακόμη και τότε, κυρίως εγώ και ο Shagrath συναντιόμασταν και δουλεύαμε πάνω στο υλικό. Οπότε μπορώ να πω με σιγουριά ότι αν αυτός ο δίσκος ακούγεται σε κάποια σημεία πιο «επιστροφή στις βάσεις», αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι εμείς οι δύο γράψαμε το μεγαλύτερο μέρος του. Τόσο απλά.

Όλες αυτές οι συγκρούσεις και οι αποχωρήσεις μελών όλα αυτά τα χρόνια σας έκαναν πιο προστατευτικούς απέναντι στην ταυτότητα της μπάντας;
Ναι, είμαι σίγουρος ότι συνέβη αυτό. Όπως μπορείς να καταλάβεις, εγώ και ο Shagrath είμαστε εδώ από την πρώτη μέρα και πάντα είχαμε την ιδιοκτησία της μπάντας και του ονόματός της. Στην πορεία πολλοί άνθρωποι ήρθαν και έφυγαν και φυσικά δεν γίνεται να νιώθουν το ίδιο αίσθημα ιδιοκτησίας απέναντι στη μπάντα όπως εμείς, αφού εμείς τη δημιουργήσαμε. Αυτό είναι απολύτως λογικό. Ταυτόχρονα όμως, νιώθουμε ότι ορισμένα πρώην μέλη -δεν θα αναφέρω ονόματα- δεν έδειξαν τον σεβασμό που θα έπρεπε, αν αναλογιστεί κανείς τη θέση που κατείχαν. Επίσης, έχουμε την αίσθηση ότι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν τη συμμετοχή τους στη μπάντα, ουσιαστικά «καβάλησαν το κύμα» της φήμης των DIMMU BORGIR. Και ναι, φυσικά εκμεταλλεύεσαι τις ευκαιρίες που σου δίνει η συμμετοχή σε μια μεγάλη μπάντα με μεγάλο όνομα. Όλοι θα το έκαναν. Το πρόβλημα όμως είναι όταν αυτό συνοδεύεται από έλλειψη σεβασμού και από αδυναμία να κατανοήσει κανείς τι πραγματικά σημαίνει να είσαι μέλος μιας μπάντας. Όλο αυτό το βάρος ήταν πάντα στους ώμους μου και στους ώμους του Shagrath. Παρόλα αυτά, δεν θέλω να μειώσω τα προηγούμενα μέλη. Ο καθένας που πέρασε από τους DIMMU BORGIR, έστω και για κάποιο διάστημα, άφησε το αποτύπωμά του, τις ιδέες του και την προσπάθειά του στη μπάντα. Συνέβαλε στη διαμόρφωση των τραγουδιών και αποτέλεσε κομμάτι της ιστορίας της εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Και φυσικά αυτό το εκτιμούμε. Δείχνει ότι μια μπάντα μπορεί να εξελίσσεται παρά τις δυσκολίες, τα εμπόδια και τις προκλήσεις. Δείχνει ότι παραμένουμε μια σταθερή δύναμη όλα αυτά τα χρόνια και ότι στο τέλος καταφέρνουμε πάντα να ξεπερνάμε αυτά τα εμπόδια.
Επιστρέψατε ξανά στον Fredrik Nordström. Μοιάζει σαν να κλείνει ένας κύκλος. Έγινε αυτή η επιλογή επειδή αυτή τη φορά υπάρχουν λιγότερα συμφωνικά στοιχεία; Και τι είναι αυτό που φέρνει εκείνος στη διαδικασία, που δεν το προσφέρουν άλλοι παραγωγοί;
Νομίζω ότι όταν κάναμε το remix του “Puritanical Euphoric Misanthropia” για την επετειακή έκδοση των 20 χρόνων, συνειδητοποιήσαμε πως ίσως θα μπορούσε να είναι μια πολύ καλή επιλογή να συνεργαστούμε ξανά με τον Fredrik και στο νέο άλμπουμ. Τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια, κάθε φορά που τον συναντούσα, μου έλεγε: «Πρέπει να ξανάρθετε σε μένα. Κάναμε σπουδαίους δίσκους μαζί, ξέρουμε πώς γίνονται αυτά τα πράγματα» και ούτω καθεξής. Και, για να είμαι ειλικρινής, πάντα είχε ένα δίκιο σε αυτό. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα μπορούσαμε να πάμε σε έναν καινούργιο ηχολήπτη, σε ένα υπερσύγχρονο στούντιο και όλα αυτά, αλλά ό,τι κι αν κάνεις, πάντα υπάρχει ρίσκο. Είναι ένας καινούργιος δίσκος και διακυβεύονται πολλά. Σε αυτό το σημείο της καριέρας μας, αισθανόμαστε ότι όσο λιγότερα ρίσκα παίρνουμε, τόσο το καλύτερο. Βέβαια, το να είσαι σε μια μπάντα πάνω από τριάντα χρόνια είναι από μόνο του σαν να πηδάς χωρίς αλεξίπτωτο. (γέλια) Δεν υπάρχει σχέδιο Β. Παρόλα αυτά, νιώσαμε ότι η επιστροφή στα Fredman Studios ήταν η σωστή επιλογή. Και τώρα που ακούω ξανά τον δίσκο, είμαι βέβαιος ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Ήταν σαν να γυρίζεις σπίτι. Κάθε φορά που δουλεύεις με τον Fredrik είναι σαν να λες «το έχουμε ξανακάνει τόσες φορές». Όλα είναι πιο χαλαρά, το περιβάλλον είναι οικείο, υπάρχει πολύ γέλιο. Όταν όμως δουλεύουμε, όλοι είναι συγκεντρωμένοι στο 110%. Επιπλέον, το στούντιο απέχει μόλις τέσσερις με πέντε ώρες οδικώς από εκεί που μένουμε. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να παίρνεις αεροπλάνα με όργανα, να μεταφέρεις ντραμς και όλο αυτό το χάος.
Επιστρέφετε επίσης στη νορβηγική γλώσσα σε ορισμένα τραγούδια. Τι είναι αυτό που καθορίζει ποια γλώσσα ταιριάζει σε κάθε τραγούδι;
Είναι πολύ καλή και εύστοχη ερώτηση. Γιατί οι δύο νορβηγικοί στίχοι που έγραψα για αυτόν τον δίσκο αρχικά δεν ήταν στα νορβηγικά. Είχα τις θεματικές τους στα αγγλικά και είχα ήδη ξεκινήσει να γράφω κομμάτια των στίχων στα αγγλικά. Μετά όμως σκέφτηκα: «Ξέρεις κάτι; Θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό και για μένα τον ίδιο. Θα είχε ενδιαφέρον να επιστρέψουμε στη νορβηγική γλώσσα». Τα υπόλοιπα παιδιά συμφώνησαν αμέσως. Και μόλις ολοκλήρωσα τον πρώτο νορβηγικό στίχο, σκέφτηκα «γιατί να μην κάνω κι έναν δεύτερο;». Είχα περισσότερες από είκοσι διαφορετικές θεματικές για τους στίχους αυτού του άλμπουμ, οπότε υπήρχε άφθονο υλικό για να διαλέξω. Η συγγραφή των στίχων, όμως, είναι μια πολύ μακρά διαδικασία. Πηγαίνει και έρχεται, μοιάζει να κρατάει για πάντα. Άρχισα να σημειώνω ιδέες σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του προηγούμενου άλμπουμ. Έτσι κι αλλιώς γράφω συνεχώς πράγματα, αλλά πάντα υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού σου ο επόμενος δίσκος. Έχω χαρτάκια με σημειώσεις παντού μέσα στο σπίτι. Είμαι σίγουρος ότι ξέρεις κι εσύ πώς είναι αυτό. Καμιά φορά βρίσκω κάτι κάτω από το κρεβάτι και λέω «γαμώτο, αυτό έπρεπε να είχε μπει στους στίχους». Αλλά τότε είναι πλέον αργά.
Ειδικά στην τουαλέτα, όπου έχεις άφθονο χρόνο να…
Ναι, ακριβώς! (γέλια) Είναι μια πολύ μεγάλη διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα σου προσφέρει πάρα πολλά. Δεν χρειάζεται να ξοδεύω χιλιάδες ευρώ σε ψυχίατρο! (γέλια)
Ανέφερες επίσης ότι είχατε υλικό ακόμα και για διπλό άλμπουμ. Πόσο σκληρός πρέπει να γίνεις για να κόψεις ιδέες που αγαπάς πραγματικά, να «σκοτώσεις τα αγαπημένα σου παιδιά», όπως λένε;
Είναι πραγματικά πολύ σκληρό. Για εμάς, το να βρίσκουμε ιδέες και μουσικό υλικό δεν ήταν ποτέ πρόβλημα ή πρόκληση. Η πραγματική πρόκληση είναι να αποφασίσουμε τι θα αφαιρέσουμε ώστε όλα να χωρέσουν σωστά μέσα σε ένα τραγούδι. Όπως είπα και νωρίτερα, θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να είχαμε κυκλοφορήσει έναν διπλό δίσκο, αλλά δεν πιστεύω ότι θα ήταν η σωστή επιλογή. Θέλεις το άλμπουμ να είναι όσο το δυνατόν πιο συμπαγές. Τελικά το περιορίσαμε στα δεκατρία τραγούδια. Τώρα θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε με ό,τι περίσσεψε, γιατί υπάρχουν μουσικά κομμάτια πάνω στα οποία έχεις αφιερώσει αμέτρητες ώρες δουλειάς και τελικά δεν μπαίνουν στον δίσκο, παρότι είναι εξαιρετικές ιδέες. Απλώς δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση τους. Ίσως στον επόμενο δίσκο, αν όλοι εξακολουθούμε να λέμε «ναι, αυτό είναι πραγματικά καλό», να δουλέψουμε ξανά πάνω τους. Αλλά πρέπει να ενταχθούν φυσικά σε ένα τραγούδι. Δεν μπορείς να πιέσεις μια ιδέα να χωρέσει κάπου μόνο και μόνο επειδή το εγώ σου λέει «θέλω να υπάρχει το δικό μου μέρος σε αυτό το κομμάτι». Δεν λειτουργεί έτσι. Νομίζω ότι κι αυτό είναι κάτι που έχει γίνει πολύ πιο εύκολο με τα χρόνια. Όσο μεγαλώνεις, τόσο μικρότερο γίνεται το εγώ σου. Φυσικά το εγώ υπάρχει πάντα, γιατί είσαι καλλιτέχνης και είσαι πολύ δεμένος με ό,τι δημιουργείς. Αλλά πλέον, ύστερα από τόσα χρόνια, όλοι γνωρίζουμε ποιος είναι ο ρόλος μας μέσα στην μπάντα, ξέρουμε τα δυνατά μας σημεία και φροντίζουμε να τα αξιοποιούμε στο έπακρο, αντί να εστιάζουμε στις αδυναμίες μας.
Έχετε φτάσει σε ένα επίπεδο αναγνωρισιμότητας που ελάχιστες extreme metal μπάντες κατάφεραν ποτέ. Υπήρξε ποτέ κάποια γραμμή που αρνηθήκατε συνειδητά να περάσετε; Ακόμη και σε εμπορικό επίπεδο.
Ναι, είμαι βέβαιος ότι υπήρξαν πολλές τέτοιες γραμμές. Και είμαι πραγματικά περήφανος που παραμείναμε μια μπάντα που δεν κάνει συμβιβασμούς σε τέτοια ζητήματα. Για μια νεότερη μπάντα σήμερα ίσως είναι εύκολο να λέει «ναι» σε ό,τι της ζητήσει η δισκογραφική, ένας φωτογράφος ή ένας δημοσιογράφος. Εγώ όμως νιώθω τεράστια περηφάνια που εμείς, πάρα πολλές φορές, λέμε «όχι». Θα μπορούσαμε να έχουμε πει «ναι» πολύ συχνότερα και οι τραπεζικοί μας λογαριασμοί θα ήταν σίγουρα πιο γεμάτοι. Αλλά πιστεύω ότι όταν λες «όχι» σε πολλά πράγματα, διατηρείς την ακεραιότητά σου. Και είναι πολύ σημαντικό να δείχνεις ότι εμείς, η μπάντα, είμαστε το αφεντικό. Εμείς προσλαμβάνουμε ανθρώπους, δεν είμαστε εμείς αυτοί που προσλαμβάνονται. Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Εμείς παίρνουμε τις αποφάσεις. Και αυτό είναι το μόνο που μετράει στο τέλος της ημέρας.
Νιώσατε ποτέ παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο διαφορετικά κοινά; Από τη μία τους παλιούς «purists» και από την άλλη τους νεότερους οπαδούς της πιο συμφωνικής πλευράς σας;
Ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι. Όπως το βλέπω εγώ, κάθε φορά που κυκλοφορούμε έναν νέο δίσκο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα τον μισήσουν πριν καν τον ακούσουν. Έχουν ήδη αποφασίσει ότι θα τον μισήσουν. Αυτό είναι φυσιολογικό. Από την άλλη όμως, με κάθε νέο άλμπουμ έρχονται και πολλοί καινούργιοι οπαδοί που γνωρίζουν τη μπάντα μέσα από ένα τραγούδι, ένα σημείο ενός τραγουδιού, ολόκληρο τον δίσκο ή κάποιο βίντεο. Οπότε δεν με απασχολεί καθόλου αυτό. Πιστεύω ότι είναι χαρακτηριστικό κάθε μεγάλου καλλιτέχνη να έχει και ανθρώπους που τον αγαπούν και ανθρώπους που τον μισούν. Αν ο κόσμος δεν ένιωθε τίποτα, ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, τότε αυτό θα ήταν πραγματικά βαρετό. Και θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να καταλάβεις αν κάνεις κάτι σωστά. Οπότε θεωρώ ότι το σημάδι ενός μεγάλου καλλιτέχνη είναι να έχει πολλούς επικριτές, αλλά ακόμη περισσότερους ανθρώπους που τον αγαπούν.

Πιστεύεις ότι οι DIMMU BORGIR ξεπέρασαν τα όρια του black metal ή ότι το ίδιο το black metal δεν κατάφερε να εξελιχθεί μαζί σας;
Κι αυτή είναι πολύ καλή ερώτηση. Ναι, φυσικά προερχόμαστε από το black metal, αλλά ήδη από τον πρώτο, τον δεύτερο και ιδιαίτερα τον τρίτο δίσκο ήμασταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που τότε αντιπροσώπευε ο όρος. Για εμάς το black metal είναι πρωτίστως ατμόσφαιρα. Αν η μουσική και τα τραγούδια δεν έχουν ατμόσφαιρα, τότε, στα δικά μου μάτια, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν black metal. Αν πάρεις, για παράδειγμα, το δεύτερο άλμπουμ των DARKTHRONE και το συγκρίνεις με το “Don’t Break the Oath” των MERCYFUL FATE, και τα δύο θεωρούνται black metal από αρκετούς, αλλά ηχητικά δεν μοιάζουν καθόλου. Ούτε εμείς μοιάζουμε με τους MERCYFUL FATE ή τους DARKTHRONE, κι όμως πάρα πολλοί εξακολουθούν να μας θεωρούν black metal. Νομίζω ότι τελικά υιοθετήσαμε περισσότερο τον χαρακτηρισμό «συμφωνικό», επειδή δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μας αποκαλούν black metal, αλλά αυτό δεν πρόκειται να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε μουσική. Πιστεύω ότι ήμασταν σίγουρα μία από τις μπάντες που άνοιξαν νέους δρόμους για αυτό το είδος και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Παρ’ όλα αυτά, πάντα βλέπαμε τους εαυτούς μας ως κάτι περισσότερο. Και αν το δεις συνολικά, αυτό το είδος μουσικής -όπως και συγκροτήματα όπως οι JUDAS PRIEST, οι IRON MAIDEN ή γενικότερα το παραδοσιακό heavy metal- δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πραγματικά εμπορικό. Δεν απευθύνεται στις μάζες. Απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπων, σε μια συγκεκριμένη «συχνότητα» με την οποία συντονίζεσαι. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που μοιραζόμαστε όλοι στον χώρο μας. Είτε μιλάμε για death metal, είτε για black metal, είτε για doom metal, αυτή η μουσική απευθύνεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Και είμαι επίσης πολύ περήφανος που, από τη φύση μας, δεν μπορούμε να γίνουμε εμπορικοί.
Θα δούμε αυτό το πακέτο με SATYRICON και ENSLAVED και στην υπόλοιπη Ευρώπη ή θα μείνει αποκλειστικά στη Νορβηγία;
Για τη συγκεκριμένη συναυλία του Halloween θα γίνει μόνο στη Νορβηγία, γιατί ολοκληρώνουμε την περιοδεία μας με τους BEHEMOTH και τους DARK FUNERAL στο Όσλο. Απ’ όσο γνωρίζω, η συναυλία στο Όσλο προστέθηκε αρκετά αργότερα από την υπόλοιπη περιοδεία, οπότε θέλαμε να την κάνουμε μια πραγματικά ξεχωριστή επιστροφή στην πατρίδα μας. Είναι υπέροχο που μπορούμε να το κάνουμε μαζί με δύο ακόμη σπουδαίες μπάντες που έχουν προσφέρει εξίσου πολλά στη νορβηγική σκηνή, αλλά και στο black και το extreme metal γενικότερα. Και όλα αυτά θα γίνουν στο ολοκαίνουργιο Oslo Spektrum, που μόλις ανακαινίστηκε και ανακατασκευάστηκε. Θα είναι ένα ιστορικό γεγονός, πραγματικά μνημειώδες. Θα είναι επίσης η τρίτη φορά που παίζουμε σε αυτόν τον χώρο και καμία άλλη νορβηγική extreme metal μπάντα δεν το έχει καταφέρει. Είναι ακόμη ένα σημαντικό επίτευγμα που μπορούμε να προσθέσουμε στη διαδρομή μας.
Σε ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συζήτηση, Silenoz.
Εγώ σε ευχαριστώ πολύ, φίλε μου. Το εκτιμώ πραγματικά.
Σάκης Φράγκος













