TESSERACT – “War of being” (Kscope)

0
886

Χωρίς να μετρήσουμε τον live δίσκο “Portals” (2021) και το διπλό single “Regrowth” (2022), αυτή είναι η πρώτη δισκογραφική είδηση που έχουμε εκ μέρους του Αγγλικού συγκροτήματος εδώ και πέντε χρόνια, και για να μπω κατευθείαν στο ψητό, πρέπει να πω ότι τόση αναμονή άξιζε τον κόπο και με το παραπάνω.

Ίσως οι περισσότεροι οπαδοί τους να είχαν μείνει λίγο αμήχανοι με τον προηγούμενο δίσκο τους, “Sonder”, γιατί εκείνο το φορμάτ ενθάρρυνε την δημιουργία σύντομων τραγουδιών και κάπως πιο εύπεπτων, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, αν και προσωπικά δεν βρήκα τίποτα το μεμπτό μ’ εκείνη την μουσική τους πρόταση.

Όμως, από την στιγμή που πατάς το play εδώ, αμέσως καταλαβαίνεις ότι η μπάντα όχι μόνο έχει ανακτήσει την επιθετικότητα και το groove των δύο πρώτων δίσκων τους, αλλά έχουν αναπτύξει ακόμα πιο πολύ την ικανότητά τους να παράγουν πιασάρικες μελωδίες και τώρα ξέρουν πως να τις ενσωματώνουν στις αλγεβρικές ενορχηστρώσεις τους. Θα τολμούσα να πω ότι κάπως έτσι θα ακούγονταν οι MUSE αν το γύριζαν στο djent. Εδώ βοηθάει και το γεγονός ότι ο τραγουδιστής τους, Daniel Tompkins, για πρώτη φορά στην δισκογραφία τους ξεδιπλώνει όλη την φωνητική του γκάμα (από screamo και growls μέχρι φαλτσέτο α λα Freddy Mercury) και την εκμεταλλεύεται στο έπακρο, δίνοντας έτσι στις συνθέσεις μια καινούργια διάσταση.

“Natural Disaster”, το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο, είναι ένα τυπικό δείγμα djent, που συμπεριλαμβάνει και το, πανταχού παρών σε αυτό το είδος, τσουν τσουν τσουν όπου όλα τα όργανα παίζουν την ίδια μελωδία στον ίδιο ρυθμό και που μας καλούν να κάνουμε headbanging θέλουμε δεν θέλουμε. Την ίδια στιγμή όμως, η παρουσία των ηλεκτρονικών και ατμοσφαιρικών στοιχείων, μας προειδοποιεί ότι κατά την διάρκεια του δίσκου θα έχουμε να κάνουμε με τον πιο κινηματογραφικό, επικό δίσκο τους, κάτι που έχει νόημα γιατί είναι ένας concept δίσκος σχετικά με το ταξίδι επιβίωσης και αυτογνωσίας δύο όντων, ‘ex’ και ‘el’ (χωρίς να έχω καταλάβει αν είναι γήινοι ή όχι) μετά την αναγκαστική προσγείωση του σκάφους τους σε ένα μέρος που λέγεται Strangeland. Παρεμπιπτόντως, το concept θα εξελιχθεί σε μυθιστόρημα γραμμένο από τον μπασίστα  Amos Williams, ενώ ήδη έχει βγει και το ανάλογο video game που αναπτύχθηκε από τον Tompkins.

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα επόμενα κομμάτια, “Echoes”, “The Grey” (με στοιχεία α λα TOOL), “Legion” και “Tender” (αυτό το τελευταίο και πολύ μελωδικό κομμάτι θα τολμούσα να πω ότι μου θυμίζει ακόμα και τους DEFTONES) μέχρι που φτάνουμε στο πιο φιλόδοξο track της καριέρας τους, “War of Being”. Εάν με ρώταγε κάποιος από που να ξεκίναγε να ακούει αυτήν την μπάντα, εάν δεν την ξέρει καθόλου, θα του έλεγα χωρίς καμιά αμφιβολία να ξεκινούσε από εδώ. Πάνω από ένδεκα επικά λεπτά όπου βρίσκονται όλα τα στοιχεία που διαμορφώνουν την ηχητική ταυτότητα του γκρουπ αλλά και του μουσικού είδους που εκπροσωπούν. Βασικά πρόκειται για μια djent σουίτα όπου εμπεριέχει μια σειρά μουσικών κομματιών, άλλοτε πιο ήρεμων, άλλοτε πιο επιθετικών, άλλοτε πιο τεχνικών κι άλλοτε πιο μελωδικών, και που είμαι σίγουρος ότι θα πείσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό ακροατή σχετικά με την ικανότητα της μπάντας να δημιουργεί πολυσύνθετες και καθηλωτικές συνάμα συνθέσεις.

Για να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα, μετά έρχεται το κομμάτι “Sirens”, ίσως το πιο ατμοσφαιρικό που έχουν ηχογραφήσει κι όπου νομίζω να έχω εντοπίσει ακόμα και στοιχεία κέλτικης μουσικής.

Σχετικά με τα δύο τελευταία κομμάτια, “Burden” και “Sacrifice” (αυτό το τελευταίο πάλι κλείνει και το μάτι στους TOOL), θα υποσημείωνα το παίξιμο σχεδόν funky του μπασίστα, με κάμποσο slapping, που θα το ζήλευε ακόμα κι ο Nile Rodgers.

Το μόνο αρνητικό στοιχείο που βρίσκω είναι τα υπερβολικά μεγάλα outro. Κατανοώ ότι χρησιμεύουν ως ατμοσφαιρικό στοιχείο στα πλαίσια της ιστορίας που θέλει να μας πει η μπάντα κι ως σύνδεσμος από το ένα κομμάτι στο άλλο, αλλά λίγο editing δεν θα έβλαπτε γιατί καμιά φορά ομολογώ ότι έκανα skip τα τελευταία τριάντα δευτερόλεπτα σχεδόν σε κάθε τραγούδι.

Εάν σας αρέσει η επιθετικότητα των GOJIRA, το επικό feeling του Devin Townsend, η επιδεξιότητα των PERIPHERY, οι μελωδίες των ARCHITECTS και σας λείπουν οι TEXTURES, τότε έχετε να κάνετε με μια από τις κυκλοφορίες της χρονιάς αλλά ακόμα και σε αυτούς που δεν συγκινούνται ιδιαίτερα με αυτό το είδος, νομίζω ότι ο δίσκος αυτός θα έχει κάμποσα πραγματάκια να τους πει.

9 / 10

Γιώργος Γκούμας

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here