ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sol invictus” – FAITH NO MORE ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ipecac ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Billy Gould ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Mike Patton
Drums – Mike Bordin
Κιθάρες- John Hudson
Μπάσο – Billy Gould
Keyboards, backing vocals – Roddy Bottum
Τον Ιούνιο του 2009, οι FAITH NO MORE ξεκίνησαν τη Second Coming reunion tour, κατόπιν λαϊκής απαίτησης των οπαδών τους Βλέπετε, το τέλος τους ήταν λίγο απότομο το 1997 με το “Album of the year”, στο απόγειο της δημοτικότητάς τους και όλοι ήξεραν ότι ήταν πολλά ακόμη αυτά που μπορούσε να προσφέρει η παρέα του Billy Gould. Για τις έξωθεν καλές μαρτυρίες σχετικά με το τι έγινε στη συγκεκριμένη περιοδεία, μπορείτε απλά να ρωτήσετε όσους παρευρέθηκαν στο Θέατρο Βράχων στον Βύρωνα στις 10 Αυγούστου 2009…
Βλέποντας ότι κάθε συναυλία ήταν για τους FNM ήταν μια μικρή νίκη (sic), η ιδέα για το έβδομο άλμπουμ τους άρχιζε να ωριμάζει για τα καλά. Η παραφιλολογία άρχισε από τις σπόντες που πετούσαν στις κατά καιρούς συνεντεύξεις τους, μέχρι που στις συναυλίες του 2014 έκαναν πρεμιέρα τα “Motherfucker” και “Superhero”. Και εν τέλει, ο καπνός έγινε φωτιά.
Το “Sol invictus” είναι τόσο FNM, που είναι εντελώς διαφορετικό από τους προκατόχους του, γι’ αυτό και αποτελεί τη φυσική συνέχεια του “Album of the year”, παρά το χάσμα των δεκαοκτώ ετών. Ο ήχος του ήταν πιο οργανικός, τα “μπλιμπλίκια” ήταν σαφώς ελαττωμένα και οι επιρροές του ποικίλουν. Το φάντασμα των TOMAHAWK του Patton σαφώς και έχει διαποτίσει τις συνθέσεις, οι post punk επιρροές έκαναν τον υποφαινόμενο να ενθουσιαστεί τότε και κάθε τραγούδι έχει την τσαχπινιά να περιέχει μερικά hints από όλη την τριακονταετή, δισκογραφική διαδρομή των FNM, ξεκινώντας από τις πρώιμες ημέρες του “We care a lot”. Και όλα αυτά σε κάτι λιγότερο από σαράντα λεπτά μουσικής.
Η αποδοχή του “Sol invictus” σαφώς και ήταν καθολική, καθώς ήταν ένα συμπαγές σύνολο συνθέσεων που ήταν καταδικασμένο να πετύχει. Έσκισε από πωλήσεις, αποτέλεσε την αφορμή για να τους απολαύσουν επί σκηνής όσοι περισσότεροι γίνονταν και πέτυχε τον σκοπό του: να κλείσει (;;;) ένδοξα η καριέρα ενός από τα πλέον πρωτοποριακά συγκροτήματα των τελευταίων σαράντα ετών. Μιας και έσβησε τα κεράκια των δέκα ετών, κάνετε μια χάρη στον εαυτό σας και δώστε μια ακόμη ευκαιρία στο “Sol invictus”. Θα αποζημιωθείτε για τον χρόνο σας και θα εκπλαγείτε από τη μουσικότητά του.
Did you know that:
– Στο μεσοδιάστημα από τη Second Coming περιοδεία μέχρι και την κυκλοφορία του “Sol invictus”, Οι FAITH NO MORE εμπλούτιζαν τις συναυλίες τους με διασκευές σε κάθε λογής καλλιτέχνη και συγκρότημα. Από Michael Jackson και Vangelis σε SIOUXSIE & THE BANSHEES και από Rick Astley και Lady Gaga σε BLACK EYED PEAS. Θα πείτε τι πιο σύνηθες να συμβεί.
– Αντίστοιχα και οι δύο τελευταίες συναυλίες τους ever τον Αύγουστο του 2016 στην California, με αφορμή την επανακυκλοφορία του “We care a lot” ήταν και αυτές συμβολικές. Support ήταν ο Chuck Mosley, ο ιστορικός, πρώτος τραγουδιστής των FNM, του οποίου οι μουσικοί ήταν όλα τα μέλη των FAITH NO MORE. Ένα χρόνο μετά, ο Mosley εγκατέλειψε τα επίγεια, έχοντας κλείσει και αυτός με τον καλύτερο τρόπο τον FNM κύκλο του.
50 χρόνια από την κυκλοφορία του “Rocka Rolla”, του ντεμπούτου των JUDAS PRIEST και πραγματικά με ξάφνιασε ευχάριστα η πρόσκληση από την εταιρία τους, να μιλήσουμε με τον KK Downing, τον αρχικό κιθαρίστα του σχήματος, ο οποίος τυγχάνει και εξαιρετικός συνομιλητής, γύρω απ’ αυτό το άλμπουμ. Πολλές ανέκδοτες ιστορίες, πολύ ωραία διάθεση, αλλά και μία έμμεση είδηση για το επερχόμενο άλμπουμ των KK’s PRIEST που έχει να κάνει με το “Rocka Rolla” (να μην σας τα λέω όμως, γιατί το θέμα είναι να διαβάσετε τη συνέντευξη μέχρι το τέλος!!!). Απολαύστε τον KK Downing για τις επόμενες 3000 λέξεις!
Γεια σου Ken! Είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για το “Rocka rolla”. Η χρονιά που γεννήθηκα κι εσείς ηχογραφούσατε το “Rocka rolla”! Γεια σου, χαρά μου που σε ξαναβλέπω παλιέ μου φίλε! Πάει πολύς καιρός, οπότε ναι, ας ξεκινήσουμε. Η 50η επέτειος…μοιάζει σαν μια ζωή πριν, αλλά ήταν μια ολόκληρη ζωή πριν. (γέλια) Ήμουν απλά ένας νέος άντρας!
Και πραγματικά αναρωτιέμαι, πως θα μιλήσουμε γι’ αυτό το άλμπουμ και θα θυμηθούμε τις λεπτομέρειες για τις οποίες θα σε ρωτήσω, μια και μιλώντας για τον εαυτό μου, δεν μπορώ να θυμηθώ τι έφαγα χθες! (γέλια) Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία είμαστε, γιατί πάει πολύς καιρός. Οπότε άμα κάνουμε μια αρχή, θα φρεσκάρει η μνήμη λιγάκι.
Ας γίνει έτσι. Πρώτα από όλα, πως ένιωσες όταν έμαθες ότι τα original πολυκάναλα του “Rocka rolla” ξαναβρέθηκαν και θα τους ξαναγίνει μίξη; Ήταν μια πραγματικά ξεχωριστή στιγμή νομίζω, Σάκη. Γιατί πιστεύαμε ότι είχαν χαθεί εδώ και καιρό, δεν θα τις ξαναβλέπαμε ποτέ. Δεν ξέραμε που ήταν, μετά από τόσες δεκαετίες. Οπότε όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία, προφανώς βρήκαν τις κασέτες. Ήξεραν που ήταν οι κασέτες, γιατί ο αρχικός κάτοχος τους από την τότε εταιρεία, ήξερε που ήταν, αλλά τότε ήμασταν προβληματισμένοι ότι μπορεί να είναι σε μια κατάσταση που δεν θα μπορούσαμε να τις χρησιμοποιήσουμε. Αλλά τα καλά νέα ήταν ότι οι μεγάλες πολυκάναλες κασέτες δύο ιντσών, είχαν αποθηκευτεί σε ένα πολύ καλό μέρος.
Οπότε ο Tom Allom και τα παιδιά ήταν σε θέση να μεταφέρουν από τις κασέτες σε ψηφιακό. Το οποίο είναι καλό, γιατί ο κόσμος λέει “μπορείς να παίξεις τις κασέτες μόνο μια φορά”. Γιατί κάθε φορά που παίζεις παλιές κασέτες, μέρη του υλικού αρχίζουν να φεύγουν και να καταστρέφονται πολύ γρήγορα. Οπότε μπόρεσαν να σώσουν τα περιεχόμενα τους και να τα βάλουν στα ProTools και όλα αυτά. Επομένως είναι εκεί τώρα για πάντα, το οποίο είναι πολύ καλό γιατί τώρα είναι ασφαλή. Και είναι υπέροχο να νιώθεις πως αυτοί οι δίσκοι τώρα, είναι μέρος της μπάντας και εμείς είμαστε μέρος τους και πάλι.
Τι έκανε τον Tom Allom τη κατάλληλη επιλογή γι’ αυτή τη δουλειά; Είναι γιατί ξέρει ακριβώς τον ήχο των JUDAS PRIEST; Νομίζω πως ναι. Δουλέψαμε με τον Tom περισσότερο από ότι δουλέψαμε με οποιονδήποτε άλλο παραγωγό. Από το “British steel” και πέρα. Και προφανώς αυτή η οικειότητα και φιλία, έκανε τον Tom να φαίνεται σαν παραγωγός από πολύ παλιά. Από τις ημέρες που ηχογραφούσαμε σε πολυκάναλες κασέτες, γιατί το ProTools και το Cubase δεν υπήρχαν τότε. Και όλα αυτά τα συστατικά του Tom Allom, τον έκαναν την απόλυτα προφανή επιλογή για να το κάνει. Και φυσικά, ο Tom, είναι σε παρόμοια ηλικία με εμάς και πνευματικά, όλοι έχουμε αυτή τη κοινή γνώση και εμπειρία του να δουλεύουμε με κασέτες δύο ιντσών και αυτές τις ηχογραφήσεις.
Οπότε έβγαζε νόημα να διατηρηθεί ανέπαφη η ακεραιότητα αυτών των ηχογραφήσεων, αντί να προσπαθήσουμε να κάνουμε υπερβολικά μοντέρνες τις ηχογραφήσεις. Να συνεχίσουν να ακούγονται σαν κλασσικές ηχογραφήσεις και κλασσικά άλμπουμ, αλλά ταυτόχρονα να προσπαθήσουμε να φρεσκάρουμε όλο το σύνολο και να βγάλουμε προς τα έξω έναν άλλο ήχο, τώρα που έχουμε τη δυνατότητα. Κάτι το οποίο θα κάναμε και τότε, άμα είχαμε περισσότερο χρόνο και χρήματα, αλλά όλα ήταν πολύ περιοριστικά τότε. Ειδικά οι χρονικοί περιορισμοί. Γιατί ο χρόνος ηχογραφήσεων τότε ήταν τόσο ακριβός, ήταν τρελό, 1000 – 1500 λίρες την ημέρα ή κάτι τέτοιο. Παραμένουν πολλά λεφτά μέχρι και σήμερα, έτσι δεν είναι;
Το θέμα με αυτό είναι ότι, άμα θυμάμαι καλά από συνεντεύξεις που έχετε κάνει ανά τα χρόνια, το κύριο πρόβλημα με το “Rocka rolla”, ήταν το mastering του άλμπουμ. Αυτή η remixed εκδοχή, έχει όλα τα πράγματα που θέλατε να κάνετε από πλευράς mastering; Πιστεύω πως ναι. Γιατί καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ηχογραφήσεων και μίξης, το άλμπουμ ακουγόταν φοβερό. Αλλά ήταν μετά από πολύ μακρά sessions 36 ωρών για να τελειώσουμε το άλμπουμ, λόγω χρονικού περιορισμού του να το παραδώσουμε. Δεν ήταν καλή ιδέα. Γιατί υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο για τη μίξη, στα Island Studios στο Λονδίνο και υπήρχε και ένα δωμάτιο για mastering στον πάνω όροφο. Οπότε αμέσως, μετά από ένα πολύ μεγάλο session, νιώθαμε πολύ κουρασμένοι και ο παραγωγός μας Rodger Bain, ανέβηκε πάνω και έκανε το mastering και τη κοπή του δίσκου.
Κατέβηκε, μας έδωσε κάτι επιμεταλλωμένες κόπιες, που έμοιαζαν με βινύλιο αλλά με μέταλλο μέσα. Και γυρίσαμε σπίτι, οδηγώντας μίλια στον αυτοκινητόδρομο, ε και όταν βάλαμε το δίσκο να παίξει, δεν ακουγόταν καθόλου καλό. Αλλά τώρα, έχουμε την ευκαιρία να το διορθώσουμε αυτό, προφανώς και να φέρουμε στην επιφάνεια περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείς να μας ακούσεις σχεδόν που ανασαίνουμε ενώ παίζουμε. Και αυτό είναι πολύ ωραίο. Νομίζω έκανε πολύ καλή δουλειά. Η ακεραιότητα του δίσκου, κρατήθηκε ανέπαφη, αλλά έγινε ό,τι χρειαζόταν να γίνει.
Ανέφερες ήδη πως το “Rocka rolla” ηχογραφήθηκε σε ένα πολύ περιορισμένο budget. Ποιες ήταν μερικές από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων; Λοιπόν, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν, εκείνα τα χρόνια, ότι έπρεπε να παίξουμε τα κομμάτια, όλη η μπάντα μαζί στο studio. Οπότε άμα κάποιος κάνει ένα λάθος, πρέπει να ξαναρχίσουμε! (γέλια)
Και δεν έχετε και πολύ χρόνο, γιατί ο χρόνος είναι χρήμα! (γέλια) Ακριβώς! (γέλια) Αλλά αυτό συνέβαινε για πολύ καιρό, μέχρι και το “Painkiller”. Αυτή η τεχνική του να παίζουμε τα κομμάτια μαζί. Τότε δεν ήταν κάτι κακό, γιατί πιστεύαμε ότι αποτυπώναμε την ενέργεια της μπάντας και το πως θα ακουγόταν η μπάντα ζωντανά. Από την άλλη ωστόσο, ήμασταν τόσο αγχωμένοι και τσιτωμένοι, προσπαθώντας να μην κάνουμε κάποιο λάθος.
Ήταν και η πρώτη σας φορά στο studio! Ναι, οπότε κάποιες φορές, ήταν δύσκολο να προσπαθήσουμε να χαλαρώσουμε και να αφήσουμε τους εαυτούς μας ελεύθερους. Ήταν μια δοκιμασία, ωστόσο προφανώς το απολαμβάναμε πραγματικά όλοι μας. Ήμασταν πολύ ενθουσιώδεις γιατί ήταν η πρώτη μας φορά σε ένα πραγματικό studio ηχογραφήσεων, ειδικά ένα από το οποίο είχαν περάσει πόσοι διάσημοι άνθρωποι. Νιώθαμε πολύ προνομιούχοι που είχαμε την ευκαιρία να βρισκόμαστε σε αυτά τα δωμάτια, σε αυτό το περιβάλλον, με τόσα διάσημα ονόματα. Εκείνες τις μέρες, ηχογραφούσαμε σε studios όπως το Trident, το Olympic ή το Rockfield στην Ουαλία. Πήγαμε στην Ουαλία στο Rockfield και οι QUEEN είχαν μόλις φύγει, έχοντας ηχογραφήσει το “Bohemian rhapsody” στο μεγάλο πιάνο που υπήρχε εκεί! Και οι καλοί μου φίλοι οι BUDGIE είχαν ηχογραφήσει εκεί, οπότε ήταν υπέροχο να έχουμε αυτό το προνόμιο.
Για οτιδήποτε χρειαστήκαμε, όλα τα studio στα οποία βρεθήκαμε, ήταν πάρα πολύ καλά εξοπλισμένα. Είχαν όλον αυτό τον τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμό, οπότε όλη η δοκιμασία ήταν πάνω μας να παίξουμε όσο καλύτερα μπορούμε.
Είναι αλήθεια ότι ηχογραφούσατε τη νύχτα; Ναι, αρκετά sessions θα τραβούσαν μέχρι τη νύχτα, ειδικά το τελευταίο session τράβηξε όλη νύχτα. Ξεκινήσαμε νωρίς, τελειώσαμε κάπου στις 6 με 7 το πρωί την επόμενη μέρα για να τελειώσουμε με όλες τις μίξεις. Ήταν λίγο ζόρικο, γιατί σε κάποιο σημείο, αρχίζεις να αμφισβητείς τα ίδια σου τα αυτιά. Ξέρεις, τα αυτιά σου δεν δουλεύουν όπως θα έπρεπε να δουλεύουν μετά από ένα τόσο μακρύ session.
Υπήρχαν κάποιες δημιουργικές διαφωνίες με τον παραγωγό σας τον Rodger Bain, ειδικά σε σχέση με την επιλογή των κομματιών και τις ενορχηστρώσεις; Όχι, όλα ήταν καλά, όλα κύλησαν ομαλά. Και επειδή είχαμε και τον Vic Smith, τον μηχανικό ήχου του δίσκου, o οποίος είχε δουλέψει με τον Rodger σε κάποια άλμπουμ των SABBATH και κάποια ακόμα πράγματα. Ήταν καλή ομάδα. Ήταν πολύ καλοί συνεργάτες. Μας έδωσαν πολλή ελευθερία ως προς το τι θέλαμε να κάνουμε μουσικά. Κάναμε πολλές συναυλίες, πραγματικά πολλές συναυλίες, πριν τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ. Αλλά ξανά, εκείνα τα χρόνια, όταν έκανες ένα λάθος επί σκηνής, ήταν εκεί και χανόταν στη στιγμή και ήταν μπροστά σε ένα μόνο κοινό.
Όχι όπως τώρα, που όλοι τραβάνε με το κινητό. Τώρα είναι εντελώς διαφορετικά. Είναι σαν το στούντιο, άμα κάνεις λάθος θα βγει προς τα έξω για να το δει όλος ο κόσμος. (γέλια) Τότε, τα live, ήταν μια διέξοδος. Μπορούσες, πως να το πω, να ξεφύγεις με το οτιδήποτε! Είχε να κάνει κυρίως με την απόδοση, να πάρεις πόζες, να είσαι ενεργητικός και ενθουσιώδης, το οποίο θα κάλυπτε πολλά λάθη τότε. Ελπίζω πως παίζαμε πολύ καλά ούτως ή άλλως.
Νιώθεις πως το “Rocka rolla” είναι μια δίκαια απεικόνιση της μπάντας της συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Η απάντηση σε αυτό είναι “ναι”, όταν το ηχογραφούσαμε, γιατί σετάραμε τον εξοπλισμό μας όπως όταν παίζαμε live. Οπότε ακουγόταν καλά. Είναι όπως είπες, στο mastering, που είναι πολύ κρίσιμο σημείο. Γιατί έχεις όλες αυτές τις ικανότητες, έχεις όλα αυτά τα μηχανήματα, είναι σαν ένα ακόμα studio, σαν μια ακόμα διαδικασία ηχογράφησης για να βγουν οι τελικοί ήχοι. Είναι άκρως σημαντικό, το να το πετύχεις. Και όλα τα mastering sessions στα οποία ήμουν παρών μετά από αυτό, ήταν πολύ μεγάλα sessions. Θα μπορούσαν να είναι μια μέρα, ή δύο και τρεις μέρες. Ξέρεις, να κάνεις ακριβώς σωστό το mastering. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί πολλά πράγματα μπορούν να αλλάξουν στο mastering.
Αυτό το άλμπουμ, κλίνει προς το blues, το hard rock, ακόμα και το progressive rock θα έλεγα. Είναι διαφορετικό από τον κλασσικό PRIEST ήχο στον οποίο συνηθίσαμε, κυρίως στη δεκαετία του ‘80. Ήταν μια συνειδητή απόφαση, ή ήταν κάτι που προέκυψε από εξωγενείς επιρροές που είχατε; Νομίζω ήταν απλά μια φυσική διαδικασία ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε. Όλα εξελίσσονται, κυριολεκτικά. Ήμουν πολύ τυχερός και ευλογημένος που γεννήθηκα το ‘51, το οποίο το λέω γιατί καθώς ενηλικιωνόμουν και καταλάβαινα πράγματα γύρω μου, στα 13-14-15, συνέβαιναν τόσα πολλά στη μουσική. Ομολογουμένως πολλά που λάμβαναν χώρα ήταν με τη pop μουσική στο προσκήνιο, τους BEATLES και πόσες άλλες μπάντες. Αλλά φυσικά, είχαμε και το κίνημα των blues με τους CREAM και πάει λέγοντας. Προφανώς τους ROLLING STONES, οι THE SMALL FACES ήταν φοβεροί, οι THE TROGGS, οι THE PRETTY THINGS, οι THEM…υπήρχαν τόσες πολλές μπάντες και ήμουν μόλις 14 ετών. Ήταν τόσο συναρπαστικό.
Και όταν ήμουν 16 πήγα να δω τον Jimi Hendrix για πρώτη φορά, αυτό μου άλλαξε τη ζωή! Αλλά υπήρχαν πόσες μπάντες που παίζανε πιο progressive blues, υπήρχαν οι JETHRO TULL, TEN YEARS AFTER, TASTE, FREE…μια ατελείωτη λίστα από μπάντες. Προφανώς, εμένα, σκεπτόμενος όπως σκεφτόμουν, με τραβούσε περισσότερο οτιδήποτε ήταν πιο θλιμμένο, σκοτεινό. Γι’ αυτό γούσταρα τους ROLLING STONES, γιατί ήταν εκλεκτικοί και κάπως σκοτεινοί στις πρώιμες μέρες όποτε είχα την ευκαιρία να τους δω. Ήταν συναρπαστικές εποχές. Ωστόσο η εξέλιξη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘70 με τους SCORPIONS, UFO, προφανώς οι BLACK SABBATH, υπήρχε μια άλλη πλευρά.
Τόσα άλλα συστατικά που έρχονταν στο παιχνίδι, που δεν ήταν blues, δεν ήταν progressive blues, ήταν άλλο ένα διαφορετικό στυλ το οποίο με τραβούσε, που ήταν με πιο προσανατολισμένο προς τα riffs τραγούδια, αντί για δωδεκάμετρο στυλ πιο βασισμένο στα blues. Αλλά πολλές σπουδαίες μπάντες ήταν βασισμένες στα blues, όπως οι FLEETWOOD MAC για παράδειγμα και πολλές από τις μπάντες που ανέφερα. Αλλά ναι, αυτό που θα γινόταν στη πορεία heavy metal, υπήρχε όντως εκεί και υπήρχε σε μπάντες όπως οι JUDAS PRIEST, οπωσδήποτε οι BLACK SABBATH και κάποιες ακόμα μπάντες είχαν αυτά τα συστατικά εκεί. Ο μεγάλος Jimi Hendrix είχε μέσα του heavy metal επίσης. “Purple haze”, “Foxy lady”…αυτά τα κομμάτια ήταν heavy metal για μένα.
Υπήρχαν κάποια κομμάτια που εμφανίστηκαν τη τελευταία στιγμή και απορρίφθηκαν. Έπειτα έγιναν μέρος του “Sad wings of destiny”. Πόσο διαφορετικό πιστεύεις ότι θα ήταν το “Rocka rolla” αν είχαν συμπεριληφθεί αυτά τα κομμάτια; Λοιπόν, αυτό είναι μια καλή ερώτηση. Γιατί όταν συγκεντρώναμε το υλικό για το άλμπουμ, είχαμε κι άλλα κομμάτια και παίζαμε κι άλλα κομμάτια. Ένα από αυτά ήταν και το “Victim of changes” που αρχικά λεγόταν “Whiskey woman”. To παίζαμε αυτό το κομμάτι με τον Al Atkins στη μπάντα και το παίξαμε και με τον Rob στη μπάντα, αλλά δεν εμφανίστηκε στο “Rocka rolla” για κάποιο λόγο. Ήταν καλό να έχουμε κάποια μουσική που έμεινε εκτός για να προχωρήσουμε με τον επόμενο δίσκο. Αλλά προφανώς ήμασταν, μέχρι και το “Rocka rolla” τετράδα, ο Glenn μπήκε στη μπάντα λίγο πριν τις ηχογραφήσεις του “Rocka rolla”. Και με τη προσθήκη του Glenn, εκείνος ήταν σε θέση να φέρει και το δικό του υλικό σε εκείνο που είχαμε για το “Sad wings of destiny”. Και αυτό μας βοήθησε να συνεχίσουμε να προχωράμε αρκετά γρήγορα στη παραγωγή του δεύτερου δίσκου.
Οπότε το να απορρίψετε ένα κομμάτι που το παίζατε live, όπως το “Whiskey woman”, ήταν κάτι που σας θύμωσε τότε, ή έσπρωξε τη μπάντα να ραφινάρει το κομμάτι, καταλήγοντας στο μεγάλο “Victim of changes”, ένα από τα σπουδαιότερα heavy metal κομμάτια όλων των εποχών; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση, γιατί για το “Whiskey woman” υπάρχουν ζωντανές εκτελέσεις του ως τετράδα και ακουγόταν καλό. Αλλά όπως είπαμε και προηγουμένως, όταν πήγαμε να ηχογραφήσουμε, δεν κατέληξε στο άλμπουμ. Ωστόσο, νομίζω, όταν ο Glenn μπήκε στη μπάντα, περάσαμε τα πάντα, γιατί θέλαμε να συμφωνούμε στα πάντα. Και περάσαμε από αυτή τη διαδικασία που όλα ήταν δημοκρατικά και ψηφίζαμε για τα πάντα, όσον αφορά το τι θα χρησιμοποιούσαμε και τι όχι. Οπότε, για το δεύτερο άλμπουμ, ξαναδουλέψαμε αυτό το κομμάτι και προφανώς το παίζω ακόμα live.
Ήταν για καλό, έφτιαξε ένα από τα σπουδαιότερα heavy metal κομμάτια όλων των εποχών! Είχατε επίσης το κομμάτι “Caviar and meths” που προοριζόταν να είναι 14λεπτο επικό κομμάτι, αλλά χρησιμοποιήθηκε μόνο ένα δίλεπτο μέρος του… Ναι, το “Caviar and meths” έχει επίσης ζωντανές ηχογραφήσεις του, θυμάμαι να κάνω κιόλας κιθαριστικό solo σε αυτό το κομμάτι. Γιατί τότε, ο Ian έκανε solo, o drummer έκανε solo, εγώ έκανα solo…κάθε μπάντα το έκανε αυτό, για να δείξει τη δεξιοτεχνία της, άμα μπορώ να το αποκαλέσω έτσι! (γέλια) Αλλά όλα αυτά συμπυκνώθηκαν, εν τέλει χρησιμοποιήσαμε ένα μέρος από το κιθαριστικό μου solo και αυτό κατέληξε στο άλμπουμ. Αλλά ποιος ξέρει, ίσως να δούμε την πλήρη εκδοχή του με τους KK’S PRIEST. (γέλια)
ΟΚ, το έπιασα, οπότε θα χρησιμοποιήσετε τα υπόλοιπα 12 λεπτά ή θα παίξετε και τα 14 λεπτά του. Από ότι φαίνεται, θα δει το φως της ημέρας. Ναι, είμαι ο άνθρωπος που μπορεί να φέρει εις πέρας αυτή τη δουλειά (γέλια). Απλά πρέπει να γυρίσω το ρολόι πίσω, 50 ή και περισσότερα χρόνια, να βάλω τον εαυτό μου εκεί, όταν ταξιδεύαμε. Που παίζαμε πολλές συναυλίες με τους φίλους μας τους BUDGIE τότε. Χαρούμενες μέρες, χαρούμενες εποχές. Ήμασταν νέοι, ήμασταν άφραγκοι, αλλά είχαμε ενθουσιασμό.
Μια και το αναφέραμε, σύμφωνα με τα στοιχεία, το άλμπουμ πούλησε μόνο μερικές χιλιάδες αντίτυπα. Και ήσασταν άφραγκοι, δεν είχατε να φάτε. Δεν είχαμε καθόλου λεφτά, αγόρασα προσωπικά το πρώτο μου αυτοκίνητο με 50 λίρες, το οποίο ήταν πολύ κακό, όταν ήμουν 27 χρονών. Μέχρι τα 27 μου, είτε έπαιρνα το λεωφορείο, είτε περπατούσα, είτε πήγαινα με το ποδήλατο. Όταν ήμουν 27, κάτσε να σκεφτώ…ηχογραφούσα το “Stained class” και πήγαινα με το ποδήλατο. Έτσι ήταν παιδιά. Αλλά ακόμα και τότε, δεν είχα λεφτά. Παρότι είχα ένα αυτοκίνητο, δεν είχα τα λεφτά για να το κινήσω.
Ανησύχησες καθόλου για το μέλλον της μπάντας εκείνη τη περίοδο; Όχι ιδιαίτερα, γιατί είχα τόση πίστη στη μπάντα. Γιατί μέχρι εκείνο το σημείο, τα πράγματα είχαν προχωρήσει αρκετά. Στο “Stained class” αρχίσαμε να φοράμε δερμάτινα και καρφιά. Τα πάντα εξελίσσονταν εντός της μπάντας. Πάντα γινόμασταν καλύτεροι, πάντα βελτιωνόμασταν, κάθε δίσκος ήταν καλύτερος από τον προηγούμενο. Και ήμασταν με μια φοβερή δισκογραφική, την Sony, η οποία ήταν πάρα πολύ καλή και υποστηρικτική. Και προφανώς, όταν έχεις τον Rob Halford στη μπάντα, όταν τον άκουσα να τραγουδάει για πρώτη φορά, σκέφτηκα ότι είναι ο καλύτερος τραγουδιστής στο κόσμο.
Και αυτό ήταν πάντα στο μυαλό μου, να έχω μια μπάντα με όλα τα συστατικά μιας μπάντας. Επιπλέον, να έχω έναν τραγουδιστή σαν τον Rob. Πάντα σκεφτόμουν “αυτή η μπάντα δεν μπορεί να αποτύχει, σωστά;”. Δεν πίστευα ότι θα αποτύχει γιατί είχα τέτοια πίστη στη μπάντα. Και είναι καλό να το έχεις αυτό, γιατί σε βοηθάει. Δεν έχει σημασία τι θα συμβεί, δεν έχει σημασία που δεν έχεις λεφτά, δεν έχει σημασία αν δεν μπορείς να πληρώσεις τους λογαριασμούς, αυτή η πίστη σε κρατάει.
Πιστεύεις ότι άμα είχε το κατάλληλο mastering το “Rocka rolla”, θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο στη καριέρα της μπάντας; Νομίζω ότι σίγουρα θα βοηθούσε. Γιατί υπήρχε αυτή η αντίληψη ότι το άλμπουμ ήταν ελλιπές υπό μια έννοια, σχεδόν ελαττωματικό σε σχέση με άλλα άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει εκείνη τη περίοδο. Ξέρω ότι εμείς σίγουρα το νιώσαμε.
Πιστεύεις ότι οι δυσκολίες του “Rocka rolla”, ώθησαν τη μπάντα, να ακολουθήσει μια διαφορετική προσέγγιση στο “Sad wings of destiny”; Ναι. Ακόμη βέβαια είχαμε πολλούς περιορισμούς. Ήμασταν νέοι και όλα αυτά ήταν καινούργια για εμάς. Το κύριο πράγμα είναι ότι μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ηχογραφούμε. Και όταν φτάσαμε στο “Sad wings of destiny” πήγαμε με τους παραγωγούς που μας πρότεινε η δισκογραφική εταιρεία. Δεν ξέραμε καλύτερα τότε. Αλλά τα πήγαμε υπέροχα με τον Matt και τον Jeff στη πραγματικότητα. Πολύ καλοί, ταλαντούχοι τύποι. Και ακόμα και σε αυτό το δεύτερο άλμπουμ, ο Chris Tsangarides δούλευε τότε σε εκείνο το studio. Ζήτησε από το αφεντικό του studio αν θα μπορέσει να δουλέψει μαζί μας γιατί άκουγε πηγαινοερχόμενος όλες αυτές τις κιθάρες που παίζαμε. Είμαστε πολύ χαρούμενοι με το “Sad wings of destiny”, νομίζω έχει αντέξει στο χρόνο.
Πριν το τέλος, άμα μπορούσες να στείλεις μήνυμα στον νεότερο εαυτό σου, το 1974, ποια συμβουλή θα του έδινες; Πιστεύω ότι έκανα τα πάντα όσο καλύτερα μπορούσα. Αλλά σίγουρα θα έλεγα στον εαυτό μου “μην υποβάλλεις τον εαυτό σου σε προτεινόμενους περιορισμούς, είτε στη μουσική είτε στο εξώφυλλο και να είσαι δίκαιος με τον εαυτό σου”. Κοιτάζοντας πίσω τώρα, έπρεπε να πούμε “όχι, δεν θα συμβεί αυτό, δεν το βγάζουμε αυτό, πρέπει να ξαναγίνει”. Αλλά δεν ξέραμε, δεν είχαμε την επιρροή να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό τότε. Ήμασταν πάντα σε μια ρόδα και τρέχαμε. Πάντα κυνηγούσαμε την ουρά μας λόγω χρηματικών και χρονικών περιορισμών.
Μάθαμε μετά ότι οι μπάντες όσο περισσότερα άλμπουμ κάνουν, τόσο περισσότερο χρόνο περνάνε κάνοντας το γιατί θέλουν να το κάνουν σωστά. Είναι μια μακρά διαδικασία, δεν μπορείς να την επιταχύνεις. Και δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις κάτι αν δεν είσαι ικανοποιημένος με αυτό. Αυτή είναι η συμβουλή μου σε όποιον ακούει εκεί έξω, μην το αφήσεις στη τύχη του, γιατί θα πρέπει να ζήσεις με αυτό. Και είναι μια απόδειξη, ότι 50 χρόνια πρέπει να ζω με το “Rocka rolla”. Μην κάνεις τα ίδια λάθη.
ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ – “Mesmerize”- SYSTEM OF A DOWN ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2005 ΕΤΑΙΡΙΑ – American/ Columbia ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Daron Malakian / Rick Rubin ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/πλήκτρα – Serj Tankian
Kιθάρες/ φωνητικά – Daron Μalakian
Mπάσο – Shavo Odadjian
Τύμπανα – John Dolmayan
Μετά την καθολική επιτυχία που απέσπασαν με το “Τoxicity” στις αρχές της δεκαετίας, το 2005 οι SYSTEM OF A DOWN έφθασαν στο απόγειο της καλλιτεχνικής δημιουργία τους όπως απέδειξαν εκείνη την χρονιά με τις δύο κυκλοφορίες τους. Το “Mesmerize” κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2005 και ακολούθησε έξι μήνες μετά το “Hypnotize”. To καλό με αυτή την στήλη που διαβάζετε, είναι ότι επισκέπτεσαι δίσκους που είχες καιρό να τους ακούσεις. Έτσι και με το “Mesmerize” που είχα να το ακούσω καμία δεκαριά χρόνια, μιας και είχα κάνει τότε ένα κείμενο για τα δέκα χρόνια του.
20 ετών σήμερα, το πρώτο από τα δυο εκρηκτικά άλμπουμ της μπάντας που το 2005 σάρωσε τα πάντα στο διάβα της. Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο αναλυτικά και πιο διεξοδικά και ας μεταφερθούμε πίσω στον χρόνο, στο όχι και πολύ μακρινό έτος 2005. Aς ξεκινήσουμε!
Το “Mesmerize” όσο και το επόμενο “Hypnotize” είχαν ηχογραφηθεί την ίδια περίοδο και αρχικά σκόπευαν να τα βγάλουν σε διπλό δίσκο, αλλά η εταιρία τους τους έπεισε να είναι αυτόνομες κυκλοφορίες. Ο ίδιος ο Daron Malakian θα υπερασπιστεί αυτή την κίνηση της εταιρίας, λέγοντας ότι ήθελε ο κόσμος να προσέξει όλα τα κομμάτια και αν κυκλοφορούσαν όλα μαζί τα 23 κομμάτια των δυο δίσκων θα χανόταν το μήνυμα σε πολλά από αυτά και δεν θα μπορούσε ο κόσμος να τα αφομοιώσει έτσι μαζεμένα σε ένα άλμπουμ. Ακούγοντας τις κυκλοφορίες σήμερα, μετά από τόσα χρόνια καταλαβαίνεις ότι η μια συμπληρώνει την άλλη και πολύ σωστά έπραξαν τότε.
Σε αυτόν τον δίσκο βλέπουμε τον κιθαρίστα Daron Malakian να αναλαμβάνει μεγαλύτερο ρόλο στα φωνητικά απ΄ότι συνήθως κι επίσης παρατηρούμε ότι έχει γράψει σχεδόν σε όλα τα κομμάτια την μουσική μόνος του. Μουσικά η μπάντα δεν ξεφεύγει από τον ήχο της, πάντα διατηρούν αυτή την ιδιομορφία που καταφέρνει να δένει με εντυπωσιακό τρόπο τις πολύπλευρες επιρροές τους. Ο τρόπος όμως που τις εντάσσουν στα τραγούδια τους (hardcore/ folk/metal/ethnic /jazz /electro κτλ.) είναι μια ικανότητα που αξίζει ιδιαίτερη μνεία και για μένα το κύριο χαρακτηριστικό που τους κάνει να ξεχωρίζουν από χιλιόμετρα. Καμιά μπάντα τόσα χρόνια μετά δεν έχει βρεθεί ώστε να μπορεί να τους αντιγράψει ή να κάνει κάτι ανάλογο ηχητικά! Το σχήμα δήλωνε τότε ότι έμπνευση για την διαδικασία συγγραφής των νέων κομματιών αποτελούσαν σχήματα όπως οι DARKTRONE, BEACH BOYS και KRAFTWERK. Μπορείτε πλέον να μπείτε στην λογική του Malakian όταν έγραφε τις συνθέσεις. Tην παραγωγή έχει αναλάβει ο Rick Rubin με τον Daron Malakian και την μίξη ο Andy Wallace και πρέπει να δώσω και ειδική μνεία στην πολύ περιποιημένη έκδοση του CD και στο artwork του Vartan Malakian (ζωγράφος και πατέρας του Daron).
Την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του στην Αμερική, το “Mesmerize” καρφώθηκε περίτρανα στο Νο 1 της πατρίδας τους και πούλησε 450.000 αντίτυπα (200.000 περισσότερες από το “Toxicity”) σε μια εποχή που το παράνομο download ήταν ήδη σε έξαρση. Για να συγκρίνουμε τα δεδομένα με την σημερινή εποχή, το τελευταίο GHOST (“Skeleta”) πριν δυο εβδομάδες έφθασε και αυτό στο top 1 των άλμπουμ charts με συνολικές πωλήσεις 86.000 την πρώτη εβδομάδα. Δηλαδή το ένα πέμπτο από αυτό των SOAD πριν είκοσι χρόνια. Επίσης, το “Mesmerize” καρφώθηκε κατευθείαν και στην πρώτη θέση στα charts πολλών χωρών και singles σαν τα “Β.Υ.Ο.Β” και “Question!” βοήθησαν την προβολή του δίσκου.
Αλλά ακούγοντας τον δίσκο δεν μπορείς να μην θαυμάσεις την εκρηκτικότητα του “B.Y.O.B”, την hardcore αισθητική αλά DEAD KENNEDYS στο “This cocaine makes me feel like I’m on this song”, την χαοτική παράνοια του “Revenga”, την black metal αισθητική στο “Cigaro”, τα κοφτερά σαν λεπίδια speed metal riffs του “Sad statue”. Eπίσης είναι φυσικά αδύνατον να αντισταθείς στην αισθητική του “Radio/ Video”, την in your face επίθεση του “Violent pornography”, τoν heavy metal λυρισμό του “Question!” (κέρδισε Grammy το 2006), την νοσταλγία του “Old school Hollywood” και τον ρεαλισμό του “Lost in Hollywood”. Σε 36 λεπτά απόλυτου μουσικού οργασμού, το album κυλά σαν γάργαρο νεράκι με το “Mesmerize” να είναι το απόλυτο δεκάρι για μένα και χαίρομαι που μετά τόσα που τόσα χρόνια μετά κρατά ολοζώντανη την φρεσκάδα του και την ενέργεια που είχε εξ αρχής.
Η μπάντα θα βγει σε περιοδεία στην Αμερική, θα έρθει στην Ευρώπη με support τους εξαιρετικούς ΤΗΕ ΕΙGHTIES MATCHBOX B-LINE DISASTER, θα εμφανισθούν στα festivals Graspop και Nova Rock και θα περιοδεύσουν ξανά στην Αμερική και Καναδά με τους ΜΑRS VOLTA και BAD ACID TRIP.
Εν τέλει, με αυτόν τον δίσκο όσο και με τον επόμενο κατάφεραν να καθιερωθούν παντού σαν ένα από τα πιο ξεχωριστά metal σχήματα της δεκαετίας, και την επόμενη χρονιά τον Μάιο του 2006 ανακοίνωσαν ότι η μπάντα θα μπει στον πάγο, με το κάθε ένα μέλος να συνεχίζει να κάνει τα δικά του πράγματα. Δεν πρόκειται για διάλυση, αλλά για ξεκούραση μετά από 10 χρόνια συστηματικής δουλειάς δήλωναν τότε.
Εμείς πάντως τους περιμένουμε ακόμα δισκογραφικά να επιστρέψουν και ας έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που ακούσαμε νέα ολοκληρωμένη δουλεία τους. Ας ελπίσουμε, μιας και τα τελευταία χρόνια είναι δραστήριοι στον συναυλιακό τομέα, να δεήσουν να μας προσφέρουν και έναν νέο δίσκο κάποια στιγμή!
Did you know that?
– Τα “Mezmerize” και “Hypnotize” κυκλοφόρησαν με απόσταση έξι μηνών το ένα από το άλλο όπως ανέφερα στην αρχή και τα δύο όμως θα πάνε στο Νο 1 του Billboard την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας τους, βάζοντας τους στην “ιδιαίτερη” λίστα μαζί με τους BEATLES, GUNS N’ ROSES, 2 Pac και DMX, καλλιτέχνες που κατάφεραν να έχουν δύο studio δίσκους την ίδια χρονιά στο Νο 1 των άλμπουμ της Αμερικής.
– O μπασίστας Shavo ουσιαστικά παίζει σε τρία μόνο από τα κομμάτια του δίσκου. Ο λόγος ήταν ότι κατά την ηχογράφηση δεν τα είχε μάθει ακόμα καλά τα μέρη του και τα έπαιξε ο Malakian που ήταν και ο συνθέτης των τραγουδιών, καθαρά και μόνο για να κερδίσουν τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν.
– Το “Lost in Hollywood” ασκεί κριτική στην βιομηχανία ονείρων αλλά επίσης αναφέρεται στην παιδική και εφηβική ηλικία του Daron στο Los Angeles που μεγάλωσε. O Daron αναφέρει για το κομμάτι: «Έτσι σκέφτομαι το Hollywood. Οι άνθρωποι που δεν ζουν εδώ το βλέπουν ως μια φανταστική περιοχή. Αλλά βλέπω ανθρώπους να εγκαταλείπουν την ηθική τους, να δίνουν τη ζωή τους, να εγκαταλείπουν τα πάντα για αυτή την πόλη. Όλα τα κορίτσια που ήρθαν εδώ για να γίνουν ηθοποιοί και κατέληξαν ως pornostars. Όλα τα κορίτσια που ήρθαν εδώ για να γίνουν μοντέλα και κατέληξαν stripers. Μιλήστε με έξι ή επτά στους δέκα pornostars και stripers και πιθανότατα θα προτιμούσαν να κάνουν κάτι άλλο».
– To κομμάτι “Cigaro” αναφέρεται στο γιατί κάποιοι επιτρέπετε να δολοφονούν κόσμο σαν δήθεν σωτήρες και γιατί όταν το κάνουν οι αντίπαλοι τους χαρακτηρίζονται σαν τρομοκράτες.
– B.Y.O.B. σημαίνει “Bring Your Own Bombs”, σε αντίθεση με την κοινή ερμηνεία “Bring your own booze”, αναφερόμενο στον πόλεμο του Ιράκ, όπου αντί για Jägerbombs ρίχνουν πραγματικές βόμβες. Όπως και το “Boom!” (από το “Steal this album”) γράφτηκε φυσικά σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά του πολέμου στο Ιράκ.
– O Daron δήλωσε για το κομμάτι “Radio/Video” στο περιοδικό Revolver : “Ξεκίνησα να συλλέγω δίσκους όταν ήμουν τριών ή τεσσάρων ετών, το solo άλμπουμ του Paul Stanley το 1978 ήταν το πρώτο που πήρα στα χέρια μου. Οι γείτονές μου ήταν ο Danny και η Lisa, για τους οποίους τραγουδάω στο “Radio/Video”. Είχαν αυτόν τον δίσκο και κατέληξε στο διαμέρισμά μου. Άκουγα αυτόν τον δίσκο όλη την ώρα”.
– Το “Violent pornography” είναι ένα σχόλιο για την εξευτελιστική φύση της τηλεόρασης και των μέσων ενημέρωσης γενικότερα για τον πολιτισμό και τη νοημοσύνη μας. Το κομμάτι που περιέχει ακατάλληλους φυσικά στίχους, μιλά για πράγματα για τα οποία κανείς δεν θέλει να μιλήσει.
– “Question!”- Το τραγούδι θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως ο συλλογισμός της μετά θάνατον ζωής ή των δυνατοτήτων της μετενσάρκωσης. Αναρωτιέται ο στιχουργός αν η ζωή μας τελειώνει εντελώς όταν πεθαίνουμε σωματικά ή αν το πνεύμα μας παραμένει.
– To “Τhe sad statue” είναι ένα αντικυβερνητικό κομμάτι, με το θλιβερό άγαλμα σε αυτό το τραγούδι είναι το Άγαλμα της Ελευθερίας, που είναι δυσαρεστημένο επειδή οι άνθρωποι ξοδεύουν όλο το χρόνο διαφωνώντας μεταξύ τους και έχουν αγνοήσει ως επί το πλείστον το γεγονός ότι η κυβέρνηση μπορεί να τους αφαιρέσει τα δικαιώματά τους. Χωρίς ελευθερία, δεν υπάρχει ευτυχία.
– “Old school Hollywood” – Γράφτηκε για ένα παιχνίδι μπέιζμπολ διασημοτήτων στο οποίο -συμμετείχε ο Daron. O ίδιος θα αναφέρει: “Αυτή ήταν μια μέρα που πέρασα παίζοντας μπέιζμπολ με τον Tony Danza και τον Frankie Avalon, οι οποίοι αναφέρονται στο τραγούδι. Γύρισα σπίτι και σοκαρίστηκα τόσο πολύ από την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Ήταν σουρεαλιστικό, αλλά ήταν ένα όνειρο που δεν ήταν ένα ευτυχισμένο όνειρο. Ήταν κάπως σκοτεινό, δεν θα έλεγα ότι ήταν εφιάλτης, αλλά ήταν περίεργο. Γύρισα σπίτι, έκανα ένα ντους και τελικά πήρα μια κιθάρα και αυτό το τραγούδι βγήκε από μέσα μου. Δεν ήξερα καν ότι θα βγει. Είναι ένα δροσερό κομμάτι. Νομίζω ότι είναι ένα πραγματικά διαφορετικό πράγμα για τους SOAD, μουσικά”.
– To “Revenga” μιλά για την αναζήτηση εκδίκησης για την απώλεια ενός παιδιού που ονομάζεται “Clementine”. Το τραγούδι αναφέρεται κυρίως σε μια έκτρωση που έγινε ενάντια στη θέληση του πατέρα. Δεδομένου ότι η απόφαση ήταν έξω από τα χέρια του, η εκδίκησή του θα είναι η λύπη που θα αισθανθεί στο μέλλον.
Βρισκόμαστε σε μία περίοδο που η δημοτικότητα των MESHUGGAH βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Συμμετέχουν στο Ozzfest μετά από προτροπή του γιου του Ozzy, Jack Osbourne, οι TOOL τους καλούν να παίξουν μαζί για δύο συνεχόμενες περιοδείες με τον drummer τους, Danny Carey, να δηλώνει πως στο επερχόμενο άλμπουμ τους θα υπάρχουν αρκετές αναφορές στους MESHUGGAH ενώ μέχρι και ο Mike Portnoy αναφέρεται σε μουσικά μέρη των DREAM THEATER ως MESHUGGAH parts. Την ίδια στιγμή εξειδικευμένα περιοδικά όπως τα Guitar World και Modern Drummer εκθειάζουν το παίξιμό τους φέρνοντας σε επαφή το συγκρότημα με κόσμο που δεν είχε καμία σχέση με τον metal ήχο στο παρελθόν διευρύνοντας έτσι το ακροατήριο τους το οποίο είχε ήδη αρχίσει να παρευρίσκεται στις συναυλίες τους.
Έχοντας κυκλοφορήσει δύο εκπληκτικά και ρηξικέλευθα άλμπουμ όπως τα “Destroy erase improve” (1995) και “Chaosphere” (1998), οι Σουηδοί MESHUGGAH επαναπροσδιορίζουν τον ήχο τους με την κυκλοφορία του “Nothing” (2002) και τη χρήση 8-χορδων κιθαρών και το 2004 ανοίγουν μία μικρή παρένθεση στη δισκογραφία τους με την κυκλοφορία του “I” EP και του “Catch thirtythree” το 2005 τα οποία περιείχαν ιδέες που είχαν στο μυαλό τους αρκετό καιρό πριν και βρήκαν την ευκαιρία και το χρόνο να τις υλοποιήσουν.
Το “I” αποτελείται από ένα τραγούδι διάρκειας είκοσι ενός αγχωτικών λεπτών, με αυξημένες ταχύτητες και βασισμένο σε drum-pattern του Tomas Haake με τις κιθάρες να πατούν πάνω σε αυτά προκαλώντας σου σε στιγμές δυσφορία και κυκλοφόρησε από την Fractured Transmitter Records, εταιρεία του τραγουδιστή των MUSHROOMHEAD, Jason Mann. Στην περίπτωση του “Catch thirtythree” έχουμε κατά κάποιον τρόπο τον αντίποδα του “I” ως φιλοσοφία παιξίματος, με ένα τραγούδι διάρκειας σαράντα επτά λεπτών μοιρασμένο σε δεκατρία μέρη, με τις κιθάρες εδώ να πρωταγωνιστούν, έχοντας αρκετά πιο heavy ήχο, εξίσου αποπνικτική ατμόσφαιρα και πιο κινηματογραφική αισθητική.
Δηλώνοντας εξ αρχής ότι δεν πρόκειται για κανονικές κυκλοφορίες και πως δεν θα περιόδευαν παίζοντας υλικό από αυτά ζωντανά, οι MESHUGGAH είχαν ήδη αποφασίσει σχετικά με τον μουσικό προσανατολισμό του επόμενου άλμπουμ τους, κάνοντας ένα βήμα πίσω, επιστρέφοντας στην πιο τυπική δομή τραγουδιών και εναλλαγής tempo που θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε κάποιο μελλοντικό set-list. Το “Catch thirtythree” απαιτούσε από τον ακροατή να ακούσει ένα τραγούδι μεγάλης διάρκειας το οποίο αναπτυσσόταν αρκετά αργά με σημεία τα οποία ακούγονταν παρεμφερή με άλλα που είχες ακούσεις τρία λεπτά πριν αλλά αυτό που είχε παραξενέψει μεγάλη μερίδα οπαδών ήταν η απόφαση του Tomas Haake να μην ηχογραφήσει κανονικά τύμπανα αλλά να τα προγραμματίσουν από κοινού όλα τα μέλη.
Η πρώτη δικαιολογία ήταν πως από την στιγμή που είχαν αποφασίσει πως δεν θα έπαιζαν ζωντανά υλικό από το εν λόγω άλμπουμ, δεν υπήρχε λόγος να κάτσει να ασχοληθεί περαιτέρω αλλά σε συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει το 2008 για το “Obzen”, σε σχετική ερώτηση γι’ αυτή τη δυσαρέσκεια των οπαδών μας είχε απαντήσει τα εξής: «Σίγουρα υπήρξαν τέτοιες απόψεις. Είναι ταμπού στην metal μουσική και περισσότερο για μια μπάντα σαν εμάς που τα drums και η όλη αντίληψη περί του ρυθμού αποτελούν βασικά μας στοιχεία, το να χρησιμοποιείς προγραμματισμένα τύμπανα, αλλά δεν είχαμε κανένα πρόβλημα να κάνουμε κάτι τέτοιο και ειδικά από την στιγμή που αποτελεί ταμπού ήταν άλλος ένας λόγος. Γνωρίζουμε πάρα πολλές σκατένιες μπάντες που χρησιμοποιούν προγραμματισμένα τύμπανα αλλά δεν βγαίνουν ποτέ να το δηλώσουν. Εμείς το είδαμε ως ένα εργαλείο που θα μας βοηθούσε στο να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει κι όχι πως θα φτάσεις μέχρι εκεί. Δεν με νοιάζει καθόλου αν οι metal μπάντες χρησιμοποιούν προγραμματισμένα τύμπανα από τη στιγμή που βγαίνουν και αναπαράγουν την μουσική τους ζωντανά».
Παρόλη αυτά γυρίστηκε ένα video για το “Shed” και το υπόλοιπο του 2005 τους βρίσκει στο δρόμο περιοδεύοντας μαζί με τους SCARVE στην Ευρώπη, με συμμετοχή σε μεγάλα φεστιβάλ όπως τα Download και Rock Am Ring και στις Η.Π.Α. με τους GOD FORBID, THE HAUNTED, MNEMIC, με τους MESHUGGAH να παίζουν μονάχα τα “In death – Is life” και “In death – Is death” από το “Catch thirtythree”.
Did you know that:
Το artwork του άλμπουμ το επιμελήθηκε ο Tomas Haake και σύμφωνα με τον ίδιο αποτελεί μια οπτική συμπλήρωση του τίτλου του άλμπουμ, με τα παράδοξα, τις αρνήσεις και τις αντιφάσεις της ζωής και του θανάτου που πραγματεύονται οι στίχοι.
Το “Catch thirtythree” ηχογραφήθηκε στη Στοκχόλμη στα Fear & Loathing studios που μοιράζονται οι MESHUGGAH μαζί με τους CLAWFINGER.
Για τον προγραμματισμό των τυμπάνων χρησιμοποιήθηκε το Drumkit from hell expansion, μία midi βιβλιοθήκη για drum-sampling η οποία χρησιμοποιείται από πάρα πολλούς αξιωμένους καλλιτέχνες εδώ και αρκετά χρόνια και ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το 1999 στα Dugout Studio από τον Tomas Haake, με μηχανικούς ήχου τους Daniel Bergstrand, Mattias Eklund (Toontrack) και τον κιθαρίστα των MESHUGGAH Fredrik Thordendal (Meshuggah).
Στις 7 Φεβρουαρίου του 200 πραγματοποιήθηκαν τα σουηδικά βραβεία Grammy, όπου οι MESHUGGAH με το “Catch thirtythree” ήταν υποψήφιοι στην “Best hard rock” κατηγορία μαζί με τους CANDLEMASS, HAMMERFALL, HARDCORE SUPERSTAR και OPETH. To βραβείο το κέρδισαν οι CANDLEMASS με το ομώνυμο άλμπουμ της επιστροφής τους έχοντας τον Messiah Marcolin στη φωνή.
Κατά τη διάρκειας της περιοδείας για την προώθηση του “10,000 days” οι TOOL έβαζαν να παίζει το “Catch thirtythree” ως intro-tape στις συναυλίες τους.
Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο κιθαρίστας των WATCHTOWER / SPASTIK INK, είχε προτείνει στον Tomas Haake να συμμετάσχει σε ένα νέο project που ετοίμαζε μαζί με τον μπασίστα των CANNIBAL CORPSE, Alex Webster με τον Haake να αρνείται ευγενικά. Πρόκειται φυσικά για τους BLOTTED SCIENCE, όπου τύμπανα έπαιξε αρχικά ο Chris Adler των LAMB OF GOD κι ακολούθησαν αρκετοί drummer αργότερα όπως οι Derek Roddy, Charlie Zeleny και Hannes Grossmann.
Κώστας Αλατάς
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΣΤΟ ΕΝΤΥΠΟ ROCKHARDTONIOYNIOTOY 2005 ΜΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ
Πολλές φορές ακούμε συντάκτες και οπαδούς στην metal κοινότητα να αποκαλούν τις αγαπημένες τους μπάντες ως «η καλύτερη μπάντα αυτή τη στιγμή», «ελπίδα για το μέλλον» κτλ. Πόσες φορές όμως αυτές οι μεγαλόστομες δηλώσεις έχουν βάση; Για μένα οι Σουηδοί MESHUGGAH είναι από τις καλύτερες μπάντες και σίγουρα όχι ελπίδα αφού αριθμούν ήδη δεκαέξι χρόνια στην δισκογραφία και αυτό φαίνεται από τα φαινόμενα λατρείας που έχουν δείξει οι οπαδοί τους. Οι KINGCRIMSON της γενιάς μου, κυκλοφορούν την ολοκαίνουριά τους δουλειά “Catchthirtythree” και ο drummer Tomas Haake μας μιλάει για όλα αυτά που συνέβησαν στο στρατόπεδο της μπάντας τα τελευταία χρόνια.
Δηλώνω μεγάλος οπαδός σας εδώ και αρκετά χρόνια και γνωρίζω άτομα που σας παρακολουθούν από τον πρώτο σας δίσκο. Έχετε καθόλου ιδέα τη ζημιά μας έχετε προκαλέσει με την μουσική σας; Πιστεύω πως όχι.. Φαίνεται πως αρκετός κόσμος έπιασε το νόημα των MESHUGGAH από τις πρώτες κυκλοφορίες και τους είχε κάνει αίσθηση.
Έχετε δηλώσει ότι το “Catchthirtythree” όπως και το “I” E.P. αποτελούν μία παρένθεση στην όλη σας δισκογραφία και δεν πρέπει να τα θεωρούμε ως φυσική συνέχεια του “Nothing”. Επίσης δεν πρόκειται να τα προωθήσετε, παίζοντάς υλικό από αυτές τις κυκλοφορίες στις ζωντανές σας εμφανίσεις. Τι ακριβώς είχατε στο μυαλό σας όταν συνθέτατε το “I” και “Catch 33”; Βασικά θέλαμε να κάνουμε κάτι μοναδικό και να φέρουμε τους εαυτούς μας σε διαφορετική studio κατάσταση και να κάνουμε κάποια πράγματα διαφορετικά. Το “I” ήταν μία one-off E.P. κυκλοφορία η οποία κυκλοφόρησε από μία άλλη εταιρία αντί της Nuclear Blast και ήταν κάτι που το κάναμε με πολύ ευχαρίστηση. Όσο για το “Catch 33”, ήταν μία ιδέα που είχαμε εδώ και μια δεκαετία περίπου Θέλαμε να κυκλοφορήσουμε ένα full length άλμπουμ το οποίο θα περιέχει ένα μόνο τραγούδι και θεωρήσαμε ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να το κάνουμε. Σχετικά με το να τα υποστηρίξουμε live όπως ανέφερες, να σου πω ότι και οι δύο κυκλοφορίες δεν είχαμε στο μυαλό μας να παιχτούν ζωντανά ή τουλάχιστον δεν τα γράψαμε γι’ αυτόν το σκοπό. Θα προσπαθήσουμε όμως αφού στο τέλος της εβδομάδας ξεκινάμε πρόβες και θα κάτσουμε να φτιάξουμε ένα τραγούδι γύρω στα επτά λεπτά το οποίο θα περιέχει διάσπαρτα μέρη από το “Catch 33” και εκεί θα δούμε αν μπορεί να λειτουργήσει στις live εμφανίσεις μας. Θα είναι πολύ δύσκολο, ειδικά στις κιθάρες αφού τα μέρη που έχουμε επιλέξει είναι και τα πιο «έντονα» και είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα παίξεις και δεν εννοώ ως προς την τεχνική πλευρά αλλά ότι έχεις πολλά να μάθεις και να θυμάσαι όλες τις αλλαγές. Θέλει πολύ δουλειά.
Τι να περιμένουμε να ακούσουμε στην επόμενή σας δουλειά τότε; Το επόμενό μας άλμπουμ θα είναι σίγουρα ένα βήμα πίσω σε αυτό που κάναμε πριν το “I”. Χρειαζόμαστε κάτι που θα μπορούμε να το ενσωματώσουμε στο set-list μας. Πιο τυπικό σε ότι αφορά την δομή των τραγουδιών και πιθανότατα στην διάρκεια των επτά λεπτών. Δεν πρόκειται να είναι σαν το “Catch thirtythree”.
Είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιήσατε προγραμματισμένα τύμπανα για το “Catchthirtythree”. Ναι, είναι όλα προγραμματισμένα.
Γιατί έγινε κάτι τέτοιο; Θεωρείσαι από τους καλύτερους drummer. Δεν νομίζεις ότι μια τέτοια κίνηση δεν είναι ότι καλύτερο για την φήμη σου; Δεν ξέρω… Αφήνουμε τους ανθρώπους να αποφασίσουν μόνοι τους και το τι θα σκεφτούν. Για μας είναι ηλίθιο να σκέφτεσαι έτσι. Νομίζω ότι υπάρχει μία παρανόηση για μας και σχετικά με το ότι προσπαθούμε να παίζουμε τεχνικά έτσι απλά για να παίζουμε τεχνικά και αυτό δεν έχει καμία σχέση με την μπάντα. Για μας παίζει ρόλο το τελικό αποτέλεσμα και το πως ακούγεται και όχι το μέσο που θα χρησιμοποιήσουμε για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Όπως είπες κι εσύ έχουμε πολλούς οπαδούς που είναι μουσικοί ή μας ακούνε για διάφορους λόγους, είτε είναι η ίδια η μουσική ή από τεχνικής πλευράς. Προσπαθούμε να μην εμπλεκόμαστε με αυτό πάρα πολύ αλλά με κολακεύει το γεγονός ότι πολλοί με ρωτάνε γι’ αυτό το πράγμα. Ήταν τέτοια η διαδικασία σύνθεσης του άλμπουμ όπου αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ηχογραφηθούν τα τύμπανα. Γράφτηκε αρκετά διαφορετικά από άλλες φορές. Κάθε riff ήταν ιδέα της στιγμής κι έπρεπε εσπευσμένα να το ηχογραφήσουμε γιατί αλλιώς μετά από δύο μέρες θα το ξεχνάγαμε. Έτσι τυχαία συνθέταμε και ηχογραφούσαμε κι αυτό δυσκόλευε πάρα πολύ στο να χρησιμοποιήσουμε αληθινά drums αν και στη πορεία συνειδητοποιήσαμε ότι τα προγραμματισμένα τύμπανα έφτιαχναν ωραία ατμόσφαιρα, υποστηρίζοντας την κι έδεναν αρκετά με τις κιθάρες και το vibe ήταν αυτό που θέλαμε να βγάλουμε εξαρχής.
Εσύ ήσουν υπεύθυνος για τον προγραμματισμό; Όλοι μας. Αυτό το άλμπουμ είναι η πιο ομαδική μας προσπάθεια μέχρι στιγμής. Όλοι μας ασχοληθήκαμε με το κάθε riff της κιθάρας, τα τύμπανα και όλη την διαδικασία σύνθεσης και παραγωγής.
Πως θα αντιδρούσες αν μάθαινες κάτι αντίστοιχο για μια κυκλοφορία του VinnieColaiuta πχ; Θα έμενα έκπληκτος αλλά στην πραγματικότητα δεν θα με ενδιέφερε. Έχει να κάνει με την ιδέα καθαυτή και όχι με το πως εκτελείς αυτή την ιδέα ή να αποδείξεις σε κάποιον ότι ξέρεις να παίζεις τύμπανα. Για το τελευταίο ειδικά δεν νομίζω ότι χρειάζομαι εγώ προσωπικά ή ένας άνθρωπος σαν τον Vinnie Colaiuta να αποδείξει κάτι τέτοιο. Σε εμάς αν ηχεί καλά και είναι ο ευκολότερος τρόπος να το κάνουμε, θα το κάνουμε.
Είστε μία μπάντα την οποία σέβονται οι πάντες. Από μέλη των METALLICΑ, KINGCRIMSON και TOOL μέχρι τους PORCUPINETREE, DREAMTHEATER και πολλούς άλλους. Πώς αισθάνεσαι; Είναι σίγουρα κολακευτικό όταν σε κάποιον αρέσει η μουσική σου και μιλάει γι’ αυτήν. Είναι πολύ καλό αλλά προσπαθώ να μην δίνω πολύ βαρύτητα σε τέτοιου είδους δηλώσεις αλλά είναι καλό αυτό που γίνεται.
Έχετε συμμετάσχει στο Ozzfest κι έχετε περιοδεύσει δύο φορές με τους TOOL. Πως σας βοήθησαν αυτές οι περιοδείες στο να γίνει το όνομα των MESHUGGAH πιο γνωστό στο ευρύ κοινό;
Η πρώτη μας περιοδεία που κάναμε στις Η.Π.Α. ήταν το 1999 με τους SLAYER και αυτή μας άνοιξε μονοπάτια ώστε να μας μάθει ο κόσμος και να γνωρίσουμε αρκετούς. Έχει να κάνει και με τις διασυνδέσεις αφού πάντα είχαμε τον σεβασμό από άλλες μπάντες και από ανθρώπους μέσα στην μουσική βιομηχανία και αυτό μας βοήθησε στο να κάνουμε αυτά τα μεγάλα shows. Oι δύο περιοδείες που κάναμε με τους TOOL και το Ozzfest ήταν πολύ καλές αφού ήταν τεράστια έκθεση για μας και το συνειδητοποιήσαμε αργότερα όταν περιοδεύσαμε ως headliners και είχαμε πολύ κόσμο. Είμαστε πολύ χαρούμενοι με το πως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα για εμάς στις Η.Π.Α. αλλά αυτή τη στιγμή θέλουμε να αφοσιωθούμε περισσότερο στην Ευρώπη και να κάνουμε κι εδώ κάτι ανάλογο.
Όντως η δημοτικότητά σας είναι μεγαλύτερη στην Αμερική. Που πιστεύεις ότι οφείλεται; Δεν μπορώ να βρω τον λόγο που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι Η.Π.Α. είναι αχανείς κι ένα μέρος όπου πολλά δημιουργικά μουσικά ρεύματα έχουν ξεκινήσει από κει και μπάντες οι οποίες είναι πιο «δύσκολες» και προσανατολισμένες σε συγκεκριμένο κοινό όπως εμείς έχουν σχετικό ενδιαφέρον για αρκετούς. Πολλά από αυτά τα μουσικά ρεύματα έχουν έρθει και στην Ευρώπη και νομίζω ότι έχει να κάνει με το ότι η σκηνή γενικά έχει γίνει πιο ανοιχτόμυαλη στα περίεργα ακούσματα και μπάντες όπως οι THE DILLINGER ESCAPE PLAN και MASTODON έχουν ανεβάσει τον πήχη σε ότι αφορά το progressive metal και τα σχετικά. Όλο και περισσότερες μπάντες βγαίνουν και περιοδεύουν, με τον κόσμο να τις αναγνωρίζει και να ασχολείται μαζί τους και βοηθάει και μας.
Οι MESHUGGAH στις πρώτες τους κυκλοφορίες ήταν απλά μία καλή techno–thrash μπάντα στο ύφος των METALLICA. Όταν εισχώρησες στις τάξεις τους θα έλεγα ότι πρωτοακούστηκαν οι χαρακτηριστικοί σας fucked–up ρυθμοί. Άρα να υποθέσω ότι εσύ είσαι ο κυρίως υπεύθυνος ή απλά ο FredrikThordendal βρήκε στο πρόσωπό σου τον τέλειο συνεργάτη; Όταν εισχώρησα στην μπάντα το 1990 οι υπόλοιποι είχαν ήδη αρχίσει να κινούνται διαφορετικά απ’ ότι στο παρελθόν και πιθανότατα και εγώ να έπαιξα ρόλο σε αυτό. Ήμασταν τυχεροί που βρήκαμε ο ένας τον άλλον αφού είχαμε τον ίδιο τρόπο σκέψης και θέλαμε να κάνουμε τα ίδια πράγματα. Έχει να κάνει με μία φυσιολογική εξέλιξη πραγμάτων όταν είναι κάποια συγκεκριμένα άτομα μαζί.
Έχετε αρκετά θέματα και συγκεκριμένα στο “Mind’smirrors” όπου ακούγονται σαν να βγήκαν από ταινία του Stanley Κubrick. Αυτό έγινε συνειδητά; Δεν είχαμε κάτι τέτοιο στο μυαλό μας αλλά θέλαμε να δημιουργήσουμε ανάλογα συναισθήματα με αυτό το άλμπουμ. Φυσικά και οι ταινίες του Stanley Kubrick μας έχουν επηρεάσει όλα αυτά τα χρόνια και μάλλον γι’ αυτό να ακούγεται κάπως έτσι. Δεν το κάναμε συνειδητά αλλά είσαι απολύτως σωστός. Σίγουρα και εμείς βλέπουμε το “Catch thirtythree” ως soundtrack και στην πραγματικότητα δεν περιέχονται τραγούδια σε αυτό -αν και υπάρχουν τίτλοι- απλώς εμείς τα θεωρούμε σαν κεφάλαια ενός βιβλίου. Θεωρούμε όλο τo album ως ένα ενιαίο τραγούδι και πρέπει να το ακούσεις όπως βλέπεις μία ταινία.
Ποιο το νόημα πίσω από τον τίτλο του άλμπουμ; Όταν έγραφα τους στίχους για το “Catch thirtythree” -με μια μικρή βοήθεια από τον Martin- αισθάνθηκα ότι ταίριαζαν με το vibe που θέλαμε να βγάλουμε με το συγκεκριμένο album και έτσι πάνω-κάτω αποφασίσαμε πως θα θέλαμε να το ονομάσουμε αφού μέχρι τότε δεν είχαμε κάποιον τίτλο. Οι στίχοι έχουν να κάνουν με αντιφάσεις και αντιθέσεις, παραφράζοντας την έκφραση catch 22 με catch 33. Το εξώφυλλο δείχνει τρία φίδια που τρώει το ένα το άλλο και παρουσιάζει επιτυχώς το στιχουργικό περιεχόμενο και τον τίτλο του άλμπουμ.
Για άλλη μία φορά είστε υπεύθυνοι για την παραγωγή. Αισθάνεστε άνετα πλέον πίσω από αυτή τη θέση ή απλά θέλετε να είστε 100% σίγουροι για το τελικό αποτέλεσμα; Είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Αισθανόμαστε περίεργα όταν έρχεται κάποιος «απ’ έξω» ενώ βρισκόμαστε στο studio και γενικά όσον αφορά την μουσική μας θεωρούμε αποκρουστική την ιδέα του να έρθει κάποιος άλλος. Είμαστε περήφανοι που τα κάνουμε όλα μόνοι μας -κάτι που γινόταν πάντα- και δεν ξέρω τι θα γινότανε αν έμπαινε κάποιος παραγωγός και μας έλεγε «αλλάξτε αυτό, αλλάξτε εκείνο»… Μάλλον θα μας τρέλαινε εντελώς. Πιθανότατα δεν θα ξαναχρησιμοποιήσουμε «εξωτερικό» παραγωγό για την μουσική μας και μας αρέσει που τα κάνουμε όλοι μόνοι μας, από τον σχεδιασμό του εξωφύλλου μέχρι την παραγωγή και την μίξη και θα συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε. Γινόμαστε όλο και καλύτεροι και πιστεύω ότι η παραγωγή στο “Catch thirtythree” το αποδεικνύει.
Είχατε ανακοινώσει πριν κάποιους μήνες την πρόσληψη νέου μπασίστα, τον DickLovgren (ex–ARMAGEDDON/LASTTRIBE). Τι έγινε τελικά με αυτόν; Γιατί δεν παίζει στο “Catchthirtythree”; Όπως συνέβαινε με τον Gustaf, έτσι και με τον Dick, δεν αποτελεί μέλος που συμμετέχει στις συνθέσεις. Δεν χρειαζόμαστε άλλον έναν συνθέτη για την μπάντα και εφόσον οι κιθαρίστες μας μπορούν να παίζουν και μπάσο δεν υπήρχε και λόγος να τον φέρουμε στο studio για να γράψει οτιδήποτε για το άλμπουμ. Είναι απλά ένας session μουσικός για τα live shows μόνο.
Στο περιοδικό ModernDrummer ανακηρύχτηκες ως ένας από τους πέντε καλύτερους metaldrummer. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτή τη διάκριση; Είναι κολακευτικό. Αυτό δείχνει ότι έχεις γερό πυρήνα οπαδών και πραγματικά πιστούς, γιατί οι αναγνώστες είναι που ψηφίζουν σε αυτά τα δημοψηφίσματα και οπαδοί αυτοί που στέλνουν e-mail ή γράμμα ή τηλεφωνούν για να σε ψηφίσουν. Ήταν έκπληξη που είδα το όνομά μου ανάμεσα σε μπάντες όπου έχουν εκατομμύρια πωλήσεις και αποδεικνύεται περίτρανα το αν έχεις κόσμο που σε ακολουθεί αφού δεν έχει να κάνει τόσο με την απόδοσή σου στα album αλλά με το πόσοι σε ψήφισαν.
Ποιες είναι οι επιρροές σου; Με ποιους drummer μεγάλωσες; Όσο μεγάλωνα άκουγα όλους τους hard rock και metal drummer από τα 80s και αργότερα από την Bay Area thrash metal σκηνή. Ξεκίνησα με τα τυπικά και μπάντες όπως οι BLACK SABBATH, IRON MAIDEN, SAXON και την N.W.O.B.H.M. σκηνή γενικότερα, JUDAS PRIEST κι αργότερα χώθηκα στο thrash με μπάντες όπως οι MEΤAL CHURCH, EXODUS, METALLICA, ANTHRAX κτλ. Όλοι οι drummer τότε ήταν πολύ καλοί και με είχαν επηρεάσει ως παιδί όπως ο Neil Peart των RUSH. Όταν είσαι παιδί δέχεσαι τις περισσότερες επιρροές και αργότερα στην ζωή σου επηρεάζεσαι ακόμα περισσότερο από άλλους και βλέπεις ότι οι πρώιμές σου επιρροές δεν είναι φανερές στο παίξιμό σου αλλά από την άλλη σε παροτρύνουν να κάνεις κάτι διαφορετικό. Υπάρχουν τόσοι πολλοί drummer οι οποίοι είναι φανταστικοί και μέσα κι έξω από την metal σκηνή.
Ποιους σύγχρονους drummer ξεχωρίζεις από την σύγχρονη metal σκηνή; Ξεχνάω το όνομά του αλλά ο τύπος από τους MASTODON παίζει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Επίσης ο Chris Pennie των DILLINGER ESCAPE PLAN, παλιοί drum heroes οι οποίοι γίνονται όλο και καλύτεροι όπως ο Gene Hoglan, o Peter Wildoer των DARKANE, o Dirk Verbeuren των SCARVE, είναι τόσοι πολλοί.
Ο FredrickThordendal είχε κυκλοφορήσει πριν μερικά χρόνια ένα solo άλμπουμ. Θα έκανες εσύ κάτι ανάλογο; Δεν ξέρω. Είναι δύσκολο. Δεν παίζω κάποιο άλλο όργανο οπότε θα πρέπει να συνεργαστώ και με άλλους μουσικούς. Όλα αυτά τα χρόνια έχω κάνει αρκετά περίεργα πράγματα μουσικά τα οποία δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους MESHUGGAH γιατί είναι όντως αρκετά περίεργα και ίσως κάποια στιγμή να κάνω κάτι στο μέλλον, αν και δεν υπάρχει κάποιο πλάνο αυτή τη στιγμή.
Ποιο άλμπουμ σας θα έλεγες ότι αποτελεί την ύψιστη στιγμή της καριέρας σας; Είναι δύσκολο να απαντήσω. Κάθε άλμπουμ ήταν κάτι σαν ορόσημο και αλλαγή στο πως προσεγγίζαμε το οτιδήποτε. Tο “Destroy, erase, improve” ήταν το πρώτο που έκανε αίσθηση στον κόσμο και πιστεύω ότι ήταν σημαντικό για την καριέρα μας.
Κατά πόσο θα έλεγες ότι η μουσική σας αντιπροσωπεύει τον χαρακτήρα σας; Είστε τόσο περίπλοκοι και στην καθημερινή σας ζωή; Όχι, δεν θα το έλεγα. Έχει να κάνει με το τι θέλεις να κάνεις στην μουσική. Δεν είναι αναγκαίο να αντικατοπτρίζει το πως είσαι στην καθημερινή σου ζωή. Ίσως κάποιο μέρος, αλλά όχι αυτό που δείχνεις στους ανθρώπους γύρω σου. Είναι η σοβαρή πλευρά του εαυτού σου που κρύβεται και βγαίνει στην μουσική. Συνήθως όταν κάποιος μας συναντά ή βλέπει φωτογραφίες μας, η εμπειρία του έρχεται σε σύγκρουση με την εικόνα που μπορεί να έχει σχηματίσει για την μπάντα. Αυτό συμβαίνει γιατί η μουσική είναι μία οντότητα από μόνη της και πιθανόν εμείς να μην δίνουμε την εντύπωση ότι είμαστε οι σύνθετες της. Είναι λίγο περίεργο… Αν το ψάξεις λίγο βαθύτερα στην μουσική βγαίνει η πιο σοβαρή πλευρά που έχει κανείς.
Έχετε καθόλου ενδοιασμούς σε ότι αφορά τον πειραματισμό; Ίσως να έχουμε αλλά δεν θα έλεγα ότι αισθάνομαι κάτι τέτοιο. Με τους MESHUGGAH κάνουμε πάντα αυτό που θέλουμε αλλά δεν θέλουμε να ξεστρατίσουμε από τον metal χώρο. Θέλουμε να είμαστε αληθινοί σε αυτό που κάνουμε. Σίγουρα είμαστε metal μπάντα και πάντα θα είμαστε και θα έλεγα ότι αυτό είναι ο μόνος περιορισμός, αν και δεν το βλέπω έτσι αφού αυτό θέλουμε να κάνουμε.
Στις αρχές των 90s βλέπαμε φανταστικές μπάντες όπως οι ATHEIST και CYNIC που συνδύαζαν τον deathmetal ήχο με progressive/jazzfusion στοιχεία να διαλύονται γιατί ο κόσμος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη μουσική τους. Έχετε βιώσει εσείς κάτι ανάλογο; Ήταν κάπως περίεργα στις αρχές. Στο πρώτο μας album ίσως να υπήρχαν αυτές οι επιρροές όπως και στους CYNIC που ανέφερες σε κάποιο βαθμό. Το ζήτημα είναι να συνεχίζεις να κάνεις αυτό που θέλεις. Εξάλλου με τα χρόνια έχουμε αλλάξει σαν μπάντα και δεν έχουμε τέτοιες επιρροές πλέον. Το σημαντικό είναι να συγκεντρώνεσαι σε αυτό που θέλεις να κάνεις και να ξέρεις τι είναι αυτό και ο κόσμος θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται το ποιος είσαι.
Πιστεύεις ότι έχει αλλάξει η όλη κατάσταση σήμερα; Η σκηνή σαν σύνολο αλλάζει όλη την ώρα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι γίνονται πιο ανοιχτόμυαλοι και εκτιμούν την μουσική που διευρύνει τα όρια και ακούγεται διαφορετική από το μεγαλύτερο ποσοστό της metal μουσικής.
Σας έχουν πλησιάσει πολυεθνικές εταιρείες μέχρι στιγμής; Θα αφήνατε την NuclearBlast σε μία ανάλογη πρόταση; Μας έχουν πλησιάσει. Αυτή τη στιγμή διαπραγματευόμαστε με δύο από αυτές αν και είχαμε μια πολύ καλή πρόταση από την Nuclear Blast. Δεν υπάρχει κάτι περαιτέρω. Μπορεί να μείνουμε στην Nuclear Blast, μπορεί και όχι. Μόνο αυτό μπορώ να πω προς το παρόν.
Για το τέλος έχω μία απορία.. Ποιος είναι καλύτερος drummer; Εσύ ή ο MorganAgren; Σίγουρα αυτός. Καμιά αμφιβολία.. Οποιαδήποτε ώρα και μέρα. Για μένα είναι από τους καλύτερους drummer στον κόσμο. Δεν έχω να πω κάτι εναντίον του. Ίσως να μην χειρίζεται την δίκαση όπως εγώ γιατί είμαστε τελείως διαφορετικοί σαν drummer αφού δεν είναι καν metal drummer. Είναι περισσότερο fusion τύπου Frank Zappa κι έτσι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ μας. Δεν θα ήθελα να μας συγκρίνω αλλά αν έπρεπε, είναι χωρίς αμφιβολία ο καλύτερος. Super drummer!! Με βάζει κάτω οποιαδήποτε στιγμή.
Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025 – Αθήνα – Gagarin 205 Live Music Space
Η απόλυτη επέλαση του thrashmetal!
Η αναμονή έφτασε στο τέλος της: Δύο από τα πιο καταιγιστικά και ιστορικά ονόματα του thrash metal, οι Αμερικανοί DARK ANGEL και οι DEMOLITION HAMMER, ενώνουν τις δυνάμεις τους για μια βραδιά που γράφεται ήδη με κεφαλαία γράμματα στην ιστορία των live εμφανίσεων! Την Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025 στο Gagarin 205 Live Music Space, η σκηνή θα μετατραπεί σε πεδίο μάχης για όλους τους αφοσιωμένους οπαδούς του ανόθευτου thrash metal.
Οι DARK ANGEL από το Los Angeles δεν είναι απλώς ένα ακόμα συγκρότημα του thrash metal: είναι το συγκρότημα που άνοιξε τον δρόμο για το πιο ακραίο, τεχνικό και βίαιο πρόσωπο του είδους, θέτοντας επίσης τα θεμέλια για το death metal και το technical thrash που ακολούθησαν.
Η μπάντα σχηματίστηκε το 1981 ως SHELLSHOCK, μέσα στην πρώτη φάση της Αμερικανικής σκηνής και από την αρχή έδειξε ότι δεν επρόκειτο να ακολουθήσει την πεπατημένη. Με το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “We Have Arrived” (1985), αν και ακόμη επηρεασμένοι από το ευρωπαϊκό speed metal, έδειξαν σαφώς την πρόθεσή τους: ταχύτητα, βαρβαρότητα και άγρια riffs σε ακραίο βαθμό για την εποχή.
Το “Darkness Descends” (1986), ωστόσο, ήταν το σημείο μηδέν. Ένα άλμπουμ – καταιγίδα που καθιέρωσε τους DARK ANGEL ως ένα από τα πιο ακραία και σεβαστά σχήματα στην παγκόσμια σκηνή. Με riffs που σου καρφώνονται στο μυαλό, τύμπανα που θερίζουν (με τον θρυλικό Gene Hoglan σε τρομακτική φόρμα) και στιχουργικά θέματα γεμάτα σκοτεινές, δυστοπικές αναφορές, το “Darkness Descends” θεωρείται μέχρι και σήμερα ορόσημο του extreme thrash. Η επίδρασή του σε συγκροτήματα του death και black metal των επόμενων ετών υπήρξε τεράστια – το άλμπουμ ακόμα φιγουράρει ψηλά στις λίστες με τα πιο επιδραστικά metal άλμπουμ όλων των εποχών.
Το συγκρότημα συνέχισε τη δημιουργική του πορεία με τα “Leave Scars” (1989) και “Time Does Not Heal” (1991). Το “Leave Scars” εισήγαγε στα φωνητικά τον Ron Rinehart, που αντικατέστησε τον Don Doty, προσφέροντας έναν ακόμη πιο τραχύ και ακραίο τόνο στα ήδη καταιγιστικά τραγούδια τους, ενώ το “Time Does Not Heal” είναι ένα άλμπουμ που θεωρείται μνημείο τεχνικού thrash: 67 λεπτά, 9 τραγούδια, πάνω από 240 διαφορετικά riffs – ένα ηχητικό έπος που ώθησε τη φόρμουλα του thrash metal στα άκρα της σύνθεσης και της τεχνικής.
Στο συγκρότημα, έχουν περάσει σπουδαίοι μουσικοί. Ο Gene Hoglan έγινε αργότερα ένα από τα πιο σεβαστά ονόματα στα τύμπανα του ακραίου metal (συνεργασίες με TESTAMENT, DEATH, DETHKLOK, STRAPPING YOUNG LAD, OLD MANS CHILD και πολλούς άλλους). Ο κιθαρίστας Jim Durkin (R.I.P.) ήταν μία από τις κινητήριες δημιουργικές δυνάμεις της μπάντας, ενώ και άλλα μέλη, όπως ο Eric Meyer και ο Mike Gonzalez, συνέβαλαν στο ιδιαίτερο, ακραίο ύφος τους.
Μετά τη διάλυσή τους εν έτει 1992, η φήμη των DARK ANGEL απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Ο ήχος τους θεωρείται η φυσική γέφυρα ανάμεσα στο σκληρό thrash metal των SLAYER και POSSESSED και στη γέννηση του death metal όπως το γνωρίσαμε με μπάντες όπως οι MORBID ANGEL και DEATH.
Η πολυαναμενόμενη επανένωσή τους ήρθε αρχικά το 2013, με μεμονωμένες εμφανίσεις, αλλά τα τελευταία χρόνια το συγκρότημα έχει επιστρέψει με πλήρη δυναμική. Παρά την ξαφνική απώλεια του Jim Durkin το 2023, οι DARK ANGEL συνεχίζουν με πάθος, αποτίνοντας φόρο τιμής στην κληρονομιά τους. Οι Gene Hoglan, Eric Meyer, Ron Rinehert Mike Gonzalez και Laura Christine, κινούμενοι ανάμεσα στο παλιό και το νέο, έχουν ετοιμάσει και νέο στούντιο άλμπουμ – το πρώτο νέο υλικό από το 1992! Ο τίτλος του είναι “Extinction Level Event”, θα κυκλοφορήσει από τη Reversed Records και θα έχει και συνθετικά credits από τον πρόσφατα εκλιπόντα κιθαρίστα Jim Durkin.
Η εμφάνισή τους στο Gagarin 205 Live Music Space δεν είναι απλά ένα ακόμα live, είναι ένα τελετουργικό! Ένα κάλεσμα σε όσους θέλουν να ζήσουν την αυθεντική, ανόθευτη, ακραία έκφραση του thrash metal. Με κομμάτια όπως τα “Darkness Descends”, “The Burning Of Sodom”, “Perish In Flames”, “Death Is Certain (Life Is Not)”, “Merciless Death”, “Leave Scars”, “No One Answers”, “The Promise Of Agony”, “The Death Of Innocence”, “Never To Rise Again”, “We Have Arrived”, “Time Does Not Heal”, “Psychosexuality” και πολλά ακόμα, υπόσχονται ένα ανεπανάληπτο show.
Αν το όνομα DEMOLITION HAMMER σας προκαλεί αυθόρμητο δέος, τότε ξέρετε πολύ καλά τι σημαίνει πραγματικός μουσικός όλεθρος. Το κουαρτέτο από τη Νέα Υόρκη υπήρξε πάντα το πιο ωμό, βίαιο και αδιαπραγμάτευτο κεφάλαιο του Αμερικανικού thrash – ένα κράμα ταχύτητας, βαρβαρότητας και καταιγιστικού groove που συνδέει το thrash metal με το death metal.
Με δύο ανεπανάληπτα άλμπουμ, το “Tortured Existence” (1990) και το “Epidemic Of Violence” (1992), οι DEMOLITION HAMMER κατέθεσαν ένα ηχητικό μανιφέστο που παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ακραία σκηνή. Τα “Infectious Hospital Waste”, “Crippling Velocity”, “.44 Caliber Brain Surgery”, “Skull Fracturing Nightmare”, “Pyroclastic Annihilation”, “Human Dissection” και φυσικά το ομότιτλο “Epidemic Of Violence” παραμένουν ύμνοι στο thrash metal πάνθεον, επηρεάζοντας γενιές μουσικών και ακροατών. Αργότερα κυκλοφόρησαν και το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ τους “Time Bomb” (1994), το οποίο αν και ηχητικά κινούταν και ανήκει στον χώρο του thrash metal, διέφερε σημαντικά από τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους (ήταν πιο mid tempo και λιγότερο ωμό, βίαιο, λυσασσμένο και επιθετικό).
Μετά από μία μακρά περίοδο απουσίας, οι DEMOLITION HAMMER πραγματοποίησαν το πολυαναμενόμενο comeback τους, αποδεικνύοντας ότι ούτε το πέρασμα των δεκαετιών, ούτε οι μουσικές τάσεις μπορούν να μετριάσουν την ωμή δύναμή τους. Την Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025 το συγκρότημα υπόσχεται ένα setlist γεμάτο κλασικά κομμάτια που θα συντρίψουν κάθε αντίσταση!
Η σύμπραξη DARK ANGEL και DEMOLITION HAMMER σε μία και μόνο βραδιά δεν είναι απλώς ένα ακόμα live, είναι μια σπάνια συγκυρία που κανείς λάτρης του thrash metal δεν πρέπει να χάσει και θα έχει την ευκαιρία να δει ΜΟΝΟ στην Ελλάδα!!! Δύο συγκροτήματα που ενσαρκώνουν την πιο ακραία, τίμια και ατόφια εκδοχή του ιδιώματος θα μοιραστούν τη σκηνή, προσφέροντας ένα ανεπανάληπτο double-bill γεμάτο αδρεναλίνη, ιδρώτα και ανελέητο moshpit. Κάθε στιγμή της βραδιάς θα είναι μια ωδή στη σκληρότητα και την αυθεντικότητα που χαρακτήρισε το thrash metal στις ένδοξες δεκαετίες του ’80 και ’90. Ένα ατόφιο old-school metal γλέντι, με δύο από τα σημαντικότερα ονόματα της παγκόσμιας σκηνής σε πλήρη δράση.
Την συναυλία θα ανοίξουν οι MEMORAIN, ένα αρκετά παλιό εγχώριο thrash metal σχήμα που επανέρχεται ατο προσκήνιο και που μετράει ήδη εννέα στούντιο άλμπουμ στο ενεργητικό του και αρκετές ζωντανές εμφανίσεις, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας μας. Πιο γνωστό κομμάτι τους το “TV War” από το “Reduced To Ashes” (2006) που μέρος του χρησιμοποιήθηκε ως εισαγωγή για την τηλεοπτική μουσική εκπομπή TV War. Την σκυτάλη θα παραδώσουν στους MEMORAIN, οι νεοσύστατοι και ιδιαίτερα ελπιδοφόροι death thrashers CULT OF ORPIST από την Λαμία και μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει ένα EP και ένα άλμπουμ.
Αν ρωτήσεις τον μέσο MEGADETH οπαδό, θα σου πει μάλλον πως το χειρότερο άλμπουμ της μπάντας είναι το “Risk” αφού πρόκειται ξεκάθαρα για ένα alternative rock άλμπουμ, με ότι και όσα αυτό συνεπάγεται. Ωστόσο, αν κάτσουμε να σκεφτούμε λίγο πιο προσεχτικά το όλο θέμα, μπορεί εν τέλει να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως, γι’ αυτό που είναι, το “Risk” δεν είναι καθόλου άσχημο, ειδικά αφού έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα και έναν ξεκάθαρο στόχο που, μουσικά τουλάχιστον, πιστεύω πως επετεύχθη.
Το άλμπουμ που ακολούθησε ωστόσο, “The world needs a hero”, που κυκλοφόρησε στις 15 Μαΐου 2001, είναι ένα μουσικά μπερδεμένο άλμπουμ που θέλει τη μπάντα του Dave Mustaine να επιστρέφει στις thrash ρίζες του, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, ενώ προφανώς διατηρεί τις pop/AOR/alternative τάσεις του “Risk”. Επιπλέον, το “The world needs a hero” γράφτηκε στον απόηχο μεγάλων αλλαγών στο –ομολογουμένως πιο αγαπητό- επιτελείο της μπάντας, καθώς έφυγε ο Marty Friedman και, πριν το “Risk”, είδαμε την αποχώρηση του ντράμερ Nick Menza. Στη θέση του τελευταίου, ο Jimmy DeGrasso δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση και ο τρομερός Al Pitreli στη θέση του κιθαρίστα που δημιούργησε σχολή στους MEGADETH, δεν πρόλαβε καν να αφήσει το στίγμα του, παρόλο που πρόκειται για σπουδαίο μουσικό.
Έχουμε λοιπόν και λέμε: σημαντικές ανακατατάξεις στο line-up, ένα άλμπουμ που πρέπει να κερδίσει πίσω τον κόσμο που προσπαθούσε να ξεχάσει το σοκ του “Risk” και έναν Dave Mustaine σε ένα, μάλλον, καλλιτεχνικό αδιέξοδο αφού το ένατο άλμπουμ υπό την επωνυμία των MEGADETH δεν ξέρει τι θέλει να είναι. Αυτό φαίνεται και από το ότι η υποτιθέμενη επιστροφή στις ρίζες είναι κάπως αμήχανη αφού βασίζεται σε ένα συνεχές κλείσιμο του ματιού στο “Rust in peace” που ενίοτε πετυχαίνει και άλλοτε μένει στη θεωρία. Άσε που η παραγωγή και η μίξη δεν προσφέρουν τίποτα στο τελικό αποτέλεσμα. Και το εξώφυλλο… αυτό το εξώφυλλο και μάλιστα από τον Hugh Syme! Α ναι, και η διάρκεια του κλείνει στα 57 λεπτά. Μιλάμε δηλαδή για το μεγαλύτερο σε διάρκεια άλμπουμ των MEGADETH μέχρι τότε. Σχεδόν μία ώρα με κομμάτια που είμαι σίγουρος ο Mega Dave θα ήθελε να ξεχάσει. Αυτό πάντως που δεν ξεχνάω είναι πως η πρώτη φορά που είδα ζωντανά τους MEGADETH ήταν στην αντίστοιχη περιοδεία που πέρασε από την Αθήνα στο Rockwave festival.
“The world needs a hero” countdown
“When” (9.14)
Απαράδεκτο τραγούδι. Ναι ναι. Σχεδόν δέκα λεπτά (μα γιατί;), με μια μεγάλη ακουστική εισαγωγή και τον Mustaine να απαγγέλει με τον γνωστό του στόμφο στίχους γεμάτους απωθημένη οργή που κατευθύνονται σε κάποια πρώην που τον πλήγωσε… πρώην σύντροφο ή πρώην μπάντα; Το κακό βέβαια δεν είναι αυτό, αλλά που το πρώτο μέρος του κομματιού τραβάει για 3.44 λεπτά μέχρι να πάρει μπρος. Και όταν αυτό συμβαίνει, έχουμε μια αντιγραφή και επικόλληση του “Am I evil” σε σημείο που αναρωτιέμαι αν κάτι θέλει να μας πει ο ποιητής γιατί αποκλείεται ο Dave Mustaine να μην αναγνωρίζει πως το ριφ, τα κουπλέ και η μελωδία είναι από αλλού. Και αυτό τραβάει για άλλα τρία λεπτά μέχρι να μπει το εντελώς άνευρο, εκτελεστικά και ηχητικά, σόλο. Και στο τέλος περιμένεις κάπου να απογειωθεί το κομμάτι αλλά μένει στάσιμο.
“Motopsycho” (3.06)
Το πρώτο single του δίσκου δεν είναι κακό. Έχει ένα σχετικά ωραίο κουπλέ, πιο ωραία γέφυρα και ένα riff που κάπως περνάει. ΟΚ. Το ρεφραίν όμως δείχνει τεμπελιά, είναι απλοϊκό και εκνευρίζει με την επανάληψη. Το κομμάτι κλείνει με fade out, κάτι που δεν συνήθιζε ο Mustaine, και μένουμε με την αίσθηση πως ακούσαμε για τρία λεπτά ένα άνευρο και βαρετό ρεφραίν.
“Promises”(4.28)
Γλυκανάλατη μπαλάντα με τη συνδρομή εγχόρδων που μιλάει για ένα ζευγάρι που μπορεί να είναι μαζί και χαρούμενο μόνο στη ζωή μετά; Όχι ευχαριστώ Dave.
“Losingmysenses”(4.40)
Από το εναρκτήριο riff, ο εκπαιδευμένος ακροατής θα πρέπει να αναφωνήσει πως το “Losing my senses” ξέμεινε από τις ηχογραφήσεις του “Risk”. Γι’ αυτό που είναι πάντως, δεν είναι καθόλου άσχημο. Αλλά δεν έχει θέση στο άλμπουμ που τάχα μου επαναφέρει τους MEGADETH στις thrash ρίζες του.
“Silentscorn” (1.42)
Πολύ μου αρέσουν τα διάφορα σύντομα intro/outro που έχει γράψει στα 00s ο Mustaine. Το “Silent scorn” είναι ένα από αυτά, με όμορφη μελωδία, σκοτεινή ατμόσφαιρα και την έκπληξη της τρομπέτας. Αλλά στα 1.42, δεν μπορεί να ανέβει πολύ ψηλά αν και ήδη στη θέση οχτώ από τα δώδεκα.
“1.000 timesgoodbye” (6.25)
Εδώ κάπως αρχίζει κάτι να γίνεται. Ωραίο το εναρκτήριο riff αλλά γιατί τραβάει για τόση ώρα; και γιατί το τραγούδι ολάκερο ξεπερνά τα έξι λεπτά με ένα βασικό ρεφραίν να επαναλαμβάνεται σε σημείο κουραστικό; Παρόλα αυτά, τα διάσπαρτα σόλο του Pitreli θυμίζουν λίγο παλιές εποχές και το κομμάτι έχει μια ορμητικότητα, ένα thrash groove και γενικότερη προσέγγιση με τη στακάτη κιθάρα και το μπάσο. Αλλά τραβάει για πολλή ώρα και στο τέλος κάπου κουράζει ειδικά με τους διαλόγους στο τηλέφωνο με άλλη μια κακιά γυναίκα που πλήγωσε τον Dave τον οποίο πρέπει να ακούμε να κράζει και να φτύνει χολή για πολλοστή φορά. Το καταλάβαμε πως έχει απωθημένα, αλλά μήπως το παρακάνει πια;
“Disconnect” (5.20)
Το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο δεν λέει με το καλημέρα πως οι MEGADETH άφησαν πίσω τους alternative πειραματισμούς αφού και το “Disconnect” αναμφίβολα ανήκει, αν όχι στο “Risk”, τότε στο “Cryptic writings”. Αν και το riff είναι απίστευτα απλοϊκό, έχει κάτι το πιασάρικο. Το ρεφραίν είναι επίσης πιασάρικο και το κομμάτι έχει έναν δυναμισμό και μια ατμόσφαιρα που το ανεβάζουν πιο ψηλά από τα μισά κομμάτια του δίσκου. Αλλά μέχρι εκεί.
“Theworldneedsahero” (3.52)
Το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου δεν είναι άσχημο. Το ρεφραίν και πάλι με πάει πίσω στο “Risk” αλλά το υπόλοιπο έχει μια ορμητικότητα, κοφτά riff και κουπλέ, έναν Mustaine ευτυχώς σε πολιτική θεματολογία και να φτύνει σαρκαστικούς στίχους με το γνωστό του ύφος. Και κάπου εκεί ο νους πάει στο “Peace sells…” αλλά όχι για πολύ. Το μπάσιμο στη μέση βοηθά το κομμάτι να απογειωθεί και κάπου εκεί ο νους μου πήγε στο “Countdown to extinction” αλλά και πάλι για πολύ λίγο.
“Burningbridges” (5.20)
Εδώ ο Mustaine φαίνεται να έχει έμπνευση και να συνδυάζει όμορφα την τεχνοτροπία του “Rust in peace” με κείνη του “Countdown to extinction”. Όχι ότι κάνει κάτι ρηξικέλευθο αλλά ξεχωρίζει οπωσδήποτε από τον σωρό και σε κάνει να θες να το ακούς σε επανάληψη. Το ρεφραίν πάλι θυμίζει “Risk” αλλά ανάθεμα με αν το σόλο σκέλος δεν σε τραβάει από τα μαλλιά και σε στέλνει για headbanging.
“Recipeforhate…warhorse” (5.18)
Ένα από τα πρώτα πολύ δυνατά κομμάτια του δίσκου που όντως σε πάει στις thrash ρίζες του γκρουπ. Σκοτεινό, με έναν μειλίχιο Mustaine στο μικρόφωνο, σόλο που φυσικά φωνάζουν “Holy wars…The punishment due”, αφού και ο τίτλος είναι παρόμοιος (το πιάσατε το νόημα;). Έχουμε επίσης έναν σαρωτικό Pitrelli και τον DeGrasso να δείχνει πως το κατέχει με τη δίκαση ειδικά (τόση ώρα έπρεπε να περιμένουμε ρε Dave για να ακούσουμε δίκαση;). Α, και το lead μπάσο στα σκοτεινά κουπλέ έχει αυτό το κάτι που μόνο οι MEGADETH ήξεραν να κάνουν. Και ύστερα από αυτόν τον οδοστρωτήρα ακολουθεί το “Losing my senses”. Μα τι γίνεται με την σειρά των κομματιών εδώ; Και δεν θα έπρεπε να ακολουθά το “Burning bridges” κανονικά αφού κάποια θέματα επαναλαμβάνονται;
“ReturntoHangar” (3.59)
Πώς να μην ψαρώσεις μόνο με τον τίτλο; Και όμως, το κομμάτι, ένα τετράλεπτο δυναμιτάκι, κλείνει πολύ όμορφα το μάτι στο “Hangar 18” και σου λέει πως το thrash όπως το συλλαμβάνει ο νους του Dave Mustaine δεν έχει πεθάνει. Οι κιθάρες, τα riff, τα διάσπαρτα σόλο και φυσικά οι στίχοι σε πάνω πίσω στο Hangar όπως λέει και ο τίτλος αλλά το sequel δεν είναι καθόλου κακό. Το κομμάτι παίχτηκε στην Αθήνα σε κείνη τη συναυλία του Rockwave και ομολογώ πως το ευχαριστήθηκα.
1.“Dread and the fugitive mind” (4.25)
Αυτό που οι Αμερικάνοι λένε “no brainer”. Ε ναι, δεν θέλει και πολλή σκέψη. Τεράστιο χιτ με σταθερή παρουσία στα setlist μέχρι και πολύ πρόσφατα και κομμάτι που με το καλημέρα σε ξεσηκώνει και στέλνει στη στρατόσφαιρα με τον συνδυασμό τραχύτητας και μελωδίας. Θυμάμαι το 2001 να το ακούω στο repeat σε σημείο που έλεγα πως όλο το άλμπουμ είναι κορυφαίο αλλά μάλλον γιατί περιέχει το “Dread and the fugitive mind”. Το μόνο κομμάτι του δίσκου που είναι ένα δέκα στα δέκα.
WARHAMMER – CULT OF ORPIST – PENTHOS – INNER DARKNESS
Ζωντανά στην Αρχιτεκτονική, Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025
Την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου, η σκηνή της Αρχιτεκτονικής στο Γκάζι, θα βυθιστεί στο σκοτάδι, φιλοξενώντας τέσσερα συγκροτήματα που εκπροσωπούν διαφορετικές, αλλά εξίσου ακραίες εκφάνσεις του metal. Οι Warhammer επιστρέφουν δυναμικά στην Αθήνα με το μεγαλύτερο headline show της πορείας τους από το 2012, παρουσιάζοντας ένα επιβλητικό οπτικοακουστικό set 80 λεπτών. Μαζί τους, οι CultofOrpist με το ανόθευτο death/thrash metal των ‘90s, οι ανανεωμένοι και δημιουργικά ώριμοι Penthos, και οι σκοτεινοί InnerDarkness με τη φρέσκια αλλά αφοσιωμένη black metal ταυτότητά τους. Μια βραδιά αφιερωμένη στην ακραία μουσική, το πάθος και την αφοσίωση στη σκηνή. Μην τη χάσετε.
WARHAMMER: Οι Warhammer μετά από σχεδόν τρία χρόνια από την τελευταία τους εμφάνιση μαζί με τους Gaerea, επιστρέφουν στην Αθήνα για ένα μοναδικό headline show στην Αρχιτεκτονική στο Γκάζι, την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου. Το συγκρότημα θα παρουσιάσει ένα οπτικοακουστικό θέαμα διάρκειας 80 λεπτών παρουσιάζοντας τραγούδια από το επερχόμενο άλμπουμ τους, από την προηγούμενη δισκογραφία τους, αλλά και από τη δισκογραφία των Human Serpent. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σε διάρκεια ζωντανή εμφάνιση των Warhammer από το 2012 έως σήμερα σε Ελλάδα και εξωτερικό. Να είστε όλοι εκεό.
CULT OF ORPIST: Αναδυόμενοι από τα βάθη της Ελληνικής underground metal σκηνής, οι Cult of Orpist έχουν σφυρηλατήσει μια βάναυση ταυτότητα που ενσαρκώνει την ωμή επιθετικότητα του death/thrash metal της δεκαετίας του ’90. Ιδρύθηκαν στις αρχές του 2021 με έναν στόχο: να διοχετεύσουν στο κοινό τους την αγριότητα συγκροτημάτων – θρύλων όπως οι Slayer, Entombed, Sodom, Kreator και Toxic Holocaust. Μετά τη δημιουργία ενός σταθερού και στιβαρού line up κυκλοφόρησαν το ομότιτλο EP και δημιούργησαν τη βάση για το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Attack of the Zombie Cans” που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2024 μέσω της Brutal Records.
PENTHOS: Οι Penthos έχοντας ρίζες από παλιότερα, κάνουν την επίσημη επανεκκίνησή τους το 2021 και κυκλοφορούν το πρώτο ομότιτλο άλμπουμ το 2022. Το line up αλλάζει κι έκτοτε κάνουν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις στην Αθήνα και στην ελληνική περιφέρεια. Η προσθήκη του πέμπτου μέλους ολοκλήρωσε την μπάντα και τις καινούργιες δημιουργίες. Έχοντας στα σκαριά το 2ο LP που θα έχει κυκλοφορήσει μέχρι τη συναυλία αυτή, θα τους δούμε στην σκηνή να παρουσιάζουν κομμάτια και από τα δυο άλμπουμ. Η μπάντα διατηρεί το old school ύφος προσθέτοντας μελωδικά αλλά και επιθετικά θέματα και όλο αυτό ολοκληρώνεται με την μακάβρια και τελετουργική ατμόσφαιρα που δημιουργούν στην σκηνή. Θα ακολουθήσουν ανακοινώσεις για το 2ο άλμπουμ σύντομα!
INNER DARKNESS: Οι Inner Darkness είναι ένα Black metal συγκρότημα από την Αθήνα που ιδρύθηκε το 2023 και ξεκίνησαν ως studio project. Μετά την κυκλοφορία της πρώτης τους δισκογραφικής δουλειάς με τίτλο “Concupiscentia” το 2024 το συγκρότημα πραγματοποίησε την παρθενική του εμφάνιση στο “Storming the gates festival” το Μάρτιο του 2025. Η θεματολογία των Inner Darkness αφορά το σκοτάδι και την καταστροφή της ανθρώπινης ψυχής.
Τιμή εισιτηρίου:
12 ευρώ (προπώληση)
15 ευρώ (ταμείο)
Η προπώληση των εισιτηρίων πραγματοποιείται από:
Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22)
Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13)
Αλλά και από τα συγκροτήματα στέλνοντας μήνυμα στην επίσημη σελίδα κάθε μπάντας.
Στις αρχές Ιουνίου, θα ξεκινήσει και η ηλεκτρονική προπώληση, για την οποία θα υπάρξει link στην εκδήλωση.
Το τρίτο full length άλμπουμ των Νορβηγών blacksters IMMORTAL δεν σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής για τους ίδιους, αλλά και για την πρώτη γενιά του νορβηγικού black metal. Κι αυτό γιατί είναι ο τελευταίος δίσκος σημαντικού σχήματος που είχε τα χαρακτηριστικά της πρώιμης μορφής του μαυρομεταλλικού ήχου.
Γι’ άλλη μια φορά ο Abbath και ο Demonaz συμμετέχουν στον ακήρυχτο διαγωνισμό ταχύτητας που επιδίδονταν τα περισσότερα σχήματα μέχρι και τα mid 90s. H ηχητική αναφορά στους BATHORY του “Under the sign of black mark” είναι πιο εμφανής από ποτέ. Υποτίθεται ότι ο Abbath ανέλαβε τα drums, αλλά μάλλον χρησιμοποιήθηκε drum machine που ακούγεται τουλάχιστον άτεχνο. Κύριο χαρακτηριστικό του δίσκου είναι οι φρενήρεις ταχύτητες με πλήρη ανεπάρκεια riffs και διάσπαρτες lead κιθάρες. Ο ήχος που έβγαλε ο Pytten είναι ο πιο ακατέργαστος που έχει βγει ποτέ από τα Grieghallen studios της πόλης τους, Bergen. Αν παρατηρήσετε την τοποθέτηση των φωνητικών, σε πολλά σημεία είναι εντελώς αποκομμένα από τη μουσική, διαμορφώνοντας φωνητικές γραμμές εντελώς ξεκάρφωτες όπως στην περίπτωση του “At the stormy gates of mist”
Χωρίς αμφιβολία το επίπεδο των συνθέσεων δεν αγγίζουν ούτε στο ελάχιστο τον προκάτοχό του, “Pure holocaust”. Εκείνο θεωρείται μέχρι και σήμερα ως ένα από τα πληρέστερα άλμπουμ στην ιστορία του μαυρομεταλλικού ήχου, κάτι που σίγουρα δεν ισχύει για το “Battles in the north”. Όμως αυτός ο δίσκος έχει το πιο γνωστό τους κομμάτι, το “Blashyrkh (Mighty ravendark)”, το οποίο δεν έλειψε ποτέ από τις συναυλίες τους έκτοτε. Είναι κομμάτι σταθμός για τους IMMORTAL και θεματολογικά γιατί εδώ παρουσιάζεται για πρώτη φορά το Blashyrkh, που είναι ο δίσκος τους φανταστικός κόσμος στα πρότυπα των αντίστοιχων του Τόλκιν. Οπτικοποιήθηκε σε video clip το οποίο την εποχή που βγήκε έκανε αίσθηση, μιας και παιζόταν και στο MTV μεγαλώνοντας την fanbase τους.
Για την προώθηση του άλμπουμ οι IMMORTAL ήταν support στους, τότε, τεράστιους MORBID ANGEL. Αυτή η περιοδεία έδειξε ότι πλέον δεν ήταν underground μπάντα και η σκυτάλη του death metal στο black metal ως κύριο ρεύμα στο extreme metal είναι δεδομένη. Το “Grim and frostbitten kingdoms” έγινε video clip με τον Hellhammer να εμφανίζεται μαζί τους, γεγονός που παραξένεψε όσους το είδαν. Έγινε, όμως, γιατί τους ακολούθησε στις συναυλίες προώθησης του δίσκου, μιας και οι MAYHEM και οι ARCTURUS δεν ήταν ενεργοί συναυλιακά στα mid 90s.
Καταληκτικά είναι από τους λιγότερο εμπνευσμένους δίσκους τους στα 90s, ακολουθώντας μια μονοδιάστατη λογική στις συνθέσεις. Διόλου τυχαία στα setlists τους μόνο το “Blashyrkh (Mighty ravendark)” επιλέγεται, μιας και είναι το πιο ολοκληρωμένο κομμάτι του δίσκου. Η φωτογράφιση στα χιόνια έπαιξε ρόλο στο να μετατοπιστεί οπτικά το black metal από το αυστηρά αντιχριστιανικό του προφίλ σε αντίστοιχες φωτογραφίσεις, αποτυπώνοντας την παγωμένη ηχητική τους.
Did you know that:
Ο τίτλος του δίσκου ήταν να χρησιμοποιηθεί για το ντεμπούτο τους. Μετά από αλλαγές στους στίχους προτιμήθηκε το “Diabolical fullmoon mysticism”. Έτσι χρησιμοποιήθηκε το “Battle in the north” για αυτό το άλμπουμ, το οποίo κατέληξε η χρήση του στον πληθυντικό (battles).
Οιστίχοιτων “Cursed realms of the winterdemons” και “Circling above in time before time” έχουναναφορέςστο “The underdark” απότο “Dungeons & Dragons”
Τα video clips γιατα “Blashyrkh (Mighty ravendark)” και “Grim and frostbitten kingdoms” κυκλοφόρησανσεβιντεοκασέταμετίτλο “Masters of nebulah frost”, πουείναιστίχοςαπότοκομμάτιτουδίσκου “Throned by blackstorms”. Ήταν η πρώτη φορά που θα κυκλοφορούσαν με αυτόν τον τρόπο video clips ενός metal σχήματος, κάτι που θα γίνει και με άλλα σχήματα τα επόμενα χρόνια όπως οι BURZUM και οι SATYRICON.
To promo CD έχει διαφορετικό εξώφυλλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στις επανεκδόσεις του δίσκου το 2021 σε βινύλιο, κασέτα και CD.
Το 1996 κυκλοφόρησε μια ειδική έκδοση σε slipcase CD, το οποίο περιλάμβανε 3 bonus tracks, τα οποία ήταν οι ηχογραφήσεις του “Immortal”. Αυτό το 7ιντσο EP είχε κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 1991 από την γαλλική Listenable και είναι η πρώτη χρονολογικά επίσημη κυκλοφορία της πρώτης γενιάς της νορβηγικής black metal σκηνής.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Orchid” – OPETH ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995 ΕΤΑΙΡΙΑ – Candlelight Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Dan Swanö ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mikael Åkerfeldt – Κιθάρες, φωνητικά
Peter Lindgren – Κιθάρες
Johan De Farfalla – Μπάσο
Anders Nordin – Τύμπανα, percussion, πιάνο
Ήταν το 1995 όταν η σουηδική μπάντα OPETH κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ με τον λυρικό τίτλο “Orchid”, ανοίγοντας τις πύλες ενός νέου τρόπου σκέψης στο ακραίο metal. Ένα έργο που έμοιαζε να αψηφά κάθε προκαθορισμένο σχήμα, κάθε προσδοκία για το τι σημαίνει “death metal”. Οι OPETH, ήδη από τα πρώτα τους βήματα, αρνήθηκαν να χωρέσουν σε κουτιά. Αντί για ευθείες κρούσεις ωμής επιθετικότητας, προτίμησαν να ταξιδεύουν μέσα σε περίπλοκες δομές, ακουστικές μεταβάσεις, ατμοσφαιρικά ξεσπάσματα και ευαισθησία.
Στην ηχογράφηση του “Orchid” συμμετείχαν τέσσερα άτομα: ο Mikael Åkerfeldt (φωνή, κιθάρα), ο Peter Lindgren (κιθάρα), ο Johan De Farfalla (μπάσο) και ο Anders Nordin (τύμπανα, πιάνο). Το κουαρτέτο αυτό, με σαφώς διαφορετικές επιρροές (από black και death μέχρι folk και κλασική μουσική), συνδύασε τις δυνάμεις του για να γεννήσει ένα άλμπουμ που μέχρι και σήμερα θεωρείται ορόσημο για το είδος.
Το “Orchid” δεν είναι ένας απλός δίσκος. Είναι ένα πλούσιο μουσικό αφήγημα. Η διάρκεια των τραγουδιών – από επτά έως και δεκατέσσερα λεπτά – φανερώνει την πρόθεση των δημιουργών: όχι απλά να γράψουν τραγούδια, αλλά να χτίσουν κόσμους. Το εναρκτήριο “In mist she was standing” μοιάζει με μουσική προσευχή στο δάσος του τίποτα, με τους κιθαριστικούς διαλόγους των Åkerfeldt και Lindgren να ανοίγουν το τοπίο σε κάτι που θυμίζει περισσότερο ρομαντική συμφωνία παρά metal κομμάτι.
Ακολουθούν τραγούδια όπως το “Under the weeping moon” και το “Forest of October” που συνδυάζουν τεχνική πολυπλοκότητα, μελωδία και αγριότητα. Το “The Apostle in triumph”, που κλείνει το άλμπουμ, είναι ένα μνημείο συναισθηματικής φόρτισης και ταυτόχρονα δύναμης. Στο ενδιάμεσο, μικρές ακουστικές στιγμές – όπως το “Silhouette” με το σόλο πιάνο του Nordin – προσδίδουν μια λυρικότητα που δεν ήταν κοινή στο metal εκείνης της εποχής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το “Orchid” ηχογραφήθηκε στα Unisound Studios υπό την επίβλεψη του Dan Swanö – ενός άλλου ιερού τέρατος της σουηδικής metal σκηνής – και μιξαρίστηκε σε μόλις λίγες ημέρες. Παρά τις περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες της εποχής και της παραγωγής, το αποτέλεσμα διατήρησε έναν πρωτογενή ρομαντισμό, μια αίσθηση αυθεντικής δημιουργικότητας. Τα φωνητικά του Åkerfeldt συνδυάζουν αρμονικά τον δαιμονικό βρυχηθμό με καθαρές, μελαγχολικές γραμμές, προμηνύοντας αυτό που θα εξελιχθεί σταδιακά στο σήμα κατατεθέν των OPETH.
Το “Orchid” ήταν μόνο η αρχή μιας πολυετούς εξερεύνησης. Παρότι οι OPETH θα εξελιχθούν ραγδαία με τα επόμενα άλμπουμ τους, οι ρίζες της ταυτότητάς τους βρίσκονται εδώ, σε αυτόν τον παρθενικό ύμνο προς την πολυπλοκότητα, το σκοτάδι και τη μελωδία. Το άλμπουμ, με την ποιητική του προσέγγιση και τις αφηγηματικές δομές του, έβαλε τις βάσεις για το progressive death metal, αλλά και για ένα νέο πνευματικό μονοπάτι μέσα στον extreme χώρο. Είναι η μουσική των OPETH ένα κάλεσμα για εξερεύνηση και στοχασμό, ένα πέρασμα από την βαναυσότητα στην ομορφιά και πάλι πίσω.
Το “Orchid” παραμένει όχι απλώς ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο, αλλά και ένα σημείο καμπής στην ιστορία του metal. Είναι ένα έργο-καθρέφτης που αποκαλύπτει την εσωτερική ανησυχία και το καλλιτεχνικό όραμα τεσσάρων νεαρών Σουηδών που ήθελαν να φτιάξουν κάτι πέρα από τα όρια. Κι αν τα λουλούδια κάποτε μαραίνονται, η Ορχιδέα των OPETH συνεχίζει να ανθίζει για εκείνους που έχουν αυτιά να ακούσουν και ψυχή να νιώσει.
ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Soldiers under command” – STRYPER ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985 ΕΤΑΙΡΙΑ: Enigma Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Wagener ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Κιθάρες – Michael Sweet
Κιθάρες – Oz Fox
Mπάσο/Πλήκτρα – Tim Gaines
Τύμπανα – Robert Sweet
Είναι αλήθεια πως ο Χριστιανισμός δεν είναι και το πιο δημοφιλές concept στο heavy metal σύμπαν, κάτι που είχε ήδη ξεκινήσει από τις απαρχές του είδους, την δεκαετία του ’70 κυρίως με τους BLACK SABBATH και τους LED ZEPPELIN, οι οποίοι συντηρούσαν μία εικόνα που προσέγγιζε το απόκρυφο, το μυστικιστικό, το διαβολικό. Ίσως και περισσότερο για την ταύτιση με το πνεύμα του ηδονισμού και της επανάστασης, ή τον παράδοξο μαγνητισμό του σκοτεινού τρόμου και την γοητεία που ασκεί η αμαρτία και το κακό.
Δεν είναι διόλου παράξενο, λοιπόν, που μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, το χριστιανικό μήνυμα απουσίαζε παντελώς από τον χώρο του heavy metal, με εξαίρεση την παράθεση κάποιων Βιβλικών ιστοριών, κυρίως αυτών που είχαν μία καλή δόση βίας και αίματος. Άλλωστε, όταν οι έγνοιες σου έχουν να κάνουν κυρίως με πάρτι, αλκοόλ, σεξ και κάθε είδους ένοχη απόλαυση, ποιος χρειάζεται την χριστιανική πίστη σε ένα κόσμο και σε μία εποχή που οι rock stars αντιμετωπίζονταν ως ημίθεοι και βάλε, ενώ ταυτόχρονα οι εκκλησιαστικοί μηχανισμοί είχαν βάλει στο στόχαστρο οτιδήποτε είχε να κάνει με την νεανική κουλτούρα και διασκέδαση; Εν προκειμένω, το heavy metal διωκόταν από την μέρα της σύλληψής του. Και αυτή η μάχη κρατούσε (και κρατάει) καλά ακόμα, μέχρι και το 1983, που το συγκρότημα των ROXX REGIME από την ευρύτερη περιοχή του Los Angeles εμφανίστηκε στην τοπική σκηνή παίζοντας σε μικρά club.
Τα αδέλφια Robert και Michael Sweet είχαν φτιάξει τους ROXX REGIME, προκειμένου να παίξουν στο δικό τους σχήμα, έχοντας δοκιμάσει την τύχη τους σε διάφορα συγκροτήματα από την εποχή της εφηβείας τους, προσπαθώντας να ζήσουν το δικό τους όνειρο στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια, υπό τους ήχους των VAN HALEN και όλου του ανερχόμενου κύματος του αμερικάνικου hard rock που έπαιρνε για τα καλά τα πάνω του τότε.
Τελικά, η σύνθεση των ROXX REGIME καταστάλαξε στους αδελφούς Michael Sweet (φωνητικά, κιθάρα και πλήκτρα) και Robert Sweet (ντραμς), τον κιθαρίστα Oz Fox και τον μπασίστα Tim Gaines. Αυτή την φορά, η ουσιώδης διαφορά από οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε ήταν ο θεματικός τους προσανατολισμός. Δεν θα ήταν ένα ακόμη συγκρότημα που θα μιλούσε για τον έκλυτο τρόπο ζωής και την ανεξέλεγκτη επιθυμία για την ηδονή κάθε είδους. Έχοντας υπάρξει ατίθασοι στα νιάτα τους, με ουκ ολίγες παρουσίες στα αστυνομικά τμήματα της περιοχής, τα δύο αδέλφια είχαν βαρεθεί όλη αυτή την φασαρία και αποφάσισαν να προσανατολιστούν σε κάτι πιο βαθύ και πνευματικό. Και για αυτό τον λόγο επέλεξαν το μήνυμα του Χριστιανισμού, διαμορφώνοντας και όλη την υπόλοιπη εικόνα τους ανάλογα. Μετονομάστηκαν σε STRYPER, από ένα σχετικό χωρίο της Αγίας Γραφής υιοθέτησαν το κίτρινο και το μαύρο ως χρώματα και έφτασαν στο σημείο να παραθέσουν ένα χωρίο του προφήτη Ησαΐα από την Αγία Γραφή: «Μα ήταν αιτία οι αμαρτίες μας που αυτός πληγώθηκε, οι ανομίες μας που αυτός εξουθενώθηκε. Για χάρη της δικής μας σωτηρίας εκείνος τιμωρήθηκε και στις πληγές του βρήκαμε εμείς τη γιατρειά». Όπου «πληγές» βλέπε “stripes” στο αγγλικό κείμενο. Σε κατοπινό live βίντεο, ο Michael Sweet δήλωσε πως το “STRYPER” είναι το ακρωνύμιο των λέξεων στην πρόταση “Salvation Through Redemption Yielding Peace, Encouragement & Righteousness”.
Όπως και να έχει, μπορούμε να πούμε ότι στον χώρο του heavy metal, τουλάχιστον, δεν υπήρχε κάτι ανάλογο μέχρι το 1983 που ηχογράφησαν τα demo τους ως ROXX REGIME. Με το χαρακτηριστικό κιτρινόμαυρο look και την μουσική τους που ακουγόταν ως μία μίξη JUDAS PRIEST, VAN HALEN και STYX (κυρίως λόγω του πιάνου και των φωνητικών που θύμιζαν αρκετά τον Dennis DeYoung των τελευταίων) έκαναν αρκετή αίσθηση για να τους προσέξει η δισκογραφική εταιρεία Enigma Records, η οποία λίγα χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το ντεμπούτο των MOTLEY CRUE , “Too fast for love”.
Η πρώτη τους κυκλοφορία ήταν το EP “The yellow and black attack” το 1984, που πούλησε πάνω από 150 χιλ. αντίτυπα τις πρώτες τρεις εβδομάδες της κυκλοφορίας του, μία εντυπωσιακή επίδοση αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν μία κυκλοφορία που περιστρεφόταν γύρω από την χριστιανική πίστη, από μία heavy metal μπάντα. Ο συνδυασμός της «σατανικής» metal μουσικής με τον χριστιανικό στίχο είχε κάνει τεράστια αίσθηση και κάπως έτσι οι STRYPER βρέθηκαν στο επίκεντρο της προσοχής, θέτοντας εαυτούς στο κέντρο της εξής παραδοξότητας: έκαναν επιτυχία όντας ανεπιθύμητοι τόσο από την μεγάλη πλειοψηφία της metal κοινότητας, θεωρώντας την μπάντα ως ένα καλοστημένο διαφημιστικό κόλπο, όσο και από τα ιδρύματα της εκκλησίας στις ΗΠΑ, τα οποία κατηγορούσαν το συγκρότημα για υποκρισία και ψεύδος προκειμένου να πλουτίσουν. Φαίνεται τελικά πως όλες οι κοινές κατηγορίες των επικριτών τους καταλήγουν στο χρήμα!
Αφού κυκλοφόρησαν ένα χριστουγεννιάτικο single τον Δεκέμβριο του 1984, με τίτλο “Reason for the season”, οι STRYPER μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν αυτό που έμελλε να είναι το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ. Για παραγωγό επέλεξαν τον τεράστιο Michael Wagener, έναν Γερμανό που ξεκίνησε την καριέρα του ως μηχανικός ήχου στο Αμβούργο τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετακόμισε στην Αμερική την δεκαετία του ’80, κατόπιν προτροπής του φίλου του Don Dokken, προκειμένου να συνεργαστούν. Μέχρι το 1985, ο Wagener είχε δουλέψει πάνω στα “Breaking the chains” και “Under lock and key” των DOKKEN, στο ομώνυμο ντεμπούτο των GREAT WHITE, στα “All for one” και “Stay hard” των RAVEN, καθώς και στην μίξη στα “Breaker”, “Restless and wild” και “Balls to the wall” των ACCEPT. Πρόκειται για παραγωγό που με τον ήχο του και την συνεισφορά του διαμόρφωσε το heavy metal στα 80s, όσο λίγοι.
Το αποτέλεσμα θα ήταν μία εξαιρετική μίξη πυρακτωμένου heavy metal και μελωδίας, με κάποιες γαλήνιες μπαλάντες εδώ κι εκεί. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο Wagener βοήθησε το συγκρότημα προς αυτή την κατεύθυνση, έχοντας διαμορφώσει ο ίδιος το στυλ του μέσα από τα sessions με τους DOKKEN και τους ACCEPT, και αυτό ακούγεται στο άλμπουμ, το οποίο, με στρατευμένη στοχοπροσήλωση στην διάδοση του χριστιανισμού στο metal κοινό, ονομάστηκε “Soldiers under command”. Έμπνευση για τον τίτλο ήταν δύο φράσεις από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο: «Κακοπάθησε λοιπόν σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού… Κανείς στρατευμένος δεν μπλέκεται στις υποθέσεις της καθημερινής ζωής, αν θέλει να είναι συνεπής απέναντι σ’ εκείνον που τον στρατολόγησε».
Από τα δέκα συνολικά τραγούδια του δίσκου, τα επτά είναι συνθέσεις του Michael Sweet, δύο τα συνέγραψε με τον αδελφό του και το κομμάτι “”Battle Hymn of the Republic” που κλείνει την δεκάδα είναι ένα στρατιωτικό τραγούδι των Βόρειων του Αμερικανικού Εμφυλίου.H πρώτη πλευρά ξεκινάει με ένα από τα πιο δυνατά τραγούδια των STRYPER γενικότερα, το ομώνυμο “Soldiers under command”, που λειτουργεί τόσο ως μανιφέστο πίστης όσο και μουσική δήλωση. Εδώ κιόλας φαίνεται πως το συγκρότημα δεν είναι ένα απλό glam πυροτέχνημα, αλλά μία ιδιαίτερη οντότητα που παρά το θρησκευτικό μήνυμα περπατάει άνετα σε speed και power μονοπάτια. Αυτό ισχύει και για τα πιο «πιασάρικα» τραγούδια τους, όπως το “Makes me wanna sing”. Ψηλές νότες από τον Sweet, κολλητική μελωδία και tempo που το κάνει αυτό που λέμε «συναυλιακό» τραγούδι. Κάπως έτσι είναι και το “Together forever”, με μία πιο glam αισθητική, και τον Sweet εκφραστικό και τεχνικά εντυπωσιακό στην ερμηνεία του. Η πρώτη μπαλάντα του άλμπουμ, το “First love”, ξεχειλίζει από αγνότητα και ειλικρίνεια, ένας προθάλαμος για να κλείσει η πρώτη πλευρά του δίσκου με τον ύμνο “The rock that makes me roll”, αρκετά heavy αλλά και επαρκώς μελωδικό, με κιθάρες που θα μπορούσαν να βρίσκονται και σε τραγούδια των DOKKEN ή των RATT.
Αν ο ακροατής δεν ξενερώσει με τους στίχους και συνεχίσει να ακούει το “Soldiers under command”, θα διαπιστώσει ότι και η δεύτερα πλευρά είναι εξίσου δυνατή με την πρώτη. Ξεκινώντας με το ίσως πιο ραδιοφωνικό τραγούδι του άλμπουμ, το “Reach out” έχει μπόλικη ενέργεια και ένα δυνατό ρεφρέν και σόλο από τον Oz Fox, ο οποίος παίζει κυριολεκτικά παπάδες (no pun intended) σε ολόκληρο τον δίσκο. Ακόμα βαθύτερα στην χώρα του glam metal και του AOR, το εθιστικό “(Waiting for) A love that’s real” παίζει με τις λέξεις, κάτι που το κάνουν γενικά οι STRYPER, καθώς μπορούν να αναφέρονται είτε στον Θεό είτε στην ρομαντική αγάπη. Στην συνέχεια, ακολουθεί ένα ακόμα χαλαρωτικό διάλλειμα με την δεύτερη μπαλάντα του άλμπουμ, “Together as one”, με ηρεμία στο πιάνο αλλά και αρκετό συναίσθημα. Η καθαρή παραγωγή και τα φωνητικά κάνουν την δουλειά εδώ, για να περάσουμε στο ίσως πιο heavy τραγούδι του άλμπουμ, το “Surrender”. Δυνατά riff, καταιγιστικά ντραμς, ένα power διαμάντι που πολλοί το παραβλέπουν λόγω … STRYPER. Αν το έγραφαν άλλοι (ονόματα δεν λέμε) ίσως να έπαιζε πολύ περισσότερο.
Τέτοια μέρα, πριν 40 χρόνια κυκλοφόρησε το “Soldiers under command” και οι STRYPER εμφανίστηκαν στα ράφια των δισκοπωλείων, σε λευκό βινύλιο, με ένας άκρως ψαρωτικό εξώφυλλο, ποζάροντας μπροστά από ένα τακτικό τεθωρακισμένο όχημα, με φουλ οπλισμό, ξεκινώντας την άτυπη σταυροφορία τους μέσα στο κόσμο των απίστων. Το άλμπουμ έγινε σύντομα χρυσό στις ΗΠΑ, το πρώτο Christian Metal άλμπουμ που το κατάφερε αυτό, πουλώντας πάνω από μισό εκατομμύριο αντίτυπα, παρά την χλεύη και την απαξίωση που δέχτηκε το συγκρότημα από fans, ΜΜΕ και Εκκλησία! To MTV έπιασε επίσης γρήγορα το νόημα και το βίντεο του “Soldiers under command” άρχισε να βγαίνει συχνά στον τηλεοπτικό αέρα. Στο αμερικάνικο Billboard, το άλμπουμ έφτασε μέχρι το νο. 84, καθώς και στο νο. 5 της υποκατηγορίας “Top Christian Albums”. Έκανε και επιτυχία στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Ιαπωνία, όπου οι STRYPER μετέβησαν την ίδια χρονιά και βιντεοσκόπησαν το ζωντανό “Live in Japan”, κατά την διάρκεια της περιοδείας που ακολούθησε την κυκλοφορία του “Soldiers under command”.
Το “Soldiers under command” δεν είναι ένα άλμπουμ που αξίζει την περιφρόνηση. Ακριβώς το αντίθετο. Είναι μεγάλη δισκάρα, το πρώτο χτύπημα αυτού που θα ονομαζόταν “Christian Μetal” ή “White Metal” (πείτε το όπως θέλετε), μία επανάσταση κόντρα στην «επανάσταση». Προς υπεράσπιση τους, όσον αφορά την υιοθέτηση «χριστιανικού» χαρακτήρα για να βγάλουν φράγκα, είμαι σίγουρος πως είναι το μοναδικό συγκρότημα που επέλεξε ένα τόσο αντι-δημοφιλές θέμα στο metal για να το κάνει σημαία του και παρόλα αυτά να πετύχει και εμπορικά. Και παρά κάποιες υπερβολές στα φωνητικά ή το γλυκανάλατο στοιχείο της χριστιανικής μπαλάντας, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως ακροβατούν με ιδιαίτερη ικανότητα ανάμεσα στο glam, στο κλασικό heavy metal και στο power metal με στοιχεία speed εδώ κι εκεί, έχουν τις μελωδίες, έχουν την θετική ενέργεια, έχουν τις άρτιες συνθέσεις και την τεχνική ποιότητα. Τι άλλο να κάνουν; Σπαθιά να καταπιούν; Σε μια εποχή όπου το heavy metal συχνά ασχολούνταν με (και πουλούσε) το φανταστικό, την εξέγερση, την ηδονή και το θέαμα, ο συνδυασμός πνευματικότητας, μουσικής δεξιοτεχνίας και καλογραμμένων συνθέσεων των STRYPER, τους έκανε να ξεχωρίζουν με τον πιο απίθανο -και αξέχαστο- τρόπο.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 27, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to