Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 81

VENOM INC. / KRISIUN / HATE / ATER: 6(66) λόγοι για να παρευρεθείτε στα live τους

0
Venom Inc

Venom Inc

Οι VENOM INC. ή αλλιώς οι συνεχιστές της βαριάς κληρονομιάς του ονόματος των VENOM έρχονται στην Αθήνα στις 16 Μαΐου στο Gagarin και μία μέρα νωρίτερα, στη Θεσσαλονίκη (Principal) σε δύο πολυαναμενόμενες συναυλίες. Με εκλεκτή παρέα τους Βραζιλιάνους KRISIUN, τους Πολωνούς HATE και τους Χιλιανούς ATER, οι Tony “Demolition Man” Dolan στο μπάσο και στα φωνητικά, Curran Murphy στις κιθάρες και Marc Jackson στα τύμπανα, αναμένεται να προκαλέσουν το απόλυτο μακελειό εκείνη τη βραδιά.

Λίγο πριν την κυκλοφορία του “Ave” το 2017 είχα γράψει ένα αφιέρωμα για τα χρόνια του Dolan στους VENOM και σας προτείνω να ανατρέξετε εκεί για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τους δίσκους που κυκλοφόρησαν εκεί. Αφήνω στην άκρη τα θέματα που προέκυψαν ανάμεσα σε Dolan, Abaddon και Mantas (μπάχαλο, ή αλλιώς… πάμε όλοι μαζί: “Τυπικές VENOM καταστάσεις!” ) και ας επικεντρωθούμε στην ουσία, δηλαδή στη μουσική. Παρακάτω λοιπόν σας παραθέτω μερικούς πολύ σοβαρούς λόγους που καθιστούν τη συγκεκριμένη συναυλία άχαστη.

  1. Οι δίσκοι των VENOM με τον Dolan. To “Prime evil” θεωρείται δικαίως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει κάτω από το όνομα των VENOM, ενώ και τα “Temples of ice” και “The waste lands” είναι πολύ σοβαρά άλμπουμ και άκρως υποτιμημένα. Με δεδομένο ότι η συγκεκριμένη περίοδος έχει αποκηρυχθεί από τον Cronos, είναι μια μοναδική ευκαιρία να ακούσουμε κάποια κομμάτια από αυτά τα άλμπουμ ζωντανά. Προσωπικά λατρεύω τα συγκεκριμένα άλμπουμ και θεωρώ ότι έχουν κάποια τραγούδια που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από αυτά του κλασικού line up, ενώ παράλληλα, η πρόσφατη επανακυκλοφορία τους θα δώσει την ευκαιρία σε πολύ κόσμο να τα αποκτήσουν, ιδίως τα δύο τελευταία που ήταν αρκετά δυσεύρετα και μάλιστα η τιμή τους ήταν αρκετά εξωφρενική. Ξέρω επίσης και ουκ ολίγους που γουστάρουν περισσότερο την περίοδο των VENOM με τον Dolan παρά με τον Cronos. Προφανώς και δεν τους αδικώ. Και μόνο το “Prime evil” να είχε κυκλοφορήσει θα αρκούσε γι’ αυτήν την άποψη. Προκαλώ πραγματικά όμως τον οποιοδήποτε να ακούσει και τα “Temples of ice” και (κυρίως) το “The wastelands” και να μην τα γουστάρει. Καταλαβαίνω ότι το βάρος μάλλον θα πέσει σε πιο κλασικά κομμάτια των VENOM ή σε αυτά των VENOM INC. αλλά δεν θα με χάλαγε καθόλου να ακούσω περισσότερα κομμάτια από αυτά τα άλμπουμ ζωντανά.
  2. Τα άλμπουμ των VENOM INC. “Ave” και “There’s only black” είναι δισκάρες και ισοπεδώνουν ό,τι έχουν κυκλοφορήσει οι VENOM του Cronos τα τελευταία χρόνια. Στιβαροί, ποιοτικοί δίσκοι με εξαιρετικές συνθέσεις όπως τα “Ave Satanas”, “I kneel to no God”, “How many can die”, “Burn liar burn” και ανυπομονώ να τα ακούσω ζωντανά. Αν τυχόν δεν  έχετε ακούσει ακόμα αυτά τα άλμπουμ, ακούστε τα… ΧΘΕΣ !! Cronos, βάλε μυαλό και παραδειγματίσου και μάθε μπαλίτσα από τον κύριο Dolan!
  3. Η ερμηνεία του Dolan στα κλασικά κομμάτια των VENOM. Όσοι έχουν ακούσει ή έχουν δει τον Dolan ζωντανά, έχουν να λένε για την παθιασμένη απόδοση του στα τραγούδια του Cronos. Φυσικά ο Dolan δεν είναι Cronos, και το αναγνωρίζει και ο ίδιος αυτό, όμως τραγουδάει με έναν δικό του εκφραστικό τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Το γεγονός ότι λειτουργεί πρώτα σαν οπαδός και μετά σαν μουσικός, επιδρά καταλυτικά στην απόδοση του και αυτό φαίνεται. Ψάξτε να ακούσετε κάποια παλιά κομμάτια των VENOM ζωντανά με τον Dolan στα φωνητικά ή τις επανεκτελέσεις που έχει κάνει με τον Mantas στους M:PIRE OF EVIL και θα καταλάβετε τι εννοώ. Σαφώς και υπάρχει το ανάλογο μπάχαλο, από τη μία οι VENOM, από την άλλη οι VENOM INC. Για τον Dolan όμως, τα πράγματα είναι πιο απλά και ξεκάθαρα από ό,τι δείχνουν. Σε συνέντευξη του για την ύπαρξη τόσο των VENOM όσο και των VENOM INC. μου είχε πει χαρακτηριστικά ότι “Είναι σαν να σου αρέσει το παγωτό και κάποιος να σου προσφέρει να φας όσο περισσότερο μπορείς, δεν θα πεις όχι. Στη χειρότερη να σε πιάσει το στομάχι σου. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα. Οπότε έχεις όσο το δυνατόν περισσότερη μουσική.” Και ποιος είμαι εγώ που θα διαφωνήσω;
  4. Ο ίδιος ο Tony Dolan. Όπως ανέφερα και παραπάνω, ο Dolan θεωρεί τον εαυτό του πρώτα οπαδό και μετά μουσικό. Αυτό σημαίνει ότι μιλάμε για έναν απίστευτα απλό και προσιτό άνθρωπο χωρίς ίχνος συμπεριφοράς rock star, που αναγνωρίζει ότι χωρίς τους οπαδούς, δεν θα ήταν σε αυτή τη θέση. Πώς είναι ο Cronos δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο!5. Οι συμπαίκτες του στους VENOM INC. Marc Jackson και Curran Murphy. O Jackson έχει παίξει τύμπανα στο τελευταίο άλμπουμ των θρυλικών ACID REIGN “The age of entitlement” ενώ έχει συνεργαστεί με τους Mantas και Dolan στους M:PIRE OF EVIL στο άλμπουμ “Crucified” του 2013 και σε ένα live άλμπουμ το Από την άλλη ο Murphy μόνο τυχαίος κιθαρίστας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καθώς το πέρασμα του από τους ANNIHILATOR και τους NEVERMORE δεν θεωρείται επ’ ουδενί αμελητέο, ενώ συμμετέχει επίσης στους μελωδικούς death metallers 72 LEGIONS και τους power/ thrashers SHATTER MESSIAH. Σίγουρα η αποστολή τους να αντικαταστήσουν τους Jeramie Kling και Mantas δεν ήταν καθόλου εύκολη αλλά τα δείγματα που έχουν διαρρεύσει δείχνουν μια καλοδουλεμένη και συμπαγή τριάδα, με πολύ καλή χημεία ανάμεσα τους που θέλω πολύ να την δω να αποτυπώνεται, όχι μόνο ζωντανά αλλά (γιατί όχι; ) και σε ένα στούντιο άλμπουμ.

    6.(66) Οι μπάντες που συνοδεύουν τους VENOM INC συνθέτουν ένα άκρως εκρηκτικό και ενδιαφέρον μίγμα που σίγουρα αξίζει τον κόπο για κάποιον να πάει από νωρίς στο Gagarin για να τους δει. Τη συναυλία ανοίγουν οι αινιγματικοί Χιλιανοί black/death metallers ATER. Με μόλις δύο άλμπουμ στο ενεργητικό τους, τα “Eternal gray spiral” του 2018 και “Somber” του 2024, οι ATER έχουν καταφέρει να προκαλέσουν αρκετό ντόρο γύρω από το όνομα τους, τόσο με την μυστικιστική τους σκηνική παρουσία όσο και με τα στοιχεία του doom, gothic και progressive που εμπλουτίζουν τη μουσική τους και την κάνουν αρκετά ξεχωριστή. Συνέχεια με τους Πολωνούς και ιδιαίτερα αγαπητούς blackened death metallers ΗΑΤΕ. Έχοντας στις αποσκευές τους το  εξαιρετικό δέκατο τρίτο άλμπουμ τους “Bellum Regiis” που κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγες ημέρες, οι HATE έρχονται δείχνοντας σε δαιμονισμένη φόρμα και αποφασισμένοι να πάρουν κεφάλια με την επιβλητική και δυσοίωνη τους μουσική. Τέλος, οι Βραζιλιάνοι  death metallers KRISIUN, επίσης πολύ αγαπητοί στο ελληνικό κοινό, θα αναλάβουν να τεστάρουν τις αντοχές μας λίγο πριν το μακελειό των VENOM INC. με το δολοφονικό τους σφυροκόπημα. Με δισκογραφία έντεκα άλμπουμ, το ένα πιο μοχθηρό από το άλλο, τα αδέρφια Alex Carmago, Moyses Kolesne και Max Kolesne, υπόσχονται μια  κολασμένη εμφάνιση άψογα εκτελεσμένου death metal στα χνάρια των HATE ETERNAL και DEICIDE με σκοπό να μην αφήσουν κανένα παραπονεμένο.

Αυτά τα λίγα από εμένα, ελπίζω να σας έδωσα ένα καλό δείγμα για το τι θα περιμένουμε εκείνη τη βραδιά. Ραντεβού λοιπόν την Παρασκευή 16 Μαΐου στο Gagarin για ένα live κυριολεκτικά βγαλμένο… from the very depths of Hell!

Avé, Avé Satanas
Avé, Luciferi Excelsi

Ή αλλιώς….

Lay down your soul to the Gods rock `n’ roll

Θοδωρής Κλώνης

Mike Tramp’s WHITE LION, Γιώργος Γάκης (Κύτταρο, 10 Μαΐου 2025)

0
White Lion
Photo by Yiannis Dolas
White Lion
Photo by Yiannis Dolas

Σε μια ελληνική συναυλιακή πραγματικότητα που μέχρι πρότινος έμοιαζε, για το μελωδικό hard rock/hard ‘n’ heavy των 80s – 90s, πιο «άνυδρη» και από την Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, το τοπίο δείχνει να αλλάζει. Υπεύθυνοι για αυτό κάποιοι περίπου «τρελοί», που βάζουν πάνω από οποιονδήποτε υπολογισμό και υπολογιστικό συμφέρον την αγάπη τους για το είδος και συμμερίζονται, ως οπαδοί οι ίδιοι, τη δική μας αγάπη, το δικό μας μεράκι, μην αφήνοντάς το ευτυχώς να μετατραπεί από μεράκι σε… μαράζι!

Είκοσι χρόνια περίπου, δεκαεννιά για την ακρίβεια, πέρασαν από την προηγούμενη εμφάνιση του Mike Tramp στην Αθήνα. Μια εμφάνιση που ήθελαν να ξεχάσουν τόσο ο ίδιος, όσο και οι οπαδοί του. Γι’ αυτό και επικράτησε αναβρασμός στην είδηση πως ο Δανός μουσικός, έρχεται επιτέλους ξανά στη χώρα μας. Η hard rock κοινότητα κινητοποιήθηκε, το γεγονός συζητείτο για πολύ καιρό πριν και πολύς κόσμος έφτασε να μετρά τις μέρες σαν φαντάρος στην «Πινέζα» που περιμένει το απολυτήριο.

Με το sold out να έχει επιτευχθεί με άνεση και ταυτόχρονα να μη νιώθουμε σαν σαρδέλες Καλλιμάνης μέσα σε κονσέρβα (εύγε σε διοργάνωση και μαγαζί), το Κύτταρο ήταν παραπάνω από απλά γεμάτο. Η αλλαγή της τελευταίας στιγμής, δεν είχε κανέναν αρνητικό αντίκτυπο. Μπορεί ο Rob Wylde των MIDNITE CITY και TIGERTAILZ να μην κατάφερε να δώσει το «παρών» λόγω προσωπικού κολλήματος, ωστόσο ο Γιώργος Γάκης ήταν μια σοφή και πολύ ταιριαστή επιλογή για να τον αντικαταστήσει. Πολλά χρόνια στο κουρμπέτι ο Γιώργος, έχει φάει τα σανίδια με το κουτάλι, είναι ένας άνθρωπος στον οποίο μπορείς άνετα να στηριχτείς, για να «φτιάξει κλίμα» από την αρχή.

Διασκευές σε πασίγνωστα, πολυαγαπημένα μας τραγούδια καθώς και δικές του συνθέσεις ακούσαμε και η ώρα που του αναλογούσε, πέρασε «νεράκι». Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο ίδιος απομακρυνόταν από το μικρόφωνο για να αφήσει τον κόσμο να τραγουδήσει και αυτός, καταλαβαίνοντας αμέσως τι είχε στο νου του ο Έλληνας rocker, ανταποκρινόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έτσι, όταν η εμφάνισή του έφτασε στο τέλος της, το θερμό χειροκρότημα έμοιαζε να έρχεται αβίαστα. Σίγουρα, το ότι τον είδαμε στο ίδιο ακριβώς προσχεδιασμένο concept, δηλαδή χωρίς τους THE TROUBLEMAKERS και με μόνη συντροφιά την ακουστική του κιθάρα, ήταν μια ιδέα από πλευράς διοργάνωσης που πέτυχε τον σκοπό της.

Ήταν ακριβώς 21:27 (κοίταξα το ρολόι μου που δε χάνει ποτέ), όταν η εισαγωγή του “Lights and thunder” ακούστηκε στο Κύτταρο, συνοδεύοντας τον Mike Tramp και τη μπάντα του, καθώς έπαιρναν τις θέσεις τους. Πλήρης η αποθέωση, οι επευφημίες δονούσαν το club πριν καν παιχτεί νότα και με το που «έσκασε» το εναρκτήριο riff, ήταν λες και «σκάσαμε» και εμείς οι ίδιοι! Ξέρεις, είναι κάποιες φορές που καταλαβαίνεις από το πρώτο τραγούδι πως θα εξελιχθεί η συναυλία, αν θα είναι καλή, μέτρια, κακή… Ε, με το “Hungry” να ακολουθεί «στα καπάκια», ήμασταν όλοι σίγουροι πως το τέλος της βραδιάς, θα μας έβρισκε με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο. Και μας βρήκε!

Ναι, ξέραμε πως αυτό που βλέπαμε, δεν ήταν οι WHITE LION. Κανείς δεν είχε την απαίτηση αυτή, οπότε, κανείς δεν ξενέρωσε. Για στάσου όμως… Το συγκρότημα που έχει μαζί του ο Δανός frontman, είναι καταπληκτικό! Ειδικά ο «χαμένος δίδυμος αδερφός του Joe Perry», κιθαρίστας Marcus Nand, που είχε και τη δυσκολότερη αποστολή, έδωσε ένα φοβερό show! Δεν είναι και μικρό πράγμα να αντικαθιστάς και να παίζεις με άνεση τις κιθάρες ενός Vito Bratta, έτσι; Μιλάμε για έναν κιθαρίστα που συγκρίνεται μόνο με υπερ-ανθρώπους σαν τον μακαρίτη τον Van Halen, τι άλλο να σου πω; Ο Marcus λοιπόν, ήταν εξαιρετικός, «κάρφωσε» όλα τα lead μέρη και σε κάποιες φάσεις, αν έκλεινες τα μάτια, νόμιζες πως ακούς CD!

Εξίσου εξαιρετικοί ήταν και οι Claus Langeskov (μπάσο) και Brent Arcement (τύμπανα). Ο πρώτος δε, πήρε «άριστα» και στα δεύτερα φωνητικά τα οποία υποστήριζαν τον Tramp, μαζί με τον Nand. Γενικά, όπως τους έβλεπες τους τρεις τους, φαινόταν πως πρόκειται για μουσικούς που το hard rock κυλάει στο αίμα τους και έχει «ποτίσει» την ύπαρξή τους, μέχρι το μεδούλι! Και πάμε τώρα στον ίδιο τον Mike Tramp…

Photo by Yiannis Dolas

Τα χρόνια έχουν περάσει και ο Mike δεν είναι αυτός του “Pride” και του “Big game”. Χάλασε αυτό κάτι από τη βραδιά; Όχι! Γιατί; Γιατί πρώτον, ο Mike δεν ήταν ποτέ ο μεγάλος τραγουδιστής. Δεν ήταν Ray Gillen, Miljenko Matijevic, Andi Deris, Tommy Heart, Steve Lee ή κι εγώ δεν ξέρω ποιον ακόμη μπορείς να φανταστείς, που να είχε αυτό που λέμε «φωνάρα». Τι είχε ο Mike; Χαρακτήρα! Μια χροιά που δεν την ξεχνούσες με τίποτα και μια ικανότητα να τοποθετεί τη φωνή του σωστά επάνω στις τραγουδάρες των WHITE LION, δημιουργώντας ερμηνείες χαρακτηριστικές.

Τίποτα από αυτά δεν έλειπε. Ok, τα κομμάτια παίχτηκαν πιο χαμηλά κουρδισμένα… Σιγά, σάμπως είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος που το κάνει; Ή μήπως αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη, καθόλα «νόμιμη» και αποτελεσματική τακτική, ώστε να προστατευτεί ο τραγουδιστής από τη φθορά του χρόνου; Μια χαρά λοιπόν πήγε το ερμηνευτικό μέρος, τηρουμένων των αναλογιών και συνδυάζοντάς το με την αναμενόμενα τέλεια σκηνική του παρουσία, που «έπαιζε» το κοινό «στα δάκτυλα», οδηγηθήκαμε σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: Ο Tramp τίμησε το αντίτιμο του εισιτηρίου μέχρι κεραίας!

Setlist; Ιδανική. Έλειψε κάτι; Ίσως, μα όχι εκείνη την ώρα. Εκείνη την ώρα διασκεδάζαμε με τη ψυχή μας! Τα προσωπικά μου highlights ήταν το “Hungry”, οι περίπου heavy metal εκτελέσεις των “Lonely nights” και “All the fallen men” (σείστηκε ο τόπος από τις riff-άρες του Nand), τα “Wait” και “Broken heart” που παίχτηκαν στην σειρά και εκτόξευσαν κι άλλο την ήδη απογειωμένη βραδιά και φυσικά το καταληκτικό “Lady of the valley”, που όλοι από κάτω το περίμεναν ως μάννα εξ ουρανού. Σίγουρα, το τραγούδι που κάνει το μεγαλύτερο «γκελ» μεταξύ των οπαδών και όχι άδικα, μιας και πρόκειται για αριστούργημα. Ένα από τα όχι λίγα, που έγραψε το Λευκό Λιοντάρι!

Άλλες μικρές λεπτομέρειες που έκαναν εντύπωση; 1) Τα αρκετά παιδιά νεαρής ηλικίας στο κοινό, γεγονός που προκάλεσε τον θαυμασμό του Tramp. «Θα περίμενε κανείς η γενιά του Spotify να ακούει μόνο Taylor Swift κι όμως, είστε εδώ, σε μια συναυλία WHITE LION και σας ευχαριστώ!». 2) Η λατρεία του γκριζομάλλη πλέον frontman για τους THIN LIZZY, με τρανή απόδειξη τα τατουάζ με τον Philo και το ρόδο του “Black rose” και το “Out with the boys”, που «μυρίζει», μουσικά και στιχουργικά, θαλασσινή αλμύρα από Βόρειο Ατλαντικό μεριά!

Photo by Yiannis Dolas

3) Το πόσο έδειξε να υπολογίζει τους οπαδούς του, δεχόμενος με μεγάλη χαρά να μιλήσει, να φωτογραφηθεί μαζί τους και να υπογράψει ό,τι αυτοί του προσκόμιζαν. Κανένας βεντετισμός, κανένα τουπέ, κανένα ύφος χιλίων καρδιναλίων… μακάρι όλοι οι μουσικοί με τους οποίους μεγαλώσαμε και τους έχουμε στην καρδιά μας, να είναι σαν αυτόν. 4) Η υπόκλιση του Marcus Nand, μπροστά σε ένα κοινό που πρώτη φορά συναντούσε, αλλά μάλλον όχι τελευταία! Γιατί το λέω αυτό;

Γιατί τον Σεπτέμβριο που μας έρχεται, ο Tramp θα κυκλοφορήσει τον νέο του δίσκο. Αυτό που μέχρι το Σάββατο φάνταζε αδύνατο, τώρα μοιάζει εφικτό: Ο ίδιος δήλωσε πως θέλει να μας ξανάρθει και μακάρι αυτό να γίνει, για να τον δουν και όσοι για χ,ψ λόγους έχασαν ένα live ιστορικής σημασίας, για την εγχώρια hard rock κοινότητα. Είμαι υπερβολικός; Η έκφραση θαυμασμού και οι ενθουσιώδεις αντιδράσεις των αντιπροσώπων της δανέζικης πρεσβείας, που παρακολουθούσαν το live όχι από κάποια ειδική θέση αλλά μέσα στο κοινό, κατόπιν δικής τους (!) παράκλησης, είναι το καλύτερο επιχείρημα περί τούτου.

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» λοιπόν καθώς και πολλά «μπράβο» στον «δικό μας» Σάκη Νίκα, στον Γιάννη Δόλα και στα υπόλοιπα παιδιά του Rockpages gr. όχι μόνο για το ότι έφεραν τον Mike Tramp στην Ελλάδα, αλλά και για όσα έχουν κάνει και για όσα, καλά να είμαστε, θα κάνουν στο μέλλον. Γκάιζ, γιου ρούλ!

ΥΓ 1: Πολύ πλούσιο το παρασκήνιο, όσον αφορά σκηνικά και ατάκες στο κοινό. Αν υπήρχε παρακάμερα, θα μετρούσαμε χιλιάδες views. Αλλά δεν υπάρχει, οπότε, δεν λέω το παραμικρό!

ΥΓ 2: Νίκα, καφέ στο γνωστό μέρος, ώρα 08:33

ΥΓ 3: Δεν έχει, ήταν μπλόφα.

Ανταπόκριση: Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες: Πέτρος Παπαπέτρος

SETLIST: 1. Lights and thunder 2. Hungry 3. Lonely nights 4. Out with the boys 5. All the fallen men 6. El Salvador 7. Little fighter 8. Living on the edge 9. Tell me 10. Love don’t come easy 11. When the children cry 12. Cry for freedom 13. Wait 14. Broken heart 15. Farewell to you 16. Lady of the valley

A day to remember… 12/5 [MESHUGGAH]

0
Meshuggah

Meshuggah

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Destroy erase improve” – MESHUGGAH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Daniel Bergstrand / MESHUGGAH
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά – Jens Kidman
Κιθάρες – Fredrik Thordendal
Κιθάρες – Mårten Hagström
Μπάσο – Peter Nordin
Τύμπανα – Tomas Haake

Στο ντεμπούτο τους, “Contradiction collapse”, οι MESHUGGAH από την Umeå της Σουηδίας αποστραγγίζουν τις παραδοσιακές thrash metal επιρροές τους, προσφέροντας μας ένα ελκυστικά αλλοπρόσαλλο άλμπουμ κι έπρεπε να περάσουν τρία χρόνια για την κυκλοφορία νέου υλικού, με το “None” (1994), ένα EP πέντε τραγουδιών να λειτουργεί κατά μία έννοια ως μανιφέστο για την μετέπειτα πορεία τους, αποσαφηνίζοντας την ίδια στιγμή τη μουσική τους θέση στη metal σκηνή. Με τον Mårten Hagström, παιδικό φίλο του drummer Tomas Haake από τους BAROPHOBIA, να έχει αναλάβει τη δεύτερη κιθάρα και τον Jens Kidman να αφοσιώνεται αποκλειστικά στη φωνή και με κανένα απολύτως κριτήριο στο πως πρέπει να ακούγονται, οι MESHUGGAH διατηρούν κάποια από τα γνώριμα στοιχεία τους όπως το περίπλοκο παίξιμο και τα επιθετικά gang vocals αλλά ακούγονται αρκετά πιο heavy, έχοντας επαναπροσδιορίσει το μουσικό τους ύφος, με το τελικό αποτέλεσμα να μην θυμίζει τίποτα οικείο.

Ξεπερνώντας ατυχίες όπως το παραλίγο Iommi-κό ατύχημα του κιθαρίστα Fredrik Thordendal ενώ δούλευε ως μαραγκός και του Tomas Haake σε τόρνο καθώς και την καταστροφή του εξοπλισμού τους μετά από πλημμύρα, τον Ιανουάριο του 1995 ολοκληρώνουν μία περιοδεία στα πλαίσια του Nuclear Blast Festival μαζί με συγκροτήματα όπως οι BENEDICTION, AMORPHIS, DISMEMBER και HYPOCRISY και τον Φεβρουάριο απομονώνονται στα Soundfront Studios στην Uppsala, με παραγωγό τον Daniel Bergstrand (FACE DOWN, IN FLAMES, SYL) για την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους.

Εδώ ξεκινά μία εξαιρετική συνεργασία με τις δύο πλευρές να τα βρίσκουν απόλυτα μεταξύ τους εξ αρχής, με τον Bergstrand να αντιλαμβάνεται πλήρως το όραμα του συγκροτήματος και τους MESHUGGAH να αφοσιώνονται εξ ολοκλήρου στο πώς να αποδώσουν όσο το δυνατό καλύτερα τα τραγούδια έχοντας ως αποτέλεσμα ένα άλμπουμ πραγματική κοσμογονία. Οι MESHUGGAH του “Destroy erase improve” ήταν ένα εντελώς διαφορετικό συγκρότημα από αυτό που είχε γνωρίσει ο κόσμος τέσσερα χρόνια πριν στο “Contradiction collapse”. Αρκετά πιο φρέσκο και ανανεωμένο και σίγουρα βελτιωμένο σε όλους τους τομείς με τον τίτλο του άλμπουμ να παραπέμπει στα παραπάνω, μιας κι έπρεπε να καταστρέψουν το πως δούλευαν στο παρελθόν και να ξεκινήσουν σε εντελώς νέα βάση.

Το μηχανικό και συντονισμένο παίξιμο, οι στακάτες ρυθμικές κιθάρες και το γρεζάτο μπάσο του Peter Nordin, τα εξωφρενικά Holdsworth-ικά κιθαριστικά lead του Fredrik Thordendal, τα εμμονικά και θηριώδη φωνητικά του Jens Kidman, έχοντας μια παραγωγή-εφαλτήριο για αρκετούς συμπατριώτες τους, αποτέλεσαν μονάχα μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά του “Destroy erase improve”. Ενός άλμπουμ που έμελλε να εμπνεύσει μία ολόκληρη γενιά συγκροτημάτων, αποτελώντας πρόσφορο έδαφος που αποδίδει καρπούς μέχρι και σήμερα. Από τις πρώτες δυσαρμονικές νότες του “Future breed machine”, με το εκπληκτικό solo και χρήση breath controller από τον Thordendal, μιμούμενος τη χροιά του σαξοφώνου μέχρι και το κλείσιμο του “Sublevels” με τις KING CRIMSON νευρικές απολήξεις, βομβαρδίζεσαι από το πολυρυθμικό drumming του Haake και τα περίεργα μέτρα, με την τεχνική αυτή πλευρά τους να μην αποτελεί αυτοσκοπός μιας και τους βγαίνει ενστικτωδώς, με 100% metal απόδοση και με ύμνους όπως τα “Suffer in truth”, “Terminal Illusions” και “Soul burn”.

Σχεδόν ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του “Destroy erase improve”, oι MESHUGGAH βγαίνουν σε περιοδεία μαζί με τους MACHINE HEAD, οι οποίοι τότε προωθούσαν το εξαιρετικό ντεμπούτο τους “Burn my eyes”, έχοντας μαζί τους MARY BEATS JANE, το συγκρότημα του Peter Dolving πριν δημιουργηθούν οι THE HAUNTED και γι’ αυτό το λόγο κυκλοφορεί το “Selfcaged” EP που περιέχει τα “Vanished”, “Suffer in truth”  και “Inside what’s within behind” από ηχογράφηση του 1994 καθώς και το “Gods of rapture” από live εμφάνισή τους στο Hultsfreds Festivalen. Λόγω ασθένειας του μπασίστα Peter Nordin, στις περιοδείες που ακολούθησαν με τους CLAWFINGER και τους HYPOCRISY αντικαταστάθηκε από τον Gustaf Hielm.

Did you know that:

  • Αν και το “None” EP κυκλοφόρησε ένα χρόνο νωρίτερα από το “Destroy erase improve”, κάποια από τα τραγούδια είναι μεταγενέστερα από αυτά που συμπεριλήφθηκαν τελικά στο άλμπουμ. Αρχικά το “None” ήταν εξελιχθεί σε full-length άλμπουμ αλλά η Nuclear Blast τους ζήτησε να προηγηθεί η κυκλοφορία ενός EP, με τους MESHUGGAH να επιλέγουν τραγούδια που κατά τη γνώμη τους θα ταίριαζαν περισσότερο σε αυτό το format.
  • Το εναρκτήριο τραγούδι, “Future breed machine” με το χαρακτηριστικό «κελάηδημα» στο intro από την κιθάρα του Fredrik Thordendal, αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια των MESHUGGAH. Όπως προδίδουν και τα credits του άλμπουμ, οι επιρροές από  συγκροτήματα όπως οι CYNIC αλλά και jazz/fusion μουσικούς σαν τους Vinnie Colaiuta και Allan Holdsworth γίνονται αισθητές με το “Future breed machine” να περιέχει όλα αυτά τα prog στοιχεία σε συνδυασμό με τις πιο old-school metal ρίζες τους. Χαρακτηριστικό του τραγουδιού είναι η έντονη χρήση breath controller, ενός guitar effect που έφτιαξε ο αδερφός του drummer Tomas Haake, Jonas, αποκλειστικά για τον Thordendal, παραπλήσιο του volume pedal, μόνο που αντί να το χειρίζεσαι με το πόδι, φυσάς με το στόμα σαν ένα talk box και χρησιμοποιείται τόσο στην εισαγωγή όσο και στο απίστευτο solo. Έντονα πολυρυθμικό τραγούδι, με τη γραμμή των φωνητικών να αντιγράφεται από πάρα πολλούς μέχρι σήμερα και τους στίχους να μιλούν για κάθε είδους παραπλάνησης και ελεγχόμενης σκέψης πάντα υπό φουτουριστικό πρίσμα των MESHUGGAH. To “Future breed machine” είναι ένα κλασικό metal τραγούδι που όπως έχουν δηλώσει και οι ίδιοι είναι καταδικασμένοι να το παίζουν σε κάθε τους ζωντανή εμφάνιση. Στο “True human design” EP του 1997 εκτός από τη demo έκδοση του “Sane” από το “Chaosphere” που θα κυκλοφορούσε ένα χρόνο αργότερα, υπάρχει μία live εκτέλεση και τρία remix του “Future breed machine” καθώς και το “Futile bread machine (Campfire version)” που πρόκειται για μία χιουμοριστική έκδοση του τραγουδιού σε unplugged μορφή και φωνητικά από τον Tomas Haake.
  • Ο τίτλος του άλμπουμ προέρχεται από στίχο του “Future breed machine” ενώ σύμφωνα με τον Jens Kidman το εξώφυλλο προέρχεται από φωτογραφίες που έκοψαν από βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης.
  • Κατά τη διάρκεια της περιοδείας με τους MACHINE HEAD, o Peter Nordin άρχισε να νιώθει δυσφορία λόγω ιλίγγου από βλάβη στο λαβύρινθο στο αυτί του με αποτέλεσμα να αποχωρήσει και να επιστρέψει στη Σουηδία. Αρχικά ο μπασίστας των MACHINE HEAD, Adam Duce, προσφέρθηκε να τους βοηθήσει αλλά προτίμησαν να αναλάβει το μπάσο ο Fredrik Thordendal, παίζοντας με μία κιθάρα αν και υπήρξαν συναυλίες που έβγαιναν χωρίς καθόλου μπάσο με τον Hagström να αλλάζει απλά την τονικότητα στην κιθάρα του.
  • Στην τελευταία συναυλία της περιοδείας με τους CLAWFINGER στην Κοπεγχάγη, κατά τη διάρκεια της εμφάνισής των headliners, τα μέλη των MESHUGGAH έστησαν ένα τραπέζι και καρέκλες πάνω στην σκηνή κι άραξαν πίνοντας μπύρες ενώ έπαιζαν κανονικά οι CLAWFINGER.

Κώστας Αλατάς

Weekly Metal Meltdown (3-9/5)

0
Weekly

Weekly

Πολλά, ωραία και με τρομερή ποικιλία και αυτή την εβδομάδα τα clips του Weekly Metal Meltdown από δίσκους που θα μας απασχολήσουν έντομα το επόμενο διάστημα. SATCHVAI BAND, UDO DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG, LORD VIGO, WARKINGS, CAELESTIA, ARKONA, NESTOR, KATATONIA, SODOM, BLACK SOUL HORDE, CANDLEMASS, BATTLE BEAST και A-Z σας περιμένουν να τα απολαύσετε.

Οι νεοσύστατοι SATCHVAI BΑΝD, η ηλεκτρισμένη συνεργασία μεταξύ των Joe Satriani και Steve Vai, επιστρέφουν με το δεύτερο studio single τους “I Wanna Play My Guitar”, που βλέπουμε παρακάτω. Με φωνητικά από τον Glenn Hughes (DEEP PURPLE, BLACK COUNTRY COMMUNION), το κομμάτι έρχεται μόλις ένα μήνα πριν από την ευρωπαϊκή καλοκαιρινή περιοδεία του συγκροτήματος, την πρώτη πλήρη πορεία τους ως ενιαίο συγκρότημα.
Το “I Wanna Play My Guitar” προσθέτει άλλο ένα δυναμικό επίπεδο στον κατάλογο SATCHVAI, συνδυάζοντας hard rock, blues και ενέργεια μεγέθους αρένας.
Οδηγούμενο από την αδιαμφισβήτητη φωνή του Hughes και υποστηριζόμενο από ένα all-star rhythm section (Marco Mendoza- μπάσο, Kenny Aronoff – τύμπανα, Eric Caudieux – πλήκτρα), το τραγούδι είναι ένας ξεσηκωτικός εορτασμός της εμμονής των έξι χορδών και του καθαρού rock ‘n’ roll πνεύματος. Σκηνοθετημένο από τον ZZ Satriani, γιο του Joe Satriani, το βίντεο για το “I Wanna Play My Guitar” καταγράφει την ηλεκτρική χημεία μεταξύ του νεοσύστατου συγκροτήματος SATCHVAI και του εμβληματικού τραγουδιστή Glenn Hughes. Το τραγούδι σηματοδοτεί την έναρξη της “Surfing with the Hydra tour” που φέρνει τους δύο θρύλους της κιθάρας και στην Αθήνα.

Oι UDO DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG κυκλοφορούν το νέο τους δεύτερο single με τίτλο “Time to listen” το οποίο θα περιλαμβάνεται στην νέο τους δίσκο με τίτλο “Babylon” που θα κυκλοφορήσει από την RPM τον Οκτώβριο. Την μπάντα θα την συναντήσετε για συντομία και ως DATOG και περιλαμβάνει τους κάτωθι μουσικούς: Τραγουδιστής φυσικά ο Udo Dirkschneider, οι δύο πρώην ΑCCEPT Peter Baltes και Stefan Kaufmann αλλά και ο Mathias “Don” Dieth (κιθάρα, SΙΝΝΕR, U.D.O.) o γιος του Udo, Sven Dirkschneider (τύμπανα, U.D.O., Dirkschneider) και η τραγουδίστρια Manuela “Ella” Bibert. Το καινούργιο αυτό κομμάτι ηχογραφήθηκε στα θρυλικά Dierks Studios (Stommeln) όπως και όλος ο επερχόμενος δίσκος με το mastering να έχει αναλάβει ο κιθαρίστας Stefan Kaufmann στα ROXX Studio (Solingen).
Η μπάντα αναφέρει σχετικά με αυτό: To “Time To Listen” είναι ένα up-tempo τραγούδι που για άλλη μια φορά λάμπει με τα τυπικά διαφοροποιημένα φωνητικά των DATOG. Ένα εκρηκτικό riff κιθάρας ανοίγει το δρόμο για μια δυνατή ερμηνεία του Udo, συνοδευόμενη από τα αρμονικά φωνητικά του Peter και συνεχίζει με τα παρατεταμένα φωνητικά δύο μερών της Manuela. Το ρεφρέν, με την πειστική του δύναμη, μαγεύει τους πάντες. Και εδώ, το κιθαριστικό σόλο του Mathias είναι ένα θαύμα εφευρετικότητας που αγνοεί όλες τις συμβάσεις και μαστιγώνει τις μουσικές σφαίρες με έναν αντισυμβατικό τρόπο. Το συμπαγές και δυνατό τέλος είναι εξίσου ασυμβίβαστο με την αρχή του τραγουδιού».

Οι Γερμανοί epic doom metallers LORD VIGO πρόκειται να κυκλοφορήσουν τον νέο τους δίσκο υπό τον τίτλο “Walk The Shadows” στις 30 Μαΐου από την High Roller Records. Ο νέος δίσκος δεν θα ακολουθήσει την τριλογία που είχε αναπτυχθεί στα προηγούμενα δύο τους άλμπουμ, τα “Danse De Noir” (2020) και “We Shall Overcome” (2022). Ήταν μια συνειδητή επιλογή και μια αλλαγή για την μπάντα αυτή την φορά να γράψουν ξέχωρα κομμάτια μετά από δύο πολύπλοκα concepts. Αυτή την φορά θα δώσουν στην δημοσιότητα το video για το κομμάτι “We Shall Not” που διαδέχεται αυτό του κομματιού “Walk in the shadows”. To ακούμε παρακάτω.

Photo by Elena Vasilaki

Οι Έλληνες extreme metallers CAELESTIA επιστρέφουν με το κομμάτι “Jutland”, μια ακλόνητη επανάληψη της μεγαλύτερης ναυτικής μονομαχίας του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου. Ριφ με κόψη ξυραφιού, βροντερά blast beats και στοιχειωμένα μελωδικά περάσματα θυμίζουν τη σύγκρουση που στοίχισε σχεδόν 10.000 ζωές μεταξύ 31 Μαΐου και 1 Ιουνίου 1916. To “Jutland” που παρακολουθούμε παρακάτω είναι το δεύτερο single από το επερχόμενο δίσκο της μπάντας που θα κυκλοφορήσει στα τέλη του 2025. Σε παραγωγή του Zack Ohren και σε συνδυασμό με ένα κινηματογραφικό βίντεο από τον Matthias Kollek, το κομμάτι συνδυάζει τη σύγχρονη death metal επιθετικότητα με τη σαρωτική μελωδία του black metal για να αφηγηθεί τη μάχη της Γιουτλάνδης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η μπάντα αναφέρει σχετικά: «To “Jutland” επιτρέπει στους ακροατές να στέκονται στο κατάστρωμα ενός θωρηκτού, νιώθοντας κάθε έκρηξη κανονιού και κάθε ανθρώπινο χτύπο της καρδιάς. Είναι το επόμενο βήμα μετά το κομμάτι “Reflection of the Beast” βαθύτερο, πιο σκοτεινό και ακόμα πιο κινηματογραφικό».

Photo by Edaliana Rennenkamp

Μετά την πολυβραβευμένη κυκλοφορία του αποκαλυπτικού concept άλμπουμ «Kob” (2023), οι παγανιστές οραματιστές του folk metal ARKONA επιστρέφουν με ένα μαγευτικό νέο single, το “Cectpa” (αγγλικά: Sister). Αποκαλύπτοντας μια πιο σκοτεινή, πιο ενδοσκοπική πλευρά, το κομμάτι δημιουργεί μια στοιχειωμένη ατμόσφαιρα μέσα από επίσημες μελωδίες εκκλησιαστικού οργάνου, doom riffs και την αιθέρια φωνή της frontwoman Masha Scream. Συνοδευόμενο από ένα επίσημο μουσικό βίντεο, το “Cectpa” υφαίνει μια συναισθηματική ιστορία εσωτερικής θλίψης και πνευματικής αναμέτρησης, συνεχίζοντας την παράδοση των ARKONA να συνδυάζουν τον φολκλορικό μυστικισμό με την ωμή ένταση του metal.
H μπάντα αναφέρει σχετικά με το νέο της κομμάτι: “Το τραγούδι “Cectpa” (Sister) είναι ένα single εκτός άλμπουμ, το οποίο γράφτηκε αυθόρμητα από τη Μαρία ειδικά για τη μαθήτρια της που μαθαίνει φωνητικές δεξιότητες από αυτήν. Εννοιολογικά, το τραγούδι λέει για τη βαθιά ψυχική αγωνία ενός ατόμου που βρίσκεται στα πρόθυρα της λήθης με τη βοήθεια της φωτιάς, η οποία τρώει το εξαντλημένο σώμα από μέσα. Η Cectpa είναι η αγωνία που λειτουργεί ως δίδυμη αδελφή, η προσωποποίηση του δικού της εσωτερικού ψυχικού πόνου, και η ηρωίδα του τραγουδιού έχει διάλογο μαζί της και τελικά την αποχαιρετά όταν ο θάνατος τελικά αιχμαλωτίζει την ηρωίδα στην αγκαλιά της”

Photo by Andreas Godwin

Οι Σουηδοί hard rockers NESTOR επιστρέφουν με έναν νέο feel-good 80s ύμνο, το “In The Name Of Rock’n’Roll”, πάνω στην ώρα για ατελείωτες καλοκαιρινές νύχτες! Το single έρχεται με ένα επίσημο μουσικό clip, γυρισμένο στη Νότια Αφρική. Φλερτάροντας με την γλυκόπικρη νοσταλγία, τις μελωδικές AOR επιρροές και κλασικές αναφορές από τη χρυσή εποχή του rock, οι NESTOR εντυπωσιάζουν με έναν διαχρονικό ήχο, χαρίζοντας ακόμα μια επιτυχία.
Οι NESTOR έφτασαν πολύ ψηλά με τον πολυβραβευμένο δίσκο του 2024 “Teenage Rebel” , που έκανε το ντεμπούτο του σε διάφορα charts. Με τη φήμη τους ως ένα εξαιρετικό επίσης live act, οι NESTOR έχουν μοιραστεί σκηνές με θρυλικά συγκροτήματα όπως οι KISS, EUROPE, EF LEPPARD και ΑLICE COOPER, καθώς και έχουν παίξει σε διεθνείς headline περιοδείες και μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ. Μεταξύ άλλων συναρπαστικών καλοκαιρινών παραστάσεων, φέτος, οι NESTOR επιστρέφουν στο Wacken καθώς και στην Ευρώπη για δύο Σουηδικές ημερομηνίες και μια φθινοπωρινή περιοδεία στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η μπάντα σχολιάζει το καινούργιο της single: “To “In the name of Rock’n’roll” είναι το τραγούδι που παίζεις σε επανάληψη ένα ηλιόλουστο απόγευμα στο barbecue πάρτι του καλύτερου φίλου σου. Είναι επίσης ένα τέλειο τραγούδι για να τερματίσει τέσσερα χρόνια αδελφοσύνης στο όνομα του rock ‘n’ roll”.

Photo by Mumpi

Οι Γερμανοί thrash metal θρύλοι SODOM κυκλοφόρησαν το νέο τους single και βίντεο για το τραγούδι “Witchhunter”. Το τραγούδι περιλαμβάνεται επίσης στο επερχόμενο στούντιο άλμπουμ “The Arsonist”. Το “Witchhunter” είναι ο φόρος τιμής των SODOM στον αείμνηστο ντράμερ τους Chris Witchunter και το βίντεο δημιουργήθηκε από τον πρώην κιθαρίστα των SΟDOM Andy Brings. Να θυμίσουμε ότι ο νέος δίσκος της μπάντας θα κυκλοφορήσει στις 27 Ιουνίου.

Οι Αθηναίοι heavy metallers BLACK SOUL HORDE, έδωσαν στη δημοσιότητα ένα ακόμη τραγούδι, από την επερχόμενη δισκογραφική κυκλοφορία τους, που αναμένεται μέσα στο 2025. Ο τίτλος του είναι “Death’s Parade” και βρίσκει το συγκρότημα για πρώτη φορά να φλερτάρει με την zombie apocalypse θεματολογία, επεκτείνοντας ακόμη περισσότερο την horror παλέτα του “Horrors from the Void” άλμπουμ του 2021.
Όπως πάντα της παραγωγής και μίξης επιμελήθηκε ο κιθαρίστας του σχήματος Γιάννης Τσιακόπουλος στο Nasty Frequency Recordings, ενώ του mastering ο Μάριος Μεθενίτης. Το πανέμορφο artwork της κυκλοφορίας σχεδίασε ο Valentina Testa.

Photo by Matthias Schwaighofer -Schwaighofer Art

Οι power metal warriors WARKINGS επιστρέφουν με το νέο single “Genghis Khan” feat. ORDER OGAN. Το πέμπτο στούντιο άλμπουμ “Armageddon” κυκλοφορεί στις 4 Ιουλίου 2025 από την Napalm Records. H μπάντα θα βγει σε περιοδεία, την European Pirates & Kings με τους co-headliners τους VΙSIONS OF ATLANTIS το 2026.
Η μπάντα αναφέρει: “Armageddon δεν είναι μόνο το τέλος – είναι οι στιγμές στην ιστορία που άλλαξαν τον κόσμο για πάντα. Αυτό το άλμπουμ είναι ένας φόρος τιμής στους πολεμιστές και τις ασπίδες που αντιμετώπισαν τις μάχες που διαμόρφωσαν τον κόσμο τους”.

Photo by Terhi Ylimäinen

Οι KATATONIA εξαπολύουν ένα δεύτερο single, το “Temporal” που θα υπάρχει φυσικά και στο νέο τους άλμπουμ “Nightmares as Extensions of the Waking State” που κυκλοφορεί στις 6 Ιουνίου από την Napalm Records. Επίσης η μπάντα θα περιοδεύσει σε Ευρώπη και Βρετανία με τους EVERGREY, μια περιοδεία που θα ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2025.
Η μπάντα αναφέρει για το νέο τους κομμάτι: «“Temporal”, όταν η γοητεία έχει φύγει. Όταν το riffing είναι ενεργοποιημένο, ο συνδυασμός δεν προσφέρει άλλη παρηγοριά εκτός από την ευχαρίστηση του φαύλου κύκλου και των χρωμάτων της νύχτας. Απολαύστε!»
To παρακολουθούμε παρακάτω:

Photo by Marek Sabogal

Οι Φιλανδοί power/symphonic metallers BATTLE BEAST κυκλοφορούν το πρώτο single από τον επερχόμενο έβδομο δίσκο τους που θα κυκλοφορήσει αργότερα στην χρονιά. Το clip είναι για το κομμάτι “Last Goodbye” και το παρακολουθούμε παρακάτω.
O μπασίστας Eero Sipilä δηλώνει με ενθουσιασμό: “Η σπίθα για το κομμάτι “Last Goodbye” άναψε στο λιγότερο rock ‘n’ roll μέρος που μπορεί να φανταστεί κανείς: ένα νοσοκομείο. Το 2020, πέρασα μερικές εβδομάδες εκεί και γνώρισα μια ηλικιωμένη γυναίκα που πάλευε με τον καρκίνο – έναν αγώνα που έδινε από το 1985. Με έκανε να αναρωτηθώ: πόσα μπορεί να αντέξει ένα άτομο πριν τα παρατήσει; Αλλά ποτέ δεν το έκανε. Συνέχισε να εμφανίζεται, συνέχισε να πιέζετε στις θεραπείες, συνέχισε να είναι τριγύρω. Το “Last Goodbye” είναι ένας φόρος τιμής σε αυτό το ανθρώπινο μαχητικό πνεύμα – τη θέληση να σηκωθείς κάθε φορά που η ζωή σε γκρεμίζει. Όσο αναπνέεις, είσαι ακόμα μέσα στο παιχνίδι”.

Photo by Linda Åkerberg

Οι CANDLEMASS όπως είναι πλέον γνωστό τιμούν την 40η επέτειό τους με ένα EP τεσσάρων κομματιών, το “Black Star” που μόλις κυκλοφόρησε από την Napalm Records. To τεσσάρων κομματιών EP περιλαμβάνει και δυο διασκευές, σε PENTAGRAM και ΒLACK SABBATH. To video μόλις κυκλοφόρησε είναι για το “Sabbath bloody Sabbath” των τελευταίων και το βλέπουμε παρακάτω και ανυπομονούμε να τους δούμε με τον Messiah Marcolin στο Rock Hard Festival Greece.

Photo by Stephanie Cabral

Το hard rock – συγκρότημα A-Z επιστρέφει με το δεύτερο άλμπουμ του “A2Z2” που θα κυκλοφορήσει στις 6 Ιουνίου μέσω της Metal Blade Records. Με επικεφαλής τον θρυλικό ντράμερ Mark Zonder (FATES WARNING, WARLORD) και μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του στους FW Ray Alder στα φωνητικά, το νέο τους άλμπουμ βασίζεται στον ήχο του προς τριετίας ντεμπούτου τους. Στην line up της μπάντας βρίσκουμε επιπλέον τους Nick Van Dyk (κιθάρα – REDEMPTION), τον μπασίστα Philip Bynoe (Steve Vai, RING OF FIRE, WARLORD), τον Simone Mularoni (DGM) και τον πληκτρά James Waldo (ALCATRAZZ, NEW ENGLAND).
Μόλις κυκλοφόρησε ένα δεύτερο κομμάτι από τον επερχόμενο τους δίσκο για το “I am numb” και το ακούμε αμέσως παρακάτω.

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

A day to remember… 10/5 [GRAVE DIGGER]

0
Grave

Grave

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Witch Hunter” – GRAVE DIGGER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Noise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Chris Boltendahl, GRAVE DIGGER, Harris Johns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Μπάσο – Chris Boltendahl
Κιθάρες – Peter Masson
Drums – Albert Eckardt
Μπάσο – René “T. Bone” Teichgräber στα “Love is a game” και “School’s out”

Το 1985 που κυκλοφόρησε το “Witch Hunter”, οι GRAVE DIGGER ήταν ήδη γνωστοί στο metal κοινό. Τα τότε χρόνια δεν υπήρχε ο υπέρμετρος κορεσμός κυκλοφοριών, οπότε οι οπαδοί όποιο ιδίωμα και αν αρέσκονται να ακούν, θα έβρισκαν τα συγκροτήματα που θα τους συγκινούσαν και θα τους κέντριζαν το ενδιαφέρον. Με το ντεμπούτο τους “Heavy metal breakdown” ένα χρόνο πριν, κατάφεραν σίγουρα να στρέψουν τα βλέμματα των metalheads σε αυτούς, αφού η εν λόγω δουλειά θα μνημονεύεται πάντα όχι σαν κάτι πρωτοποριακό και καινοτόμο, αλλά σίγουρα σαν ένα δείγμα ατόφιου heavy metal, από ένα σχήμα που από την πρώτη στιγμή έδειξε τις προθέσεις του, αφήνοντας άμεσα το δικό του στίγμα στο heavy metal.

Όσοι ήταν «παρόντες» εκείνα τα χρόνια στις όποιες κυκλοφορίες υπήρχαν, αλλά και όσοι έχουν ασχοληθεί ενδελεχώς μαζί τους μετέπειτα, ξέρουν ότι τα περισσότερα γκρουπ «ψάχνονταν» σε πολλούς τομείς. Σίγουρα ο κοινός παρονομαστής ήταν η αγάπη που υπήρχε για το heavy metal, αλλά επειδή μάλλον οι περισσότεροι ίσως «βιάζονταν» να δημοσιοποιήσουν τα τραγούδια τους, άκουγες τέτοια που ήταν «άγουρα» ακόμα, για τα τωρινά δεδομένα, για τα τότε όμως, ήταν έκφραση ψυχής. Σε αυτό το μονοπάτι βάδιζαν και οι GRAVE DIGGER και στην δεύτερη δισκογραφική τους κίνηση.

Το “Witch Hunter”, πήρε την σκυτάλη ακριβώς εκεί που τέλειωσε το “Heavy Metal Breakdown”.  Το ομώνυμο που «ανοίγει» το δίσκο και το επόμενο “Night drifter” θα έδειχναν άμεσα την ηχητική και συνθετική ταυτότητα που θα υπήρχε, «πατώντας» στις όποιες φόρμουλες ακολουθήθηκαν ένα χρόνο πριν. Τραχείς και στακάτες συνθέσεις, απλά δομημένες και «αλήτικα ωμές» ανά στιγμές, άκρως πορωτικές σε πολλά σημεία, όταν το tempo του τραγουδιού ήταν πιο αυξημένο, με ένα ή δυο χαρακτηριστικά riff να κυριαρχούν στην σύνθεση, ένα ρεφραίν και κιθαριστικά solos, «έντυσαν» ηχητικά και την συγκεκριμένη δουλειά τους. Τραγούδια με σαφείς επιρροές και αναφορές σε όλη την Γερμανική heavy metal σκηνή, και κυρίως στους ACCEPT, τα οποία ο καθένας θα τα άκουγε εύκολα όσες φορές επιθυμούσε, απλά και μόνο γιατί τιμούσαν το ιδίωμα που είχε επιλέξει το γκρουπ να καταπιάνεται. Τραγούδια που δεν είχαν καμία απολύτως μουσική πολυπλοκότητα, αλλά αντιθέτως αυτή η «απλοϊκότητα» που άκουγες, σε κέρδιζε.

Για μια ακόμα δουλειά, όλα τα κομμάτια θα είχαν σαν κύρια στοιχεία την δυναμική και το ηχητικό τσαγανό, από ένα σύνολο μουσικών, που βάση τελικού αποτελέσματος, φαινόταν ξεκάθαρα ότι αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε, αν και σε σύγκριση με την παρθενική τους δουλειά, η τότε νέα, προσωπικά, ήταν ένα πολύ μικρό κλικ πιο κάτω σε σύνολο τραγουδιών. Δημιούργησαν όμως τραγούδια αρκετά άμεσα προς τον οπαδό, τα οποία ναι μεν ήθελαν πολλές ακροάσεις, όταν όμως τις έκανες, έμενες πλήρως ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα που λάμβανες. Όλο το άλμπουμ διακατέχεται από ένα πιο «αρχέγονο» επιθετικό ύφος και μελωδίες στις συνθέσεις, που είχαν τότε πολλές heavy metal κυκλοφορίες, το οποίο τώρα μπορεί να φαίνεται παρωχημένο, τότε όμως ήταν το στίγμα της εποχής.

Τηρώντας την τακτική που είχαν ακολουθήσει ένα χρόνο πριν, διασκευάσαν και πάλι ένα rock τραγούδι, πιο γνωστό αυτή την φορά, αλλά με το ίδιο καλό αποτέλεσμα. Έτσι το “School’s out” του ALICE COOPER κατάφεραν για ακόμα μια φορά, να το εναρμονίσουν ιδανικά σε όλο το ύφος του δίσκου, χωρίς να «χαλάει» το τελικό αποτέλεσμα, που ήταν ούτως η άλλως αξιόλογο. Τραγούδια όπως τα “Night drifter”, “Get ready for power”, “Get away”, “Fight for freedom”, και το “Here I stand”, μπορεί να μην έγιναν ποτέ τα σούπερ αναγνωρίσιμα τραγούδια του συγκροτήματος, μνημονεύονται όμως σίγουρα σαν άξια heavy metal δείγματα, της τότε εποχής.

Έτσι το “Witch hunter” ήταν άλλη μια studio δουλειά, ωδή στο κλασικό heavy metal ιδίωμα, «τιμώντας» το στο έπακρο, με τραγούδια που μέχρι και σήμερα ακούγονται ευχάριστα. Πρωτίστως η αγάπη για αυτό που κάνουν αλλά και το ταλέντο που υπήρχε, λειτούργησε θετικά έτσι ώστε τα μέλη των GRAVE DIGGER να δημιουργήσουν συνθέσεις, που ίσως πια ηχούν λίγο παλιομοδίτικες, δίνουν όμως στους νεότερους οπαδούς το στίγμα του ήχου των τότε χρόνων. Αν δεν έχετε ακούσει τον δίσκο, κάντε το για να καταλάβετε και την «εξέλιξη» που είχε το γκρουπ τα επόμενα χρόνια.

Did you know that:

–  Η Noise, η εταιρία που κυκλοφόρησε το άλμπουμ, είναι μία από τις σημαντικότερες στο metal ιδίωμα και έχει στην σκέπη της μερικές από τις πιο αντιπροσωπευτικές κυκλοφορίες της σκληρής μουσικής.

– Στις πρώτες εκδόσεις βινυλίου της Noise Records, στην δεύτερη πλευρά του δίσκου, η ετικέτα είχε τον Νεκροθάφτη είτε άσπρο, είτε μαύρο.

– Οι εκδόσεις της Banzai Records (Καναδάς), Megaforce Records (Αμερική) του 1985 και της Woodstock Discos (Βραζιλία) το 1986 δεν έχουν τα ίδια τραγούδια με την Γερμανική έκδοση. Στις 3 εκδόσεις δεν υπάρχουν καθόλου τα “Love is a game” και η διασκευή στο “School’s out”. Οι εκδόσεις των παραπάνω 3 εταιριών έχουν άλλα χρώματα στο οπισθόφυλλο και άλλες ετικέτες.

– Η Test press κόπια του άλμπουμ σε βινύλιο δεν έχει πουληθεί ποτέ στο discogs.

– Το άλμπουμ είναι το τρίτο σε σειρά στην δισκογραφία του συγκροτήματος που έχει τις περισσότερες εκδόσεις σε formats κυκλοφοριών.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 9/5 [SAINT VITUS]

0
Saint Vitus

Saint Vitus

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Die Healing” – SAINT VITUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:  Hellhound
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harris Johns, Saint Vitus
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Scott Reagers
Κιθάρες – Dave Chandler
Μπάσο – Mark Adams
Τύμπανα – Armando Acosta

Αν και οι SAINT VITUS αποτελούν μέρος του Big Four του doom μαζί με τους CANDLEMASS, PENTAGRAM και TROUBLE, ποτέ δεν γνώρισαν εμπορική επιτυχία και μαζί με τους TROUBLE ποτέ δεν ξεπέρασαν το cult status (οι δύο πρώτοι και ιδιαίτερα οι PENTAGRAM, μετά και την αναγέννηση του Bobby Liebling χάρη στα memes, πηγαίνουν καλά και εμπορικά). Εκείνη την εποχή περνούσαν από μια παράξενη φάση μιας που ο προηγούμενος δίσκος τους, “C.O.D. (1992)”, ο μόνος που ηχογράφησαν με τον πρώην τραγουδιστή των Σουηδών COUNT RAVEN, Christian “Chritus” Linderson, και ο μόνος που είχε ως παραγωγό τον… Don Dokken (συμμαθητής του Acosta γαρ), είχε αφήσει αρνητικές εντυπώσεις τόσο στο επίπεδο συνθέσεων όσο και παραγωγής (ο Dokken τους είχε αφήσει το στούντιο του σε χαριστική τιμή και δεν πολυπέρναγε κι από κει, κι όταν το έκανε τους ρωτούσε γιατί δεν έπαιζαν πιο γρήγορα)!

Όπως και να έχει, μετά από την κάπως απογοητευτική περιοδεία, ο Chritus ανακάλυψε ότι δεν ήταν πια μέλος της μπάντας και μετά από κάμποσο καιρό η μπάντα ξεκίνησε να δοκιμάζει καινούργιους τραγουδιστές. Αλλά αυτή τη φορά, κανένας από τους υποψηφίους δεν φαινόταν να ταιριάζει στο κλίμα που έψαχναν οι SAINT VITUS. Ο Dave Chandler λέει ότι εκείνη την εποχή γεννήθηκε η ιδέα να κάνουν ένα τελευταίο άλμπουμ και μετά να διέλυαν την μπάντα.

Έχοντας ήδη αρχίσει να γράφουν νέο υλικό αλλά μη μπορώντας να εντοπίσουν έναν κατάλληλο αντικαταστάτη στο μικρόφωνο, ο Dave πρότεινε τότε να αναλάβει ο ίδιος τα φωνητικά, «για να κάνει τη ζωή όλων πιο εύκολη». Πιεζόμενος από την αμερικάνικη εταιρεία τους, η οποία έλεγε ότι ήθελε το νέο υλικό να ακούγεται «περισσότερο σαν τους κλασικούς VITUS», ζήτησε συμβουλές από έναν παλιό του φίλο, τον πρώτο τραγουδιστή τους, τον Scott Reagers, αλλά το ένα πράγμα έφερε το άλλο και τελικά ο Reagers συμφώνησε να ξαναμπεί στην μπάντα.

Από ότι φαίνεται, ο Chandler, μπουχτισμένος από όλα όσα είχε τραβήξει με την μπάντα [να μην ξεχνάμε και την επεισοδιακή αποχώρηση, ή απόλυση για άλλους, του Scott “Wino” Weinrich με τον οποίο ναι μεν είχαν ηχογραφήσει τον καλύτερο δίσκο τους μέχρι τότε, “Born Too Late” (1986), αλλά από την άλλη η εμμονή του με την άλλη του μπάντα, THE OBSESSED (είδατε τι έκανα εδώ;)], οδήγησε τα πράγματα στα άκρα, έβγαλε όλο του τον θυμό, απογοήτευση αλλά και λύπη (είχε χάσει και την μητέρα του πρόσφατα) στα καινούργια τραγούδια. Η εταιρεία τους ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με το καινούργιο υλικό που όχι μόνο τους έκλεισε ένα στούντιο στο Βερολίνο (το νεκροταφείο του εξώφυλλου είναι εκεί) αλλά και μπόρεσαν να προσλάβουν ως παραγωγό τον Harris Johns (HELLOWEEN, VOIVOD, SODOM, KREATOR). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κάνουν τον δίσκο με τον πιο μεταλλικό, κρυστάλλινο ήχο της καριέρας τους.

Η αλήθεια είναι ότι όλη η μπάντα είναι τελείως on fire από την πρώτη νότα μέχρι την τελευταία, και μπορεί κάποιος να νιώσει την προσπάθειά τους να μας δώσουν έναν τελευταίο δίσκο (έτσι τουλάχιστον νόμιζαν) πριν τους καταπιεί το σκοτάδι. Ειδική μνεία, προσωπικά δίνω στον Reagers, ο οποίος τελειοποίησε σε αυτόν τον δίσκο τις επιρροές που είχε, όχι μόνο μουσικές αλλά και κινηματογραφικές: δηλωμένος φαν του Alice Cooper, Vincent Price και του Bela Lugosi, μας μεταφέρει με την θεατρική και πολύ εκφραστική φωνή του, σε σκοτεινές κατακόμβες και τεράστια κάστρα.

Το αποτέλεσμα ήταν τόσο καλό που αποφάσισαν να βγουν σε περιοδεία για μια τελευταία φορά, και η θετική ανταπόκριση τους έκανε να ξανασκεφτούν την «συνταξιοδότησή» του. Ο Reagers αρνήθηκε να συνεχίσει γιατί έχοντας έξι παιδιά, χρειάζονταν μια πιο σταθερή δουλειά κι εκείνο τους έκανε να τα ξαναβρούν με τον Wino στις αρχές του 21ου αιώνα για ένα ακόμα δίσκο (“Lillie: F-65”). Δυστυχώς, το “Die Healing” θα ήταν και ο τελευταίος δίσκος με τον Armando Acosta που πέθανε το 2010. Πιστοί στην αρχή τους να μην ακολουθούν τους κανόνες, ούτε καν τους δικούς τους, ακολούθησε μια δεύτερη αποχώρηση του Wino και η δεύτερη επιστροφή του Reagers με τον οποίον συνεχίζουν μέχρι τώρα. Αλλά εάν δεν ήταν τόσο ανατρεπτικοί σε όλα (η πρώτη τους εταιρεία ήταν η γνωστή για τις hardcore εκδόσεις της, SST Records, κι έπαιζαν βρώμικο doom μέσα στα 80s του thrash και glam metal) δεν θα ήταν η μπάντα που ξέρουμε και αγαπάμε.

Γιώργος Γκούμας

A day to remember… 9/5 [MORBID ANGEL]

0
Morbid

Morbid

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Domination” – MORBID ANGEL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Giant/Earache
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Bill Kennedy
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, μπάσο – David Vincent
Κιθάρες – Trey Azagthoth
Κιθάρες – Erik Rutan
Drums – Pete Sandoval

Μετά από μια περιοδεία με BLACK SABBATH και MOTORHEAD, άλλη μια με PARADISE LOST και KREATOR (αμφότερες στην Αμερική), συν μια Ευρωπαϊκή με DISMEMBER και GRAVE, οι άρχοντες του ανίερου death metal MORBID ANGEL, είχαν δει τις μετοχές τους να εκτοξεύονται. Διαρκές airplay στο MTV, ακραία αναγνώριση και τις κορυφαίες πωλήσεις από πλευράς “Covenant” (1993) για death metal μπάντα. Η διάθεση για πειραματισμό, τους οδήγησε στο θρυλικό “Laibach remixes” EP (1994) στα πλαίσια του οποίου θα συνεργαστούν με τους LAIBACH από τη Σλοβενία (με ιστορία που ξεκινάει από το μακρινό 1980!). Μια κυκλοφορία που πραγματικά έκανε πολλά κεφάλια να γυρίσουν προς τους MORBID ANGEL, είτε θετικά είτε αρνητικά. Η άποψη του γράφοντος μια φορά είναι άκρως θετική, μια και το θεωρεί ιδανικό προπομπό για ορισμένα ψήγματα τέτοιων πειραματισμών εντός της επόμενης δουλειάς τους.

Από το πιο προφανές “Hatework” που παντρεύει ιδανικά τους δύο κόσμους, στην μικρή εισαγωγή του σαρωτικού κατά τα άλλα “Dawn of the angry” ή ακόμα και στα εφέ στο “Where the slime live” (το hit του δίσκου – όχι άδικα video clip αυτού!), φάνηκε ότι στο “Domination”, το σχήμα ήθελε να πειραματιστεί περισσότερο προς τέτοιες κατευθύνσεις, διατηρώντας στο ακέραιο την ταυτότητά του. Συνεχίζοντας επίσης την παράδοση του “Covenant” αλλά και του “Blessed are the sick”, είχαμε τα σοφά τοποθετημένα ιντερλούδια: το “Melting” ως προπομπός του εκπληκτικού “Nothing but fear” και το “Dreaming” πριν το ασήκωτο “Inquisition (burn with me)”. Ένας δίσκος που ξένισε οπαδούς για τα πιο ατμοσφαιρικά του στοιχεία και τους πειραματισμούς του, αλλά φυσικά, είχε οδοστρωτήρες που δείχνανε την υπεροχή των MORBID ANGEL έναντι των υπολοίπων όπως το “Dominate”, το “Eyes to see, ears to hear” και το “This means war”.

Τo δε “Caesar’s palace” είναι από τα αγαπημένα μου κομμάτια των MORBID ANGEL γενικά, δη της πρώτης περιόδου. Ατμοσφαιρικό, ογκώδες, τέρμα χαρακτηριστικό της μπάντας, αλλά και το κάτι διαφορετικό, ειδικά στο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ εισαγωγικό χτίσιμο που σε κάνει να ανυπομονείς για το που θα πάει μετά. Οι Καίσαρες ενός ολόκληρου είδους, με αίσθημα υπεροχής, αρχηγικά παιξίματα και ίσως την απόλυτο dream team της κλασσικής τους περιόδου, όπου ο Erik Rutan, άρτι αφιχθείς από τους death/thrash θεούς RIPPING CORPSE (“Dreaming with the dead” θα λέτε και θα κλαίτε), συμπλήρωνε ιδανικά τη σύνθεση, συνεισφέροντας σε πέντε κομμάτια στη πρώτη του δουλειά με το συγκρότημα (“Eyes to see, ears to hear” μαζί με τον Azagthoth ενώ αποκλειστικό credit παίρνει για τα “Melting”, “Nothing but fear”, “This means war” και “Hatework”). Η μελωδικότητα του στα solos τον κάνει να ξεχωρίζει όσο και η συνθετική του δεινότητα, δείχνοντας που θα το πήγαινε με την αποχώρηση του το ‘96, για να φτιάξει τους HATE ETERNAL, ένα από τα πάμπολλα πνευματικά τέκνα των MORBID ANGEL.

30 χρόνια πέρασαν από εκείνη τη μέρα. Αλλάξανε ΠΑΡΑ πολλά. Στο στρατόπεδο των MORBID ANGEL με τα πήγαινε – έλα μελών, με τις μεταβολές στη συνθετική λογική, στο death metal το ίδιο ακόμα. Τι ΔΕΝ άλλαξε; Ότι το “Domination” σε κάθε ανάσα, σε κάθε ακρόαση του και σε κάθε σχετική συζήτηση, συγκαταλέγεται στο πάνθεον του παραδοσιακού death metal ως αιώνιο σημείο αναφοράς. Αποτελεί ένα δίσκο, που γιγάντωσε έτι περαιτέρω τους MORBID ANGEL, σηματοδοτώντας ένα τέλος εποχής για τους Φλοριδιανούς θρύλους, που μετά το εκπληκτικό live “Entangled in chaos” (1996) θα βλέπαν τη μισή μπάντα να φεύγει, προσπαθώντας να το χτίσουν ΌΛΟ από την αρχή. Το πως θα το κάνανε στο φινάλε της δεκαετίας του ‘90 αυτό, υπό ποιες συνθήκες και πάει λέγοντας, θα αναλυθεί στο κείμενο του, την ώρα που πρέπει. Αυτά.

WE MUST DOMINATE, WE WILL DOMINATE!

Did you know that?

– Παρά τα 100,000 αντίτυπα στην Αμερική μόνο, η Giant έβγαλε από το δυναμικό της τους MORBID ANGEL λόγω χρεωκοπίας, με τους Αμερικάνους να γυρίζουν στην Βρετανική Earache αποκλειστικά.

– O Bill Kennedy επιλέχθηκε από τους MORBID ANGEL, συγκεκριμένα από τον Vincent, λόγω της δουλειάς του με τους NINE INCH NAILS.

– Ο Trey δεν ήταν χαρούμενος με τους στίχους του Vincent σε αυτό το άλμπουμ και ήθελε να το πάρει πάνω του στο επόμενο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ίσως αυτό, οδήγησε στη φυγή του το ‘96 μετά τη περιοδεία του “Domination”. Μια φυγή που ανακοινώθηκε σε ένα live report του Headbanger’s Ball!

– Εκείνη τη περίοδο, οι MORBID ANGEL έκαναν μια μνημειώδη φάρσα στον τελειομανή Pete Sandoval, βάζοντας του να ακούσει μια μπάντα που είχε drum machine. Λέγοντας του όμως, πως είναι πραγματικός drummer ο οποίος μπορεί να παίξει γρηγορότερα από εκείνον. Ο Sandoval το έβαλε πείσμα, παίζοντας μέχρι που έπαιξε πιο γρήγορα από το drum machine! Όταν το κατάφερε και του είπαν ότι έκαναν πλάκα, ο μύθος λέει πως για κάποιο καιρό δεν ήθελε να τους μιλήσει!

– Ο θρυλικός drummer επίσης, εκείνη τη περίοδο έκοψε το πολύ παρτάρισμα, για να διατηρείται σε κατάσταση αθλητή (όπως έλεγε και ο ίδιος). “Όχι ποτό όταν ηχογραφώ ή όταν είμαι σε περιοδεία ή όταν παίζω”.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 9/5 [CLUTCH]

0
Clutch

Clutch

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Clutch” – CLUTCH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: EastWest Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Larry “Uncle Punchy” Packer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/κιθάρες – Neil Fallon
Kιθάρες – Tim Sult
Μπάσο – Dan Maines
Drums – Jean-Paul Gaster

Το μέσο της δεκαετίας του 1990 ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος αλλά και μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία του rock. To grunge βάδιζε προς το απόγειο της δημοτικότητας του, παρά το σοκ της αυτοκτονίας του Kurt Cobain το 1994, έχοντας πια ισιώσει, μέσω των απανωτών airplays και με μπροστάρηδες την τριάδα των PEARL JAM, ALICE IN CHAINS, SOUNDGARDEN και δευτερευόντως τους STONE TEMPLE PILOTS, και τις τελευταίες μπούκλες που κυκλοφορούσαν πλέον υποψιασμένες στα πέριξ του Sunset Strip, οι KORN είχαν ήδη ρίξει την πίσσα και την άσφαλτο πάνω στην οποία θα πατούσαν μετέπειτα οι ίδιοι μαζί με τον υπόλοιπο nu metal-ικό οχετό, ενώ κάπου ανάμεσα είχαν καταφέρει να χωθούν και οι KYUSS, οι οποίοι πλέον ετοιμάζονταν να παραδώσουν μια και καλή τα κλειδιά του desert-ικού τεμένους τους στους FU MANCHU και τους MONSTER MAGNET.

Ποιος επομένως θα πόνταρε τις μάρκες του στους (τότε) άσημους και αγνώριστους CLUTCH,  που σκούπιζαν ακόμα τον ιδρώτα τους από τον πάτο του underground και το punk/hardcore/sludge ντελίριο του πρώτου τους άλμπουμ, με τίτλο “Transnational speedway league”; Φυσικά και εξόχως αυτόνοητα, κανείς. Ωστόσο, το συγκρότημα από το Maryland αποδείχτηκε αρκετά…άνιωθο και χωρίς να χάσει χρόνο μετά τις εμφανίσεις στον πλευρό των SEPULTURA και MONSTER MAGNET, μπήκε στα Uncle Punchy Studios του Silver Spring έχοντας ξανά ως οδηγό πίσω από την κονσόλα τον Larry Packer, προκειμένου να δώσει σάρκα και οστά στο δεύτερο δισκογραφικό του πόνημα.

Μερικούς μήνες μετά, η αλλαγή που επιφέρει και επιβάλλει το “Clutch” είναι αδιανόητη, πραγματικά εντυπωσιακή και εν τέλει θεμελιώδης. Τι έκανε με απλά λόγια το συγκρότημα; Κλειδαμπάρωσε την sludge αιχμηρότητα του, επένδυσε στο 1000% επάνω στην κιθαριστική τεχνογνωσία των BLACK SABBATH και των λοιπών υπερηρώων των 70s, λειαίνοντας μετρονομικά τις πιο heavy γωνίες, αύξησε κατακόρυφα τις funky/blues σφήνες και κατέβασε μαγκιόρικα το tempo όσο έπρεπε για να κουμπώσει το heavy rock ένστικτο του με το οργανικό του ταλέντο. Πίσω από όλα αυτά όμως, το στοιχείο που κάνει το φίλτρο απολαυστικό, το χόρτο πιο μαγικό και σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης, είναι αναμφίβολα το αχαλίνωτο groove. Ναι, ο σπόρος είχε φυτευτεί δειλά και ενδεχομένως ενοχικά στο προηγούμενο δίσκο από άσματα σαν τα “A shogun named Marcus” και “El Jefe speaks” αλλά στο “Clutch” λειτουργεί απόλυτα πια ως η αιχμή του δόρατος.

Η ισχύς εν τη ενώσει των “Big news I” και “Big news II” δίνει από την αρχή το στίγμα της μουσικής μεταμόρφωσης της μπάντας, με τις εθιστικές μπασογραμμές του Dan Maines να λειτουργούν ως το χαλί πάνω στο οποίο θεριεύουν τα riffs και το wah pedal του Tim Sult. H δε φωνή του Neil Fallon απομακρύνεται από το μουγκριστό, punk μοτίβο του “Transnational speedway league” και αποκτά επιτέλους μια βαρύτονη rock χροιά που γνωρίζει πότε να απαγγέλει αλλά και πότε να «ραπάρει», ιππεύοντας και χαλιναγωγόντας κατά βούληση τις διάσπαρτες γκρούβες. Διόλου τυχαίο ότι τα μούσια του ουσιαστικά άρχισαν να μεγαλώνουν από τότε. Εν συνεχεία, είναι αδύνατο να μην λατρέψεις τα “Texan book of the dead” και “Escape from the prison planet”, όπου εμπεριέχονται σε μικρογραφία όλα όσα πρόκειται να (ξαν)ακούσεις από το “Pure rock fury” και μετά και τα οποία βάζουν το δικό τους πετραδάκι στην θεμελίωση του μουσικού know how του σχήματος.

Το “Spacegrass” είναι από μόνο του ένα ύψιστο κεφάλαιο, αξεπέραστο φετίχ και μνημείο κοσμικού σουρρεαλισμού και διαγαλαξιακής, psych λούπας, με την στιχουργική ποίηση του Fallon να προσφέρει τις συντεταγμένες για την εξύψωση της 1973 Dodge Swinger. Υπακούς, χάνεσαι, εθίζεσαι, λιώνεις, με όποια σειρά εσύ θέλεις. Don’t worry, it’s coming. Άπαξ βέβαια και καταφέρεις να συνέλθεις, το άλμπουμ σου επιφυλάσσει ακόμα ένα σωρό τσιτάτα άσματα όπως τα “I have the body of John Wilkes Booth”, “Tight like that” που μαζί με το “Rock ‘n’ roll outlaw” δεν είναι (φασαιο)ντροπή να πούμε ότι είναι καθαρόαιμα stoner κομμάτια, ενώ παράλληλα στα “Animal farm” και “Droid” το rhythm section των Maines/Gaster συνεχίζει να δίνει ρέστα μέχρι ο δίσκος να επισφραγιστεί σε αμιγώς jam ύφος με το “ Tim Sult vs. the Greys”.

Στην γενική σούμα της δισκογραφίας των CLUTCH που πάντα θα επισκιάζεται από τα “Blast Tyrant”, “From beale street to oblivion” και “Earth rocker”, το ομώνυμο τους άλμπουμ λογίζεται στο μυαλό του γράφοντος ως ο ορισμός του gamechanger που πρόσφερε μπουκάλα οξυγόνου όχι μόνο στο ίδιο το σχήμα αλλά και των υστέρων στο heavy rock γενικότερα. Μπορεί η τραχιά παραγωγή σε ορισμένα σημεία να του κόβει πόντους, εντούτοις, η οξυδέρκεια, η έμπνευση και η διάθεση που καταθέτουν και τα τέσσερα μέλη του σχήματος, προικίζουν κάθε κομμάτι με διαφορετική προσωπικότητα και μια ποικιλομορφία, που ακόμα και σήμερα, αποτελεί φάρο για ένα σωρό άλλα ονόματα της συνομοταξίας τους.

Did you know that:

  • Στην Ιαπωνική έκδοση του δίσκου περιλαμβάνεται ως bonus κομμάτι το “Apache”. Αρχικά, ήταν μέρος του promo EP “Big news” μαζί με μια demo εκδοχή του “Spacegrass”. Μερικά χρόνια αργότερα, επανεμφανίστηκε στο bootleg “Clutch: Rarities and B-Side”.

Πάνος Δρόλιας

CANDLEMASS interview (Leif Edling)

0
Candlemass

Candlemass

“A reunion for the history books”

Στις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα Σάββατο, θα συμβεί αυτό που κανείς metalhead δεν φανταζόταν. Οι CANDLEMASS θα εμφανιστούν τη δεύτερη μέρα του Rock Hard Festival Greece στη σκηνή της Τεχνόπολης Δήμου Αθηναίων, ως headliners για μία one-off εμφάνιση σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, με τον Messiah Marcolin στα φωνητικά. Ο Leif Edling, μπασίστας και ιθύνων νους του σχήματος, μίλησε με τον Σάκη Φράγκο για εκείνη τη βραδιά, για τα 40 χρόνια των CANDLEMASS, το νέο τους EP, τη… Madonna (!!!), τους GHOST και πολλά ακόμα ενδιαφέροντα πράγματα, σε μία αρκούντως αποκαλυπτική, όσο και απολαυστική συνέντευξη!

Είναι χαρά και τιμή μας, να έχουμε τους CANDLEMASS με αυτή τη σύνθεση, δηλαδή με τον Messiah Marcolin ως headliners στο πρώτο μας φεστιβάλ.  Πως νιώθετε που παίζετε στη χώρα μας, όπου έχετε πάρα πολλούς οπαδούς, αυτό το μοναδικό show, στα πλαίσια των εορτασμών για τα 40 σας χρόνια;
Είναι πραγματικά σπουδαίο. Ξέρεις, κάνουμε πολλά happenings για την 40η μας επέτειο. Η συναυλία μας στο Rock Hard Festival Greece, είναι ένα από αυτά. Έχουμε ένα special EP που κυκλοφορούμε αυτόν τον καιρό, θα έχουμε καινούργιο merchandise, θα κάνουμε special shows στη Σουηδία και φυσικά τη συναυλία με τον Messiah Marcolin στην Αθήνα. Επίσης, ανεβάζουμε παλιές και σπάνιες φωτογραφίες μας στα social media και θα γίνει κι ένα ντοκιμαντέρ τους CANDLEMASS μέσα σ’ αυτόν το χρόνο. Θα το γιορτάσουμε λοιπόν, με πολλούς τρόπους.

Να υποθέσω ότι το ντοκιμαντέρ, θα έχει υλικό και από τη συναυλία σας στην Αθήνα, έτσι δεν είναι;
Ναι, το ελπίζω. Το σχέδιο είναι να έρθει το crew στην Ελλάδα και να κάνει γυρίσματα στη χώρα σας.

Να πούμε για τη συναυλία στην Αθήνα, λίγο. Πολύς κόσμος ρωτάει αν θα γίνουν παραπάνω πράγματα με τον Messiah ή αν θα είναι ένα oneoff show, όπως έχουμε ανακοινώσει, άλλωστε;
100% θα είναι ένα one-off show. Δεν έχουμε κανένα πλάνο για ηχογραφήσεις, ούτε για reunion, Κανένα πλάνο απολύτως, εκτός από αυτό, το ένα show. Αυτή είναι όλη η σκέψη πίσω από αυτό. Να πάμε στην Ελλάδα, όπου έχουμε πολλούς και πιστούς οπαδούς, να περάσουμε τέλεια, να παίξουμε μία σπουδαία συναυλία και να διασκεδάσουμε για την 40η μας επέτειο. Δεν υπάρχουν πολλά γκρουπ που επιβιώνουν για να γιορτάζουν τα 40 τους χρόνια και γι’ αυτό αισθανόμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε καταφέρει να επιβιώσουμε για τόσα πολλά χρόνια.

Είναι όντως ένα σημαντικό κατόρθωμα. Βλέπεις αυτήν την εμφάνιση σαν το απόλυτο τελείωμα του κεφαλαίου με τον Messiah;
Νομίζω ότι το είχαμε κλείσει αυτό το κεφάλαιο πριν από 20 χρόνια, να σου πω την αλήθεια! Χαχαχαχαχα!

Αλλά με κάποιον τρόπο, άνοιξαν οι πόρτες ξανά…
Χαχαχα, ναι. Εννοώ ότι δεν γνωρίζαμε ότι θα συνεχίζαμε καν, ένα χρόνο αφότου έφυγε ο Messiah, πόσο μάλλον ότι θα υπήρχαμε μετά από 20 χρόνια… Αυτή η εμφάνιση, λοιπόν, είναι ένα bonus. Ένα bonus για τους ανθρώπους που θα ήθελαν να μας δουν να παίζουμε με τον Messiah. Γιατί όχι; Ας το κάνουμε και ας περάσουμε ωραία για ένα βράδυ στην Αθήνα!

Τι setlist να περιμένουμε;
Τα κλασικά τραγούδια, θα έλεγα, με κάποιες εκπλήξεις. Είμαι βέβαιος ότι ο κόσμος θα απολαύσει το setlist το οποίο συζητάμε αυτές τις μέρες, για να είμαι ειλικρινής. Δεν θέλω να αποκαλύψω τίποτα περισσότερο για να μην χαλάσω τις εκπλήξεις, αλλά δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άνθρωπος που να δυσαρεστηθεί. Αυτό, μπορώ να το πω!

Όταν ξεκινήσατε με το “Epicus Doomicus Metallicus”, συχνά ο Τύπος χαρακτήριζε το άλμπουμ ως «τη γέννηση του doom metal», στην πραγματικότητα όμως, όταν βγήκε, ήταν μία εμπορική αποτυχία, αφού δεν είχε πουλήσει καθόλου καλά. Σκεφτήκατε να τα παρατήσετε όταν σας έδιωξε η Black Dragon;
Ναι, ήμασταν στα όρια να τα παρατήσουμε, πραγματικά. Δεν είχε συμβεί τίποτα αφότου μας έδιωξε η Black Dragon και πιστεύαμε ότι δεν είχαμε μέλλον. Αλλά ο Messiah μετακόμισε στην πόλη μας, το Upplands Väsby, κατά κάποιον τρόπο μας κλώτσησε στον κώλο, μας έκανε να επιστρέψουμε στις πρόβες, με έκανε να γράψω μερικά καινούργια τραγούδια και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μας έρχεται στο μυαλό, όταν έχουμε να κάνουμε με τους CANDLEMASS και τον Messiah, είναι σίγουρα το video clip του “Bewitched”, που ίσως και να είναι το πιο cult video στην ιστορία του heavy metal. Τι θυμάσαι από τα γυρίσματα και αν μπορείς να μας πεις ποια άλλα επιφανή μέλη του heavy metal ήταν στο video, εκτός από τον Dead των MAYHEM;
Δύσκολη ερώτηση που μου την κάνουν πολλοί οπαδοί αλλά και φίλοι. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν άλλον εκτός από τον Dead! Χαχαχα! Συγνώμη, αλλά η μνήμη μου έχει γα**θεί μετά από τόσα χρόνια. Ήμασταν στο Hard Rock Café στη Στοκχόλμη, το βράδυ πριν από το video και παρτάραμε και η εταιρία που το γυρνούσε, πήγε σε όλους τους ανθρώπους που ήταν στο μαγαζί, πολλοί εκ των οποίων έπαιζαν σε συγκροτήματα και τους είπε να πάνε όλοι μαζί στο μέρος που έγιναν τα γυρίσματα για το video των CANDLEMASS. Όντως, ήρθαν όλοι και όταν πήγαμε εμείς, είδαμε ένα σωρό κόσμο. Το θέμα είναι ότι την πρώτη μέρα ο καιρός ήταν καλός και όλα πήγαν ομαλά, το βράδυ όμως χιόνισε και τα γυρίσματα έγιναν με εντελώς διαφορετικό καιρό. Τόσο Σουηδία αυτή η φάση όμως! Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς χιόνια και πάγο! Συνέβη όμως και το video έγινε τόσο cult. Ίσως αν δεν χιόνιζε, να μην ήταν και τόσο cult!

Ναι, αλλά δεν μας έχεις πει και τη γνώμη της Madonna για το video αυτό!!!
Χαχαχα! Έχεις δίκιο. Έμαθα πως όταν το είδε θεώρησε ότι ήταν απίστευτα αστείο και της άρεσε πολύ. Ξέρεις, ο Jonas Akerlund, που γύρισε το video (πρώην ντράμερ των BATHORY και νυν σκηνοθέτης στο Hollywood, έχει σκηνοθετήσει video clip της Madonna, της Lady Gaga, της Beyonce και πολλών άλλων, όπως όμως και το “Lords of chaos”), είναι πολύ καλός φίλος με τη Madonna. Της το έδειξε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια!

Να πούμε για το video ότι στο μισό το χορτάρι είναι πράσινο και στο άλλο μισό, είναι κάτασπρο από το χιόνι εξαιτίας των καιρικών συνθηκών που μας έλεγες!!!
Ακριβώς. Μπορείς να δεις τον Lars Johansson (σ.σ. τον κιθαρίστα του σχήματος), με γύψο στο χέρι, αλλά και μία κοπέλα που τρέχει στο video και την επόμενη μέρα δεν ήρθε στο γύρισμα. Χαχαχαχα! Μην ξεχάσω τον Messiah που δεν μπορούσε να αναπνεύσει, γιατί είχε σφηνώσει στο φέρετρο… Τι να σου πρωτοπώ. Η λίστα είναι ατελείωτη! Τόσο αστείο.

Αν μπορούσες να ξαναζήσεις μία στιγμή από το συγκρότημα, ποια θα διάλεγες;
Ω, φίλε μου… Είναι τόσες πολλές… Από το Dynamo Open Air, τα πρώτα show μας στο Marquee, στο Λονδίνο, τα φεστιβάλ που παίξαμε στη Γερμανία (Wacken και Bang Your Head), αλλά και οι συναυλίες που παίξαμε στην Ελλάδα ήταν φανταστικές! Έχουμε κάνει μερικά αξιομνημόνευτα πράγματα στην καριέρα μας. Πολλά πάνω και πολλά κάτω, αλλά έτσι είναι, ένα rollercoaster.

Μιλώντας για τα downs, ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν οι CANDLEMASS τη δεκαετία του ’80, αλλά κυρίως στα 90s που ήταν δύσκολα για σχεδόν όλα τα heavy metal συγκροτήματα;
Δύσκολες στιγμές σίγουρα είχαμε όταν έφυγε ο Messiah την πρώτη φορά, αλλά και τη δεύτερη. Δεν είναι εύκολο για ένα συγκρότημα ξεπεράσει κάτι τέτοιο. Γενικότερα, είχαμε αρκετές αλλαγές τραγουδιστή στην καριέρα μας και όποτε αλλάζεις τραγουδιστή, σχεδόν πάντα περνάς δύσκολες στιγμές. Από την άλλη, υπάρχουμε 40 χρόνια. Αν αλλάζεις τραγουδιστή κάθε οχτώ χρόνια, για παράδειγμα, είναι αρκετά φυσιολογικό θα έλεγα. Αυτά συμβαίνουν πάντα. Αν δεν είναι ο τραγουδιστής, είναι ο κιθαρίστας, ο μπασίστας ή ο ντράμερ. Ξέρεις, και τα 40 αυτά χρόνια, είμαστε εγώ, ο Mats, ο Lars και ο Jan μαζί και τώρα είναι ο Johan Langqvist πάλι, κάτι το οποίο είναι φανταστικό. Είμαστε τυχεροί όχι μόνο που υπάρχουμε μετά από τόσα χρόνια, αλλά είμαστε headliners ή co-headliners και παίζουμε μπροστά σε τόσο κόσμο. Κάθε συναυλία μας, είναι μία ξεχωριστή εμπειρία που με χαροποιεί ιδιαίτερα επειδή βλέπω κόσμο να έρχεται να μας βλέπει και να περνάει καλά. Αυτό είναι απίστευτο.

Πως βλέπεις τώρα δίσκους σαν το “Chapter VI” ή το “Dactylis glomerata”; Ιδιαίτερα όταν είχε βγει το “Chapter VI”, ο κόσμος είχε ξενερώσει πολύ, έκανε συγκρίσεις του Messiah με τον Thomas Vickstrom, σχολίαζε τη μουσική που ήταν διαφορετική και όλα αυτά…
Μου αρέσει το “Chapter VI” και πιστεύω ότι είναι ένας πραγματικά καλός δίσκος. Ακόμα και σήμερα βγαίνει κόσμος και λέει ότι του αρέσει. Θα έλεγα ότι είναι ένας πολύ υποτιμημένος δίσκος και ο Thomas είναι ένας σπουδαίος τραγουδιστής και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει αυτό και κάνει τα τραγούδια να ακούγονται ακόμα καλύτερα απ’ ότι είναι. Το “Chapter VI”, νομίζω ότι είναι καλύτερος δίσκος από το “Dactylis glomerata”. Το “Dactylis…” είναι ένας δίσκος που θα έπρεπε να δουλέψω λίγο περισσότερο πάνω σ’ αυτόν. Χαχαχα. Ήταν όμως ένα πρώτο δείγμα της επιστροφής στα βασικά και ίσως έπρεπε να κάνω αυτόν το δίσκο για να ξεκινήσω εκ νέου τους CANDLEMASS. Από την άλλη, καταλαβαίνω αν κάποιος μου πει ότι δεν του αρέσει το “Dactylis…” που είναι ένας πειραματικός, doom δίσκος.

Πως ήταν να δουλεύεις με τον Michael Amott;
Είμαστε αρκετά καλοί φίλοι και είχε πλάκα που παίξαμε μαζί. Δεν ήταν ακριβώς στη μπάντα. Βγαίναμε έξω για 1-2 εβδομάδες στη Στοκχόλμη και ήταν πολύ ωραία. Είναι πολύ ωραίος τύπος και πολύ καλός κιθαρίστας, όπως άλλωστε γνωρίζεις και όταν συναντιόμαστε, πάντα περνάμε ωραία.

Άρα, αυτά τα άλμπουμ θεωρείς ότι είναι υποτιμημένα στην καριέρα σου στους CANDLEMASS;
Ναι, το “Chapter VI” και το “Dactylis glomerata”. Για αρκετά χρόνια, πίστευα ότι το “Ancient dreams” ήταν υποτιμημένο ή δεν το είχε καταλάβει ο κόσμος, ακόμα κι εγώ το υποτιμούσα. Δεν ήμουν πολύ ευχαριστημένος με την ηχογράφηση και το mastering εκείνου του δίσκου. Να φανταστείς ότι έχω κασέτες που ακούγονται καλύτερα από το τελικό προϊόν. Το mastering εκείνου του δίσκου ήταν μία ολική αποτυχία. Με τα χρόνια όμως, το συνήθισα και το βρίσκω και αρκετά καλό μάλιστα. Είναι ένας πραγματικά βαρύς δίσκος και μου αρέσει πολύ το ομώνυμο τραγούδι, το “A cry from the crypt”, το “Bearer of pain”.

Τώρα που ανέφερες τη λέξη «τραγούδια», ποια τραγούδια των CANDLEMASS θα έπαιρνες μαζί σου σε μία χρονοκάψουλα για να σωθούν για τις επόμενες γενιές;
Σε κάτι τέτοιο θα έπαιρνα μόνο ένα τραγούδι κι αυτό θα ήταν το “Solitude”. Είναι αρκετό νομίζω. Η τέλεια επιλογή και η τέλεια αντιπροσώπευση των CANDLEMASS.

Τι σου δίνει ώθηση να γράφεις και να παίζεις heavy metal μετά από 40 χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμα υποφέρεις από burnout;
Ναι, ναι, είναι χρόνια η κούραση που έχω και ποτέ δεν θα καταφέρω να το ξεπεράσω 100%. Και ο διαβήτης μου έχει αρχίσει να εκτοξεύεται αυτόν τον καιρό! Είμαι όμως 60 ετών και αυτά τα πράγματα συμβαίνουν όσο μεγαλώνει κανείς. Ακόμα όμως διασκεδάζω να παίζω μουσική, ακόμα ηχογραφώ, όπως για παράδειγμα το “Black star” EP που βγαίνει σε λίγο καιρό και παίρνει αρκετά καλές κριτικές και νιώθω τιμή που είμαι τόσο καλά ώστε να μπορώ να ταξιδεύω, να παίζω συναυλίες και να μας παρακολουθούν τόσοι πολλοί άνθρωποι. Άλλοι δεν μπορούν να κάνουν πράγματα σ’ αυτήν την ηλικία, εγώ όμως πιστεύω ότι έχω λίγα καλά χρόνια ακόμα με την καλή υγεία που μου έχει απομείνει. Θα προσπαθήσω να κρατήσω όσο περισσότερο γίνεται.

Πιο ήταν πιο σημαντικό για εσένα; Ότι τραγούδι σας προτάθηκε για βραβείο Grammy ή ότι στο συγκεκριμένο τραγούδι έπαιξε κιθάρα ο Tony Iommi;
Χαχαχα! Αυτή είναι μία πολύ δύσκολη ερώτηση. Ήταν φανταστικό που έπαιξε μαζί μας ο Tony Iommi στο “Astorolus” και μάλιστα συνέπεσε να είναι το τραγούδι για το οποίο περπατήσαμε στο κόκκινο χαλί στο Los Angeles στην τελετή των βραβείων Grammy. Αν μου ζητούσες να διαλέξω, πάντως, θα επέλεγα τον Tony Iommi, αφού δεν είμαι και το πιο LA άτομο. Χαχαχαχα. Ήταν ωραίο το Σαββατοκύριακο που περάσαμε στην Αμερική, αλλά το να έχω τον Iommi να παίζει σε δίσκο μου, είναι αρκετό να με κάνει να χαμογελάω για το υπόλοιπο της ζωής μου.

Αφού αναφέραμε τους BLACK SABBATH, να πούμε για όσους δεν γνωρίζουν, ότι είσαι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες δίσκων BLACK SABBATH στον κόσμο (σ.σ. έλαμψε το πρόσωπό του εκεί). Ποιο είναι το αντικείμενο που δεν έχεις στη συλλογή σου και θα ήθελες πάρα πολύ;
Ω, γαμώτο. Άλλη μία πολύ δύσκολη ερώτηση. Γαμώτο, ξέρεις, πάντα υπάρχει κάτι που δεν το έχεις. Έχω ένα promo με κόκκινη ετικέτα από το ντεμπούτο τους, σε γιαπωνέζικη έκδοση. Υπάρχει κόσμος που λέει, όμως, ότι υπάρχει και μία παρόμοια, promo γιαπωνέζικη έκδοση του “Paranoid” με κόκκινη ετικέτα. Αν το έβρισκα αυτό, θα ήταν κάτι φανταστικό. Ίσως το βρω την επόμενη φορά που θα πάω στην Ιαπωνία. Είναι όμως ένα αντικείμενο πάρα πολύ δύσκολο να το βρει κανείς και πάρα πολύ ακριβό. Οπότε πρέπει να βγω να παίξω περισσότερο για να μπορώ να αγοράσω περισσότερα βινύλια!

Κάτι που δεν ξέρει πολύς κόσμος, είναι ότι είχες μία δισκογραφική εταιρία, την Froghouse Records
Ναι, για λίγο καιρό…

Θυμάμαι σίγουρα το κόκκινο βινύλιο του “Wiz” των CANDLEMASS, μία κυκλοφορία των SPIRITUAL BEGGARS, μία των QUILL
Συνολικά έκανα έξι κυκλοφορίες. Είχα πάρει κάποια λεφτά από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να ξεκινήσω μία εταιρία, αλλά μετά από δύο χρόνια όταν περίμενα να πάρω μία ακόμα δόση, τελικά δεν την πήρα και σταμάτησα την εταιρία, επειδή δεν μπορούσα να το αντέξω οικονομικά.

Έχεις κάνει διάφορα projects όλα αυτά τα χρόνια. Τη σόλο μπάντα σου, τους KRUX, τους DOOMSDAY KINGDOM, τους ABSTRACT ALGEBRA και τους AVATARIUM. Σκοπεύεις να κάνεις κάτι στο μέλλον με κάποιο από αυτά τα projects;
Δεν το νομίζω. Έχω αυτό το σύνδρομο της χρόνιας κόπωσης και δεν μπορώ να δουλέψω τόσο πολύ. Οπότε πρέπει να μείνω μ’ ένα συγκρότημα κι αυτό είναι οι CANDLEMASS. Αν είχα πιο πολύ ενέργεια, ίσως να έκανα κάτι με τους KRUX ή τους DOOMSDAY KINGDOM, αλλά δεν έχω, οπότε… μόνο CANDLEMASS από εδώ και πέρα.

Κυκλοφορούν διάφορες εικασίες και μύθοι γύρω από εσένα και τους GHOST. Όπως για παράδειγμα ότι έγραψες πολλά τραγούδια από το ντεμπούτο τους, το “Opus Eponymous”. Υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σ’ αυτό ή αυτές οι φήμες προέρχονται από το ότι είσαι μεγάλος οπαδός τους;
Δεν ήμουν ποτέ στο συγκρότημα αυτό και δεν έχω γράψει κανένα τραγούδι των GHOST. Ακούω όμως αυτές τις φήμες τακτικά. Εδώ στη Σουηδία, υπήρχε αρκετός κόσμος που πίστευε ότι είμαι ένα από τα ανώνυμα Ghouls που παίζουν στους GHOST. Σε τέτοιο σημείο που μου ζητούσαν αυτόγραφο σαν να ήμουν σ’ εκείνο το συγκρότημα και όταν τους έλεγα ότι παίζω μόνο στους CANDLEMASS, θεωρούσαν ότι απλά ήθελα να κρύψω την ταυτότητά μου και το ότι έπαιζα στους GHOST μεταμφιεσμένος. Είχε πολύ πλάκα. Είχα πάει να τους δω σε κάποιες εμφανίσεις τους στα VIP stands κι ερχόταν κόσμος μετά το live και μου έλεγε: «Ωραίο show, συγχαρητήρια», κι εγώ ήμουν στις κερκίδες! Χαχαχαχα!

Photo by Linda Åkerberg

Πάντως σε σχέση με αυτό, θυμάμαι ξεκάθαρα, όταν είχατε έρθει με τους GHOST, τους TROUBLE, τους HELL και τους LORD VICAR, ενώ πίναμε μπύρες, να μου λες ότι είναι μοναδική ευκαιρία να δω τους GHOST σε club show, επειδή σε πολύ λίγο καιρό θα έπαιζαν σε αρένες. Και το πέτυχες ακριβώς! Προέβλεψες το μέλλον!
Ναι, αλλά ήταν πολύ εύκολη η πρόβλεψή μου! Ο οποιοσδήποτε με αυτιά και μισό μυαλό θα μπορούσε να το προβλέψει. Η άνοδός τους ήταν ραγδαία και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτούς και όλα όσα πιστεύαμε ότι θα κάνουν, τα έκαναν. Ακόμα κι όταν έπαιζαν support σε μας, ο Tobias έκανε τα πλάνα του με τρομερή λεπτομέρεια για το πώς θα εξελιχθούν στο μέλλον και όλα όσα έλεγε, έγιναν πραγματικότητα. Δεν είχε απλά κάποια φαντασίωση, όπως πολλοί που έχουν συγκρότημα, αλλά ήξερε ακριβώς τι έκανε, ανά πάσα στιγμή. Του βγάζω το καπέλο και του εύχομαι καλή τύχη. Σπουδαίο συγκρότημα.

Ποια είναι η σχέση σου και με τους CRYPT; Ένα συγκρότημα που επίσης παίζει στο Rock Hard Festival Greece
Δεν παίζω στο συγκρότημα και δεν συνδέομαι μαζί τους. Έπαιξα στο πρώτο άλμπουμ τους που αρχικά ήταν να έχει τέσσερα τραγούδια, επειδή μας το ζήτησε ένα casino site στη Μάλτα, που τελικά έγιναν 8 ή 9 (σ.σ. 9 + ένα intro για την ακρίβεια) και βγήκε ολόκληρο άλμπουμ. Συνεχίζουν κανονικά τα παιδιά και τους εύχομαι τα καλύτερα γιατί είναι καλά άτομα. Ελπίζω να τους προσέξει ο κόσμος ακόμα περισσότερο στο μέλλον.

Αν μπορούσες τώρα, με όλη αυτήν την εμπειρία που έχεις από τη μουσική βιομηχανία, να δώσεις μία συμβουλή στον 18χρονο Leif Edling, ποια θα ήταν;
Απλά, ακολούθησε την καρδιά σου. Είναι το μόνο που μπορείς να κάνεις επειδή δεν ξέρεις τίποτα για τη βιομηχανία, επειδή υπάρχουν τόσες παγίδες και τόσοι τρελοί άνθρωποι που θα συναντήσεις στην πορεία. Αν ακολουθήσεις την καρδιά σου, όλα θα πάνε καλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αυτό έκανα κι εγώ, ακολούθησα την καρδιά μου εδώ και 40 χρόνια και να ‘μαστε εδώ να το συζητάμε για το επερχόμενο show με τον Messiah Marcolin. Ήταν μία πορεία πολύ ωραία, με πλάκα και σκαμπανεβάσματα.

Αυτά τα σκαμπανεβάσματα, βέβαια, την κάνουν και πολύ special
Ακριβώς αυτό. Έτσι απολαμβάνεις περισσότερο τις καλές στιγμές. Νιώθω υπέροχα που μιλάω μαζί σου αυτή τη στιγμή, γι’ αυτά τα πράγματα και νιώθω σαν “survivor” ύστερα από τόσα χρόνια. Είναι φανταστικό.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους CANDLEMASS;
Έχουμε τον εορτασμό των 40 χρόνων μας, όπου θα παίξουμε πολλές συναυλίες, ξεκινώντας από τη Βενεζουέλα σε λίγες εβδομάδες. Κάθε εβδομάδα προστίθενται νέες συναυλίες και είμαι βέβαιος ότι θα περάσουμε υπέροχα. Εύχομαι ο εύθραυστος οργανισμός μου, να αντέξει τα ταξίδια και τις συναυλίες, ελπίζω όμως να καταφέρω να ανταπεξέλθω. Θα κουβαλάω μαζί μου έξτρα φάρμακα και θα προσπαθώ να ξεκουράζομαι όσο περισσότερο μπορώ για να τα καταφέρω. Πολλά και ωραία πράγματα, λοιπόν, συμβαίνουν στο στρατόπεδό μας. Παίρνουμε έναν χρόνο κάθε φορά, γιατί μεγαλώνουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε πλάνα για πέντε ή δέκα χρόνια.

Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, Leif. Ανυπομονώ να τα πούμε από κοντά στην Αθήνα, όπου περιμένω να περάσουμε τέλεια.
Ναι, στις 13 Σεπτεμβρίου! Θα είναι υπέροχα. Ανυπομονώ κι εγώ, πραγματικά, φίλε μου.

Σάκης Φράγκος

THE KOVENANT – EUPHROSYNE (Gagarin205, 3/5/2025)

0
Kovenant

Kovenant

Οι Νορβηγοί THE KOVENANT παρουσιάζουν τον τελευταίο καιρό ολόκληρο το “Nexus Polaris”, προκαλώντας το ενδιαφέρον των οπαδών τους όπου έχουν εμφανιστεί. Αυτή ήταν η πρώτη headline εμφάνιση τους σε club, μιας και συνήθως είναι μέρος του line up ενός festival. Έτσι ανέβηκαν και οι προσδοκίες για ένα setlist που θα περιελάβανε και κομμάτια από τους υπόλοιπους δίσκους και αδημονία για το πως θα ακουστούν με το line up που είχαν στο σημαντικό αυτό άλμπουμ, εκτός από τον κύριο συνθέτη τους, Blackheart.

Η βραδιά ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο από τους EUPHROSYNE. Στο ημίωρο σετ τους ξεδίπλωσαν όλες τις αρετές του ήχου τους, ο οποίος ακροβατεί ανάμεσα στο doom, τον ατμοσφαιρικό ήχο και το black metal. Τα βλέμματα όπως ήταν αναμενόμενο στράφηκαν στην frontwoman τους, Ευφροσύνη Ευαγγελινού. Με την ερμηνεία της και την θεατρικότητα στην κινησιολογία της, οπτικοποίησε τη θεματολογία των κομματιών που επέλεξαν κυρίως από το φετινό “Morus”.

Στην αρχή η κιθάρα του Αλέξανδρου Δεσποτίδη δεν ακουγόταν ευδιάκριτα, αλλά ευτυχώς στην πορεία διορθώθηκε, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να ακουστεί όπως θα έπρεπε το συγκλονιστικό “Mitera”. Η απόδοση τους συνολικά ήταν καθηλωτική, με την Ευφροσύνη να μην μπαίνει στη διαδικασία να επικοινωνήσει με το κοινό ανάμεσα στα κομμάτια, προσδίδοντας έτσι μια θεατρικότητα στη συνολική τους εικόνα. Το γεγονός ότι χρησιμοποιεί καθαρά και γεμάτα ένταση φωνητικά δείχνει ότι ακολουθούν ένα δικό τους δρόμο. Για μένα είναι μαζί με τους Ιταλούς PONTE DEL DIAVOLO οι πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις νέων extreme metal συγκροτημάτων με frontwomen, που αποφεύγουν την «εύκολη» οδό χρήσης ακραίων φωνητικών από γυναίκες.

Η ώρα είχε φτάσει για τους headliners και ένας-ένας πήραν τη θέση τους επί σκηνής για να μπούμε στη χρονομηχανή και να μεταφερθούμε στα late 90s. Το line up του “Nexus polaris” ήταν ενώπιον μας με μόνη αλλαγή στην κιθάρα που ανέλαβε ο Knut Magne Valle στη θέση του Blackheart, ο οποίος δεν είναι σε θέση να τους ακολουθήσει στη σημερινή συναυλιακή τους μορφή. Έτσι λοιπόν ο βασικός ηχητικός κορμός των ARCTURUS ήταν επί σκηνής, έχοντας αυτόν, τον Sverd στα πλήκτρα, ο οποίος είχε την ίδια αμφίεση με τις εμφανίσεις των ARCTURUS και τον Hellhammer στα drums. Το γεγονός αυτό έδωσε μια ανάλογη ηχητική στην συναυλιακή απόδοση των συνθέσεων του δίσκου, οι οποίες ασφυκτιούν από την ξερή και κλινική στουντιακή τους μορφή.

Η live τους απόδοση ήταν πολύ πιο ταιριαστή σαν ηχητικός σχεδιασμός, αν και στην αρχή οι κιθάρες του Knut και του Astennu υπερκαλύπτονταν από τα drums και την δεσπόζουσα θέση των πλήκτρων. Ευτυχώς ολοένα ο ήχος βελτιωνόταν και έφτασε στο βέλτιστο επίπεδο από την μέση της παρουσίασης του “Nexus polaris”, με αποκορύφωμα την ασύλληπτη εμφάνιση του καταληκτικού “Chariots of thunder”. Εκεί ο κόσμος κυριολεκτικά ξεσηκώθηκε και έμεινε άναυδος από αυτό που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του! Η συμμετοχή του σαν χορωδία σε αρκετά σημεία των κομματιών έδειξε τον ακραιφνώς heavy metal χαρακτήρα του δίσκου, που δικαιολογεί πλήρως την αποδοχή του από κοινό – κυρίως – εκτός black metal. Τα blastbeats και η αναμενόμενη φοβερή απόδοση του Hellhammer έδωσαν μια πιο extreme πλευρά στις εκτελέσεις, με τον Astennu να αναλαμβάνει τα πολλά lead μέρη και κιθαριστικά solos.

O ηγέτης της μπάντας, Nagash, απολάμβανε την συμμετοχή του κόσμου και απέδιδε τις μπασογραμμές και τα φωνητικά του μέρη με πειστικό τρόπο, έχοντας και τη βοήθεια ενός tablet που ήταν πάνω στη βάση του μικροφώνου. Απενοχοποιημένα άρχισε να χορεύει με το τέλος του “Nexus polaris”, όταν και ξεκίνησαν να παίζουν κομμάτια από το “Animatronic”, το οποίο κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά. Οι industrial ρυθμοί ξεσήκωσαν τον κόσμο και ακούσαμε την πληθωρική Sarah Jezebel Deva να τραγουδάει, πέρα από τα εμβόλιμα οπερατικά της μέρη που είχε στο “Nexus polaris”. Στην αρχή της συναυλίας στεκόταν στο πίσω μέρος της σκηνής, αλλά πήρε θάρρος από τις φοβερές αντιδράσεις του κοινού και όργωνε τη σκηνή ως frontwoman. Τα “Jihad”, “New world order” και “Mirrors paradise” απέκτησαν μια πιο οργανική ηχητική, με τον Knut να αναλαμβάνει τα lead και solos αυτού του μέρους της συναυλίας. Η αναφορά σε αυτό το δίσκο έκλεισε με το “In the name of the future”, ένα κομμάτι λιγότερο χορευτικό και κατάλληλο σαν γέφυρα με την αναφορά στην πρώτη εποχή της μπάντας στα mid 90s.

Οι μεταβάσεις στα άλμπουμ δεν έγιναν με λογύδρια και αναφορές ως είθισται από άλλες μπάντες. Έτσι τα “Towards the crown of nights” και “Monarch of the mighty darkness” από το ντεμπούτο τους, “In times before the light”, έδειξε την πρωτόλεια ηχητική τους που συγγενεύει με το ντεμπούτο των “For all tid” των DIMMU BORGIR. Η απόδοση και των δυο κομματιών έδειξε την συνθετική μετάλλαξη που είχαν με το “Nexus polaris”, με τον Sverd να δίνει άλλη διάσταση στον ήχο των πλήκτρων που πρωταγωνιστούσε σε εκείνες τις πρώτες συμφωνικές black metal μέρες τους.

Σε μιάμιση ώρα οι THE KOVENANT αιτιολόγησαν τον αντίκτυπο που είχαν στα late 90s με τον καλύτερο τρόπο. Με εκπληκτική απόδοση και με σύμμαχό τους τον ήχο, απέδωσαν τέλεια το «ακίνδυνο» black metal τους, το οποίο οπτικοποιήθηκε αριστοτεχνικά στο εξώφυλλο του “Nexus polaris”, που δέσποζε στο πίσω μέρος της σκηνής με συνεχές animation. Προσωπικά ένιωσα ότι ήταν σαν να έβλεπα μια heavy metal συναυλία των ARCTURUS, εκπληρώνοντας πλήρως την περιέργεια μου για το πως θα ακουστούν live οι συνθέσεις τους.

Το σίγουρο είναι ότι η βραδιά αυτή θα μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη όσων ήταν εκεί, ευελπιστώντας να κυκλοφορήσει ένα live άλμπουμ από κάποια εμφάνιση τους με αυτό το line up. Θαρρώ πως θα αποδώσει δικαιοσύνη στις συνθέσεις του “Nexus polaris”, οι οποίες με τέτοιες live αποδόσεις αναδεικνύονται συγκριτικά με τις αντίστοιχες στα Woodhouse studios το μακρινό 1998. Θα είναι βέβαια μια ακόμα ένδειξη παρελθοντολαγνείας της νορβηγικής σκηνής, που κρίνεται ανεπαρκής στο να αναδείξει νέα σπουδαία σχήματα όπως έκανε στα 90s, όταν στήθηκε ο μύθος του «Norwegian black metal». Και ένα από αυτά είναι και οι THE KOVENANT όσο κι αν ενοχλούνται οι «true» blacksters με την αποδοχή που έχουν εκτός μαυρομεταλικής σκηνής.

Λευτέρης Τσουρέας
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece