Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 74

AVENGED SEVENFOLD – PALAYE ROYALE (Release Athens Festival, 07/06/2025)

0
Sevenfold

Sevenfold

Με τον ήλιο να δύει πάνω από την Πλατεία Νερού, το Σάββατο 7 Ιουνίου 2025 γράφτηκε άλλη μια σημαντική σελίδα στην ιστορία της metal σκηνής της Ελλάδας. Η πολυαναμενόμενη πρεμιέρα των AVENGED SEVENFOLD στη χώρα μας, έγινε στο Release Athens Festival, και το κοινό, περίμενε με πάρα πολύ μεγάλη ανυπομονησία να τους υποδεχθεί — ήταν διψασμένο. Πριν όμως ο ήχος των riff και η υπαρξιακή ένταση του νέου τους υλικού πλημμυρίσουν την αθηναϊκή νύχτα, τη σκηνή ανέλαβαν οι PALAYE ROYALE, το καλλιτεχνικά εκρηκτικό glam punk τρίο που τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε cult αγαπημένο όνομα της νεότερης γενιάς, με πολύ μεγάλη επιτυχία στη χώρα μας.

Η εμφάνισή τους δεν ήταν αυτή ενός απλού support σχήματος. Ήταν ένα performance με κάθε έννοια της λέξης, ένα κράμα θεατρικότητας, εφηβικής αγωνίας και ακατάπαυστης ενέργειας. Ο Remington Leith, με το γνώριμο θεατρικό του στυλ, κινήθηκε σαν παρανοϊκός μαέστρος, χοροπηδώντας, ουρλιάζοντας και αλληλοεπιδρώντας μανιασμένα με το κοινό. Άλλοτε ανεβαίνοντας στις μεταλλικές κατασκευές στης σκηνής, άλλοτε κάνοντας crowd surfing επιβιβασμένος σε μία φουσκωτή βάρκα, δημιούργησε μια ατμόσφαιρα αμεσότητας και ενθουσιασμού με τους παρευρισκόμενους. Την ίδια στιγμή, ο κιθαρίστας Sebastian Danzig ανέβαινε στα monitors και ενθάρρυνε το πλήθος να συμμετέχει, ενώ ο ντράμερ Emerson Barrett χάραζε δυναμικά τον ρυθμό στα τύμπανα. Η χημεία μεταξύ των τριών μελών ήταν εμφανής καθ’ όλη τη διάρκεια, δημιουργώντας συνολική σκηνική παρουσία καθηλωτική για τους παρευρισκόμενους.

Δεν ήταν όλοι εξοικειωμένοι με τον ήχο τους, αλλά ως την τρίτη νότα είχαν ήδη κερδίσει το ενδιαφέρον ακόμη και των πιο παραδοσιακών metalheads. Η ακατέργαστη ενέργεια και το ειλικρινές πάθος τους τους έκαναν όχι απλώς ένα αξιοπρεπές opening act, αλλά μέρος της εμπειρίας.

Όταν τα φώτα έσβησαν στις 21:15, μια αίσθηση ιεροτελεστίας απλώθηκε, και στην οθόνη εμφανίστηκαν αφηρημένα ψηφιακά visuals, γεμάτα αναφορές στη θεματολογία του νέου δίσκου των AVENGED SEVENFOLD, “Life Is But a Dream…”. Ο ήχος που ακολούθησε δεν ήταν μόνο μουσική· ήταν σχεδόν μια «εισβολή αισθήσεων». Με το “Game Over” να ανοίγει το set, έγινε άμεσα σαφές πως αυτή δεν θα ήταν μια απλή συναυλία. Ήταν ένα ενορχηστρωμένο concept, ένα αφήγημα που κυλούσε ανάμεσα σε concept για τον θάνατο, την ταυτότητα, τη συνείδηση και την τεχνητή ύπαρξη. Ο M. Shadows βγήκε στη σκηνή φορώντας μια μάσκα του σκι, που έγραφε WE LOVE YOU… NOBODY, και κάθισε σε μια καρέκλα, σαν αφηγητής ενός σκοτεινού παραμυθιού, χωρίς υπερβολές, με αυτοπεποίθηση και στοχευμένο βλέμμα προς κάθε ψυχή στο πλήθος. Φωνητικά ήταν ισορροπημένος: λιγότερο ωμός, περισσότερο ελεγχόμενος, εξυπηρετώντας τον αφηγηματικό χαρακτήρα του υλικού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εμφάνισης παρέμεινε επικοινωνιακός με το κοινό, όχι με υπερβολές εντυπωσιασμού, αλλά με ωριμότητα.

Η μπάντα ήταν κουρδισμένη στην εντέλεια!!! Οι Synyster Gates και Zacky Vengeance “στήριζαν” μια κιθαριστική βάση που άλλαζε διαρκώς μορφή – από κλασικές metal μελωδίες, σε prog ψήγματα και jazz fusion εμπνεύσεις. Ο Synyster Gates απέδωσε κάθε solo με χειρουργική ακρίβεια και φαντασία, συνδυάζοντας τη δεξιοτεχνία με το λυρισμό. Δίπλα του, ο Zacky Vengeance λειτουργούσε σαν ρυθμικό αντίβαρο, πλέκοντας τις μελωδικές γραμμές με τεχνική σταθερότητα. Ο Johnny Christ στο μπάσο κινήθηκε διακριτικά αλλά καθοριστικά, δίνοντας στιβαρότητα σε κάθε αλλαγή ταχύτητας. Ο Brooks Wackerman, στα τύμπανα, έμοιαζε με χειρουργό: ψύχραιμος, με κάθε χτύπημα να είναι ακριβές, μα και γεμάτο ένταση, δεν έπαιζε απλώς τύμπανα· ήταν σαν να αφηγούνταν με ρυθμούς τα εσωτερικά παράδοξα του concept.

Το setlist ισορρόπησε τέλεια ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Οι fan είχαν την ευκαιρία να ζήσουν τη live εκτέλεση αγαπημένων ύμνων όπως “Afterlife”, “Hail to the King”, “Bat Country” και “Nightmare”, “Unholy Confessions”, με ανανεωμένες αποδόσεις αλλά διατηρώντας την αίσθηση της πρώτης ακρόασης. Εδώ φάνηκε το εύρος του συγκροτήματος: από το νέο, βαθιά περίτεχνο και πειραματικό υλικό, στην καθαρή, ανόθευτη αδρεναλίνη του παρελθόντος. Η παραγωγή ήταν αντάξια του φήμης του συγκροτήματος: προβολές ταινιών μικρού μήκους, τρισδιάστατα εφέ, αφηρημένα και sci-fi οπτικά στοιχεία, όλα εναρμονισμένα με τη θεματολογία: τον θάνατο, τη ζωή, το νόημα της ύπαρξης. Οι μεταβάσεις στα φώτα και οι εναλλαγές ύφους στα κομμάτια δημιούργησαν μια εμπειρία που έμοιαζε περισσότερο με performance art παρά απλώς μια rock/metal συναυλία.

Το κοινό ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό, τραγουδώντας κάθε στίχο με θρησκευτική ευλάβεια. Ταυτόχρονα, το νέο υλικό από το “Life Is But a Dream…”, όπως το “Mattel” και “Nobody”, παρουσιάστηκε με τέτοια φροντίδα και αισθητική συνέπεια που ακόμη κι αυτοί που το είχαν (σ.σ. και είχαμε….)  ακούσει επιφυλακτικά στο στούντιο, υποκλίθηκαν στην επί σκηνής δυναμική του. Η ενορχήστρωση συνδυάστηκε με τα φουτουριστικά τους visuals και η επαναλαμβανόμενη θεματολογία περί ταυτότητας, εγώ και τεχνητής ύπαρξης, έφεραν τον θεατή αντιμέτωπο με φιλοσοφικά ερωτήματα. Το κοινό, που πλέον είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά, δεν σταμάτησε να φωνάζει, να χτυπιέται και να ζητά περισσότερα. Το encore ήρθε με το “A Little Piece of Heaven”, σε μια εκτέλεση όπου η ειρωνεία, το χιούμορ και η θεατρικότητα συναντήθηκαν με την συγκίνηση της τελευταίας πράξης.

Η νύχτα αυτή δεν ήταν μια απλή συναυλία. Ήταν μια εμπειρία που συνδύαζε τη δύναμη του metal με τη φιλοσοφία του θεάτρου, την ένταση της rock με τη λυρική αναζήτηση του εαυτού. Οι PALAYE ROYALE έδωσαν την καλύτερη δυνατή εισαγωγή – ακατέργαστη, επιθετική, αυθεντική – και οι AVENGED SEVENFOLD έκλεισαν τον κύκλο με μια μουσική παράσταση υψηλής αισθητικής, τεχνικής και συναισθηματικής πληρότητας. Οι πρώτοι έθεσαν το ερώτημα, οι δεύτεροι έδωσαν τις απαντήσεις. Και όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί, έγιναν για ένα βράδυ κομμάτι ενός μουσικού χρονικού που άξιζε την αναμονή. Η Αθήνα δεν ήταν απλώς σταθμός στην περιοδεία τους. Ήταν η αρχή μιας σχέσης που άργησε.

Πέτρος Καραλής
photos @ release Athens 2025

Weekly Metal Meltdown (31/5 – 6/6)

0
Weekly

Weekly

Με πολύ δυνατά και γνωστά ονόματα επανέρχεται αυτή τη εβδομάδα το Weekly Metal Meltdown. Παρακάτω θα συναντήσουμε τα clips από τα επερχόμενα άλμπουμ των SCARS ON BROADWAY, ALICE COOPER BAND, BATTLEBEAST, SODOM, UDO DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG, SABATON, HAMMER KINGS, AMORPHIS και PARADISE LOST. Δίσκοι που αναμένονται από την μεταλλική κοινότητα με αγωνία τους επόμενους μήνες. Μέχρι τότε πατήστε το play & enjoy!

Ο Daron Malakian και οι SCARS ON BROADWAY μόλις ανακοίνωσαν το επικείμενο τρίτο άλμπουμ τους, “Addicted To The Violence”. Μετά το “Dictator” του 2018, το νέο full length του συγκροτήματος αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 18 Ιουλίου, με τον Daron να το αποκαλεί «μερικά από τα καλύτερα πράγματα που έχω να προσφέρω». Προσθέτει ότι είναι εξίσου περήφανος για τους SCARS ON BROADWAY όσο και για τους SYSTEM OF A DOWN και ότι “είμαι ευλογημένος που μπορώ ακόμα να το κάνω αυτό και να γράφω τραγούδια κάθε μέρα”. Για να σηματοδοτήσει την ανακοίνωση, μόλις κυκλοφόρησε το single “Killing Spree” που παρακολουθούμε παρακάτω.
O Daron εξηγεί για το κομμάτι:
“Είναι ένα θέμα ταμπού για το οποίο οι άνθρωποι μπορεί να φοβούνται να μιλήσουν. Τα παιδιά έχουν επαναστατήσει για πάντα. Οι ψυχικές διαταραχές ήταν πάντα εκεί. Τα τελευταία 15 χρόνια, έχουμε δει μια γενιά που θα μπει στο σχολείο και θα σκοτώσει άλλους μαθητές. Δεν ωραιοποιώ, ούτε το υποστηρίζω. Απλά λέω: Τα παιδιά είναι σε ένα γαμ***νο ξεφάντωμα δολοφονιών. Είναι αυτό που βλέπω μπροστά μου. Δεν μιλάω μόνο για δολοφονίες. Θα δείτε μια κυρία που ξυλοκοπείται στο μετρό και οι άνθρωποι γύρω της δεν βοηθούν καν. Τραβάνε video στα iPhone τους. Είχαμε αυτόματα όπλα πριν από 50 χρόνια και κανείς δεν το έκανε αυτό. Κατηγορώ τη νοοτροπία. Τώρα έχουμε μια γενιά που είναι τόσο αποστασιοποιημένη και απευαισθητοποιημένη. Είναι εντελώς ασυγκίνητοι και χωρίς ενσυναίσθηση. Δεν υπάρχει σεβασμός για τη ζωή”.

Photo by Jenny Risher

Όπως έχουμε αναφέρει ξανά σε αυτή την στήλη, η αυθεντική ALICE COOPER BAND ξαναφτιάχνεται μετά από πενήντα χρόνια και ένα νέο άλμπουμ που θα έχει τίτλο “The revenge of Alice Cooper” θα κυκλοφορήσει από την earMUSIC στις 2 Ιουλίου. Άλλο ένα single μας προσφέρετε, αυτή την φορά για το κομμάτι “Wild ones” το οποίο είναι εμπνευσμένο από την εμβληματική ταινία του 1953, The Wild One, με πρωταγωνιστή τον Marlon Brando.
Το κομμάτι συλλαμβάνει το ίδιο προκλητικό πνεύμα που κάποτε συγκλόνισε τη μέση Αμερική και καθόρισε μια γενιά. Με τις κιθάρες που γρυλίζουν, τα τύμπανα που χτυπούν και το αδιαμφισβήτητο γρύλισμα της Alice μπροστά και στο κέντρο, το “Wild Ones” δεν είναι απλώς ένα τραγούδι, είναι μια δήλωση. To ακούμε εξής αμέσως παρακάτω.

Photo by Marek Sabogal

Οι Φιλανδοί power/symphonic metallers BATTLE BEAST κυκλοφορούν άλλο ένα single από τον επερχόμενο έβδομο δίσκο τους που θα ονομάζεται “Steelbound” και θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο. Το clip είναι για το κομμάτι “Steelbound” και το παρακολουθούμε παρακάτω.
Η τραγουδίστρια Noora Louhimo αναφέρει: “Ως παιδί, ήμουν θύμα εκφοβισμού στο σχολείο και ως ενήλικας, έχω βιώσει μισογυνισμό και σεξισμό στην επαγγελματική και ιδιωτική μου ζωή. Μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες, έχω γίνει ένας άνθρωπος που πάντα αγωνίζεται ενάντια στην αδικία. Το “Steelbound” είναι ένα δυναμικό τραγούδι για όλους εμάς που προσπαθούμε να διαχειριστούμε δύσκολες καταστάσεις ζωής και σχέσεις. Το τραγούδι ασχολείται με οδυνηρά πράγματα, αλλά ταυτόχρονα, μας δίνει δύναμη να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στις αδικίες του κόσμου. Ας σηκωθούμε μαζί, γιατί είμαστε “Steelbound!”.

Photo by Mumpi

To νέο άλμπουμ των SODOM “The Arsonist” θα κυκλοφορήσει στις 27 Ιουνίου, η μπάντα μόλις κυκλοφόρησε το νέο τους single και lyric video για το τραγούδι “Taphephobia”.
Ο Tom Angelripper μας λέει για το κομμάτι αυτό : “Η “Taphephobia” (ταφοφοβία) είναι μια ανώμαλη φοβία του να θαφτεί κάποιος ζωντανός ως αποτέλεσμα λανθασμένης ανακοίνωσης του θανάτου του”. To παρακολουθούμε παρακάτω:

Photo by Eddi Bachmann

Oι UDO DIRKSCHNEIDER & THE OLD GANG (DATOG) κυκλοφορούν άλλο ένα single, το τρίτο τους με τίτλο “Ηellbreaker” το οποίο θα περιλαμβάνεται στην νέο τους δίσκο με τίτλο “Babylon” που θα κυκλοφορήσει από την RPM τον Οκτώβριο. Την μπάντα που περιλαμβάνει τους Udo Dirkschneider, τους δύο πρώην ΑCCEPT Peter Baltes και Stefan Kaufmann αλλά και τον Mathias “Don” Dieth (κιθάρα, SΙΝΝΕR, U.D.O.) τον γιο του Udo, Sven Dirkschneider (τύμπανα, U.D.O., Dirkschneider) και την τραγουδίστρια Manuela “Ella”. Tο καινούργιο αυτό κομμάτι όπως και ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα θρυλικά Dierks Studios (Stommeln) όπως και όλος ο επερχόμενος δίσκος με το mastering να έχει αναλάβει ο κιθαρίστας Stefan Kaufmann στα ROXX Studio (Solingen).
Η μπάντα αναφέρει σχετικά με αυτό: «Με το “Hellbreaker”, η μπάντα δεν τραβάει γροθιές, εκτοξεύοντάς μας κατευθείαν στο αληθινό heavy metal! Brutal κιθαριστικά riffs, τολμηρές μελωδίες και ένα δυνατό refrain ολοκληρώνει την εικόνα. Ο Udo γρυλίζει και ουρλιάζει σαν να μην υπάρχει αύριο, ενώ τα σόλο φωνητικά της Μanuela έβαλαν το κερασάκι στην τούρτα προς το τέλος του τραγουδιού. Η ανορθόδοξη solo κιθαριστική δουλειά του Mathias είναι μια πραγματική απόλαυση. Υποστηριζόμενο από ένα κινηματογραφικό μουσικό βίντεο, το “Hellbreaker” δεν δημιουργεί μόνο προσμονή αλλά κλωτσάει τις πόρτες ορθάνοιχτες για αυτό που διαμορφώνεται να είναι μία από τις πιο συναρπαστικές κυκλοφορίες της χρονιάς». Το παρακολουθούμε παρακάτω.

Οι Γερμανοί Heavy / Power Metal βασιλιάδες ΗΑΜΜΕR KING παρουσιάζουν με υπερηφάνεια τους ολοκαίνουργιο single και μουσικό βίντεο: “Make Metal Royal Again”, το ομώνυμο τραγούδι του επερχόμενου στούντιο άλμπουμ τους αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 15 Αύγουστου από την Reaper Entertainment. Με το “Make Metal Royal Again”, οι HAMMER KING αποκαλύπτουν ένα τολμηρό μιούζικαλ -δήλωση που δίνει τον τόνο για ολόκληρο το άλμπουμ. Ένα βροντερό κάλεσμα στα όπλα, οδηγούμενα από αμείλικτη ενέργεια, πανύψηλα riffs και μια στιγμή αξέχαστη χορωδία. Ορμώμενοι από την επιβλητική ακρίβεια του νέου ντράμερ Κόμης Shandorian, το single συνδυάζει την old school δύναμη με το μοντέρνο metal, τιμώντας την κληρονομιά του είδους ενώ προχωρά μπροστά με βασιλική αποφασιστικότητα. Παρακολουθούμε τους νέους σωτήρες του metal παρακάτω.

Photo by Joshua Dorfman

Eνα από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα στο power metal, οι SABATON, επιστρέφουν με το δεύτερο single τους “Hördes” Of Khan” συμπεριλαμβανομένου ενός επικού βίντεο. Το κομμάτι προέρχεται από το επερχόμενο ενδέκατο στούντιο άλμπουμ, το οποίο θα κυκλοφορήσει αργότερα φέτος – ταυτόχρονα θα είναι το πρώτο άλμπουμ για την Better Noise Music.
“Η ιστορία πίσω από το νέο μας single “Hordes Of Khan” ήταν μια συναρπαστικό θέμα για να βουτήξετε», σχολιάζει ο τραγουδιστής Joakim Broden. «Το τραγούδι αποδείχθηκε πολύ πιο βαθύ από ό, τι αρχικά πιστεύαμε. Ο Genghis Khan δεν ήταν μόνο ένας κατακτητής, ήταν μια σύνθετη προσωπικότητα με τεράστια κληρονομιά. Δημιούργησε τη μεγαλύτερη συνεχόμενη αυτοκρατορία του παγκόσμια ιστορία που ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα της Μογγολίας και η επιρροή του αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μετά το θάνατό του. Ειλικρινά δεν θα είχαμε πιο ταιριαστό θέμα για τη νέα κατεύθυνση των SABATON! Ορδές του Χαν πραγματικά κτυπήματα και για καλό σκοπό.. Οι οπαδοί μας θέλουν heavy metal και είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε την ανταπόκρισή τους. Ελπίζουμε ότι θα ακούτε συνέχεια”.

Photo by Sam Jamsen

Μετά την ανακοίνωση του 15ου στούντιο άλμπουμ τους “Borderland”, οι Φιλανδοί metallers AMORPHIS, κυκλοφορούν το πρώτο single από τον επερχόμενο δίσκο με τίτλο “Light and shadow”, το οποίο μπορεί επίσης να είναι ερμηνευτεί ως μεταφορά του τίτλου του άλμπουμ με την έννοια της αντεπίθεσης μεταξύ δύο μερών κοντά το ένα στο άλλο. Καθώς ξεδιπλώνεται, μεταμορφώνεται σε ένα μυθικό ύμνο αυτοανακάλυψης, μια ισχυρή υπενθύμιση του γιατί οι AMORPHIS παραμένουν ασυναγώνιστοι στη δημιουργία μελαγχολικού μεγαλείου.
Ο Santeri Kallio, ο οποίος έγραψε τη μουσική, προσθέτει: “Πήγα με τη ροή – χωρίς να αγχώνομαι για τις απόψεις. Δεν ήθελα να επαναλάβουμε το παλιό ούτε να αντιγράψουμε αυτό που έχουμε ήδη κάνει πριν. Όταν άκουσα τα τελευταία φωνητικά μέρη του Tomi, συνειδητοποίησα ότι το “Light And Shadow” θα ήταν η τέλεια εισαγωγή στο νέο μας άλμπουμ!”

Photo by Ville Jurrikkala

Για πάνω από τρεις δεκαετίες, οι PΑRADISE LOST κυβερνούν τη σκοτεινή πλευρά του metal με πάνω από δύο εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων και μια κληρονομιά που συνεχίζει να αντηχεί σε όλο το είδος. Τώρα επιστρέφουν με το “Ascension”, ένα δυνατό νέο κεφάλαιο που εξερευνά όλο το βάθος του αδιαμφισβήτητου ήχου τους. Δέκα ολοκαίνουργια κομμάτια, σε παραγωγή του κιθαρίστα Gregor Mackintosh, σας μεταφέρουν μέσα από συντριπτικά doom riffs, πένθιμες μελωδίες και βροντερό gothic metal , όλα βουτηγμένα στην υπαρξιακή αναταραχή της ανθρώπινης εμπειρίας. To άλμπουμ πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 19 Σεπτεμβρίου.
Στο πρώτο δείγμα του επερχόμενου δίσκου των shadow kings, το “Silence like the grave” η μπάντα μας παρασέρνει στην μελαγχολία τους και το παρακολουθούμε παρακάτω.

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

A day to remember… 7/6 [SHADOW GALLERY]

0
Shadow

Shadow

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Room V” – SHADOW GALLERY
ΕΤΟΣ
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ2005
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ
Carl Cadden-James και Gary Wehrkamp
ΕΤΑΙΡΙΑ –
Insideout Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mike Baker – φωνητικά
Gary Wehrkamp – κιθάρα, πλήκτρα, φωνητικά
Brendt Allman – κιθάρα, φωνητικά
Carl Cadden-James – μπάσο, φωνητικά
Joe Nevolo – τύμπανα

Αν για το πολύ καλό “Legacy” των SHADOW GALLERY λέγαμε πως είχε την ατυχία να διαδεχθεί το “Tyranny”, φανταστείτε δηλαδή τις προσδοκίες που υπήρχαν για το κυριολεχτικό sequel που ήθελε να εμβαθύνει στο concept γεωπολιτικής και παγκόσμιας νέας τάξης του “Tyranny”. Σήμερα λοιπόν είμαι εδώ για να δω αν και κατά πόσο το “Room V”, που κυκλοφόρησε πριν από είκοσι χρόνια, κρατάει ακόμα. Μιλάμε για το πέμπτο άλμπουμ των SHADOW GALLERY, οι οποίοι δεν γνώριζαν ωστόσο πως θα ήταν και το τελευταίο του γκρουπ με τον αναντικατάστατο Mike Baker στα φωνητικά καθώς έφυγε από κοντά μας το 2008 σε ηλικία μόλις 45 ετών. Απ την άλλη, ήταν το και το πρώτο χωρίς τον σπουδαίο Chris Ingles στα πλήκτρα (αν και είχε συμβάλλει στις συνθέσεις πρωτύτερα) με τον Gary Wehrkamp να αναλαμβάνει.

Οι SHADOW GALLERY είναι μια από τις αγαπημένες μου μπάντες των 90s και αν όχι η πιο παραγνωρισμένη, σίγουρα ανάμεσα στις πιο παραγνωρισμένες heavy metal μπάντες της γενιάς τους. Με έξι άλμπουμ όλα και όλα, η μπάντα δεν κατάφερε να γράψει ούτε έναν μέτριο, ποσώς κακό δίσκο και το “Room V” δεν αποτελεί εξαίρεση. Όσοι, σαν και μένα, μάθατε το γκρουπ σε αληθινό χρόνο με το “Tyranny”, τότε είμαι σίγουρος πως ακούτε κάθε δίσκο των Αμερικάνων με την ίδια όρεξη και με νοσταλγία για το λυρικό prog metal τoυς που πλέον αποτελεί κομμάτι του παρελθόντος καθώς το είδος έχει εξελιχθεί προς άλλα μουσικά και ηχητικά μονοπάτια (κοινώς λίγες μπάντες ακούγονται και παίζουν σαν τους SHADOW GALLERY).

Το “Room V”, σε αντίθεση ίσως με το “Legacy”, είναι τρομερά φιλόδοξο με δεκατέσσερις συνθέσεις, φτάνοντας στα 75 λεπτά, δύο παραπάνω δηλαδή από το “Tyranny”. Από αυτά και μόνο είναι φανερό πως η μπάντα ήθελε να επαναλάβει τη συνταγή του “Tyranny” κάτι που επαληθεύεται από το εναρκτήριο κομμάτι “Manhunt” που είναι βασικά ένα ορχηστρικό overture που μπορεί να σε πάει στο “Stiletto in the sand” που ανοίγει τον πρώτο δίσκο. Επιπλέον, ακούμε στο “Manhunt” μελωδίες που παίχτηκαν αρχικά στο “Christmas day” που κλείνει το “Tyranny” και ο τίτλος επίσης αναφέρεται στο concept και το κυνηγημένο ζευγάρι της ιστορίας. Οι προθέσεις του γκρουπ είναι επομένως ξεκάθαρες από το καλημέρα. Αυτό που ίσως δεν είχα προσέξει πριν από είκοσι χρόνια ήταν πως το άλμπουμ είναι ουσιαστικά ένα αμάλγαμα των “Tyranny” και του έτερου αγαπημένου άλμπουμ, “Carved in stone” μιας και εδώ συναντάμε μια trademark φρασεολογία και κάποιες γενικότερες τάσεις που το συγκρότημα εισήγαγε με τα δύο κορυφαία τους άλμπουμ. Δεν πρέπει να αμελήσω επίσης το ότι υπάρχουν πέντε instrumental συνθέσεις που λειτουργούν σαν εισαγωγές ή ιντερλούδια, μια ιδέα που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το “Carved in stone”. Μόνο που εδώ δεν έχουμε απλώς ένα απαλό πιάνο να διακόπτει για λίγο τη ροή του δίσκου, αλλά prog metal δυναμίτες, όπως τα “Birth of a daughter” και “Death of a mother”, όπως και λυρικά περάσματα σαν το “Lamentia”.

Το άλμπουμ λοιπόν είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό του SHADOW GALLERY prog metal, με US metal αισθητική, πηγαίο λυρισμό, ασύλληπτες μελωδίες ειδικά με τις χαρακτηριστικές τους πολυφωνίες και μουσική δεξιοτεχνία με το γκρουπ να κοιτά κατάματα τους DREAM THEATER. Είκοσι χρόνια μετά, η άποψη μου παραμένει αναλλοίωτη: αν και δεν μπορώ να το βάλω ακριβώς δίπλα στο “Tyranny”, και παρόλο που θα μπορούσε να είναι λίγο πιο σύντομο και μεστό, το “Room V” είναι ένα τρομερό άλμπουμ, περιπετειώδες, λυρικό, απαιτητικό και σημειωτόν με τις περισσότερες επιρροές από PINK FLOYD. Και πώς να μην είναι ένας εξαιρετικός δίσκος όταν μιλάμε για ένα γκρουπ που απαρτίζεται από τους Gary Wehrkamp και Brendt Allman στις κιθάρες ή τον Carl Cadden-James στο μπάσο αλλά και στους στίχους μιας και εκείνος σκαρφίστηκε το δαιδαλώδες concept.

Δεν θέλω να γράψω για όλο το concept εδώ. Θα αρκεστώ ωστόσο να σας πω ο Cadden-James πρέπει να είχε δει την ταινία “Conspiracy theory” (1997) του σκηνοθέτη Richard Donner με τους Mel Gibson και Julia Roberts. Στη ταινία, ένας ταξιτζής που, όπως ο Cadden-James, διαβάζει μετά μανίας περιοδικά και βιβλία με θεωρίες συνωμοσίας, εμπλέκεται σε μια σκοτεινή υπόθεση στην οποία πρωταγωνιστούν πράκτορες της CIA, του FBI και άλλες σκοτεινές φιγούρες. Στη ταινία γίνεται λόγος για τη «Νέα Τάξη Πραγμάτων» ή New World Order θεωρία η οποία επιτάσσει πως μια παγκόσμια ελίτ προσπαθεί να χτίσει μια παγκόσμια νέα τάξη που θα εξαλείψει πλήρως το κράτος-έθνος. Αυτή είναι λίγο-πολύ η βάση του concept του “Tyranny” και “Room V” μόνο που στο δεύτερο μέρος εμπλέκονται h Ισραηλινή Μοσάντ, η βίο-τρομοκρατία και η underground αντίσταση. Μιλάμε δηλαδή για ένα concept που κλείνει το μάτι απ τη μία στο “Operation: mindcrime” αλλά και στην ολοένα και δημοφιλέστερη παραπολιτική των θεωριών συνωμοσίας, ειδικά μετά το 2001 και την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους.

Did you know that:

  • Ο Carl Cadden-James παραθέτει στο βιβλιαράκι του άλμπουμ και την βιβλιογραφία του με βιβλία όπως “Ο Κώδικας Νταβίντσι” (Dan Brown), “Feudalism alias American capitalism”, “By way of deception – the making and unmaking of a Mossad officer (Victor Ostrovsky), “The demon in the Freezer” (Richard Preston) (ένα must read μας λέει με θέμα την ευλογιά και τη βιοτρομοκρατία)
  • Το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου διηγείται πως ο πρωταγωνιστής μας ανακαλύπτει μια μυστική αντιστασιακή οργάνωση που είναι βασικά το συγκρότημα καθ’ αυτό (“here we are, we’re the band, we got your marching orders. It’s in the music and the words that we sing”).
  • Στο κομμάτι “Torn”, καλεσμένος στα δεύτερα φωνητικά είναι ο James LaBrie ο οποίος είχε τραγουδήσει και στο “I believe” από το “Tyranny”.
  • Έχουμε και άλλους καλεσμένους. Στο instrumental “7 years” ο Arjen Anthony Lucassen παίζει ένα σόλο στη κιθάρα.
  • Το άλμπουμ κυκλοφόρησε με ένα πλούσιο σε μουσική bonus disc στο οποίο ακούμε μια ακουστική εκδοχή του “Rain”, που κλείνει το άλμπουμ, δύο σύντομες ακουστικές μπαλάντες, ένα drum solo που έχει τον εύλογο τίτλο “Joe’s spotlight” αλλά το κομμάτι που ξεχωρίζει είναι το “Floydian memories”, ένα εξωφρενικό PINK FLOYD medley που διαρκεί 24 λεπτά. Η ιστορία πίσω από τη διασκευή αυτή μας πάει πίσω στο 2001 όταν βρισκόμενοι στο Παρίσι για συνεντεύξεις, το γκρουπ άρχισε να κουβεντιάζει πάνω στην αυθεντική 8-track μορφή του “Pigs on the wing” που βρίσκεται στο “Animals”. Προτού οι PINK FLOYD το σπάσουν στα δύο, ήταν ένα αυτοτελές κομμάτι με ένα μεγάλο σόλο κιθάρας στη μέση. Ο Gary Wehrkamp μας διηγείται πως, αφού έπιασε μια ακουστική κιθάρα, η μπάντα άρχισε να τζαμάρει και να προσθέτει και άλλα μέρη από γνωστά τραγούδια. Όταν ήρθε η ώρα οι SHADOW GALLERY να ηχογραφήσουν το “Room V” και αφού τους δόθηκε επιπρόσθετος χρόνος για έναν bonus δίσκο, αποφάσισαν να ηχογραφήσουν το medley. Για τις ανάγκες του τιτάνιου αυτού έργου, για το οποίο είχαν μόνο μερικές βδομάδες στο στούντιο, επιστράτευσαν τον Arjen Lucassen στη κιθάρα και τα φωνητικά και τον άλλο φίλο τους, Mark Zonder στα τύμπανα.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 6/6 [KING DIAMOND]

0
Diamond

Diamond

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The spider’s lullabye” – KING DIAMOND
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: King Diamond
ΣΥΝΘΕΣΗ:
King Diamond – φωνές, πλήκτρα
Andy LaRocque – κιθάρες, πλήκτρα
Chris Estes – μπάσο
Herb Simonsen – κιθάρες
Darrin Anthony – τύμπανα

Η δισκογραφία του «Βασιλιά» είναι πλούσια, όσο και κάπως ασυνήθιστη, λόγω της ενασχόλησής του τόσο με τους MERCYFUL FATE όσο και με τους KING DIAMOND για 26 χρόνια, από το ντεμπούτο ΕΡ των πρώτων το 1982, ως το τελευταίο ολοκληρωμένο άλμπουμ των δεύτερων το 2007. Το 1995 όμως, η κατάσταση ήταν αρκετά μπερδεμένη για εμάς που παρακολουθούσαμε από μακριά, δίχως την ευχέρεια που παρέχει σήμερα το διαδίκτυο και με ελάχιστες αναφορές στον μουσικό τύπο.

Έχοντας αποχωρήσει από τους MERCYFUL FATE για να ακολουθήσει «προσωπική» καριέρα, κυκλοφόρησε πέντε άλμπουμ από το 1986 ως το 1990 με τους KING DIAMOND, όμως ξαφνικά τους έβαλε στον πάγο για να επανασυνδεθεί με τον Hank Shermann, τον Michael Denner και τον Timi Hansen. Έτσι, όταν ανακοινώθηκε το “The spider’s lullabye” μπερδευτήκαμε. Τελικά ο Kim Petersen (ο King Diamond δηλαδή), αποκάλυψε πως ήθελε να διατηρήσει παράλληλα και τα δύο σχήματα, με τους πρώτους να παίζουν πιο ευθύ metal, δίχως κάποιο concept στα άλμπουμ τους, ενώ με το δικό του σχήμα, θα έδινε μεγαλύτερη βάση στο θεατρικό στοιχείο, τόσο στιχουργικά, όσο και στις παραστάσεις τους.

Θυμάμαι να κάνω προ-παραγγελία για το συγκεκριμένο άλμπουμ, αφού η Massacre Records, η Γερμανική εταιρεία που είχε μπει πολύ δυνατά στον ανεξάρτητο χώρο εκείνα τα χρόνια και είχε αποσπάσει την υπογραφή του Δανού για τα προσωπικά του άλμπουμ στην Ευρώπη, ανακοίνωσε μια περιορισμένη έκδοση σε βινύλιο. Εννοείται πως δεν είχαμε ακούσει ούτε νότα. Μέχρι να κάτσει η βελόνα και να ακούσουμε τελικά, την πολυαναμενόμενη δουλειά  από τους KING DIAMOND. Ο ήχος είναι αισθητά αλλαγμένος, μακριά από τον κρυστάλλινο χαρακτήρα του “The eye”, με μια πιο ωμή αισθητική.  Εξ αρχής όμως, είναι ξεκάθαρο πως ο Andy LaRocque, είναι σε τεράστια φόρμα και γράφει την πιο άρτια παράστασή του. Ο κιθαρίστας και δεξί χέρι του KD, αλλάζει ριφ σαν σελίδες σε βιβλίο και μόλις μπει το σόλο… τις σκίζει κιόλας. Δηλαδή, ο Σουηδός – όπως έχω πει πολλές φορές – επιβεβαιώνει τον τίτλο του πιο υποτιμημένου κιθαρίστα στο χώρο.

Ανοίγοντας με έναν power metal ύμνο, όπως το “From the other side”, μας βάζει για τα καλά στο χώρο. Το τραγούδι, έχει όλα τα συστατικά που θες και αμέσως ανάγεται σε κλασικό της δισκογραφίας τους. Το ρεφραίν του μάλιστα, έχει τα ψηλά φωνητικά του King, να τραγουδά για τον δαιμονισμένο του εαυτό που βλέπει… από την άλλη πλευρά. Ιδανικό ξεκίνημα λοιπόν. Το “Killer” που ακολουθεί, έχει ένα πιο τεχνικό μοτίβο που θυμίζει “Welcome home”, αλλά είναι ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, όσο κι αν μου αρέσει. Το “Dreams”, λίγο παρακάτω είναι πιο γρήγορο, με τον LaRocque να τα σπάει. Ανατριχιαστικό, μελωδικό, σκοτεινό και συνάμα τόσο γνώριμο που σε αγκαλιάζει ζεστά. Από κοντά και το αγαπημένο “Moonlight”, που είναι πιο προσιτό και ευθύ (πάντα σε KING DIAMOND δεδομένα βέβαια), με μια ερμηνεία γεμάτη συναίσθημα, αλλά μου φαίνεται κάπως ανολοκλήρωτο. Δεν υπάρχουν εισαγωγές, ούτε instrumental, ούτε κάποιο concept – για πρώτη φορά μετά το ντεμπούτο τους – οπότε η πρώτη πλευρά με τα  τραγούδια ακούγεται μονορούφι. Έχοντας όμως την κριτική οπτική των οπαδών, σίγουρα δεν φτάνει το μεγαλείο των προηγούμενων δίσκων.

Η δεύτερη πλευρά, αλλάζει όμως τα δεδομένα. Με τέσσερεις συνθέσεις, που περιγράφουν μια ιστορία αραχνοφοβίας, ο King ανεβάζει πολύ το επίπεδο του δίσκου. Όλες οι πτυχές της φωνής του King και όλες οι εκδοχές του metal που παίζει το συγκρότημα συμπεριλαμβάνονται εδώ. Αν η πρώτη πλευρά είχε δουλευτεί όσο η δεύτερη, θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Το “Eastman’s cure” – ίσως το πιο καθαρόαιμο power metal τραγούδι που μας έχουν δώσει – είναι από τα αγαπημένα μου, ενώ το “Room 17”, ξεπερνά τα 8 λεπτά και θυμίζει το μεγαλείο του “At the graves” ακόμα και με το haspichord, όσο και με τον πολύπλευρο χαρακτήρα του. Δεν χρειάζεται υπερ-ανάλυση, διότι δεν υπάρχει οπαδός του σκηνοθετικού ταλέντου του Δανού Βασιλιά που να μην λατρεύει τα τέσσερα αυτά τραγούδια. Οι υπόλοιποι, απλά δεν διαβάζουν μέχρι εδώ, οπότε δεν μας ενδιαφέρουν κιόλας.

Αργότερα μάθαμε πως οι ιδέες για τα τραγούδια του “The spider’s lullabye” υπήρχαν από το 1992, όταν θα ακολουθούσε το “The eye”, όμως τόσο οι αλλαγές μουσικών στις τάξεις του σχήματος, όσο και η επαναδραστηριοποίηση των MERCYFUL FATE, καθυστέρησαν την παραγωγή του άλμπουμ, αλλά και η μετακόμιση του Petersen στον Ντάλας, των ΗΠΑ, τον απομάκρυνε από τον Σουηδό συνεργάτη του.

Οι Αμερικάνοι Chris Estes, Darrin Anthony και Herb Simonsen, προστέθηκαν για να συμπληρωθεί η νέα σύνθεση και θα έμεναν για τις περιοδείες και τις ηχογραφήσεις του “The graveyard”, όμως η προσθήκη τους δεν αλλοιώνει καθόλου το DNA της μουσικής των KING DIAMOND. Φιλότιμοι και ωραίοι τύποι, αλλά τίποτα παραπάνω από «μισθοφόροι» δίχως κάποιο ιδιαίτερο βιογραφικό. Ο μύθος λέει, πως οι τρεις τους έπαιζαν στους MINDSTORM, όπου έγραψαν δυο ντέμο και παίζοντας σε τοπικά κλαμπ, έπεσαν στην αντίληψη του Δανού που έψαχνε νέα μέλη και προτίμησε τους νέους του… γείτονες. Ο LaRocque, όπως δήλωσε αργότερα, δυσκολεύτηκε πολύ με την νέα πραγματικότητα, όντας ο μόνος που διέμενε πλέον στην Σκανδιναβία, όταν οι υπόλοιποι βρισκόταν στο Τέξας.

Το άλμπουμ έχει υποτιμηθεί, περισσότερο λόγω της θαμπής παραγωγής του, παρά για τα τραγούδια του. Ίσως ο Δανός πολύ-φωνος, να βιάστηκε να ξυπνήσει τους KING DIAMOND από το λήθαργο, ώστε να επωφεληθούν και τα δυο συγκροτήματα και ίσως απλά να είχε την προσοχή του στραμμένη σε πολλές πλευρές – αφού ήταν ο πραγματικός σκηνοθέτης και των δύο θιάσων – και ίσως απλά να πρόσθεσε τις πιο φρέσκες ιδέες του στο “Time” των ΜΕRCYFUL FATE, που βγήκε οκτώ μήνες νωρίτερα. Για μένα πάντως, παραμένει ιδιαίτερο και ακούγοντάς το σήμερα, στην 20ή του επέτειο, καταλαβαίνω πως ήταν το πρώτο από μια νέα εποχή, όπου ο King δεν υπερβάλει με τα υψίφωνα μέρη και τους υπέρμετρους χαρακτήρες, κάτι που το είδαμε περισσότερο στις επόμενες δουλειές του.

Did you know that:

  • Στην επανακυκλοφορία του 2015, της Metal Blade, υπάρχει ένα δεύτερο δισκάκι με τέσσερα τραγούδια από το ντέμο του 1992. Συγκεκριμένα, το “Moonlight”, το “From the other side”, το “Dreams” και το ομότιτλο, ηχούν πολύ κοντά στο τελικό αποτέλεσμα που μας έδωσαν 3 χρόνια μετά.
  • Το άλμπουμ έχει κυκλοφορήσει με ελαφριές παραλλαγές στο εξώφυλλο, όμως το πρώτο, παραμένει το καλύτερο.
  • Λόγω υποχρεώσεων, δεν ακολούθησε κανονική περιοδεία για να υποστηρίξουν το άλμπουμ και αυτό σίγουρα δεν βοήθησε. Έτσι, όταν οι KING DIAMOND ξαναβγήκαν στον δρόμο, το 1997, δεν χωρούσε παραπάνω από ένα τραγούδι στο περιορισμένο τους σετ, αφού έκαναν co-headlining περιοδεία με τους MERCYFUL FATE. Αυτή η περιοδεία πέρασε κι από τη χώρα μας βέβαια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
  • Χρόνια ήθελα να το βγάλω από μέσα μου, πως το lullaby γράφεται δίχως το –e στην κατάληξη. Όμως ο King που πάντα παίζει με τις λέξεις και τα νοήματα αυτών, σίγουρα ήξερε τι έκανε.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 6/6 [THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA]

0
Night Flight

Night Flight

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ”Skyline whispers” – THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΙΑ: Coroner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Sebastian Forslund
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Björn “Speed” Strid
Κιθάρες/Δεύτερα φωνητικά – David Andersson
Κιθάρες/Πλήκτρα/Congas/Κρουστά – Sebastian Forslund
Μπάσο – Sharlee D’Angelo
Πλήκτρα – Richard Larsson
Τύμπανα – Jonas Källsbäck
Guest musicians:
Cello – Åsa-Hanna Carlsson

Ως είναι γνωστό στην ζωή μας υπάρχει ο έρωτας με την πρώτη ματιά κάτι που σε κάποιους συμβαίνει και σε κάποιους άλλους πάλι όχι. Στην μουσική μας τώρα κατ’ εμέ υπάρχει κάτι αντίστοιχο, παραφρασμένα λοιπόν το λέμε ως ο έρωτας με την πρώτη αυτιά. Μια τέτοια περίπτωση είναι για τον γράφοντα και τούτα εδώ τα παλικάρια από την Σουηδία, δηλαδή οι THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA.

Όταν λοιπόν είδα να έχει παρκάρει, ο τιμημένος μας αρχισυντάκτης Σάκης Φράγκος, το όνομα μου δίπλα στο άλμπουμ τον παλικαριών από την Σουηδία τα έχασα ελαφρώς. Ο πρώτος λόγος είναι πως δεν μπορούσα ποτέ να συνειδητοποιήσω πως πέρασαν κιόλας 10 ολόκληρα χρόνια από το δεύτερο τους  δισκογραφικό πόνημα ”Skyline whispers” το οποίο έχει και την τιμητική του σήμερα. Ο δεύτερος τώρα είχε να κάνει με το γεγονός πως με αυτόν τον δίσκο τους πήρα χαμπάρι και τους ερωτεύθηκα με το πρώτο κιόλας άκουσμα. Αδυνατούσα να πιστέψω πως από ένα εξώφυλλο, που παρέπεμπε οπτικά σε δίσκους της late 70s μέχρι και middle 80s εποχής, κινώντας μου το ενδιαφέρον να δω τι στο καλό παίζουν αυτοί οι τύποι και πόσο καλό μπορεί να είναι εν έτη 2015, θα πάθαινα τέτοιο σοκ και έρωτα.

Σημειωτέον δε πως δεν είχα δει καν τότε ποιοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν σε αυτό το project ας το πούμε σε πρώτη τότε φάση. Μιας και στην πορεία εξελίχθηκε ευτυχώς για εμάς τους λάτρεις του ήχου τους σε κανονική μπάντα για όλα τα μέλη του γκρουπ. Στην πραγματικότητα στο 2ο σπίτι τους εκτός από τις κύριες και πολύ γνωστές και καλές μπάντες που παραμένουν η κύρια ασχολία τους μέχρι και σήμερα. Οι NFO λοιπόν εδώ βρίσκονται στο στάδιο που πλέον οριοθετούν στο μεγαλύτερο βαθμό την μουσική ταυτότητα με την οποία πορεύονται δηλαδή την κλασική και αγαπημένη AOR λογική που όλη οι λάτρεις -κρυφοί ή φανεροί- εκτιμάμε δεόντως όταν καταφέρνει να ακούγεται τόσο ωραία, φρέσκια, καλοπαιγμένη, χορευτική και με ρεφρέν που δεν ξεκολλάνε από το νου ούτε με σφυρί και καλέμι.

Όμως κρατάνε και μερικές στιγμές εξαιρετικού επιπέδου παρακαλώ classic rock με ολίγη και από progressive, από εκείνες τις εξίσου υπέροχες που μπορεί να βρει κανείς και στο πρώτο άλμπουμ τους. Για να είμαι ειλικρινής και στην πορεία έβγαζαν και κάποια τέτοια γούστα σε μικρότερο μεν βαθμό αλλά με υπέροχα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα.

Στο ”Skyline whispers” λοιπόν βρίσκουμε τραγουδάρες για όλα τα γούστα, γεμάτες από μελωδίες, ρεφρέν που νομίζεις πως τα έχεις ακούσει σε κάποιους κλασικούς δίσκους του μακρινού παρελθόντος. Όμως τελικά τα ακούς εδώ για πρώτη σου φορά εν έτη 2015, κουπλέ υπέροχα, γέφυρες που καθηλώνουν και τραγουδιούνται ανελέητα. Κιθαριστικά σόλος που δείχνουν ευφυΐα, είτε είναι μικρά και στοχευμένα είτε πιο μακροσκελή πάντα σχεδόν άκρως πετυχημένα, πλήκτρα που κάνουν το είναι σου να χαίρεται που τα ακούει, θέλει και άλλα κάποιος για να κολλήσει και να ερωτευτεί ένα γκρουπ και την μουσική πανδαισία που προσφέρουν οι NFO, νομίζω πως όχι. Κομματάρες λοιπόν σχεδόν όλες οι συνθέσεις του δίσκου και για όλα τα γούστα. Όλα αποτελούν ωδή σε μπάντες που μας μεγάλωσαν και μας ανέθρεψαν μουσικά. Άσχετο με το που τελικά κατέληξε κάνεις, από πλευράς προσωπικού γούστου ο καθένας μας με τα χρόνια. Αραδιάζω λοιπόν κάποιες ενδεικτικά, DEEP PURPLE, RAINBOW, SURVIVOR, FOREIGNER, KANSAS, TRIUMPH, KISS, STYX, FLEETWOOD MAC, JOURNEY, TOTO, YES, BOSTON, SUPERTRAMP, REO SPEEDWAGON, GENESIS, MAGNUM, BLUE OYSTER CULT και πάει λέγοντας.

Όλα αυτά λοιπόν σε τραγούδια όπως τα: ” Sail on” μεγαλειώδες εναρκτήριος classic rock ύμνος, AOR βγαλμένο από μνημειώδεις εποχές του ήχου, ”Living for the nighttime” και ”Stiletto” με τις τακουνάρες που ακούγονται στην εισαγωγή του δευτέρου να καρφώνονται στο μυαλό, ευφάνταστες χορευτικές rockιές για το πάρτι ”Lady Jane”, ”All the ladies”, μπαλαντάρα ”Spanish ghosts” με τις σπανιόλικες κιθάρες και τις κλακέτες να δίνουν έναν διαφορετικό τόνο στο τραγούδι όπου εμφανίζονται, ”Demon princess” μια υπέροχη μίξη classic rock σε progressive μέτρα με το πιάνο μετά τον ορυμαγδό από το σόλο τον πλήκτρων να μαγεύει, αλλά και ”The heather reports” μια σχεδόν 10λεπτη, μαγευτική prog σύνθεση με blues rock, funky, soul και δεν συμμαζεύεται διαθέσεις που είναι από αυτά τα μεγάλα υπέροχα διαμάντια που ποτέ τους δεν θα είναι το hit του άλμπουμ άλλα εύκολα θα είναι το κρυφό του αντιεμπορικό μουσικό μεγαλείο.

Η παραγωγή του άλμπουμ επίσης κινείται τόσο όσο με βάση τον ήχο που πραγματεύεται η μπάντα, δηλαδή με κλασική και νοσταλγική νοοτροπία εν 2015 άλλα όχι κακό κακέκτυπο ή παρωχημένη. Εξαιρετική η δουλειά σε αυτό τον τομέα από τον κύριο Sebastian Forslund που εκτός της παραγωγής κάνει και την μίξη, όπως και το πανέμορφο νοσταλγικό εξώφυλλο, ενώ αποτελεί και ένα βασικό γρανάζι του γκρουπ έκτοτε από την θέση του κιθαρίστα. Σε πολλές επίσης περιπτώσεις τον συναντάμε να παίζει και κρουστά, congas ή και μέρη από πλήκτρα στις ηχογραφήσεις, ενώ στην πορεία προσέφερε και συνθετικά.

Οι λοιποί που μετέχουν σχεδόν όλοι τους πρωτοκλασάτα ονόματα στον χώρο του metal με προεξάρχοντες το δίδυμο που έστησε την ιδέα αυτού του γκρουπ αρχικά, δηλαδή την φωνάρα και captain του πληρώματος, Björn “Speed” Strid (ηγέτης των SOILWORK παρακαλώ) και τον αγαθό γίγαντα και φανταστικό μπασίστα Sharlee D’Angelo (τι να προτοαναφέρεις εδώ ARCH ENEMY, SPIRITUAL BEGGARS, ex-MERCYFUL FATE, ex-KING DIAMOND κλπ.). Εδώ να πω πως όταν πρωτάκουσα το άλμπουμ δεν είχα δει καν ποιοί συμμετείχαν και απλά κατάλαβα και έμεινα έκπληκτος σε κάποια γυρίσματα πως ο τύπος που τραγουδάει ήταν ο Björn “Speed” Strid, μεταξύ μας έχοντας τον ακούσει με τους SOILWORK ούτε που του το είχα τότε ότι μιλάμε για τέτοια φωνάρα, παρότι τα καθαρά του έδειχναν πως ήταν μια καλή φωνή.

Ειδική μνεία και μια ξεχωριστή αναφορά θα πρέπει να γίνεται πάντα στον άνθρωπο που ήταν ο πρώτος κιθαρίστας αλλά και ο βασικός συνθέτης των NFO για πολλά χρόνια, στον μακαρίτη David Andersson που έφυγε τόσο άδικα νικημένος από τους δαίμονες του το 2022. Βασικός συνθέτης δε που έδωσε και νέα πνοή και στους SOILWORK όσο ήταν εν ζωή, αλλά και ένας εξαιρετικός παίκτης και μουσικός όπως μας είχε δείξει στους MEAN STREAK. Δυστυχώς μας άφησε πολύ νωρίς αλλά πάντα θα θυμόμαστε τις μουσικάρες που μας άφησε πίσω του με τους NFO και θα λικνιζόμαστε με αυτές. Τα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ της σύνθεσης του δίσκου αυτού ήταν ο εξαίρετος ντράμερ Jonas Källsbäck, πρώην μέλος των MEAN STREAK παρέα με τον Andersson, όπου μαζί με τον Sharlee D’Angelo κεντάνε στο rhythm section κάνοντας παπάδες που λένε, με αλλαγές ρυθμών με γκρουβαρίσματα και δεν συμμαζεύεται. Ενώ ως πληκτρά θα βρούμε τον Richard Larsson που μιλάει σε όλο το άλμπουμ μέσα από αυτά, είτε μονάχος του είτε παρέα με τις κιθάρες, μετέπειτα δε θα τον βρούμε εκτός από αρκετά άλμπουμ με τους NFO και μέλος μέχρι και σήμερα του εξαιρετικού project των GATHERING OF KINGS.

Για να το κλείσουμε όμως σιγά σιγά το κείμενο, θέλω να πω ό,τι αν τυχόν με έβαζαν πάλι σήμερα, 10 χρόνια μετά την κυκλοφορία του ”Skyline whispers” (βρε πως περνάν τα άτιμα έτσι γρήγορα), να ξαναβαθμολογήσω αυτό εδώ το άλμπουμ δεν θα έπεφτα ποτέ από το 9 στα 10 που ήταν και τότε η αρχική μου εκτίμηση. Ο λόγος είναι πως το αξίζει χωρίς καμία αμφισβήτηση κατά την ταπεινή μου άποψη. Πέραν φυσικά και του γεγονότος πως γέννησε έναν έρωτα με την πρώτη αυτιά αλλά και μια αγάπη για τους THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA στην πορεία η οποία καλά κρατεί μέχρι και σήμερα μετά από τόσες υπέροχες δισκάρες που μας έχουν προσφέρει. Η ευχή του κειμένου είναι να τους δούμε κάποια στιγμή και γρήγορα και από τα μέρη μας για να το κουνήσουμε και να τραγουδήσουμε παρέα τους. Για την ώρα play και …..

”Please don’t take off your stilettos
They never tell me lies
I’m under a spell, can never let go
Don’t hold me on the line
Hold me on the line”

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

A day to remember… 6/6 [BIOMECHANICAL]

0
Biomechanical

Biomechanical

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The empires of the worlds” – BIOMECHANICAL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Earache
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Sneap / John K
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – John K
Κιθάρες – Chris Webb
Κιθάρες – Jamie Hunt
Μπάσο – Jon Collins
Drums – Matt C.

Σήμερα, θα μιλήσουμε για μια από τις πιο ξεχωριστές μπάντες των αρχών της δεκαετίας του 2000.  Προτού μιλήσουμε γι αυτούς όμως, θα μιλήσουμε για τον ιθύνοντα νου πίσω από αυτούς. John K (Γιάννης Κουτσελίνης) το όνομά του, με προϊστορία στους DECEPTOR, στους BALANCE OF POWER για τους παλαιότερους. Μπάντες που αφήσανε το στίγμα στο underground της χώρας μας, χωρίς παρόλα αυτά κάποιου είδους επιτυχία/αναγνώριση πέραν αυτού. Ωστόσο, με το σχήμα που έφτιαξε στην Αγγλία το 1999, θα έμελλε να τραβήξει έτι περαιτέρω τα βλέμματα επάνω του. Μιλάμε για τους εξωπραγματικούς BIOMECHANICAL. Μια μπάντα που είχε φόντα για πολλά, μα πολλά περισσότερα πράγματα από αυτά που εν τέλει παρέδωσε στην ούτε δεκαετία ύπαρξης της.

Από το “Distorted” demo, του 2001, στο ντεμπούτο “Eight moons” (2003), φαινόταν ότι κάτι μαγειρεύεται. Ένας ήχος που πατούσε και στους NEVERMORE, από πλευράς όγκου και γκρούβας, διατηρώντας το λυρικό υπόβαθρο στο βαθμό που θα προσέλκυε και τους παραδοσιακούς οπαδούς, αλλά και τους μοντέρνους. Δύο χρόνια μετά, με την καθοδήγηση του Andy Sneap, θα βγάλουν, το πλέον αγαπημένο μου από τα τρία άλμπουμ τους, το ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ “The empires of the worlds”. Φανταστείτε ένα σύμπαν επιστημονικής φαντασίας όπου συναντιούνται το πολυσχιδές ύφος  των STRAPPING YOUNG LAD, η ογκώδης λογική των NEVERMORE, ο τσαμπουκάς των PANTERA και όλα αυτά, ντυμένα με sci-fi soundtrack αισθητική, λες και βλέπεις το “Matrix”!

Το “Enemy within” και το ομώνυμο, σου εξηγούν από την αρχή, με τι στο διάολο έχεις να κάνεις εδώ. Θυμάμαι αυτό το άλμπουμ όταν έβγαινε και όλοι είχαν πάθει κοκομπλόκο. Φυσικά, δεν καταλάβαινα τι κάνανε τότε, στα 14-15 μου….και πως θα μπορούσα άλλωστε; Είχα με το ζόρι μπει στο metal σαν ακροατής. Και έτσι, απλά μου είχε μείνει το video clip για το ομώνυμο κομμάτι, αλλά και το ότι προσπαθούσα να καταλάβω τι έπαιζε με αυτό, μια και ήταν πραγματικά χαοτικό για τα αυτιά μου τότε. Μέχρι που κάπου δέκα χρόνια μετά, τους έπιασα με προσοχή, τους άκουσα και τους αγάπησα γι αυτό το ιδιότυπο progressive metal αμάλγαμα που υπηρετούν. Και εάν το “Truth denied” και το “Survival” σε κοπανάνε στον τοίχο με φόρα, το άλμπουμ δεν σταματάει εκεί!

Το “Relinquished destiny”, “Long time dead” και το “DNA metastasis” δείχνουν την προοδευτική φύση και ρίζα της μπάντας, η γκρούβα δίνει και παίρνει σβέρκους στα “Existenz”, “Regenerated” και “Assaulter”, ενώ το φινάλε “Absolution” ξεδιπλώνει τις soundtrack-ικού τύπου συνθετικές αρετές αυτής της μπάντας. Σοφά χωρισμένο σε τέσσερα μέρη σαν κεφάλαια ενός σκοτεινού επιλόγου (“Final offence”, “From the abyss”, “Dissolution”, “Disintegration”), σου δίνει το δραματικό φινάλε που αξίζεις, σαν μια ταινία που επιλέγει προσεκτικά τις τελευταίες της σκηνές για να δείξει στον θεατή. Διότι περί ταινίας πρόκειται, απλά περασμένης σε μουσική μορφή. Τι εννοώ με τη πρόταση που μόλις έγραψα; Αλλαγή παραγράφου και πάμε πάλι!

Το “The empires of the worlds” αφορά την ιστορία ενός άνδρα που μεγάλωσε σε έναν κόσμο μίσους. Και έτσι, εξελίσσεται σε μια αδίστακτη φιγούρα. Χωρισμένη σε μέρη, η αφήγηση εξερευνά την αφύπνισή του σε μια ψεύτικη πραγματικότητα, τη σύγκρουση με τις “αυτοκρατορίες των κόσμων”, μια κάθοδο στην άβυσσο και μια ανάβαση μέσω της πραγμάτωσης του εαυτού του. Παρά το φουτουριστικό του σκηνικό, το άλμπουμ ασχολείται με ζητήματα της πραγματικής ζωής, τη δίψα του ανθρώπου για δύναμη, δίνοντας έμφαση στους κόσμους που εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη. Κοινώς, δώστε το σε κάποιον σοβαρό sci-fi σκηνοθέτη να το κάνει αριστουργηματική ταινιάρα να μας φύγουν τα σαγόνια!

20 χρόνια μετά, πολλά άλλαξαν. Οι BIOMECHANICAL μας αποχαιρέτησαν μετά από το χαοτικά υπέροχο “Cannibalised” που ακολούθησε τρία χρόνια μετά, με τον συμπατριώτη μας να ακολουθεί άλλους δρόμους (γράφει πλέον soundtracks σε ταινίες – μια φλέβα την είχαμε διακρίνει εδώ, οπωσδήποτε!) για την καριέρα του ως μουσικοσυνθέτης. Το αντίκτυπο ωστόσο των τριών αριστουργημάτων που παρέδωσαν, ακόμα συζητιέται σε κύκλους του ευρύτερου προοδευτικού ήχου. Μοντέρνα κλασσικά άλμπουμ πλέον, εκτιμώνται σε μεγαλύτερη έκταση από ότι τότε, με πολλούς εξ ημών, να ζητούν πάραυτα έναν τέταρτο δίσκο, παρόλο που έχει στραφεί σε άλλα μονοπάτια ο βασικός δημιουργός του. Το “The empires of the worlds” παραμένει εκεί ωστόσο.

Παντοτινό διαμάντι, τόσο χαοτικά θελκτικό.

Did you know that?

– Στην ειδική έκδοση, υπάρχει και μια εξαίρετη διασκευή στο “Painkiller” των PRIEST.

– Πρώτος δίσκος στην Earache, από τους δύο συνολικά που θα έβγαζαν.

– Credit για τα κλασσικά όργανα δίνονται στους Richard Couldridge στο βιολί και Lac-Hong στο cello

– Και στα τρία άλμπουμ των BIOMECHANICAL, ο Κουτσελίνης ήταν συμπαραγωγός.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 6/6 [AVENGED SEVENFOLD]

0
Avenged

Avenged

OΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “City of evil”- AVENGED SEVENFOLD
ETOΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ – Warner Bros
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Mudrock and ΑVENGED SEVENFOLD
ΣYNΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – M. Shadows
Μπάσο – John Christ
Κιθάρες – Synyster Gates
Κιθάρες – Zacky Vengeance
Τύμπανα – Τhe Rev

H μπάντα σχηματίσθηκε το 1999 στο Huntigton Beach της Καλιφόρνια. Τα αρχικά μέλη τους ήταν οι M.Shadows, Ζacky Vengeance, The Rev και ο Μatt Wendt. Όλοι τους φίλοι από το σχολείο, αποφάσισαν και να πάρουν τα ψευδώνυμά τους που είχαν σε αυτό. Με ένα όνομα εμπνευσμένο από την ιστορία του Κάιν και του Άβελ από την Βίβλο, θα ηχογραφήσουν για αρχή δυο demos, προτού ξεκινήσουν δουλειά για το ντεμπούτο τους δίσκο. Να σημειωθεί ότι στις ηχογραφήσεις του ντεμπούτου τους που κυκλοφόρησε το 2001 τα μέλη του σχήματος πήγαιναν ακόμα στο σχολείο, o δίσκος κυκλοφόρησε αρχικά από την Βέλγικη Good Life Recordings, αφού πρώτα τους πρόσφερε δύο χιλιάδες δολάρια για να τον ηχογραφήσουν και έτσι θα μπουν στα West Beach studios (studio που ηχογραφούσαν τα ινδάλματα τους τότε όπως PENNYWISE, BAD RELIGION, NOFX). Mετά τις ηχογραφήσεις, στο σχήμα θα προστεθεί και ο έτερος κιθαρίστας Synyster Gates και ο δίσκος θα επανακυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά (2002), κάτω από την ταμπέλα της εταιρίας Hopeless Records.

Oι βάσεις είχαν ήδη μπει, η μπάντα κατάφερε να αποκτήσει και συναυλιακή εμπειρία με τις περιοδείες που έκαναν με τους SHADOW’S FALL και ΜUSHROOMHEAD καθώς και την συμμετοχή τους στην Vans Warped tour. To 2003 κυκλοφόρησαν έναν επιπλέον εξαιρετικό δίσκο, το “Waking the fallen” και με σταθερά βήματα προχωρούσαν μπροστά.

Οι A7X επιθυμούσαν όμως να ξεχωρίσουν από την metalcore κοινότητα, πράγμα που το κατάφεραν με το “City of evil”, τον δίσκο που τους πήρε από το metalcore γκέτο και τους πήγε στις αρένες. Για να το πετύχουν αυτό στράφηκαν προς ένα πιο hard rock και heavy metal ήχο (oι ίδιοι δήλωναν ότι άκουγαν Ευρωπαϊκό power metal και μπάντες όπως ΒLIND GUARDIAN, SONATA ARCTICA, HELLOWEEN αλλά και CHILDREN OF BODOM, DREAM THEATER, PANTERA, METALICA εκείνο το διάστημα) γεγονός που γίνεται απόλυτα ξεκάθαρο ακούγοντας τις καινούργιες τους συνθέσεις. Επίσης, ο τραγουδιστής Μ. Shadows δούλεψε για μήνεs στα φωνητικά του με τον καθηγητή φωνητικής που είχε ο Axl Rose και ο Chris Cornell. Eπίσης η υπογραφή τους στην πολυεθνική Warner Bros ήταν ότι έπρεπε για να μπορέσει να πετύχει αυτή η μετάβαση. Η μίξη του Andy Wallace και η παραγωγή του Mudrock ήταν και αυτοί οι επιπρόσθετοι αναγκαίοι κρίκοι στην συνδετική αλυσίδα του “City of evil”.

Το “City of evil” ήταν ένας δίσκος που συνέχιζε την ποιοτική δουλειά τους, απλά τα φωνητικά είχαν γίνει πιο μελωδικά θυμίζοντας πάρα πολύ τους GUNS N’ ROSES. Η μελωδική στροφή της μπάντας κατάφερε να τους προωθήσει σε μεγαλύτερα ακροατήρια, βοηθούμενοι επίσης από τα τέσσερα singles του δίσκου που ήταν τα “Βeast and the harlot”, “Bat country”, “Burn it down”και “Seize the day”. H άνοδός τους συνεχίσθηκε από εδώ και στο εξής και οι συναυλίες τους βοήθησαν πολύ σε αυτό, αφού κατάφερναν να αποσπούν διθυραμβικά σχόλια από συντάκτες Αμερικάνικων περιοδικών που παρομοίαζαν τον τραγουδιστή τους M. Shadows σαν τον νέο Bruce Dickinson.

Πράγματι, το σχήμα με αυτό τον δίσκο άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του στο metal ακροατήριο, έφτασε στο # 30 των Us billboard charts και κατάφερε πωλήσεις πάνω από ενάμιση εκατομμύριο στην πατρίδα τους και δυόμιση εκατομμύρια παγκοσμίως και φυσικά ο δίσκος έγινε χρυσός. Η προώθηση για τον δίσκο είχε σαν αποτέλεσμα μια 16 μηνών περιοδεία, και που δεν έπαιξαν, στο Ozzfest στην μεγάλη σκηνή, στην Vans Warped tour και φυσικά στην δικιά τους περιοδεία που πέρασε από την Βρετανία, Αμερική, Ιαπωνία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία.

Το να πούμε ότι το “City of evil” ήταν ένα κομβικός δίσκος για την εξέλιξη τους και την μετέπειτα πορεία τους νομίζω ότι είναι πλέον περιττό, η ίδια η μπάντα δούλεψε πολύ σκληρά να καθιερώσει το όνομά της, είχε βέβαια εξ αρχής όραμα και στόχο και εδώ πλέον με αυτό τον δίσκο καταφέρνει να πραγματοποιήσει τα όνειρα της.

20 χρόνια κλείνουν σήμερα από την κυκλοφορία του και αν μι τι άλλο διατηρεί ακόμα την φρεσκάδα του, όπως τότε. Μένει να δούμε τι πρόκειται να παίξουν από αυτόν στην επερχόμενη συναυλία τους στο Release στις 7 Ιουνίου!

Did you know that?

  • Το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου “Beast and the harlot” μιλά για την πτώση της Βαβυλώνας από το βιβλίο της Αποκάλυψης στη Βίβλο και πώς συγκρίνεται με το Hollywood. Ήταν το τρίτο single που κυκλοφόρησε από το άλμπουμ. Το τραγούδι κέρδισε μεγαλύτερη αναγνώριση όταν εμφανίσθηκε στο βιντεοπαιχνίδι Guitar Hero 2.
  • To “Bat country” ήταν το τραγούδι που έφερε τους A7X στο προσκήνιο. Είναι το δεύτερο single από το άλμπουμ και το θέμα του τραγουδιού λειτουργεί ως αναφορά στο μυθιστόρημα του Hunter S. Thompson “Fear and Loathing in Las Vegas” (1971). Η κινηματογραφική μεταφορά του κυκλοφόρησε το 1998 με τον Johnny Depp στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η επιτυχία του κομματιού στο ραδιόφωνο ήταν τεράστια και αυτό ουσιαστικά τους χάρισε την καριέρα που απολαμβάνουν μέχρι σήμερα.
  • Το “Burn it Down” ήταν το πρώτο single που κυκλοφόρησε από το άλμπουμ. Πρόκειται για κάποιον που έχει προδοθεί από το ίδιο άτομο σε πολλές περιπτώσεις. Το άτομο που προδίδεται δεν αντέχει άλλο και ζητά εκδίκηση.
  • “Ξέραμε ότι θέλαμε να γράψουμε έναν δίσκο που θα ήταν πιο προσιτός από αυτούς που είχαμε κάνει πριν. Αλλάξαμε επειδή θέλαμε να παίξουμε το είδος της μουσικής που μας άρεσε, αλλά ήμασταν αρκετά έξυπνοι ώστε να θέλουμε να ακουστούμε από περισσότερους ανθρώπους. Ξέραμε ότι το metalcore είχε ένα καπάκι πάνω του’’ αναφέρει ο Μ. Shadows λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου.
  • Το πανέμορφο ακουστικό κιθαριστικό solo στο κομμάτι “Sidewinder” ανήκει στον πατέρα του κιθαρίστα Synyster Gates, Brian Haner.
  • Το 2006 στα ΜΤV music awards κέρδισαν το βραβείο στην κατηγορία Best New Artist.

Γιάννης Παπαευθυμίου

A day to remember… 5/6 [DARKTHRONE]

0
Darkthrone

Darkthrone

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Panzerfaust” – DARKTHRONE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Moonfog Productions
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Fenriz, Nocturno Culto
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά –  Nocturno Culto
Τύμπανα, Κιθάρα, Μπάσο, Φωνητικά – Fenriz

Το 5ο άλμπουμ των θρυλικών DARKTHRONE, “Panzerfaust”, συμπληρώνει πλέον 30 χρόνια ζωής και ήταν εκείνο που διαδέχτηκε, όχι μόνο το τεράστιο “Transilvanian Hunger”, αλλά και την τριπλέτα των δίσκων που γιγάντωσαν τον μύθο των DARKTHRONE, αλλά και τους κατέστησαν ως μια από τις επιδραστικότερες μπάντες του black metal. Το “Panzerfaust” καλώς ή κακώς είναι και ένα άλμπουμ καμπής, μιας και η κυκλοφορία του σηματοδότησε και μια σειρά αλλαγών για τους Νορβηγούς.

Η πρώτη αλλαγή είναι πως αποχώρησαν μετά από χρόνια από την Peaceville Records και βρέθηκαν στην θαλπωρή της Moonfog Productions του Satyr (SATYRICON) – στον οποίο μάλιστα αφιέρωσαν και το δίσκο. Μια άλλη αλλαγή, είχε να κάνει με τα εσωτερικά της μπάντας, μιας και ο Fenriz εκείνο το φεγγάρι είχε αναλάβει τα πάντα στη μπάντα. Όλο το υλικό του δίσκου το συνέθεσε ο ίδιος και έπαιξε επίσης και όλα τα όργανα, με τον Nocturno Culto να περιορίζεται στα φωνητικά.

Περνώντας στο μουσικό κομμάτι, ο δίσκος θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί  και ως “διπολικός”. Από τη μία πλευρά μπορεί θα θεωρηθεί ως το απόλυτο tribute των Νορβηγών σε μια από τις μεγάλες της αγάπες τους και μια από τις μπάντες που επηρέασε καταλυτικά την εξέλιξη του μαυρομεταλλικού ήχου, τους CELTIC FROST. Η μερίδα του λέοντος του “Panzerfaust”, έχει ξεπεταχτεί από τη μουσική μήτρα των Ελβετών, σε επικίνδυνο μάλιστα βαθμό, με κομμάτια όπως το “Beholding the Throne of Might” και το “Triumphant Gleam” να είναι σχεδόν Frost-ικά στη σύλληψή τους, με πιο αργά, mid-tempo riffs και doom αναφορές. Από την άλλη βέβαια πλευρά δεν λείπουν τα κομμάτια που προέρχονται από το black metal DNA των DARKTHRONE. Το εναρκτήριο “En Vind Av Sorg”, αλλά και το “Hans Siste Vinter”, παραπέμπουν άμεσα στον προκάτοχο του “Panzerfaust”, με το χαρακτηριστικό tremolo picking, το λυσσαλέο drumming, αλλά και τις χαρακτηριστικές μελωδίες των Νορβηγών που σου καρφώνονται στο μυαλό.

Η ηχογράφηση του άλμπουμ έγινε για ακόμα μια φορά στην κρεβατοκάμαρα του Fenriz, στα μυθικά πλέον Necrohell Studios, αλλά αυτή τη φορά υπήρχαν διακριτές διαφορές σε σχέση με το “Transilvanian Hunger”. Ο ήχος ήταν πιο καθαρός, οι κιθάρες ακούγονταν πιο οργανικές και λιγότερο “απόκοσμες”, χωρίς όμως να χάνονται τα χαρακτηριστικά ωμά και ψυχρά vibes της μπάντας. Άξια αναφοράς είναι η διχογνωμία που δημιούργησαν τα φωνητικά του Nocturno Culto, το οποία βρήκαν πιο μπροστά στη μίξη, δημιουργώντας παράπονα σε πολλούς οπαδούς ότι κάλυπταν τις κιθάρες ανά σημεία.

Εν κατακλείδι, το “Panzerfaust” αναμφίβολα δεν φτάνει σε ανιερότητα το “Transilvanian Hunger”, την απόκοσμη αύρα του “Under a Funeral Moon” ή την καινοτομία του “A Blaze in the Northern Sky”. Παρόλα αυτά, μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία «κλασική» στιγμή των DARKTHRONE πριν την στροφή που ακολούθησε από τα τέλη των 90s.

Θανάσης Μπόγρης

BLIND GUARDIAN & ASHES OF ARES-THE DARK SAGA 29.9.25 @ ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ

0

To Sonic Bait Festival παρουσιάζει:
BLIND GUARDIAN
ASHES OF ARES  (U.S.A.)
starring MATT BARLOW & FREDDIE VIDALES presenting THE DARK SAGA

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025 @ Μονή Λαζαριστών

Μια από τις πιο λατρεμένες και επιδραστικές μπάντες της power metal, ένα συγκρότημα που κουβαλά στις πλάτες του ένα έντονο μουσικό παρελθόν… έρχεται στη Μονή Λαζαριστών τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου. Το Sonic Bait Festival παρουσιάζει τους Blind Guardian, δίνοντάς μας την ευκαιρία  να μπούμε στον δικό τους κόσμο γεμάτο από speed metal στοιχεία και κλασικά αγαπημένα τραγούδια με επιρροές από παραδοσιακούς θρύλους και συγγραφικά έργα. Πριν από τους Blind Guardian μια ακόμα έκπληξη, ο Matt Barlow και ο Freddie Vidales (ex-Iced Earth members) με τους Ashes of Ares,  θα παρουσιάσουν live το θρυλικό “The Dark Saga” των Iced Earth που αποτελεί το πιο αγαπημένο άλμπουμ τους για το ελληνικό κοινό και όχι μόνο.

Οι Blind Guardian δημιουργήθηκαν το 1984 στο Krefeld της Γερμανίας και έμελλε να εξελιχθούν σε ένα από τα πιο σημαντικά συγκροτήματα του ευρωπαϊκού metal, και κυρίως το power metal. Η δισκογραφία τους κορυφώθηκε στα 90s, με εντυπωσιακούς δίσκους όπως οι “Tales From The Twilight World”, “Somewhere Far Beyond”, “Imaginations From The Other Side” και “Nightfall in Middle-Earth”. Το δωδέκατο άλμπουμ τους με τον τίτλο “The God Machine” κυκλοφόρησε το 2022 και αποτέλεσε σημείο σταθμό ώστε να μπουν σε μια περίοδο «δεύτερης νιότης». Η διάδρασή τους με το κοινό, η ενέργεια τους και η σκηνική τους παρουσία είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τις συναυλίες τους διαφορετικές. Οι Blind Guardian δεν χάνουν την ευκαιρία να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους για την αγάπη του ελληνικού κοινού, περιγράφοντάς το ως από το πιο θερμό και παθιασμένο παγκοσμίως.

Οι Ashes of Ares φέρνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το μνημειώδες “THE DARK SAGA” των Iced Earth με τους Matt Barlow και Freddie Vidales να μας υπόσχονται τρομερές στιγμές επί σκηνής. Οι Iced Earth της δεκαετίας του ’90 ήταν ένα από τα ονόματα πρώτης γραμμής για τους Έλληνες, που αγάπησαν την μπάντα όσο λίγοι παγκοσμίως. Αποτέλεσμα αυτής της αμοιβαίας αγάπης, το ζωντανό τριπλό άλμπουμ Alive In Athens, που είχε γίνει χρυσό στη χώρα μας.

Μια επική βραδιά, μοναδική και βαθιά συναισθηματική, που θα μείνει αξέχαστη για πάντα μέσα μας…

Info:

Sonic Bait Festival 2025
Blind Guardian & Ashes of Ares – The Dark Saga
Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου @ Μονή Λαζαριστών

Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:00

Ashes of Ares 19:45

Blind Guardian 21:30

Η προπώληση εισιτηρίων ξεκινά στις 6/6/2025 στις 13:00

https://www.more.com/gr-el/tickets/music/blind-guardian-thessaloniki

MANOWAR– “Warriors of the World” – Worst to best

1
Manowar

Manowar

Κυκλοφορώντας το 2002, το “Warriors of the World” αποτελεί ένα από τα πιο αντιφατικά άλμπουμ των MANOWAR. Πολλοί το λατρεύουν ως μια μίξη από ύμνους και οπερατικές στιγμές μεγαλείου, ενώ άλλοι το βρίσκουν άνισο. Το να βάζεις σε σειρά τα τραγούδια των MANOWAR είναι σα να βαδίζεις σε ναρκοπέδιο. Οι οπαδοί των βασιλιάδων δεν αστειευόμαστε και κάποιο κομμάτι που μπορεί να υποτιμήσεις για κάποιον άλλο ίσως να είναι φάρος ζωής. Οι MANOWAR είναι για τους γενναίους όμως, επομένως… πάμε!

10. “The march” (4.02)

Μεγαλεπίβολη ορχηστρική σύνθεση που προσπαθώντας άλλοτε να γίνει εμβατήριο άλλοτε συμφωνικό έπος. Δεν τα καταφέρνει. Δεν έχει την ένταση ή την επικότητα που περιμένεις από τους MANOWAR οι οποίοι κάποτε έγραψαν το “Crown and the ring”. Ούτε η σύνθεση σου αφήνει κάτι ούτε η ενορχήστρωση.  Θα μπορούσε κάλλιστα να λείπει χωρίς να αλλάξει κάτι δραματικά.

  1. An American Trilogy” (4.20)
    Οι MANOWAR μας εμφανίζουν την πατριωτική τους πλευρά. Μια διασκευή που έχει την ιστορική της αξία, αλλά μουσικά, δεν φτάνει σε σημεία που να προκαλούν ρίγος. Δείχνει περισσότερο τον Adams να επιδεικνύει τη φωνή του παρά την μπάντα να βρυχάται. Αν δεν είσαι στη φάση κιόλας του αμερικανικού πατριωτισμού αναρωτιέσαι “τι ακούω;”
  1. Nessun Dorma” (3.26)
    Ψαρωτικό αλλά…οκ… Ο Adams έχει φωνάρα και ερμηνεύοντας την άρια του Giacomo Puccini μας την τρίβει στη μούρη. Πετυχαίνει και την χροιά του τενόρου κλείνει και με τη χαρακτηριστική τσιρίδα του όλα ωραία. Σ’ ένα στούντιο άλμπουμ όμως μιας μπάντας που περιμένεις να ακούσεις τραγούδια να ανατριχιάσεις μάλλον το κομμάτι φλερτάρει με το skip. Κακά τα ψέματα θεός ο Έρικ αλλά αν σου έρθει η όρεξη να ακούσεις το συγκεκριμένο άσμα δε θα το βάλεις από MANOWAR αλλά από τονLuciano Pavarotti.
  1. Fight for Freedom” (4.30)

    Το 2002 οι μνήμες της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν πολύ νωπές οπότε το κομμάτι έχει μια λογική και κατατάσσεται στην πατριωτική πλευρά του δίσκου. Να πω την αλήθεια μεγαλώνοντας το εκτίμησα πιο πολύ αν και η αμερικανίλα του δε με άγγιξε ποτέ ιδιαίτερα. Έχει καλές μελωδίες και στίχους τύπου “Courage” (καλά δεν υπάρχει σύγκριση). Συμπαθητικό αλλά μένει πίσω συγκριτικά με τους ύμνους του δίσκου.

  1. Call to Arms” (5.32)
    Τώρα αρχίζουμε να μιλάμε. Το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου και η έκτη θέση μου φαίνεται πραγματικά πολύ χαμηλή. Σκέφτομαι ότι όταν πρωτοπήρα τo CD έπαιζε στο repeat. Αν δεν ακολουθούσαν βόμβες μεγατόνων θα ήταν αρκετά πιο ψηλά. Πολεμικό, με στιβαρό ρυθμό και κλασικούς στίχους “θα πολεμήσουμε για το βασίλειο και τη δόξα και το αίμα τους λεκιάζει το ατσάλι μας”. Ρεφρενάρα με τον Eric Adams να δίνει πόνο και τις χορωδιακές ατμόσφαιρες να προκαλούν ρίγη ανατριχίλας. Ναι αυτό είναι MANOWAR.
  1. “House of Death” (4.24)

    Ξύλο ξύλο και ξύλο. Κομμάτι που ξεκινάει με το στίχο “Αίμα κεραυνοί και βροχή” σε προδιαθέτει για το μακελειό που θα ακολουθήσει. Ο Eric Adams με λυσσαλέες τσιρίδες στα ρεφρέν επικαλείται τις σκοτεινές δυνάμεις. Ήχος βαρύς κι ασήκωτος και γρήγορες ταχύτητες. Θα μπορούσε κάποιος να το παρομοιάσει με power metal αν δεν ήταν τόσο τραχύ. Μάλλον κλίνει προς το Thrash. Οι MANOWAR είναι εδώ και σκορπούν το θάνατο. Αν δεν διψάσεις για αίμα ακούγοντάς το καλύτερα να κλείσεις το ηχοσύστημα. Αν το κατατάσσω χαμηλά συγχωρέστε με. Πραγματικά είναι ύμνος.

  1. Fight until we die” (4.00)
    Στηρίζω έντονα την άποψη ότι το τελευταίο κομμάτι ενός δίσκου πρέπει να είναι μια μελετημένη κατακλείδα που ορίζει όλο το αποτέλεσμα. Κι όμως το συγκεκριμένο θα ήθελα να το ακούσω πιο νωρίς και να μην περιμένω μέχρι το τέλος. Το “Fight until we die” είναι αυτό που θέλεις να ακούσεις από τους MANOWAR του 2000. Καταιγιστικό! Πολεμοχαρές! Μεστό. Όταν ακούς τον Adams να καλεί “Sons of demons I command you to fly” θες απλά να πάρεις τον πέλεκυ να ριχτείς στη φλόγα της μάχης και να θερίσεις ψυχές πολεμώντας μέχρι τέλους. Είναι από τα τραγούδια που τα τσιτώνεις στα ηχεία την ώρα που διαβάζεις ασπρόμαυρα pulp comics με βάρβαρους αιμοδιψείς ήρωες, θελκτικές αμαζόνες και απόκοσμα πλάσματα από το υπερπέραν.
  1. Hand of doom” (5.51)
    Η εισαγωγή του θυμίζει λεπίδες που σκίζουν τη σάρκα. Οι MANOWAR κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά τόσο με τις μελωδίες τους όσο και με τους στίχους τους. Με άμεσο τρόπο μας καλούν στη μάχη και είμαστε διατεθιμένοι να ορμήξουμε χωρίς έλεος. Το συγκεκριμένο είναι μέρος της τριάδας “φωτιά” που κλείνει το δίσκο. Ειλικρινά έχω ζοριστεί πολύ να τα βάλω σε σειρά και εύκολα θα μπορούσε κάποιος να με κατηγορήσει ότι θα έπρεπε να είναι πιο χαμηλά αυτό και πιο ψηλά ένα άλλο. Επιλέγω όμως να το τοποθετήσω στο top 3 γιατί το ρεφρέν του είναι εξωπραγματικό. Ενώ το μεσαίο σημείο με τα σκασίματα σκοτώνει. Επικό σκοτεινό heavy metal βγαλμένο μέσα από διηγήματα του Howard και τους πίνακες του Frazeta. Είναι ο λόγος που οι MANOWAR είναι χαραγμένοι στις καρδιές μας με πύρινους ρούνους.
    Θα ήθελα να εξάρω την κιθαριστική δουλειά, αλλά μου είναι αδύνατον να πω οτιδήποτε θετικό για έναν άνθρωπο καταδικασμένο για τα ακατανόμαστα που έχει κατηγορηθεί… Και το αφήνω εδώ.

    2.“Valhalla /Swords in the Wind” (5.21)
    Tα βάζω μαζί γιατί το “Valhalla” ουσιαστικά αποτελεί ένα όμορφο ορχηστρικό intro του τραγουδιού βασισμένο στις μελωδίες του. Πάμε τώρα στο Swords in the wind. Μιλάμε για ένα αριστούργημα του επικού metal. Γενικά. Ανατριχίλα από την αρχή μέχρι το τέλος. Από την απαλή ακουστική εισαγωγή όπου ο Adams μας θυμίζει και πάλι ότι είναι τραγουδιστής πολυεπίπεδος, μέχρι τα ηρωικά κουπλέ. Αργό. Στιβαρό. Το pre chorus σε κάνει να κοιτάξεις τα δυο κοράκια στο συννεφιασμένο ουρανό και να αναφωνήσεις WE ARE SONS OF ODIN. Και ένα ρεφρέν που κάθε φορά προκαλεί ρίγη. Μια ωδή στον γενναίο βόρειο πολεμιστή που πέφτει χωρίς φόβο κρατώντας το σπαθί του στον άνεμο. Στο τελευταίο ρεφρέν ειδικά οι στίχοι αλλάζουν και ο πολεμιστής αποδέχεται με τιμή τη μοίρα του την ώρα που η πυρά τον μεταφέρει πλάι στους θεούς. Σταματώ το γράψιμο. Οι Βάνιρ επιτίθενται στον καταυλισμό μας. Η Valhalla με καλεί!

  1. Warriors of the World United” (5.32)
    Τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι θρύλο; Είναι η μουσική; Οι στίχοι; Η δεξιοτεχνία; Οι MANOWAR ίσως έχουν γράψει πολύ πιο εντυπωσιακές συνθέσεις από το “Warriors…”. Όχι μόνο στην καριέρα τους. Ίσως ακόμα και στον ίδιο το δίσκο. Γιατί αυτό το τραγούδι αποτελεί το πετράδι στο στέμμα του άλμπουμ; Είναι η απλότητα και η αμεσότητά του. Το μήνυμα της ενότητας που κάνει όλους τους μεταλλάδες να νιώθουν ατσάλινοι κρίκοι στην ίδια μεταλλική αλυσίδα. Μπορείς να κατηγορήσεις τους βασιλιάδες για γραφικούς, για fake, για εμπόρους και για ό,τι άλλο.. Όταν όμως ακουστεί ο γδούπος από τα τύμπανα της εισαγωγής και το μπάσο του DeMaio, όταν μπαίνει ο Adams σαν λύκος που καραδοκεί απαγγέλοντας σχεδόν, στέκεσαι προσοχή. Όταν δε, αντηχεί το “Brothers everywhere..” ό,τι και να λες, τα χέρια σου υψώνονται και σχηματίζουν το σημάδι του σφυριού. Δεν είναι τυχαίο που οι οπαδοί εκστασιάζονται στις συναυλίες. Δεν είναι τυχαίο που το τραγούδι αυτό έχει απήχηση σε μια μεγάλη μερίδα του metal κοινού συνολικότερα και έχει φέρει κιόλας κόσμο στο metal.. Οι MANOWAR όση κριτική και να δεχθούν, ξέρουν να απευθύνονται στον οπαδό. Ξέρουν να διεγείρουν τα ένστικτα.
    Τι κάνει λοιπόν ένα τραγούδι θρύλο; Η κληρονομιά που αφήνει. We are warriors. WARRIORS OF THE WORLD.

Άρης Λάμπος

 

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece