Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 73

Underground Halls Vol. 210 (LHAÄD, MÜTTERLEIN, NIGHTBEARER, NECHOCHWEN, SPIRITUS MORTIS, TORANAGA)

0
Halls

Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

Photo by Robin Trachternach

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: NIGHTBEARER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Defiance”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ Testimony Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Michael Torka – Φωνητικά
Dominik Hellmuth – Κιθάρα
Tristan Schubert – Κιθάρα
Florian Böhmfeld – Μπάσο
Manuel Lüke – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Testimony Records Bandcamp
Facebook
Spotify

Καιρό είχαμε να παρουσιάσουμε κάποιο death metal άλμπουμ. Οι NIGHTBEARER από τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία παίζουν λοιπόν κλασικό death metal, αλλά με έντονη τη μελωδική προσέγγιση. Τούτοι οι Γερμανοί υπάρχουν από το 2017 και θα βρεις εκεί έξω και άλλα δύο δικά τους άλμπουμ, το “Tales of sorcery and death” που κυκλοφόρησε το 2019 και το Ghosts of a darkness to come, που βγήκε τρία χρόνια μετά.

Ποιες οι επιρροές τους; AT THE GATES, DESERTED FEAR, NIGHT IN GALES, πολύ παλαιοί DARK TRANQUILITY και IN FLAMES, μέχρι και DISSECTION, αφού δε λείπουν τα πολύ μελωδικά black metal στοιχεία. Αυτό σημαίνει πολύ δυναμικά riffs, δυνατά grooves, γρήγορα περάσματα, μελωδικά hooks, καλά καλυμμένες «Maiden-κές μελωδίες», πανέμορφα leads, μια κάπως μελαγχολική χροιά που δεν κρύβεται και ακουστικά μέρη σωστά τοποθετημένα…

Τα τραγούδια του “Defiance” είναι γοητευτικά παλαιομοδίτικα! Ακούγοντάς τα, ώρες-ώρες, νομίζω πως ταξιδεύω πίσω στα 90s! Η καλύτερη σύνθεση του δίσκου είναι μάλλον το σχεδόν δεκάλεπτο “Ascension”, όπου η μπάντα δείχνει να μη φοβάται να «απλώσει» τη διάρκεια, ώστε να παρατάξει όλες τις αρετές της. Και κάτι ακόμη που ενέτεινε τον ρομαντισμό και τη νοσταλγία; Το instrumental “Until we meet again”. Κάποτε είχα ενθουσιαστεί με το “Dialogue with the stars” από το “Whoracle” των IN FLAMES, σε σημείο που ακόμη πιστεύω πως πρόκειται για την καλύτερη σύνθεση του δίσκου. Ε, στο “Until we meet again” βρήκα επιτέλους τον διάδοχό του. Στιχουργικά, η έμπνευση έρχεται από την τριλογία “His dark materials” του Philip Pullman, ενώ η καθαρή και δυνατή παραγωγή του κιθαρίστα Dominik Hellmuth, στα Hellmouth Studios, κολακεύει, όπως κολακεύει και το artwork του Timon Kokott, σε συνδυασμό με το layout του τραγουδιστή Michael Torka.

Γενικά, όπως κατάλαβες, έχουμε να κάνουμε με μια πολύ προσεγμένη δουλειά, σε όλους τους τομείς. Όποιος εκτιμά το NWOSDM όπως αυτό παιζόταν από αυτούς που το «εφηύραν» τον παλιό καλό καιρό, που λένε και τα παραμύθια, με το “Defiance” θα βρει άλλον έναν δίσκο και άλλο ένα συγκρότημα να ασχοληθεί. Μόνο να σημειωθεί πως αυτός (ο δίσκος δηλαδή) ηχογραφήθηκε από τους Michael Torka, Dominik Hellmuth και Manuel Lüke και η σύνθεση που βλέπεις, είναι η τωρινή.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: NECHOCHWEN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Spelewithiipi”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nordvis Produktion
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Pohonasin – Μπάσο, τύμπανα, φωνητικά (backing)
Nechochwen – Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα, παραδοσιακά όργανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Deezer
Spotify
Tidal

Μέσα στο πολυδιάστατο φάσμα του αμερικανικού underground metal το οποίο πραγματικά εκπλήσσει, οι NECHOCHWEN των Aaron Carey/Nechochwen (COLDFELLS, END) και Andrew D’Cagna/Pohonasin (IRONFLAME, COLDFELLS, ICARUS WITCH), ξεχωρίζουν ως μια μπάντα που δεν περιορίζεται σε μουσικά είδη, αλλά λειτουργεί ως φορέας πολιτισμικής μνήμης και πνευματικής αναζήτησης. Το όνομά τους, “Nechochwen”, προέρχεται από τη γλώσσα των Λενάπε (Lenape) και σημαίνει «περπατώντας μακριά» ή «αυτός που βαδίζει μόνος μακριά», υποδηλώνοντας ένα ταξίδι, τόσο κυριολεκτικό όσο και μεταφορικό. Η ιστορία τους δε, ξεκινάει το 2008, έχοντας ήδη στην «πλάτη» τους τέσσερα ολοκληρωμένα άλμπουμ, με το φετινό να αποτελεί το πέμπτο τους εγχείρημα. Αυτή η επιλογή αντικατοπτρίζει την επιθυμία του συγκροτήματος να εξερευνήσει και να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά των ιθαγενών λαών της Βόρειας Αμερικής, ιδιαίτερα των Λενάπε, μέσα από τη μουσική τους.

Το άλμπουμ “Spelewithiipi”, του οποίου ο τίτλος σημαίνει «μεγάλο λευκό ποτάμι», αναφερόμενο στον ποταμό Οχάιο στη γλώσσα των Λενάπε, αποτελεί μια βαθιά βύθιση στον κόσμο των ιθαγενών παραδόσεων και της πνευματικότητας τους. Οι NECHOCHWEN χρησιμοποιούν το άλμπουμ ως μέσο για να αφηγηθούν ιστορίες, μύθους και εμπειρίες των Λενάπε, συνδυάζοντας παραδοσιακά μουσικά στοιχεία με σύγχρονες metal επιρροές. Το αποτέλεσμα είναι μια μουσική εμπειρία που γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν, προσφέροντας στον ακροατή μια μοναδική προοπτική στον πολιτισμό και την κοσμοθεωρία των ιθαγενών λαών.

Η μουσική του “Spelewithiipi” χαρακτηρίζεται από την ενσωμάτωση παραδοσιακών οργάνων, όπως το φλάουτο και η ακουστική κιθάρα, με πιο σύγχρονα metal στοιχεία. Αυτή η σύνθεση δημιουργεί ένα σύνολο που είναι τόσο οικείο όσο και εξωτικό, επιτρέποντας στον ακροατή να βιώσει την πνευματικότητα και την ιστορία των Λενάπε με έναν νέο τρόπο. Οι συνθέσεις είναι προσεκτικά δομημένες, με έμφαση στη μελωδία και την ατμόσφαιρα, αντικατοπτρίζοντας την ομορφιά και τη σοφία της ιθαγενής παράδοσης. Το “Spelewithiipi” δεν είναι απλώς ένα μουσικό άλμπουμ, αλλά μια πολιτιστική παρουσίαση. Μέσα από τη μουσική τους, οι NECHOCHWEN επιδιώκουν να διατηρήσουν και να αναβιώσουν τις παραδόσεις των Λενάπε, προσφέροντας μια δυνατότητα για την έκφραση και την αναγνώριση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Το άλμπουμ λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των γενεών, φέρνοντας στο φως ιστορίες και αξίες που κινδυνεύουν να χαθούν στη λήθη.

Το “Spelewithiipi” είναι ένα έργο που συνδυάζει μουσική δεξιοτεχνία με βαθιά πολιτιστική και πνευματική σημασία. Οι NECHOCHWEN καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ που είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνικά εντυπωσιακό και πολιτιστικά σημαντικό, προσφέροντας στον ακροατή μια εμπειρία που είναι τόσο αισθητικά ευχάριστη όσο και πνευματικά εμπλουτιστική. Μέσα από το “Spelewithiipi”, οι NECHOCHWEN μας προσκαλούν να περπατήσουμε μαζί τους στον δρόμο της μνήμης και της ανακάλυψης, αναδεικνύοντας την ομορφιά και τη σοφία των ιθαγενών παραδόσεων της Βόρειας Αμερικής.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

 

ME, MYSELF AND I – Projects with a single member

Μέσα στην παγωνιά των σιωπηλών τόπων, εκεί όπου το metal παύει να είναι απλώς μουσική και γίνεται ρήξη με την πραγματικότητα, η Marion Leclercq, δημιουργός πίσω από το project MÜTTERLEIN, επιστρέφει με ένα έργο εξαιρετικής δύναμης και συμβολισμού. Το “Amidst the flames, may our organs resound” έρχεται έξι χρόνια μετά το ντεμπούτο της, “Orphans of the black sun”, για να παγιώσει την ταυτότητα ενός από τα πιο ιδιόρρυθμα και ασυμβίβαστα ονόματα της σύγχρονης underground σκηνής.

Η Marion έχει πλέον χτίσει έναν προσωπικό ηχητικό κόσμο όπου το black metal διαπλέκεται με industrial, dark ambient, noise και μια σχεδόν μυστικιστική αίσθηση τελετουργίας, με θεματολογία που εστιάζει στην απώλεια, στη μνήμη, στο σώμα ως πεδίο μάχης, στον θάνατο όχι ως τέλος αλλά ως τόπο αποκάλυψης. Το “Amidst the flames, may our organs resound” ηχεί σαν κραυγή μέσα σε έναν πνιγηρό θάλαμο. Η παραγωγή είναι ωμή, εσκεμμένα ασφυκτική, με τους ρυθμούς να μετατοπίζονται απρόβλεπτα και τις φωνές να μεταλλάσσονται από ψιθύρους σε ουρλιαχτά που μοιάζουν να βγαίνουν από τα έγκατα. Τα τραγούδια δεν διαχωρίζονται με συμβατικό τρόπο. Αντίθετα, μοιάζουν σαν ενότητες μιας τελετουργίας.

Το “Amidst the flames, may our organs resound” δεν είναι εύκολο άκουσμα και δεν προσφέρεται για επιφανειακές ακροάσεις. Όσοι ακούνε μουσική για να αισθανθούν άνετα, καλύτερα να στραφούν αλλού. Το έργο των MÜTTERLEIN προσφέρει κάθαρση, είναι ένα ιερό, σκοτεινό κάλεσμα από μια γυναίκα που αρνείται να σωπάσει. Πολύ απαιτητικό, απροσπέλαστο για κάποιους, αλλά γεμάτο αλήθεια για όσους αφεθούν. Ένα σπάνιο διαμάντι avant-garde black/noise, με ειλικρινή ψυχική ένταση και ανελέητη δημιουργική φλόγα. Κυκλοφορεί από την Debemur Morti Productions.

Χρήσιμα links:
Facebook
Bandcamp

(9 / 10)

Οι LHAÄD είναι δημιούργημα του θρυλικού Lykormas, μουσικού με ρίζες στο βελγικό underground και με παρελθόν σε σχήματα όπως οι WOLVENNEST και CULT OF ERINYES. Στους LHAÄD, ωστόσο, ο ίδιος καταθέτει κάτι πιο προσωπικό και ενδοσκοπικό: ένα black metal φορτισμένο από ατμόσφαιρα, industrial υφές και μια πεισματική άρνηση για ευθύγραμμη εξέλιξη. Οι στίχοι, μοιάζουν περισσότερο με μυστικιστικά ψιθυρίσματα παρά με κλασικές αφηγήσεις. Η θεματολογία διατηρεί τον υπερβατικό της χαρακτήρα, αλλά το “Beyond” φέρνει στο προσκήνιο έναν πιο σαφή υπαρξισμό. Ερωτήματα για την ταυτότητα, τον χρόνο, την έννοια της συνέχειας.

Η παραγωγή είναι εξαιρετικά προσεγμένη. Τραχιά όταν πρέπει, αλλά ποτέ μπερδεμένη. Δυναμική, χωρίς να γίνεται φλύαρη. Εδώ διακρίνεται και η ωριμότητα του Lykormas, που ξέρει πότε να απλώσει την ορμή της κιθάρας και πότε να την κόψει απότομα. Τα κομμάτια δεν έχουν ανάγκη να εντυπωσιάσουν. Χτίζονται αργά, σαν τελετές, με υπομονή σχεδόν μονότονη, μέχρι που η ένταση γίνεται αφόρητη και όμως, δεν κορυφώνεται ποτέ με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς. Κάθε σύνθεση είναι μια κλειστή πύλη, και η είσοδος προϋποθέτει θυσία.

Με το Beyond, οι LHAÄD ολοκληρώνουν μια τριλογία πυκνής μαυρίλας που ξεκίνησε το 2021 με το Below και συνεχίστηκε το 2024 με το Beneath. Το “Beyond” δεν είναι απλώς η συνέχεια, είναι η κορύφωση, η στιγμή της αποκάλυψης, εκεί όπου το black metal παύει να είναι απλά έκφραση οργής και γίνεται φιλοσοφικό εργαλείο. Κυκλοφορεί από την Amor Fati Productions.

Χρήσιμα links:
Bandcamp
Facebook
Spotify
Deezer

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

 

EPs/LIVES & COMPILATIONS

Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι της γενιάς μου, παρακολουθούσαν φανατικά πιτσιρικάδες τη σειρά “Shogun”, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του James Clavell, ενώ και οι νεότεροι σίγουρα θα έχετε δει το remake της. Από τον ήρωα που ενσάρκωσε τόσο εμβληματικά ο τεράστιος Toshiro Mifune πήραν το όνομα τους ετούτοι εδώ οι τύποι. Ξεκινώντας ως μια NWOBHM μπάντα, οι Βρετανοί TORANAGATORANAGA U.K. όπως θέλουν να αυτοαποκαλούνται πλέον) άλλαξαν τον ήχο τους στο τεχνικό thrash, ακολουθώντας τα χνάρια των συμπατριωτών τους XENTRIX, κυκλοφόρησαν τρία full length άλμπουμ και μετά από χρόνια, αποφάσισαν να βγάλουν ξανά τη σκουριασμένη katana από το θηκάρι και αφού την ακόνισαν καλά, κυκλοφορούν ένα νέο E.P. με τίτλο A new order.

Με μοναδικό εναπομείναν μέλος από την αρχική σύνθεση τον τραγουδιστή Mark Duffy, τους Liam Mulpetre, Josh Goldie στις κιθάρες, τον Mike Todd στο μπάσο και τον Toby Wallace στα τύμπανα, οι TORANAGA εδώ μας παρουσιάζουν τέσσερις συνθέσεις, δύο καινούργιες και δύο επανεκτελέσεις. Ξεκίνημα με το ορμητικό “Desecration”, ταχύτατο και με δυναμικό riff που προσωπικά μου θύμισε XENTRIX και MELIAH RAGE.  Εξαιρετικό solo στο κομμάτι που σε προδιαθέτει ιδανικά για τη συνέχεια. Ακολουθεί το ομώνυμο τραγούδι, σε πιο χαμηλές ταχύτητες, σαφώς με μια σκοτεινή αύρα που νομίζω ότι θα αρέσει σε αρκετούς. Όμορφο κομμάτι που όμως θα το ήθελα ελαφρώς πιο γρήγορο.

Τα άλλα δύο κομμάτια προέρχονται από τον, κατά τη γνώμη μου, καλύτερο δίσκο των TORANAGA, και μιλάμε για το “God’s gift” του 1990. Εδώ θα ακούσετε δύο φοβερές επανεκτελέσεις του εκπληκτικού “The shrine” με τις τρομερές εναλλαγές του και του επικού “Sword of Damocles”, δύο φανταστικές συνθέσεις που δείχνουν τις δυνατότητες που έχουν οι TORANAGA. Γενικά δεν είμαι πολύ φίλος των επανηχογραφήσεων αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι αυτές οι δύο με κέρδισαν με την τραχύτητα και τη φρεσκάδα τους. Εν κατακλείδι, το “A new order” παίρνει θετικό πρόσημο. Ένα E.P. που επιτυγχάνει το σκοπό του, να επαναφέρει δηλαδή τους TORANAGA στο προσκήνιο. Οι φίλοι του τεχνικού thrash ας τσεκάρουν άφοβα.

Περισσότερες πληροφορίες:
Bandcamp
Facebook
Spotify

Θοδωρής Κλώνης

Μετά το “The great seal” που κυκλοφόρησε το 2022 να κρίνεται ως επιτυχημένο και με τη νέα τους σύνθεση να έχει πια «δέσει», οι Φινλανδοί άρχοντες του doom metal, SPIRITUS MORTIS, κυκλοφορούν το πρώτο τους live άλμπουμ, ηχογραφημένο σε διάφορα shows στην πατρίδα τους, στα πλαίσια της “The great seal” περιοδείας. Για όσους δε γνωρίζουν, τούτα τα παιδιά από το Alavus είναι η πρώτη doom metal μπάντα της χώρας, γνωστοί στις πρώτες τους μέρες ως RIGOR MORTIS (καμία σχέση με τους Αμερικανούς εννοείται), ιδρυθέντες από τα αδέρφια Maijala.

Το The great live επιτυγχάνει να «πιάσει» μέρος της επικής, θεοσκότεινης ατμόσφαιρας των studio κυκλοφοριών της μπάντας, όσο αυτό είναι εφικτό. Μιλάμε για doom metal που το χαρακτηρίζει καταχνιά, θανατίλα και στιχουργικά έλκεται από νεκροταφεία, τον Μαύρο Θάνατο, Σταυροφόρους και Ιερούς Πολέμους… όπως κατάλαβες, μιλάμε για πραγματικά «καταραμένο» metal. Και μπορεί να μην κρατά πια το μικρόφωνο ο μικρός θεός που ονομάζεται Sami Albert Hynninen, πρώην τραγουδιστής των διαλυμένων πια REVEREND BIZZARE, ωστόσο ο Kimmo Perämäki κάνει πολύ καλά τη δουλειά του.

Οι οπαδοί είναι σίγουρο πως θα το πάρουν. Για τους υπόλοιπους, μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα τρόπον τινά “best of”, που θα τους συστήσει το συγκρότημα. Τώρα, σε περίπτωση που αποφασίσεις να αποκτήσεις κάποιο φυσικό format, θα ακούσεις δεκατρία κομμάτια, ενώ αν αποκτήσεις τη digital μορφή του, υπάρχει και bonus track. Κυκλοφορεί από την Svart Records.

Χρήσιμα links:
Official site
Bandcamp
Facebook
Spotify

Δημήτρης Τσέλλος

ASHES OF ARES – THE DARK SAGA: Προστέθηκε δεύτερη μέρα στην Αθήνα!!!

0
Saga

Saga

To DARK SAGA στην Αθήνα!

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου – Sold Out
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου – Extra Date

Οι Ashes of Ares στην Αθήνα για 2 μέρες

Μετά το sold οut της συναυλίας τους την 1η Οκτωβρίου, έρχεται να προστεθεί και 2η ημερομηνία , την επόμενη ακριβώς μέρα :
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου στο Gagarin.

Special guests της μέρας θα είναι οι Ιταλοί progsters: Secret Sphere , οι οποίοι έχουν γράψει ” χιλιόμετρα ” στον παγκόσμιο χάρτη συναυλιών στα 27 χρόνια πορείας τους !

Με 10 album, οι Ιταλοί progsters επιστρέφουν στην Ελλάδα μετά από 15 χρόνια , για να δώσουν ένα best of show με κομμάτια από όλη τους τη δισκογραφία!

H προπώληση εισιτηρίων ξεκίνησε ήδη από το No Remorse Records στη Ακαδημίας 81 και ηλεκτρονικά από το 123tickets.gr!

—–

Oι Matt Barlow και Freddie Vidales μαζί με τους Ashes of Ares , φέρνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το μνημειώδες THE DARK SAGA !

O θρυλικός τραγουδιστής που αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό , όσο λίγοι , επιστρέφει μετά από 2 χρόνια στην Ελλάδα , μετά τα εκκωφαντικά sold out σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει , ΟΛΟ το DARK SAGA ! Δε διαβάζεις λάθος.

Για πρώτη φορά θα ακουστούν ΟΛΑ μαζί τα κομμάτια του έπους του 1996 ! Πάμε να το εμπεδώσουμε καλύτερα….
1.Dark Saga
2. I Died for You
3. Violate
4. The Hunter
5. The Last Laugh
6. Depths of Hell
7. Vengeance Is Mine
8. Scarred
9. Slave to the Dark
10. A Question of Heaven

Φυσικά , οι εκπλήξεις δε σταματάνε εδώ, μιας που θα παιχτούν και άλλα κομμάτια αγαπημένα στο Ελληνικό κοινό , όπως και από το νέο album των Ashes of Ares ” New Messiahs ” που θα κυκλοφορήσει στις 18 Ιουλίου από την RPM .

Την Τετάρτη 1 Οκτωβρίου, είναι σίγουρο πως θα ζήσουμε στιγμές Alive in Athens, στο Gagarin !

Special guests της βραδιάς θα είναι οι Dexter Ward !
Το γκρουπ ιδρύθηκε το 2009 , έχει κυκλοφορήσει 3 album και έχει παίξει σε festival , σε Αμερική και Ευρώπη δίπλα σε μεγάλα ονόματα της σκηνής όπως Fates Warning, EYEHATEGOD, Girlschool , OMEN , Crimson Glory , Cirith Ungol , Heathen κ.α….

Η προπώληση ξεκινάει αύριο Τρίτη 3/6 από το No Remorse Records στην οδό Ακαδημίας 81 και το Sirens Records.

Ηλεκτρονικά μέσω του 123tickets.gr !

Τιμές εισιτηρίων:
30 ευρώ ( early bird)
35 ευρώ ( προπώληση)
40 ευρώ ( ταμείο)

SAVATAGE interview (Chris Caffery)

0
Savatage
Photo by Josh Ruzansky
Savatage
Photo by Josh Ruzansky

“Legions return”

Με τον Chris Caffery, κιθαρίστα των SAVATAGE, είχαμε μία πολύ καλή επαφή τα χρόνια που έβγαζε σόλο δίσκους με την Black Lotus, αλλά στην πορεία χαθήκαμε. Η επιστροφή των SAVATAGE στο προσκήνιο και η επερχόμενη εμφάνισή τους στο Rockwave στο Terra Republic, το Σάββατο 28 Ιουνίου, ήταν και η αφορμή για τη συζήτησή μας. Ξαφνιάστηκα όταν ξεκινώντας, μου είπε ότι ήμουν η αιτία για την επανασύνδεση του σχήματος, εξαιτίας της συνέντευξης που είχα κάνει με τον Jon Oliva (Part 1 & Part 2). Στην πορεία, βγήκαν πολλές και ωραίες ατάκες, λίγες «οχλήσεις» από τον σκύλο του που ζητούσε απεγνωσμένα προσοχή, αλλαγή περιβάλλοντος για να έχουμε ησυχία (θα διαπιστώσετε ότι στη μέση της συνέντευξης, από το δωμάτιό του, βρέθηκε στο υπόγειο στούντιό του) και πολλά πολλά off the record πράγματα. Ακολουθούν σχεδόν 3800 λέξεις για τους λατρεμένους SAVATAGE, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο…

Θα πρέπει να σου δώσω credits για πολλά από τα πράγματα που συμβαίνουν στους SAVATAGE αυτήν την περίοδο, αφού από την επόμενη μέρα που έκανες αυτή τη συνέντευξη με τον Jon Oliva, άρχισα να δέχομαι τηλεφωνήματα και emails που μου έλεγαν «οι SAVATAGE θα βγάλουν καινούργιο δίσκο, αυτό είναι σπουδαίο» κι εγώ τους απαντούσα «θα βγάλουμε δίσκο;». Χαχαχαχα. Μιλούσαμε γι’ αυτό, αλλά δεν υπήρχε κάποιο πλάνο. Από τη στιγμή όμως που έκανες αυτή τη συνέντευξη, άρχισα να επικοινωνώ με το Μεξικό, τον Καναδά, τη Νότια Αμερική, ο manager μας άρχισε να δέχεται προτάσεις για να παίξουμε σε φεστιβάλ… Νομίζω ότι αυτό που έκανες, έδωσε την αφορμή να ασχοληθεί ξανά ο κόσμος μαζί μας, σε παγκόσμιο επίπεδο. Πέρσι, τέτοιον καιρό περίπου, μας κάλεσε ο Kenny, ο manager μας σε conference call και μας ανακοίνωσε ότι είχε μερικές πολύ καλές προσφορές για φεστιβάλ κι εγώ στην κυριολεξία άρχισα να κλαίω. Όπως όλοι ξέρουν, περίμενα κάτι τέτοιο για πάνω από είκοσι χρόνια. Το έλεγα σε συνεντεύξεις, ότι η συνέντευξη στο Rock Hard Greece ήταν αυτή που έδωσε το έναυσμα για όλο αυτό που συμβαίνει με τους SAVATAGE, αλλά δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ. Πραγματικά, όλος ο κόσμος μιλούσε γι’ αυτήν τη συνέντευξη!!! Κοίτα λοιπόν από τότε, που είμαστε τώρα!!!

Photo by Rafael Novak

Ξέρεις κάτι; Ήταν φοβερό αυτό που συνέβη με τη συνέντευξη, γιατί μου έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να βγάλει αυτά τα πράγματα από μέσα του κι εγώ να είμαι ο αγγελιοφόρος… Δεν θα ξεχάσω ποτέ, τα email που μου έστελνε λέγοντας πόσο συναισθηματικά φορτισμένος ήταν με τα άπειρα μηνύματα που είχε λάβει από γνωστούς και άγνωστους, οι οποίοι έβλεπαν ότι οι SAVATAGE, έστω και με κάποιον τρόπο, υπήρχαν.
Εγώ πάντα το έβλεπα αυτό, επειδή ήμουν πολύ ενεργός στα social media εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μια-δυο φορές το χρόνο, δεχόμουν μηνύματα από φεστιβάλ που μου ζητούσαν να κάνουμε διάφορα πράγματα και τους απαντούσα ότι δεν έχω νέα και πως όταν έχω, θα ενημερώσω τον κόσμο. Έβλεπα όμως τη δίψα του κόσμου. Είχα μαθητές κιθάρας 17 χρονών, που έπαιζαν διασκευές SAVATAGE, παρότι είχαμε σταματήσει να παίζουμε προτού εκείνοι γεννηθούν. Αυτό δείχνει ότι η μουσική που δημιούργησαν ο Criss, ο Jon και ο Paul O’Neill είναι διαχρονική. Και είναι πολύ σημαντικό να έχουμε την ευκαιρία να παίξουμε αυτή τη μουσική όχι μόνο για ανθρώπους –όπως ακόμα κι εγώ- που θέλουν να ακούσουν ξανά τα τραγούδια μας, αλλά και για παιδιά που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μας δουν ζωντανά. Ξέρεις, ποτέ δεν διαλυθήκαμε. Βλέπω τόσον καιρό να γράφεται ότι είμαι πρώην μέλος των SAVATAGE, αλλά ποτέ δεν διαλυθήκαμε, απλά σταματήσαμε να παίζουμε. Ήμασταν όπως στην ταινία του Austin Powers που είχε παγώσει για πολλά χρόνια (γέλια). Μου είχε λείψει πολύ όλο αυτό. Να ασχολούμαι, να παίζω με τους SAVATAGE.
Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω με λόγια πόσο μου έλειπε αυτό. Ήταν η πρώτη μπάντα που μπήκα, όταν ήμουν 19 ετών. Είμαι ευλογημένος να έχω παίξει σε σπουδαία συγκροτήματα, όπως οι TRANS-SIBERIAN ORCHESTRA και μάλιστα από την αρχή τους, αλλά υπάρχει κάτι με τους SAVATAGE που είναι προσωπικό, ιδιαίτερα απέναντι στον Criss και τον Jon, που μου έδωσαν την ευκαιρία να είμαι σ’ ένα συγκρότημα. Αυτός ήταν και ο λόγος που έβγαζα σόλο άλμπουμ αυτόν τον καιρό και δεν ήθελα να μπω σε κάποιο άλλο σχήμα, επειδή στο μυαλό μου ήμουν ακόμη στους SAVATAGE. Πίστευα ότι αν είχα ασχοληθεί full time με κάποιο συγκρότημα, θα ήταν η ταφόπλακα των SAVATAGE. Περιόδευσα με τη Doro, με τους METAL CHURCH, έλαβα μέρος σε διάφορα projects, έκανα σόλο δίσκους, αλλά ποτέ δεν έβαλα τον εαυτό μου ως μέλος σε άλλο συγκρότημα, εκτός από τους TSO που ήταν ο Paul, ο Jon και όλη η οικογένεια των SAVATAGE.
Από την εμφάνισή μας στο Wacken το 2015, ούτε που καταλάβαμε πως πέρασε ο χρόνος… Πέθανε ο Paul δύο χρόνια αργότερα και αυτό μας χτύπησε σαν τούβλο στο κεφάλι. Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει τον θάνατό του. Ξέρεις πόσο μου λείπει που υπό φυσιολογικές συνθήκες, τώρα θα σχεδιάζαμε μαζί την περιοδεία; Ήταν πολύ άσχημο που έχασα τον Criss, αλλά ακόμα πιο άσχημο όταν έφυγε ο Paul, γιατί ήταν αυτός που πήγαινα να μιλήσω όποτε είχα κάποιο πρόβλημα. Ο κόσμος αντέδρασε πάρα πολύ έντονα όταν ανακοινώσαμε τις πρώτες εμφανίσεις μας κι έτσι ακριβώς αισθανθήκαμε κι εμείς, οπότε υπάρχει μία ισορροπία. Όταν κάναμε το πρώτο μας soundcheck στο Monsters of Rock, δεν φαινόταν ότι είχε περάσει τόσος καιρός, για κανέναν λόγο και όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε, ήταν λες και είχαν περάσει ένα-δύο χρόνια… Τόσο περίεργο… Όταν έπαιξαν οι SCORPIONS μετά από εμάς, ξεκίνησαν με το “Coming home” και ακριβώς έτσι αισθάνθηκα κι εγώ.

Έχω τόσα πολλά να σε ρωτήσω, αλλά ας πάμε στις συναυλίες. Πως καταλήξατε να παίζετε αυτή την εκδοχή του “Believe”, όπου φαίνεται ο Jon Oliva στο video, ο οποίος παίζει το πρώτο κουπλέ κάτι που το κάνει πολύ συναισθηματικά φορτισμένο;
Εγώ ήμουν αυτός που ήμουν πιο … «υπερκινητικός» σε σχέση με το πώς θα μπορούσαμε να είχαμε μαζί μας τον Jon. Σκεφτόμουν μέχρι και να τον βάζαμε σ’ ένα δωμάτιο με κάμερα να παίζει κι εμείς να παίζουμε live ταυτόχρονα. Χαχαχαχα. Όταν ξεκινήσαμε τις πρόβες και είδαμε το video με τον Jon, ενθουσιαστήκαμε και ήταν πολύ δίκαιο, γιατί ήταν μαζί μας από την πρώτη στιγμή στην οργάνωση της περιοδείας, έβγαζε το setlist, συζητούσαμε τα πάντα σε σχέση με τις συναυλίες, αλλά δεν μπορούσε σωματικά να δώσει το παρόν. Δεν είχα δει ολόκληρο το video και την πρώτη φορά που παίξαμε live και είδα τις εικόνες του Criss στο σόλο, άρχισα να κλαίω… Εκείνος ήταν ο λόγος που ήμουν σ’ εκείνη τη συναυλία. Είχε δημιουργήσει τη θέση για μένα. Αυτό λέω και σε όσους μου λένε ότι δεν υπάρχει κανένα αυθεντικό μέλος τώρα που δεν παίζει ο Jon, ότι κάνουν λάθος. Οι SAVATAGE ήταν ένα γκρουπ με τέσσερα μέλη μέχρι που πήγα εγώ, που είμαι ο αυθεντικός Chris Caffery! Δεν πήρα ποτέ τη θέση κάποιου που έφυγε από το συγκρότημα, αλλά η θέση δημιουργήθηκε για μένα. Από τεχνικής άποψης, λοιπόν, είμαι ο αυθεντικός Chris Caffery. Χαχαχαχα.

Από τεχνικής άποψης, θα συμπλήρωνα εγώ, όλα τα μέλη που παίζουν τώρα, έχουν παίξει ο καθένας για πάνω από 10 χρόνια στο συγκρότημα. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι αυτοί δεν είναι οι SAVATAGE. Εκτός αυτού, είστε μαζί στους TSO για τόσα χρόνια και μάλιστα παίζετε και τραγούδια των SAVATAGE.
Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που να σκέφτονται έτσι. Στις μέρες μας, όταν στους 1000 ανθρώπους υπάρχουν δύο που γκρινιάζουν ή έχουν αρνητική άποψη, η προσοχή δίνεται στους 2 κι όχι στους 998. Κάποια στιγμή, υπολογίσαμε ή για την ακρίβεια αθροίσαμε τα χρόνια που όλοι μας που παίζουμε τώρα, είμαστε μαζί στους SAVATAGE και το αποτέλεσμα ήταν 170 χρόνια!!! Αν δεν είναι αρκετά, δεν ξέρω τι να πω! Όπως είπα, ο Jon είναι εκεί κάθε δευτερόλεπτο που μπορεί να είναι κι εμείς περνάμε τόσο καλά στα Night Castle Studios που κάνουμε πρόβες, κάνουμε πλάκα, είναι σαν να μην έχει περάσει μία μέρα. Μάλιστα, μιλώντας με τον Jon, του είπα να μην με ρωτάει για το setlist, γιατί εγώ θα έβγαζα ένα που θα παίζαμε πέντε ώρες! Ανυπομονώ να επιστρέψουμε στην Ευρώπη και να μπω σ’ ένα tour bus με τους SAVATAGE. Στη Νότια Αμερική, ταξιδεύαμε με αεροπλάνο και μέναμε σε ξενοδοχεία, στην Ευρώπη όμως τώρα, θα παίξουμε σε οχτώ χώρες και θα είμαστε όλοι μαζί σε tour bus. Αυτό είναι περιοδεία. Χαχαχα. Θα περάσουμε τέλεια. Ανυπομονώ να έρθω και στην Αθήνα, που είναι ένα πολύ special μέρος για μένα κι έχω να έρθω πολλά χρόνια.

Παίζοντας πάλι τα τραγούδια, ένιωσες ότι έπρεπε να τα μάθεις και πάλι από την αρχή;
Άκου αυτό το περίεργο. Έπαιξα ολόκληρο τον κατάλογό μας. Ήξερα τραγούδια στα οποία δεν είχα παίξει, αμέσως. Όταν έστειλα στον Zak Stevens τα μέρη μου για να κάνουμε τις πρόβες, μου έλεγε ότι ακούγονται ΑΚΡΙΒΩΣ όπως στον δίσκο. Και μου έβγαιναν φυσιολογικά. Δεν χρειαζόταν καν να κάνω πρόβα. Εκτός από το “Morning sun”, που είναι ένα κομμάτι που το έγραψα εγώ και δεν θυμόμουν τι έπαιζα. Χαχαχα.

Ναι, αλλά θυμόσουν τα μέρη του Criss
Ακριβώς! Έχει πλάκα, αλλά ας το θέσω ως ότι μου είναι πιο εύκολο να παίζω αυτά τα μέρη πλέον.

Photo by Rafael Novak

Πόσο διαφορετικό είναι να παίζεις τραγούδια των SAVATAGE με τους TSO, αφού όλοι σας παίζετε εκεί;
Ήμασταν όλοι τόσο περήφανοι που ήμασταν μέλη των SAVATAGE και τα περισσότερα τραγούδια τα παίζαμε την περίοδο του “Dead winter dead” και του “The wake of Magellan”. Ήμασταν τόσο χαρούμενοι που παίζαμε αυτά τα τραγούδια σε μία παραγωγή τέτοιου επιπέδου… Πάντα είχα στο μυαλό μου ότι μακάρι να έβλεπα το πρόσωπο του Criss Oliva, όταν παίζαμε, για παράδειγμα, το “Prelude to madness” στη μέση μίας κατάμεστης αρένας, με μία τεράστια παραγωγή… Έχουμε επανηχογραφήσει το “Believe” για έναν δίσκο των TSO, έχουμε παίξει μία ακουστική εκτέλεση του “When the crowds are gone”. Δεν μπορείς να μην σκέφτεσαι, βέβαια, πόσο οραματιστής ήταν ο Paul O’Neill, αφού γυρνούσα με τη μνήμη μου πίσω στο 1990 όταν γυρίζαμε το video για το κομμάτι αυτό, το “When the crowds are gone”, και είχαμε μία μικρή ορχήστρα, θέλοντας να ενώσει μία rock μπάντα με ορχήστρα και κοίτα που μερικά χρόνια αργότερα, τα κατάφερε. Αυτό που έγινε, βέβαια, στο Wacken, που παίξαμε σε δύο σκηνές, ήταν τρελό και με τα πυροτεχνήματα στον εξωτερικό χώρο.

Δεν είχατε συζητήσει την πιθανότητα να επανενωθείτε μετά τη συναυλία του Wacken, το 2015;
Φυσικά και το είχαμε συζητήσει και ο Paul ήθελε πάρα πολύ να το κάνουμε σ’ αυτό το φορμάτ, δηλαδή με δύο σκηνές και να πάμε να παίξουμε στις πυραμίδες της Αιγύπτου ή στην Ελλάδα, σε αρχαία μνημεία. Όταν όμως το συζητούσαμε, γιατί το ήθελε πολύ κι εκείνος, δυστυχώς πέθανε… Είχαμε παγώσει για κάποια χρόνια και το μόνο που θέλαμε είναι να κρατήσουμε το δημιούργημά του, τους TSO, ζωντανούς για να τιμήσουμε τη μνήμη του. Έπειτα είχαμε τον Covid που μας τράβηξε πολύ πίσω και με αυτά, πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια… Όλα αυτά τα χρόνια, χάσαμε φίλους, συγγενείς και αποφασίσαμε ότι ήταν ώρα να μην σπαταλάμε το χρόνο μας. Ο Paul πάντα έλεγε ότι ο χρόνος είναι το πιο πολύτιμο αγαθό και θέλουμε λοιπόν να τον εκμεταλλευτούμε. Ανυπομονούμε να παίξουμε στην Ελλάδα. Μου είπαν μετά την συναυλία μας, που είναι η τελευταία, να ξυπνήσω στις 6 το πρωί, για να πάρω το αεροπλάνο, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο. Θα πάω μία μέρα στην Αθήνα, να δω τους φίλους μου και θα επιστρέψω από εκεί.

Photo by Seth

Ναι, άλλωστε πριν από 20-21 χρόνια ήσουν τακτικός επισκέπτης της χώρας μας, αφού είχες βγάλει σόλο δίσκους σου με την Black Lotus Records και βγαίναμε αρκετές φορές παρέα.
Ναι, ερχόμουν συνέχεια εκείνον τον καιρό. Θυμάμαι μία φορά που είχα πάει και σ’ ένα μικρό νησί, τις Σπέτσες…

Καλά… Τότε, είχαμε κανονίσει να βγούμε για ποτά, το ακυρώσαμε κι εντελώς τυχαία, βρεθήκαμε στις Σπέτσες, να μένουμε στο ακριβώς απέναντι δωμάτιο ο ένας από τον άλλον. Χαχαχαχα.
Θα ήθελα πολύ να μιλήσω στον Αντρέα και τον Γιώργο, πάντως, από την Black Lotus…

Πάμε στον δίσκο. Θα ονομαστεί τελικά “Curtain call”;
Δεν ξέρω. Ο Jon προσπαθεί να κρατήσει τον τίτλο. Γράφουμε πολλά τραγούδια, σίγουρα για παραπάνω από έναν δίσκο και προφανώς αυτό θα κρατήσει περισσότερο από απλά αυτή τη στιγμή. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από το “Poets and madmen” και η κουρτίνα σηκώνεται, δεν πέφτει κι εγώ θέλω να το δω ως το ξεκίνημα ενός νέου κεφαλαίου κι όχι ως το τέλος των πάντων και νομίζω ότι όλοι μας νιώθουμε το ίδιο. Δεν νομίζω ότι ο Jon γνώριζε τι να περιμένει όταν άρχισε να σου μιλάει γι’ αυτό και αυτός ήταν και ο λόγος που σου είπε ότι ήθελε να κάνει έναν τελευταίο δίσκο.

Ναι, αλλά τώρα έχει υλικό για τέσσερις δίσκους.
Αυτό λέω. Τον ξέρω τον Jon. Χαχαχαχα. Παίρνω τα πάντα μέρα με τη μέρα και είμαι πολύ χαρούμενος αυτόν τον καιρό. Αν υπάρχουν απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, συνήθως ο κόσμος τις γνωρίζει πριν από εμένα, όπως και να έχει. Χαχα. Ο κόσμος είναι πάντα χαρούμενος να βλέπει νέα για τους SAVATAGE και είναι τρελό να βλέπει κανείς το συγκρότημα να έχει τόση δραστηριότητα ξανά. Η σελίδα μου στο Instagram τον Απρίλιο και τον Μάιο είχε δύο εκατομμύρια επισκέψεις. Αυτό είναι απίστευτο. Τουλάχιστον διπλάσιος κόσμος σε σχέση με πριν. Πάντα μιλούσα με τους οπαδούς όμως και μοιραζόμουν όσα ήξερα για τους SAVATAGE, παρότι ήξερα ό,τι κι εκείνοι.

Πως είναι η υγεία του Jon; Τον είδαμε σε φωτογραφίες από μία εκδήλωση στα Morrisound Studios και μου φάνηκε πολύ καλύτερα…
Ναι, τον είχα δει στο τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου, όταν κάναμε πρόβες, ήταν καλά, αλλά βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, μου φάνηκε ακόμα καλύτερα και πιο υγιής. Το Νοέμβριο που ήμασταν μαζί με τους TSO, τον βοήθησα να πάει στο δωμάτιό του, επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει και του είπα ότι δεν πρόκειται να κάνω τίποτα με τους SAVATAGE χωρίς εκείνον και γύρισε και μου είπε: «τράβα παίξε αυτά τα γαμ**ένα τραγούδια».

(κάπου εδώ έγινε αλλαγή χώρου και πήγε στο υπόγειο στούντιό του ώστε να μη μας ενοχλεί ο φοβερός γερμανικός ποιμενικός σκύλος του, εξ ου και το διαφορετικό background)

Photo by Rafael Novak

Με τους TSO να είναι ένας τόσο μεγάλος οργανισμός, πως μπορείτε να εντάξετε στο πρόγραμμα και τους SAVATAGE και να μην συμπίπτουν τα προγράμματά σας;
Ο οργανισμός των TSO τρέχει τόσο καλά, όλοι οι άνθρωποι από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο είναι τόσο καλοί σε ό,τι κάνουν και μπορούν να λειτουργήσουν σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν και δέκα μπάντες το χρόνο. Το management μας έχει δουλέψει με καλλιτέχνες όπως οι AC/DC, AEROSMITH, DEF LEPPARD, SCORPIONS, Ted Nugent, οπότε γνωρίζουν πολύ καλά πώς να διαχειριστούν τους καλλιτέχνες. Με τους SAVATAGE νιώθουμε πολύ τυχεροί που έχουμε αυτόν τον «μηχανισμό» πίσω από τις πλάτες μας και όλα τρέχουν τόσο ομαλά, όσο ήθελε και ο Paul… Έχουμε μαζί μας και αρκετό κόσμο που δουλεύει με τους TSO, οι οποίοι είναι πιστοί σε μας και είμαστε πολύ τυχεροί που τους έχουμε γιατί όλο αυτό είναι μία γιγαντιαία οικογένεια και φροντίζουν για εμάς. Είναι και ο Jon Oliva που φροντίζει τα πάντα για τις περιοδείες, όπως σου είπα, μία τεράστια οικογένεια και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ήμασταν τόσο λειτουργικοί αν δεν είχαμε τους συγκεκριμένους ανθρώπους στις συγκεκριμένες θέσεις.

Πιστεύεις ότι με τους TSO να είναι ένα Χριστουγεννιάτικο project, που περιοδεύει σχεδόν ένα μήνα, αυτό περιορίζει την όλη φάση, που αρχίζει να ανακυκλώνεται; Θα μπορούσαμε να πούμε κρίνοντας από το γεγονός ότι οι TSO παίζουν και μερικά τραγούδια των SAVATAGE, ότι ύστερα από την επανένωσή σας μετά από τόσα χρόνια, ότι «οι νέοι TSO είναι οι SAVATAGE»;
Όχι, σε καμία περίπτωση. Πρώτα απ’ όλα, οι TSO είναι μία ιδέα που είχε ο Paul πολλά χρόνια πριν ξεκινήσει να δουλεύει με τους SAVATAGE. Και το λέω επειδή μου το είχε πει πολύ καιρό πριν, ότι ήθελε να δουλέψει με μία μπάντα που είχε απεριόριστες δημιουργικές πιθανότητες. Μπαίνοντας στους SAVATAGE είδε ένα σχήμα που είχε πολλές από τις ιδέες που εκείνος είχε για ένα σχήμα σαν τους TSO στο μέλλον. Το “Christmas Eve/Sarajevo” ήταν ένα τραγούδι που το είχα ακούσει από τον Paul, πριν αρχίζει να το δουλεύει με τους SAVATAGE.
Δεν έχει να κάνει με τα Χριστούγεννα, λοιπόν, αλλά με όλο το marketing plan που είχε κάνει όταν ασχολούνταν με την Joan Jett, που την έβαλε να παίξει το “Little drummer boy” και την έπαιζαν όλα τα rock ραδιόφωνα. Είχε την ιδέα, λοιπόν, να μπει και στον heavy metal κόσμο με το “Christmas Eve/Sarajevo”, που ποτέ δεν πιστεύαμε ότι θα παιζόταν τόσο πολύ όσο παίχτηκε. Τότε ο Paul, βρήκε πρόσφορο έδαφος να παρουσιάσει την ιδέα του για τους TRANS-SIBERIAN ORCHESTRA. Δεν είχε να κάνει με τις διακοπές, αλλά με την ιδέα του rock θεάτρου και από τότε δούλευε πάνω στον δίσκο των Romanov (σ.σ. αυτό το άλμπουμ θα στοιχειώσει, πραγματικά), που ήταν προορισμένος να γίνει στην πραγματικότητα ο πρώτος δίσκος εκείνης της ιδέας του.
Όταν ξεκινήσαμε, στο πρώτο μέρος παίζαμε την Χριστουγεννιάτικη τριλογία αλλά το δεύτερο μέρος ήταν ένα arena rock show, με είκοσι φορτηγά για την παραγωγή και στην πορεία προσθέταμε περισσότερα τραγούδια των SAVATAGE. Κάτι που ήταν φυσιολογικό για τον Paul, ο οποίος ήταν ένας hard rock/heavy metal παραγωγός. Έτσι λοιπόν, τώρα έχουμε την ευκαιρία, οι SAVATAGE να είναι SAVATAGE και οι TSO να είναι TSO. Δεν γίναμε ξαφνικά TSO. Είναι τρελό όμως, αφού μιλάμε για δύο διαφορετικές οντότητες, που είχαν πάντα τις ίδιες δημιουργικές αλλά και επαγγελματικές μηχανές, έτσι η ίδια προσωπικότητα έβγαινε από διαφορετικά στοιχεία του συγκροτήματος. Όταν ξεκίνησαν οι TSO, ήμασταν όλα τα μέλη των SAVATAGE, απλά και μόνο επειδή ήμασταν η μόνη μπάντα που είχε ο Paul. Χαχαχα.

Οι επανακυκλοφορίες των βινυλίων των SAVATAGE, ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία να ξαναρχίσει η συζήτηση και το ενδιαφέρον γύρω από το όνομα και την κληρονομιά των SAVATAGE. Ποιο είναι το feedback που είχες; Πρέπει να ξέρεις, μάλιστα, ότι σχεδόν όλοι τους, μπήκαν στο Top-10 των ελληνικών charts.
Ναι, νομίζω ότι πήγαν αρκετά καλά στη Γερμανία και σε κάποια άλλα μέρη. Νομίζω ότι πήγαν καλά, επειδή υπήρχε πολλή ιστορία πίσω από τις επανακυκλοφορίες. Το management μας έκανε πάρα πολύ καλή δουλειά ώστε να δείξει ότι αυτές οι επανακυκλοφορίες είναι κάτι πραγματικά special, κάτι σαν μουσείο των SAVATAGE. Είχαν επιπλέον κομμάτια, φωτογραφίες, προσεγμένο artwork, στίχους χειρόγραφους, κάτι σαν ένα γιγαντιαίο ιστορικό βιβλίο των SAVATAGE. Κάθε φορά που λάμβανα κι έναν δίσκο που έβγαινε, είχε πολύ πλάκα γιατί είχα συνεισφέρει πράγματα που είχα, πάσα, εισιτήρια, φωτογραφίες και ό,τι άλλο μπορούσα να προσφέρω, αλλά δεν έβλεπα το τελικό προϊόν μέχρι την ώρα που έφτανε στο σπίτι μου.

Ποιο τραγούδι σας βρίσκεις ότι είναι το πιο υποτιμημένο σε ολόκληρο τον κατάλογό σας;
Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Δεν νομίζω ότι είχαμε ποτέ κάτι υποτιμημένο, αλλά τραγούδια που δεν ήταν όσο αναγνωρισμένα έπρεπε. Για παράδειγμα, το “When the crowds are gone”, με τον Jon Oliva που έβαλε το πιάνο στο heavy metal, ήταν μία πολύ σημαντική στιγμή για το heavy metal γενικότερα. Ναι, υπήρχαν οι QUEEN παλαιότερα που είχαν πλήκτρα στη μουσική τους, αλλά δεν υπήρχαν συγκροτήματα που να είχαν πιανίστα, κάτι που στην ουσία ήταν ο Jon Oliva, στη σύνθεσή τους. Υποτιμημένο θα μπορούσες να πεις και το “Gutter ballet”, το τραγούδι, που ήταν μία μοναδική ένωση του πιάνου με το heavy metal. Αν κοιτάξει κανείς και τα video clip αυτών των τραγουδιών, δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο, όπου ορχήστρα να παίζει μ’ ένα metal συγκρότημα. Μπορεί να έχει ξαναγίνει, δεν θέλω να πάρουμε credit χωρίς να το αξίζουμε, αλλά εγώ προσωπικά, δεν το είχα ξαναδεί μέχρι τη στιγμή που το κάναμε. Τώρα, πλέον, το βλέπει κανείς σε φεστιβάλ, στην τηλεόραση και σε πολλές περιπτώσεις να υπάρχουν τέτοιου είδους συγκροτήματα μαζί με ορχήστρα. Γι’ αυτό σου λέω για τη διαφορά ανάμεσα σε υποτιμημένο και όχι τόσο αναγνωρισμένο τραγούδι. Όταν άκουγε κάποιος κιθαρίστας για πρώτη φορά τον Criss Oliva, καταλάβαινε αμέσως πόσο ξεχωριστός είναι. Από την άλλη, υπάρχει το “Beyond the doors of the dark”, όπου ο Jon Oliva, έχει μία από τις καλύτερες ερμηνείες στην ιστορία του heavy metal, για ένα τραγούδι, από την αρχή μέχρι το τέλος. Είχε τόσα διαφορετικά στοιχεία, οκτάβες και τόσα πράγματα που έκανε σε ένα και μόνο τραγούδι, που με κάνουν να πιστεύω ότι είναι μία από τις πιο υποτιμημένες φωνητικές ερμηνείες όλων των εποχών.

Ποια θα ήταν η μία συμβουλή που θα έδινες στον 18χρονο Chris Caffery σήμερα, μετά από τόση εμπειρία που έχεις πλέον;
«Μην ακούς τον αδερφό σου». Χαχαχα.

Γιατί; Τι σου έλεγε;
Ήταν εκείνος που μου έλεγε να παρατήσω τη δικιά μου μπάντα για να πάω να παίξω μαζί του. Εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν «αποδεκτό» να είσαι σε περισσότερα από ένα συγκροτήματα. Θα έλεγα επίσης, ότι πρέπει να ακολουθείς το ένστικτό σου. Δεν ήμουν εγωιστής όταν πήρα εκείνη την απόφαση. Το ένστικτό μου, έλεγε ότι πρέπει να μείνω στους SAVATAGE. Είχα βασανιστεί πάρα πολύ για να πάρω εκείνη την απόφαση, επειδή κιόλας ο αδερφός μου είχε βαριά κατάθλιψη εκείνον τον καιρό, σε σημείο να σκέφτεται την αυτοκτονία. Αυτό που θα έλεγα στον 18χρονο Chris Caffery, θα ήταν να σκέφτεται λίγο περισσότερο, προτού πάρει πολύ σημαντικές αποφάσεις.

Βλέπεις ρεαλιστικά να υπάρχει καριέρα για τους SAVATAGE από δω και πέρα ή είμαστε σε μία φάση, πάμε και βλέπουμε;
Όπως είπα, πάω μέρα με τη μέρα. Ό,τι και να γίνει, γνωρίζω ότι σε λίγες μέρες θα είμαι στη Γερμανία και θα κάνω πρόβες με τους SAVATAGE για να παίξουμε σε μία σειρά συναυλιών. Ένα χρόνο πριν, ούτε που θα περνούσε από το μυαλό μου. Στον τέλειο κόσμο του Chris Caffery, θα ήθελα να είμαι 80 χρονών σαν τον Mick Jagger και να παίζω με τους SAVATAGE, αλλά δεν το βλέπω να συμβαίνει. Χαχαχα. Είμαι εδώ όμως, είμαι ευτυχισμένος που παίζουμε πάλι μαζί, ευγνώμων που οι οπαδοί μας είναι ακόμα εκεί, ευγνώμων και για τις οικογένειες O’ Neill και Oliva, που έκαναν τα πάντα για να ξανασυμβεί αυτό. Ας συμβεί ό,τι είναι να συμβεί και μην ξεχνάς ότι εσείς θα τα ξέρετε όλα πριν από μένα!

Ένα μήνυμα για τους Έλληνες οπαδούς που ανυπομονούν να σας δουν;
Έχει περάσει τόσος χρόνος… Μην με αφήσετε να πιώ τόσο ούζο, όσο είχα πιεί στο περασμένο Rockwave που είχαμε παίξει. Χαχαχα! Είχε πλάκα, γιατί είχαμε παίξει και δεν είχα ιδέα πόσο δυνατό είναι το ούζο. Είχα πιεί ένα τεράστιο ποτήρι ούζο με παγάκια, μετά βρεθήκαμε στο ξενοδοχείο με τους CRADLE OF FILTH και ήμουν τόσο χάλια που νομίζω ότι με είχαν βγάλει και σε κάποιο από τα DVD τους! Χαχαχα! Πήγαινα στον Dani Filth και τον κορόιδευα για τα μάτια του και όταν γύρισα στο δωμάτιό μου, λιποθύμησα. Στις 6 το πρωί, ξύπνησα και πήγα σ’ ένα στούντιο για ένα τηλεοπτικό γύρισμα και στις 8 το πρωί ήμουν στην τηλεόραση. Με έβλεπαν οι υπόλοιποι στην τηλεόραση κι έτριβαν τα μάτια τους, πώς είχα καταφέρει να σηκωθώ τόσο νωρίς και να βγω στην εκπομπή. Ανυπομονώ να δω τους οπαδούς μας ξανά. Προσπαθώ να συγκρίνω την ενέργεια που έχουν οι Έλληνες οπαδοί μας και μπορώ να πω ότι μόνο στη Νότια Αμερική ίσως μπορούν να συγκριθούν. Βέβαια, οι Έλληνες είναι λίγο πιο τρελοί! Είστε τόσο ενθουσιώδεις… Έχω περάσει 15 χρόνια μένοντας με Έλληνα, έχοντας Έλληνες σπιτονοικοκύρηδες, με ελληνική δισκογραφική εταιρία… Έχω βρεθεί ακόμα και να πανηγυρίζω την κατάκτηση του Euro 2004 στο ποδόσφαιρο στην Ελλάδα, μαζί με τρελούς οπαδούς και μάλιστα είχα κάψει το χέρι μου μ’ ένα καπνογόνο! Χαχαχα. Ανυπομονώ να σας δω και να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί.

Σάκης Φράγκος

 

Weekly Metal Meltdown (7-13/6)

0
Weekly

Weekly

Xαμός από καινούργια clips (και) αυτή την εβδομάδα στο Weekly Metal Meltdown, ξεκινώντας με καταξιωμένα ονόματα όπως oι HELLOWEEN, ASHES OF ARES, PRIMAL FEAR, BETWEEN THE BURIED AND ME, HEAVEN SHALL BURN, MOB RULES, Arjen Anthony Lucassen, DANKO JONES και περνώντας σε ανερχόμενα όπως οι WINGS OF STEEL, INDUCTION, BURNING WITCHES και ΑBOVE US THE WAVES. Ωραία κομμάτια, σε πολλά και διαφορετικά στυλ, για άλλη μια εβδομάδα σας περιμένουν να τους δώσετε την ανάλογη προσοχή σας.

Helloween
Photo by Mathias Bothor

Η μεγάλη επιστροφή των Γερμανών πρωτοπόρων του power metal HELLOWEEN αναμένεται στις 29 Αυγούστου όπου και θα κυκλοφορήσει ο νέος τους δίσκος με τίτλο “Giants and monsters”. H μίξη του δίσκου έγινε στα θρυλικά Wisseloord Studios στο Hilversum της Ολλανδίας (IRON MAIDEN, JUDAS PRIEST, DEF LEPPARD) και πίσω από την παραγωγή οι γνωστοί πλέον Charlie Bauerfeind and Dennis Ward.
Η μπάντα κυκλοφορεί το πρώτο single μέσα από τον δίσκο για το κομμάτι “This is Tokyo” που συνοδεύεται από video υλικό από την Ιαπωνία. Το τετράλεπτο αυτό κομμάτι περιέχει ένα refrain σχεδιασμένο για στάδια. Το τραγούδι έχει προσωπική σημασία για Αndi Deris: “Πάντα ήθελα να γράψω αυτό το τραγούδι. Η Ιαπωνία παίζει έναν ειδικό ρόλο στη ζωή μου γιατί είχα τις πρώτες μου μεγάλες επιτυχίες εκεί. Ήθελα να δημιουργήσω ένα αφιέρωμα στην Ιαπωνία αρκετό καιρό τώρα και τελικά βρήκα τους σωστούς στίχους. Επειδή το “Tokyo” ακούγεται καλύτερα από το “Japan”, η πόλη στέκεται για μια ολόκληρη χώρα και αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα”.
Οι HELLOWEEN θα γιορτάσουν τέσσερις δεκαετίες metal δεξιοτεχνίας με μια παγκόσμια 40η επετειακή περιοδεία. Το ευρωπαϊκό σκέλος ξεκινά στα μέσα Οκτωβρίου, με τις αρχικές ημερομηνίες να εξαντλούνται γρήγορα. Με ένα απόλυτο set list γεμάτο εκπλήξεις, η περιοδεία θα αναδείξει την απαράμιλλη κληρονομιά και τη συνεχιζόμενη δημιουργική δύναμη του συγκροτήματος. Το “This is Tokyo” το παρακολουθούμε παρακάτω.

Photo by Elias Aravidis

Οι ASHES OF ARES που συμμετέχουν πρώην μέλη των ICED EARTH, οι Matt Barlow και Freddie Vidales πιο συγκεκριμένα, κάνουν πρεμιέρα το νέο τους single “From hell he Rides” από το επερχόμενο studio album “New Messiahs” που θα κυκλοφορήσει στις 18 Ιουλίου από την ROAR.
O Matt Barlow μας εξηγεί: «To “From hell he Rides” ζωντανεύει τον θρύλο του Ghost Rider σε έναν χείμαρρο πύρινης κόλασης και εκδίκησης. Με στίχους που βουτάνε σε μια ψυχή καταραμένη από μια συμφωνία με τον Mephisto, το κομμάτι απελευθερώνει το μαρτύριο, τη δύναμη και την αδιάκοπη αναζήτηση δικαιοσύνης που καθορίζουν το Πνεύμα της Εκδίκησης. Φλεγόμενοι τροχοί, αλυσίδες τιμωρίας και μια κόλαση λύτρωσης συγκρούονται σε αυτόν τον επικό ύμνο. Ετοιμαστείτε για μια βόλτα μέσα στο σκοτάδι όπου μόνο οι αμαρτωλοί θα πρέπει να φοβούνται να περπατήσουν!»

Photo by Tim Rönz

Οι symphonic/power metallers INDUCTION κάνουν πρεμιέρα με νέο single & video για το κομμάτι “Beyond Horizons” , θα είναι support στους SAVATAGE αυτόν τον μήνα και θα είναι μέρος της περιοδείας “Pirates & Kings Over Europe” στις αρχές του 2026.
O κιθαρίστας Tim Kanoa Hansen (o οποίος είναι ο γιος του Κai Hansen) σχολιάζει: «Με το “Beyond Horizons” xτυπάμε το κουδούνι για το πολυαναμενόμενο τρίτο άλμπουμ μας. Και πιστεύω ότι είναι μια δυνατή ματιά για αυτό που πρόκειται να έρθει: μια ιστορία αγάπης σε διεστραμμένους κόσμους και πεπρωμένο. Το “Beyond Horizons” είναι το τέλειο εναρκτήριο λάκτισμα για να σας δείξουμε τι έχουμε κάνει και τι να περιμένουμε. Βουτήξτε και απολαύστε: Είμαι σίγουρος ότι αυτό το τραγούδι θα κολλήσει στο κεφάλι σας για αρκετό καιρό».

Photo source: Napalm Records

Oι heavy/ power metal Ελβετίδες BURNING WITCHES ανακοινώνουν τον νέο τους δίσκο “Inquisition” που θα κυκλοφορήσει στις 22 Αυγούστου και αποκαλύπτουν το video για το νέο τους ομότιτλο κομμάτι.
Η μπάντα αναφέρει σχετικά για το κομμάτι “Inquisition”: «Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας παρουσιάσουμε αυτό το επικό, κλασικό βαρύ τραγούδι γεμάτο βάθος και απόκρυφες στιγμές που περνούν κατευθείαν κάτω από το δέρμα σας! Από μια σκοτεινή εποχή της ανθρωπότητας, αυτό το τραγούδι γράφτηκε με σεβασμό σε όλο το αίμα που έχει χυθεί σε εκείνη την περίοδο. Το “Inquisition” θα μείνει ως ένα τραγούδι που κινεί τη μηχανή μας με δύναμη για να κάνουμε όλο και περισσότερα…». Το παρακολουθούμε παρακάτω.

Χτίζοντας σταθερά την επιστροφή τους, οι OVE US THE WAVES από την Καβάλα μας παρουσιάζουν το τρίτο τους single, “Guard My Six”, μαζί με το επίσημο video clip από τους Non Sap Visuals. Το κομμάτι βασίζεται στον χαρακτηριστικό τους μοντέρνο metal ήχο που έχει καθιερώσει τη μπάντα στην τοπική και όχι μόνο σκηνή, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία, χωρίς όμως να λείπει η ένταση και η ενέργεια που τους χαρακτηρίζει.
Το “Guard My Six” πραγματεύεται τη ματαιοδοξία της online αυτοπροβολής και την πίεση να είσαι συνεχώς «ενεργός», να δείχνεις, να προβάλλεσαι, να επιβεβαιώνεσαι. Συμμετέχει στα φωνητικά ο Harry (BAD BLOOD ORCHESTRA), ενώ τη μίξη και το mastering ανέλαβε ο Kyle Black, γνωστός για τη δουλειά του με COMEBACK KID, PIERCE THE VEIL, PARAMORE και άλλους. To ακούμε παρακάτω.

Photo by Karsten Koch

Οι Γερμανοί power metallers ΜOB RULES κυκλοφορούν το νέο τους single “Trial and Trail of Fear”, που θα βρίσκεται στο επερχόμενο τους δίσκο “Rise Of The Ruler”, που επιστρέφουν μετά από επτάχρονη δισκογραφική αποχή και θα κυκλοφορήσει στις 22 Αυγούστου από την ROAR.
O τραγουδιστής Klaus Dirk μας αναφέρει για το νέο τους κομμάτι: “Το τραγούδι “Trial and Trail of Fear” βασίζεται σε στακάτα heavy metal riffs και δημιουργεί μια επική ατμόσφαιρα. Στιχουργικά, ασχολείται με ένα σενάριο με το οποίο πολλοί μπορούν να ταυτιστούν: κάποιος γνωρίζει την αίσθηση της κατάδυσης με το κεφάλι σε μια νέα πρόκληση, μόνο για να αισθανθεί εντελώς συγκλονισμένος και να παλέψει με όλες του τις δυνάμεις για να συνεχίσει”. Το ακούμε και το βλέπουμε παρακάτω.

Photo by Heiko Roith

Λιγότερο από τρεις μήνες πριν το νέο τους άλμπουμ “Domination” φτάσει στα ράφια (5 Σεπτεμβρίου μέσω της Reigning Phoenix Music), οι Γερμανοί power metallers PRIMAL FEAR ανεβάζουν ταχύτητα με το “The Hunter”. Το δεύτερο single από το δίσκο αφηγείται μια σχεδιασμένη ιστορία, ενώ μουσικά σημαίνει την επίθεση για τον επερχόμενο δίσκο του κουιντέτου. Το κομμάτι είναι το εναρκτήριο του “Domination,” και δημιουργεί ένταση με ανθεμικές αρμονίες πριν τα εκρηκτικά τύμπανα και οι κιθάρες σπάσουν το ειδύλλιο για να δώσουν τον τόνο για ένα άλλο εξαιρετικά μελωδικό κομμάτι.
O τραγουδιστής Ralf Scheepers μας προειδοποιεί : “Σκηνικό επιστημονικής φαντασίας, το θηρίο είναι πίσω σου, είμαι εγώ, είμαι ο κυνηγός, οπότε καλύτερα πρόσεχε, μυρίζω το αίμα σου και θα σε πιάσω!”. Παρακολουθούμε το clip παρακάτω.

Photo by Jon Usual

Ποιος λέει ότι το βράδυ του Σαββάτου έρχεται μόνο μία φορά την εβδομάδα; Με το ολοκαίνουργιο single τους “Everyday Is Saturday Night”, οι Καναδοί hard rockers λαμπαδηδρόμοι DANKO JONES αποδεικνύουν ότι το πάρτι δεν πρέπει ποτέ να τελειώσει. Το κομμάτι είναι η δεύτερη βροντερή προσφορά από το επερχόμενο άλμπουμ τους, που αναμένεται τον Νοέμβριο.
«Με το “Everyday Is Saturday Night”, οι DANKO JONES παραδίδουν έναν ύμνο υψηλών οκτανίων, έτοιμο για πάρτι που επανασυνδέει την εβδομάδα σας, σας κάνει να ξεχάσετε το εξοντωτικό 9 έως 5 μετατρέποντας τις εγκόσμιες Δευτέρες σε Παρασκευές και κάθε μέρα σε ένα ασταμάτητο πάρτι το βράδυ του Σαββάτου που δεν θα θέλετε να τελειώσετε. Είναι μια κραυγή συσπείρωσης για να ζεις δυνατά και να αγαπάς σκληρότερα. Μετρώντας λίγο περισσότερο από τρία λεπτά καθαρής rock έκστασης, το single είναι μια ηχητική εξέγερση για όποιον ευχήθηκε ποτέ το Σαββατοκύριακο να διαρκέσει για πάντα – και με αυτό το κομμάτι σε επανάληψη, θα μπορούσε. Αυτό είναι κάτι περισσότερο από ένα τραγούδι – είναι ένα μεσαίο δάχτυλο στη μονοτονία, μια επαναστατική κραυγή ενάντια στη ρουτίνα. Γιατί να περιμένετε το Σαββατοκύριακο όταν “Everyday is Saturday night?”».

Photo by Candy Welz

Οι extreme metallers HEAVEN SHALL BURN συνεργάζονται με παλιούς φίλους για τη διασκευή του “Numbered Days (feat. Jesse Leach of ΚΙLLSWITCH ENGAGE)”, από το νέο άλμπουμ “Heimat” που θα κυκλοφορήσει τις 27 Ιουνίου, στο κομμάτι συμμετέχει επίσης και η Britta Görtz από τους HIRAES, συμπληρώνοντας τα φωνητικά.
Η μπάντα σχολιάζει: “Οι KILLSWITCH ENGAGE είναι TO metalcore συγκρότημα! Όταν ακούσαμε το “Numbered Days” για πρώτη φορά, μας άφησε άναυδους. Ήταν σαφές ότι κάτι νέο ετοιμαζόταν. Καμία άλλη μπάντα δεν έχει επηρεάσει περισσότερο αυτό το είδος μουσικής και δεν το έχει ερμηνεύσει καλύτερα. Ακριβώς επειδή τα παιδιά είναι πολύ καλοί φίλοι για πολλά χρόνια δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να αποτίσεις φόρο τιμής σε αυτό το σπουδαίο συγκρότημα. Ελπίζουμε το τραγούδι να σημαίνει τόσα πολλά για εσάς όσο και για εμάς!”. Tο ακούμε παρακάτω.

Photo by Randy Edwards

Οι Αμερικάνοι prog/metalcore BETWEEN THE BURIED AND ME ανακοινώνουν το πρώτο άλμπουμ τους με την Inside out που θα έχει τίτλο “The blue nowhere” και θα κυκλοφορήσει στις 12 Σεπτεμβρίου. Το πρώτο single είναι για το κομμάτι “Things we tell ourselves in the dark” και το παρακολουθούμε παρακάτω.
Ο Dan Briggs προσθέτει : “Είναι ένα από τα σπάνια τραγούδια που ξεκίνησα γύρω από το μπάσο και αυτή τη θεμελιώδη funky ιδέα, διατηρώντας παράλληλα μια αρκετά απλή μελωδική ιδέα κάτω από τα πάντα, ανεξάρτητα από το πόσο πυκνή έγινε ρυθμικά. Μου αρέσει όταν έχουμε ενορχηστρώσεις που ακούγονται σαν να έχουν μια σελίδα που μετατρέπεται σε άλλη διάσταση, αλλά σκέφτηκα ότι ήταν σημαντικό για αυτό να ακούγεται πραγματικά απρόσκοπτο καθώς κινείται δυναμικά. Ακόμα και όταν γίνεται βαρύ, σκέφτηκα ότι θα ήταν διασκεδαστικό στον πυρήνα να εξακολουθώ να νιώθω σαν να έπαιζε η μπάντα του Prince, διατηρώντας το funky”.

Oι Αμερικάνοι power metallers WINGS OF STEEL αφού πρώτα έκαναν μια σπουδαία εμφάνιση στο δικό μας Up the hammers festival, τους υπέγραψε η Γερμανική High Roller Records η οποία θα επανακυκλοφορήσει τα αυτοχρηματοδοτούμενα “Wings of steel EP” και “Gates of twilight” αλλά και θα κυκλοφορήσει το δεύτερο full length της μπάντας τον Οκτώβριο που θα έχει τίτλο “Winds of time”. Mόλις δόθηκε στην δημοσιότητα το πρώτο single του επερχόμενου τους δίσκου που αφορά το ομότιτλο κομμάτι, ένα 10-λεπτο έπος με την μπάντα να αναφέρει σχετικά: “Νέο τραγούδι, πάνω από 10 λεπτά καθαρής heavy metal δύναμης, αυτό είναι το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο έργο μας μέχρι σήμερα και είμαστε ενθουσιασμένοι που μοιραζόμαστε το επικό μουσικό κομμάτι αυτό μαζί σας!”. Όσοι δεν τους έχετε ακούσει ακόμα, καλό είναι να τους τσεκάρετε άμεσα. Το “Winds of time” παρακάτω.

Ο Arjen Anthony Lucassen ανακοινώνει το νέο αποκαλυπτικό solo άλμπουμ του “Songs No One Will Hear” που θα κυκλοφορήσει στις 12 Σεπτεμβρίου, 13 ολόκληρα χρόνια μετά τον τελευταίο του δίσκο “Lost In The New Real”.
Πιστό στο χαρακτηριστικό του στυλ, αυτό το άλμπουμ προσφέρει ένα εκλεκτικό μείγμα κομματιών, κινούμενο απρόσκοπτα από δυνατά, επικά τραγούδια σε ελαφρύτερα, πιο παιχνιδιάρικα. Στον πυρήνα του, το “Songs No One Will Hear” δεσμεύεται από μια βαθιά έννοια: τι θα έκαναν οι άνθρωποι αν τους είχαν απομείνει μόνο πέντε μήνες ζωής λόγω πρόσκρουσης αστεροειδούς; Περιμένετε ένα συναισθηματικό τρενάκι του λούνα παρκ, εμβαθύνοντας τόσο στις φωτεινές όσο και στις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης.
Οδηγός του άλμπουμ είναι η αφήγηση από τον Mike Mills (TOHHIDER0) μαζί με συνεργάτες όπως η Irene και η Floor Jansen, ο Robert Soeterboek, η Marcela Bovio και η Patty Gurdy, προσθέτοντας βάθος στον ποικίλο ήχο του άλμπουμ! Σαν πρώτο δείγμα του επερχόμενου δίσκου έχουμε το κομμάτι “Our Final Song” που παρατίθεται παρακάτω.
Ο Αrjen μας λέει για το κομμάτι αυτό : Το “Our Final Song” είναι το 15λεπτο επικό φινάλε του άλμπουμ, συνδυάζοντας ένα εκλεκτικό μείγμα μουσικών στυλ και εναλλάσσοντας απρόσκοπτα μεταξύ ισχυρών, δραματικών ενοτήτων και ελαφρύτερων, πιο ενδοσκοπικών στιγμών. Καθώς πλησιάζει το τέλος, οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τις τελευταίες ώρες τους βιώνουν ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων όπως θυμό, λύπη και ειρήνη. Πολλοί συγκεντρώνονται στο Sanctuary Island για να τραγουδήσουν ένα τελευταίο τραγούδι μαζί. Και με αληθινό AYREON τρόπο….υπάρχει ένας ύπουλος μικρός επίλογος. Θα πρέπει να καταλάβεις αυτό το μέρος του κομματιού μόνος σου!”.

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

A day to remember… 13/6 [RATT]

0
ratt

ratt

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Invasion of your privacy” – RATT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Beau Hill
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Stephen Pearcy
Κιθάρες – Robbin Crosby
Κιθάρες – Warren DeMartini
Mπάσο – Juan Croucier
Τύμπανα – Bobby Blotzer

Από όλα τα παρακλάδια του σκληρού ήχου, δύσκολα βρίσκεις κάποιο που να έχει φάει τόσο θάψιμο από τους κριτικούς όσο το glam metal. Κι όμως, για πολλούς, αυτό το μουσικό ιδίωμα ήταν το απόλυτο soundtrack της εφηβείας, της αλητείας, του καλοκαιριού, του ηδονισμού και της πρώτης επαφής με τον ηλεκτρισμό του hard rock και heavy metal.

Η φάση ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, στα σκοτεινά και γεμάτα καπνό clubs της Sunset Strip στο Hollywood, όπου μπάντες επηρεασμένες από τους AEROSMITH, τους KISS και τον Alice Cooper άρχισαν να παντρεύουν το θέαμα, το hard rock και την ανδρόγυνη αισθητική του glam (τύπου David Bowie, T.REX και NEW YORK DOLLS) με ολίγο punk attitude. Η πρώτη βόμβα έσκασε το 1978, όταν οι VAN HALEN κυκλοφόρησαν το κοσμοϊστορικό ντεμπούτο τους. Ο Eddie Van Halen άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού με τo ασύλληπτo κιθαριστικό παίξιμο του, ενώ ο David Lee Roth, που παρέπεμπε λίγο στον Jim Dandy των Black Oak Arkansas, λίγο στoν showman Liberace και λίγο σε Ταρζάν, έγινε ο απόλυτος frontman της εποχής. Από εκεί κι έπειτα, όλα πήραν φωτιά. Οι σαγηνευτικά αλητήριοι Mötley Crüe με τα “Too fast for love (1981) και “Shout at the Devil” (1983) έκαναν την αρχή, ενώ το φράγμα τελικά έσπασε όταν οι Quiet Riot, με το “Metal Health”, έγιναν το πρώτο συγκρότημα αυτού του κινήματος (και το πρώτο heavy metal άλμπουμ, γενικά) που έφτασε στο νο. 1 του αμερικανικού Billboard. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες ξεκίνησαν να αναζητούν και να υπογράφουν κυριολεκτικά ότι είχε φανταχτερά μαλλιά και κουνιόταν στη Sunset Strip. Αυτό ήταν το glam metal στο Los Angeles της αρχής της δεκαετίας του ‘80: υπερβολή, φαντασίωση και έντονη σεξουαλικότητα.

Μέσα σ’ αυτό το εξόχως διονυσιακό περιβάλλον κυκλοφορούσαν και κάποιοι Mickey Ratt – όνομα που άλλαζε συχνά, όπως και η σύνθεση. Ο τραγουδιστής Stephen Pearcy ήταν ο πυρήνας από τα πρώτα βήματα του συγκροτήματος, που κρατούν από το 1973, όταν έπαιζε σε μπάντες όπως οι Firedome και Crystal Pystol στο Hollywood. Σιγά-σιγά, άρχισαν να μαζεύονται τα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ: ο κιθαρίστας Robbin Crosby που έπαιζε σε διάφορες underground μπάντες και ο έτερος νεαρός κιθαρίστας Warren DeMartini, τότε μόλις 18, άρτι αφιχθείς από το γειτονικό San Diego. Ακολούθησε το rhythm section, ο μπασίστας Juan Croucier (που έπαιζε σε μία πρώιμη μορφή των Dokken) και ο ντράμερ Bobby Blotzer. Με αυτούς το σχήμα απέκτησε χαρακτήρα, σταθερότητα, έκοψε το “MICKEY” και έγινε απλά… Ratt.

Το συγκρότημα έδινε συναυλίες σε clubs και εκκλησίες (!), ψάχνοντας μία ευκαιρία να μπουν στη μεγάλη λίγκα. Ο Blotzer χαρακτηριστικά θυμάται εποχές πείνας, αϋπνίας και δημιουργικής τρέλας, όπου υπήρχε πείσμα, ένστικτο και ανταγωνισμός – ακόμη και με μπάντες όπως οι Metallica, που κάποτε άνοιξαν μία συναυλία των RATT σε μία εκκλησία (!) στην Pasadena και δεν έκρυψαν ποτέ την περιφρόνηση τους για το glam metal κίνημα. Οι Ratt πάντως δεν είχαν καμία διάθεση να γράψουν τεχνικά δύσκολα κομμάτια ή να ικανοποιήσουν τους κριτικούς. Ήθελαν να γράψουν χιτάκια με βρώμικο στυλ αλλά και μελωδία, που να μπορούν να σταθούν στο ραδιόφωνο και να ακούγονται στα νεανικά πάρτι. Και τελικά, τα κατάφεραν.

Παρόλο που οι Mötley Crüe, οι Quiet Riot και άλλες τοπικές μπάντες υπέγραφαν συμβόλαια με μεγάλες δισκογραφικές, οι Ratt ένιωθαν πως έμεναν πίσω. Έτσι, μετά από μία  ασυνήθιστη συμμετοχή στην συλλογή “Metal Massacre 1”, μαζί με συγκροτήματα όπως οι … METALLICA και οι CIRITH UNGOL, αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν ανεξάρτητα το πρώτο τους EP. Με την υποστήριξη της εταιρείας παραγωγής του μάνατζερ τους, κυκλοφόρησαν το “Ratt EP” (1983). Η παραγωγή του έγινε μέσα σε μόλις δύο ημέρες, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Το EP πούλησε πάνω από 100.000 αντίτυπα και καθιέρωσε τους Ratt στη live σκηνή του Hollywood, με συνεχή sold out στα clubs του L.A.

Η επιτυχία του EP προσέλκυσε το ενδιαφέρον της Atlantic Records, η οποία παρακολούθησε ένα show της μπάντας τον Ιούλιο του 1983. Ο πρόεδρός της, Doug Morris, υπέγραψε τη μπάντα επιτόπου. Με τον τότε φέρελπι παραγωγό Beau Hill, οι Ratt μπήκαν στο στούντιο και ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους “Out of the cellar”, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1984. Το άλμπουμ περιείχε κομμάτια το εμβληματικό “Round and round”, ένα από τα κλασικότερα glam metal τραγούδια όλων των εποχών. Το “Out of the cellar” έκανε τεράστια επιτυχία κι έγινε τριπλά πλατινένιο. Ο ήχος τους συνδύαζε το πνεύμα των Van Halen με μεταλλικό παίξιμο τύπου Judas Priest. Οι Ratt δεν ήταν πια στη σκιά άλλων, είχαν πετύχει την «απόδραση από το κελάρι».

Η περιοδεία που ακολούθησε ήταν ένα εξαντλητικό, αν και χρήσιμο, φροντιστήριο για το συγκρότημα. Έπαιξαν με πολλούς και διάφορους σε Αμερική, μεταξύ αυτών ο Billy Squier και ο Ozzy Osbourne, από τους οποίους έμαθαν αρκετά, ενώ και στην Ιαπωνία, μετά από λίγες εμφανίσεις, η δημοφιλία τους εκτοξεύτηκε. Το 1984 είχε κλείσει με τους καλύτερους οιωνούς για τους RATT, αφήνοντάς τους ψυχοσωματικά κουρασμένους αλλά ικανοποιημένους. Και τώρα ήταν έτοιμοι για το επόμενο βήμα. Να γίνουν οι βασιλιάδες του glam, η δυνατότερη μπάντα στην Sunset Strip, αυτοί που θα διαδέχονταν τους AEROSMITH και τους KISS και θα προκαλούσαν στα ίσια τους VAN HALEN και τους Mötley Crüe.

Για παραγωγός επιλέχθηκε ξανά ο Beau Hill, που και αυτός είχε προξενήσει το ενδιαφέρον πολλών, μιας και η επιτυχία του “Out of the cellar” τον έκανε περιζήτητο. Ο Hill τίμησε την σχέση του με το συγκρότημα και δέχτηκε να παραμείνει και για το νέο άλμπουμ, κάτι εύλογο και για τις δύο πλευρές, αφού αμφότεροι οι ενδιαφερόμενοι ήξεραν πως λειτουργούσαν μεταξύ τους στο στούντιο. Έτσι έπιασαν δουλειά με το που ολοκλήρωσαν την περιοδεία τους στην Ιαπωνία και πήγαν στην εξωτική Χαβάη, όπου δούλεψαν σε μερικές από τις ιδέες που είχαν για την επόμενη δουλειά τους. Τώρα όταν λέμε «δούλεψαν», μην φανταστείτε και τίποτα τρελό… το μόνο που κατάφεραν ουσιαστικά ήταν να βγάλουν το προσχέδιο ενός από τα τραγούδια που προορίζονταν για το επόμενο single της μπάντας, με τίτλο “Lay it down”. Η χαλάρωση στην Χαβάη, πάντως, κάποιους τους επηρέασε περισσότερο. Ο Stephen Pearcy ήταν άφαντος για το μεγαλύτερο μέρος της προπαραγωγής, απολαμβάνοντας λίγο παραπάνω τον ήλιο και την θάλασσα απ’ όσο έπρεπε, κάτι που οι υπόλοιποι θεώρησαν ότι επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα προς το χειρότερο. Ο ίδιος, βέβαια, δεν καταλάβαινε ποιο ήταν το πρόβλημα, αφού ήταν πάντα έτοιμος να μπει να ηχογραφήσει τα δικά του κομμάτια και τους το είχε κάνει ξεκάθαρο. Η απουσία του τραγουδιστή άρχισε να δημιουργεί μία αίσθηση έντασης και ανασφάλειας στo συγκρότημα.

Η επόμενη φάση τους βρήκε στα στούντιο Rumbo Recorders, περίπου μία ώρα μακριά από την ακολασία της Sunset Strip, σε μία ήσυχη σχετικά περιοχή στην κοιλάδα του San Fernando, όπου είχαν ηχογραφήσει οι SURVIVOR το “Eye of the tiger” (1982) και οι REO SPEEDWAGON το “Wheels are turnin’” (1984). Υπήρχε πίεση λόγω του σφιχτού προγράμματος που είχε στήσει ο Hill, o οποίος, παρ’ όλ’ αυτά, σποραδικά εξαφανιζόταν για να μιλήσει στο τηλέφωνο για άλλα project που είχε αναλάβει. Στόχος του συγκροτήματος ήταν να βγάλει αυστηρά μέχρι δέκα τραγούδια, αφού ότι παραπάνω κυκλοφορούσε θα ήταν αυτόματα περιουσία της Atlantic, σύμφωνα με το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει.

Ο Pearcy, εκτός του ότι έμπαινε το βράδυ να ηχογραφήσει τα φωνητικά του, είχε αναλάβει να προσφέρει τις κύριες προτάσεις τόσο για τον τίτλο του νέου δίσκου όσο και για το εξώφυλλο. Όπως έχει πει και ο ίδιος σε συνέντευξη του, «ήμουν πάντα αυτός που έβγαζε τους τίτλους των άλμπουμ και μισούσα να χρησιμοποιώ τον τίτλο ενός τραγουδιού γι’ αυτό…είχαμε τότε ένα τραγούδι που ονομαζόταν “Invasion of your privacy” που δεν ηχογραφήθηκε γι’ αυτό το άλμπουμ – στην πραγματικότητα αλλάξαμε τον τίτλο του τραγουδιού και το χρησιμοποιήσαμε αργότερα στην καριέρα μας …μου άρεσε ο τίτλος και σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να τον χρησιμοποιήσω για το άλμπουμ». Πιθανότατα το τραγούδι στο οποίο αναφέρεται ήταν το “Drive me crazy” από το τρίτο άλμπουμ τους, “Dancing undercover”.

Στο εξώφυλλο του “Invasion of your privacy” πρωταγωνιστούσε το μοντέλο του Playboy (και Playmate του 1983), Marianne Gravatte. «Ήμουν ουσιαστικά ο καλλιτεχνικός διευθυντής σε αυτό» είχε πει ο Pearcy. «Yπάρχει μια κάμερα στην επάνω δεξιά γωνία του δωματίου, και αυτό είναι που συνδέει τη φωτογραφία με τον τίτλο… δοκιμάσαμε αρκετές παραλλαγές και σε ορισμένες λήψεις, η Marianne ήταν γυμνόστηθη ενώ σε άλλες, είχαμε ένα ανατριχιαστικό παιδάκι στο δωμάτιο…όμως στο τέλος, η εταιρεία αποφάσισε να πάει με κάτι λίγο πιο ασφαλές». Ακόμα πιο εντυπωσιακό, αυτό το εξώφυλλο θα ήταν η έμπνευση για τα περισσότερα glam metal συγκροτήματα, που άρχισαν να χρησιμοποιούν πανέμορφα μοντέλα ως πρωταγωνίστριες στα δικά τους εξώφυλλα.

Αν και τόσο ο DeMartini όσο και ο Crosby είχαν αναμνήσεις αποξένωσης και απομόνωσης από το γράψιμο και τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ, το οποίο δεν το δούλεψαν τόσο «παρεΐστικα» όσο το “Out of the cellar”, το τελικό αποτέλεσμα, πιστό στον κανόνα των δέκα τραγουδιών, ήταν για μία ακόμη φορά εντυπωσιακό. Οι Croucier και Blotzer είχαν μία απίστευτη χημεία στο rhythm section, πάνω στο οποίο οι κιθάρες των Crosby και DeMartini μεγαλουργούσαν, τόσο στα ρυθμικά μέρη όσο και στα σόλο. Και πάνω σε όλα αυτά, ερχόταν και ο Pearcy με τις τόσο χαρακτηριστικές ερμηνείες του, που πρόσθεταν στον ηλεκτρισμό και την μαγκιά του άλμπουμ. Με λίγα λόγια: θρασύ, ασυμβίβαστο και εθιστικό glam metal με εξαιρετική παραγωγή και με εμπνεύσεις που πατούσαν τόσο πάνω στους VAN HALEN όσο και στους JUDAS PRIEST.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα single του άλμπουμ, τα “Lay it down”, “You’re in love” (προσωπικά, η πρώτη μου επαφή με τους RATT) και “What you give is what you get”. Το πρώτο αποτέλεσε και το πρώτο single του άλμπουμ, και ξεκίνησε από ένα riff του DeMartini, συνδυάζοντας τη λαγνεία του glam metal με δυναμικά riffs. Για το συγκεκριμένο γυρίστηκε και βιντεοκλίπ, που παρουσιάζει τον Pearcy ως παιδί να φαντάζεται το μέλλον του με την αγαπημένη του, την οποία υποδύεται πάλι η Marianne Gravatte, από το εξώφυλλο του άλμπουμ. Έφτασε στο Νο. 40 του Billboard Hot 100 (το τελευταίο Top 40 hit των RATT) και στο νο. 77 των αντίστοιχων charts στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιβεβαιώνοντας την ικανότητά τους να γράφουν ελκυστικά, καλοδουλεμένα κομμάτια, πέρα από τα στενά όρια του είδους.

To “You’re in love”, το εναρκτήριο τραγούδι του “Invasion of your privacy” και δεύτερο single, γράφτηκε από τους Croucier και Pearcy, ο οποίος το περιγράφει ως ένα «ερωτικό τραγούδι που δεν είναι ερωτικό τραγούδι», με στίχους πιο παιχνιδιάρικους και ανάλαφρα ειρωνικούς. Το βιντεοκλίπ του “You’re in love” περιλαμβάνει σκηνές από κλασικές ταινίες και καρτούν, καθώς και live πλάνα από τις συναυλίες τους, τον Αύγουστο του 1985. Μουσικά, το τραγούδι ξεχωρίζει για το δυνατό riff και το εκρηκτικό solo του Warren DeMartini, που δίνει απεριόριστο πόνο με την custom-made Charvel του, ακολουθώντας την κλασική συνταγή των RATT: ένταση, σεξουαλικότητα και ακατέργαστη ενέργεια. Έφτασε στο Νο. 89 του Billboard Hot 100 και στο Νο. 34 του Top Rock Tracks, ενώ στην Βρετανία έφτασε μέχρι το νο. 82.

Το πιο επιθετικό “What you give is what you get”, που γράφτηκε από τον Croucier, διαθέτει ένα κοφτερό εναρκτήριο riff και ένα ακόμη φοβερό σόλο από τον DeMartini, με τον Pearcy να μιλάει την φιλοσοφία του πεζοδρομίου. Σαν single δεν τα πήγε και πολύ καλά, χωρίς αυτό φυσικά να μειώνει την αξία του. Τα υπόλοιπα τραγούδια, σε ένα άλμπουμ που θα χαρακτήριζα δεκάρι για το είδος του, όλα τα μέλη του συγκροτήματος, πλην Blotzer (που απέκτησε το πρώτο του credit στο επόμενο άλμπουμ), έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά. Ο Pearcy έγραψε το “Never use love” σαν γέφυρα μεταξύ των δύο πρώτων single, που μιλά για την δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην συναισθηματική σύνδεση και το σαρκικό πάθος, ενώ το “Give it all” έρχεται με πιο ανεβασμένη ενέργεια και ραδιοφωνική αισθητική, για μια ζωή χωρίς αναστολές. Η μπαλάντα “Closer to my heart” είναι η πιο ήρεμη και «ανθρώπινη» στιγμή του “Invasion of your privacy”, από τις ελάχιστες φορές που οι RATT δοκίμασαν την τύχη τους με αυτό το είδος κομματιού.

Το “Between the eyes” είναι ακόμη ένα τραγούδι που ξεχωρίζει. Κομμάτι-οδοστρωτήρας, με ένταση και ακρίβεια από το δίδυμο Crosby/DeMartini, ασχολείται με τις σκοτεινότερες πλευρές των επιθυμιών μας. Πιο ανάλαφρο, το “You should know by now” αστειεύεται με τις προσωπικές απογοητεύσεις στο ερωτικό παιχνίδι, ενώ το κολλητικό “Dangerous but worth the risk” ανεβάζει πάλι την ενέργεια πριν κλείσει το άλμπουμ με ένα φλογισμένο σόλο, σφιχτό rhythm section και στιχάκια που δοξάζουν την ζωή στα άκρα. Είναι τρομερό πως η αισθητική των RATT στο γράψιμο και τον ήχο τους αντικατοπτρίζει την ουσία του glam metal, ακριβώς στο μέσο των 80s και στην Πόλη των Αγγέλων. Κυριολεκτικά, παίζουν το καλοκαιρινό soundtrack του εφηβικού αμερικάνικου ονείρου της εποχής.

Προσωπικά, πιστεύω ότι το “Invasion of your privacy” ήταν το τέλειο «δύσκολο δεύτερο άλμπουμ» για τους RATT. Όταν κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1985 μπήκε κατευθείαν στο αμερικάνικο top-10 (νο. 7), ακριβώς στην ίδια θέση με το “Out of the cellar”, ενώ υπήρξε και το πρώτο άλμπουμ τους που μπήκε στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου, συγκεκριμένα στο νο. 50. Μάλιστα, ήταν και το πιο επιτυχημένο τους άλμπουμ σε Γερμανία (νο. 3) και Αυστραλία (νο. 6), ενώ έγινε πλατινένιο σε Καναδά και χρυσό σε Ιαπωνία. Παράλληλα κυκλοφόρησε και η βιντεοκασέτα “RATT: The Video”, που περιείχε όλα τους τα βιντεοκλίπ μέχρι τότε, και αποτέλεσε την πρώτη τέτοια κυκλοφορία που έγινε χρυσή στις ΗΠΑ.

Δυστυχώς έπεσε κοντά ένα μύριο χαμηλότερα από το προηγούμενο άλμπουμ τους (πουλώντας 2 αντί 3 εκ.) και λέω δυστυχώς διότι το θεωρώ πιο ολοκληρωμένη κυκλοφορία από το “Out of the cellar”. Δεν ξέρω αν ήταν ο φόρτος εργασίας από την προηγούμενη περίοδο, η σταδιακή απομάκρυνση των μελών της μπάντας μεταξύ τους που άρχισε να δημιουργεί προβλήματα ή η περισσότερο γυαλισμένη παραγωγή σε σχέση με την πιο street αισθητική του EP και του ντεμπούτου τους, που δεν έκατσε με τον κόσμο. Όπως και να έχει, καλλιτεχνικά θεωρώ ότι είναι το καλύτερο τους άλμπουμ και άνετα το ανακηρύσσω ως το καλύτερο glam metal άλμπουμ του 1985.

Πλέον οι RATT ήταν ένα από τα καυτά ονόματα στο αμερικάνικο συναυλιακό κύκλωμα και στο δεύτερο εξάμηνο του ’85 ξεκίνησαν περιοδεία στις ΗΠΑ με support τους BON JOVI, οι οποίοι είχαν κυκλοφορήσει τότε το αδικημένο κατ’ εμέ, “7800 Fahrenheit”. Στις 85 συναυλίες που έδωσαν παρέα (από τις συνολικά 112 της περιοδείας σε Αμερική και Ιαπωνία), υπήρχε σαφής ανταγωνισμός μεταξύ των δύο, που οφειλόταν κυρίως στην προσωπική κόντρα μεταξύ Stephen Pearcy και Jon Bon Jovi. Όχι πως ήταν κάτι ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής, όμως οι RATT ως headliners, θεωρούσαν πως το support σχήμα έπρεπε να έχει κάποιους περιορισμούς, όπως να μην χρησιμοποιούν τον εξοπλισμό και ό,τι υπήρχε πάνω στην σκηνή, μιας και το πρώτο όνομα πλήρωνε για όλα αυτά και αυτή θεωρούνταν η «κανονική» πρακτική εκείνο τον καιρό. Φαίνεται πως ο Jon δεν υπάκουε και πολύ σε αυτό τον κανόνα και είχε μεγάλο θέμα όταν η άλλη πλευρά τους έκανε φάρσες για αντίποινα. Ο ορισμός του bullying, αν με ρωτάτε. Η κορύφωση των κοινών τους εμφανίσεων ήταν στο περίφημο Monsters Of Rock τον Αύγουστο του 1985, στο Donington της Αγγλίας, όπου για πρώτη φορά οι ρόλοι αντιστράφηκαν: οι RATT εμφανίστηκαν πέμπτοι ανάμεσα σε έξι συγκροτήματα που αποτέλεσαν το line-up εκείνης της ημέρας, μετά τους MAGNUM αλλά κάτω από τους τέταρτους METALLICA, ενώ οι BON JOVI βγήκαν τρίτοι, πριν από τους MARILLION και τους headliners της βραδιάς, ZZ TOP.

Οι RATT είχαν την μοναδική ευκαιρία να «διαφημιστούν» από την διαβόητη PMRC (Parents Music Resource Center), αλλά πέρα από το ειρωνικό της υπόθεσης, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ άρχισαν να γίνονται μέρος της καθημερινότητας τους, μέσα στα πάρτι και στην τρέλα του rock n’ roll lifestyle, βυθιζόμενοι αργά και βασανιστικά σε έναν αέναο κύκλο καταχρήσεων προκειμένου να διαχειριστούν την κόπωση της περιοδείας. O Pearcy έπινε και ο Crosby με τον Blotzer έδιναν πόνο με κοκαΐνη, ηρωίνη και τσιγαριλίκια, κάτι που για όλους τελικά δεν πήγε και πολύ καλά, όπως αποδείχτηκε στο μέλλον.

Σημασία πάντως έχει πως το “Invasion of your privacy” αποτελεί σημείο αναφοράς για το glam metal των ‘80s, εδραιώνοντας τους RATT στην Sunset Strip. Το συγκρότημα φίλτραρε πολύ επιτυχημένα την μουσική νοοτροπία των AEROSMITH, των VAN HALEN, των SCORPIONS και των JUDAS PRIEST εδώ. Μαζί με τους Mötley Crüe, τους Bon Jovi και τους Dokken, κυριάρχησαν στο MTV και στα charts, και σαν μπάντα πρόσφεραν ποιοτικό glam metal με αστείρευτη ενέργεια, πιασάρικο ύφος και φοβερή μουσικότητα, κάτι που καθιστά το “Invasion of your privacy” ως το ιδανικό καλοκαιρινό soundtrack και εξίσου διασκεδαστικό, τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του.

Κώστας Τσιρανίδης

A day to remember… 13/6 [FEAR FACTORY]

0
Factory

Factory

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Demanufacture” – FEAR FACTORY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Colin Richardson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Burton C. Bell
Κιθάρα – Dino Cazares
Μπάσο – Christian Olde Wolbers
Τύμπανα – Raymond Herrera

Είναι κάποια άλμπουμ που ορίζουν τον ήχο και τον χαρακτήρα ενός συγκροτήματος. Για τους FEAR FACTORY, αυτό το άλμπουμ ήρθε μόλις στη δεύτερη ολοκληρωμένη τους δουλειά, με το “Demanufacture”, δύο χρόνια μετά το ντεμπούτο τους “Soul of a new machine”, όπου οι death metal καταβολές, οι industrial παλμοί και τα grind ξεσπάσματα ήταν διάχυτα.

Μετά από μία ευρωπαϊκή περιοδεία με τους BRUTAL TRUTH κι αργότερα με τους SICK OF IT ALL και BIOHAZARD στις Η.Π.Α. και αργότερα με τους SEPULTURA, οι FEAR FACTORY μπαίνουν στο studio για το επόμενο κεφάλαιο με νέο μπασίστα τον Ολλανδό Christian Olde Wolbers, πρόταση του Evan Seinfeld των BIOHAZARD.

Τα γεγονότα που συνέβησαν στο Λος Άντζελες στο πρώτο μισό των 90s – όπως η έξαρση της βίας, η εξέγερση στους δρόμους για την αστυνομική βία κατά του Rodney King, η δίκη του O.J. Simpson και τα ακραία φυσικά φαινόμενα – έδιναν την εικόνα μιας μητρόπολης που κατέρρεε. Από τα συντρίμμια της, θα έπρεπε να φτιαχτεί κάτι καινούριο, και αυτό ακριβώς εξέφραζε ο τίτλος του επερχόμενου άλμπουμ των FEAR FACTORY.

Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που υπήρχε στα Chicago Trax – στούντιο στο οποίο στο παρελθόν είχαν ηχογραφήσει οι MINISTRY και οι SKINNY PUPPY – η συνεργασία με τον παραγωγό Colin Richardson (NAPALM DEATH, CARCASS, BOLT THROWER) δεν ευδοκίμησε. Η «ψύχρα» στη μεταξύ τους σχέση έγινε αισθητή και στην ηχογράφηση, με αποτέλεσμα το συγκρότημα να «μετακομίσει» στη Νέα Υόρκη και στα Bearsville Studios, όπου οι BON JOVI και οι FAITH NO MORE ηχογραφούσαν τα “These days” και “King for a day… Fool for a lifetime” αντίστοιχα, στα διπλανά δωμάτια.

Εκεί, ζήτησαν τη βοήθεια του Rhys Fulber των FRONTLINE ASSEMBLY, ο οποίος – εκτός από τα πλήκτρα – ανέλαβε και τη μίξη, μαζί με τον Greg Reely. Το “Demanufacture” άρχισε να παίρνει τη μορφή που είχαν οραματιστεί εξαρχής οι FEAR FACTORY. Το μετα-αποκαλυπτικό στοιχείο του δίσκου ενισχύθηκε όταν, κατά τη διάρκεια της μίξης και του sound editing στα Enterprise Studios, το συγκρότημα είχε μονίμως ανοιχτή μια τεράστια οθόνη μπροστά στην κονσόλα, προβάλλοντας ταινίες όπως ταινίες όπως τα “Blade Runner”, “Terminator”, “Apocalypse Now” και “RoboCop”, ή έπαιζαν “Street Fighter” και “Mortal Kombat”.

Το “Demanufacture” αποτέλεσε ένα ρηξικέλευθο άλμπουμ, προκαλώντας αίσθηση από τη μέρα της κυκλοφορίας του, τον Ιούνιο του 1995. Ο επιβλητικός, κοφτός ήχος της επτάχορδης κιθάρας του Dino Cazares γίνεται ένα με το μηχανικό drumming του Raymond Herrera, ο οποίος τον ακολουθεί πιστά δημιουργώντας κάτι εξαιρετικά πρωτοποριακό για την εποχή. Οι death metal ρίζες του συγκροτήματος αποκτούν πλέον μία πιο industrial χροιά, με έντονη χρήση samples και keyboards, ενώ την ίδια στιγμή το συγκρότημα εκτονώνεται χωρίς να αποκόπτεται εντελώς από το death metal παρελθόν του.

Αυτή η εξωστρέφεια είχε ξεκινήσει ήδη από το remix EP “Fear Is the mindkiller” και την επαφή τους με την techno σκηνή κατά την παραμονή τους στην Ευρώπη. Ωστόσο, αυτός που πραγματικά ξεχώρισε μέσα από αυτή την εξέλιξη ήταν ο Burton C. Bell, χάρη στις εναλλαγές μεταξύ των brutal και καθαρών φωνητικών του. Το “Replica”, που γυρίστηκε και σε video, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του διττού ερμηνευτικού του στυλ, όπως και η διασκευή στο “Dog day sunrise” των HEAD OF DAVID, βραχύβιο συγκρότημα του Justin Broadrick των GODFLESH και άμεση επιρροή του Burton C. Bell.

Η δημοτικότητά τους εκτοξεύτηκε κατακόρυφα. Βρέθηκαν να περιοδεύουν στις Η.Π.Α. με τους MEGADETH, KORN και FLOTSAM AND JETSAM, καθώς και με τον Ozzy Osbourne, τους IRON MAIDEN και τους BLACK SABBATH, ενώ στην Ευρώπη περιόδευσαν ως headliners, με support τους MANHOLE και DRAIN. Εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου, όπως τα Monsters of Rock, Dynamo Open Air, Big Day Out, Roskilde και φυσικά το Ozzfest. Την ίδια χρονιά, τον Burton C. Bell επέλεξε ο τεράστιος Geezer Butler για το project του, G/Z/R, και το άλμπουμ “Plastic Planet”.

Το “Demanufacture” είναι από εκείνα τα άλμπουμ που μόνο από τα σπάργανα των 90s θα μπορούσαν να έχουν προκύψει. Παραμένει άφθαρτο, πρωτοποριακό και επιδραστικό μέχρι και σήμερα. Ένα άλμπουμ που όχι μόνο χάραξε τη μελλοντική πορεία των FEAR FACTORY, αλλά επηρέασε σε βάθος την industrial/groove/death metal σκηνή της δεκαετίας.

Did you know that:

  • Κατά την περίοδο των ηχογραφήσεων του “Demanufacture” στα Bearsville Studios, οι FEAR FACTORY βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο μεγάλα συγκροτήματα. Από τη μία οι FAITH NO MORE και από την άλλη οι BON JOVI. Όπως αποκάλυψαν μέλη των τελευταίων, η ένταση με την οποία ηχογραφούσαν οι FEAR FACTORY ήταν τόσο μεγάλη, που ο ήχος τους «πέρναγε» στα μικρόφωνα των τυμπάνων, προκαλώντας προβλήματα στην ηχογράφηση του άλμπουμ των BON JOVI, οδηγώντας τους να μετακινηθούν σε άλλο χώρο για την ηχογράφηση τους. Ο Dino Cazares θυμάται γελώντας: «Εμείς ήμασταν παιδιά της πόλης, και ξαφνικά βρεθήκαμε στο πουθενά, στα βουνά. Ευτυχώς, ταιριάξαμε περισσότερο με τους FAITH NO MORE…».
  • Οι FEAR FACTORY αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα με τον παραγωγό Colin Richardson, ο οποίος δεν ενέκρινε τον ήχο της κιθάρας του Dino Cazares. Η διαφωνία κράτησε δύο εβδομάδες, χωρίς να ηχογραφηθεί ούτε ένα κομμάτι. Ο Cazares, εκνευρισμένος, αρνήθηκε να αλλάξει τον εξοπλισμό του, επιμένοντας στον δικό του ήχο. Μια μέρα, καθώς περπατούσε προς ένα μανάβικο κοντά στο στούντιο, συνάντησε τον Dr. Know από τους hardcore θρύλους, BAD BRAINS, που του έδωσε τη λύση. Σύνδεσαν την κιθάρα του Cazares σε έναν ενισχυτή του Dr. Know και τότε ο ήχος που έψαχναν εμφανίστηκε ξαφνικά, ανακουφίζοντας όλους στο στούντιο.
  • Το “Demanufacture” κυκλοφόρησε σε μια εποχή όπου ο πειραματισμός ήταν ζητούμενο στη σκληρή μουσική. Είχε προηγηθεί το “Fear Is the mindkiller”, ένα remix EP που άνοιξε νέους ηχητικούς δρόμους για το συγκρότημα. Το 1997, οι FEAR FACTORY επανήλθαν με το “Remanufacture”, ένα ακόμη remix άλμπουμ που ανέδειξε την ηλεκτρονική πλευρά τους και επιβεβαίωσε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους στο μεταίχμιο του metal και της techno-industrial αισθητικής.
  • Το τραγούδι “Zero signal” των FEAR FACTORY περιλαμβάνεται στο soundtrack της ταινίας “Mortal Kombat” του 1995. Η instrumental εκδοχή του ακούγεται κατά τη διάρκεια της σκηνής μάχης μεταξύ των χαρακτήρων Scorpion και Johnny Cage, όταν ο Johnny Cage μεταφέρεται στον κόσμο του Scorpion.

Κώστας Αλατάς

A day to remember… 13/6 [URIAH HEEP]

0
Heep

Heep

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Return to fantasy” – URIAH HEEP
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΙΑ: Bronze Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Gerry Bron
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά: David Byron
Kιθάρες: Mick Box
Κιθάρες/ πλήκτρα/ φωνητικά: Κen Hensley
Mπάσο/ Mellotron: John Wetton
Τύμπανα: Lee Kerslake
Guests:
B.J Cole: Pedal steel κιθάρα στο “Why Did You Go”
Mel Collins: Σαξόφωνο στο “Prima donna”

Η έναρξη του έτους 1975 βρίσκει την μπάντα σε μια κατάσταση σχετικής ηρεμίας και χωρίς συναυλίες μετά τα όσα είχαν προηγηθεί στα τέλη του 1974. Τι είχε γίνει όμως θα αναρωτηθείτε; Από την μία ο David Byron και το πρόβλημα του με το ποτό με την κατάσταση να είχε αρχίσει να ξεφεύγει αλλά το πιο σοβαρό πρόβλημα εκείνο το διάστημα ήταν η εξάρτηση του μπασίστα Gary Thain από την ηρωίνη, αφού σύμφωνα με τον Κen Hensley ουσιαστικά τον κουβαλούσαν στα αεροπλάνα για να μπορέσει να περιοδεύσει. Το αποκορύφωμα ήταν σε μια συναυλία στο Dallas που ο μπασίστας υπέστη σοβαρή ηλεκτροπληξία, αναγκάστηκε να νοσηλευθεί και η Αμερικάνικη περιοδεία ακυρώθηκε. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο ο Thain κατηγόρησε το management για το βαρύ πρόγραμμα συναυλιών και η περιοδεία ολοκληρώθηκε στα τέλη του 1974.

Τον Φεβρουάριο του 1975 λοιπόν ανακοινώθηκε από το management ότι ο Gary Thain αποχωρεί από την μπάντα κατόπιν αμοιβαίας συναίνεσης, αλλά στην ουσία είχε απλά απολυθεί από το σχήμα λόγω του εθισμού του και της κατάσταση του. Αμέσως μετά, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, θα ανακοινωθεί ότι την θέση του Gary Thain θα πάρει John Wetton (FAMILY , KING CRIMSON, ROXY MUSIC), έναs μουσικός που ήταν γνώριμος στο σχήμα και κατά κάποιον τρόπο είχε προσεγγιστεί από τα μέλη της μπάντας για την θέση πριν ακόμα απολυθεί ο Thain.

Mε πλήρης σύνθεση το σχήμα είναι έτοιμο να μπει στο studio για να ξεκινήσει ηχογραφήσεις, πριν όμως γίνει αυτό, τον Μάρτιο θα κυκλοφορήσει ο πρώτος προσωπικός δίσκος του David Byron “Take no prisoners” όπου συμμετέχουν οι Mick Box και Lee Kerslake στους βασικούς τους ρόλους αλλά “τσοντάρουν” επίσης τόσο ο Ken Hensley όσο και ο John Wetton σε αυτό σε κάποια κομμάτια.

Τελικά την άνοιξη θα μπουν στο studio για να γράψουν τον νέο τους δίσκο, συγκεκριμένα διαλέγοντας τόσο τα γνώριμα τους Lansdowne studios όσο και τα Morgan studios στο Λονδίνο. Ο δίσκος θα κυκλοφορήσει στις 13 Ιουνίου και στην Βρετανία θα πάει κατευθείαν στο # 7, βοηθήθηκε φυσικά σε μεγάλο βαθμό από το ανάλογο promotion του δίσκου στην τηλεόραση.

Οι κριτικές στο σύνολο τους υπήρξαν θετικές, ο δίσκος ήταν για τους οπαδούς τους o Return to heep δίσκος κι επιπλέον ήταν και η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία που είχαν στην Βρετανία μέχρι στιγμής. Τεράστια επιτυχία είχαν σε χώρες όπως η Νορβηγία και Αυστρία όπου ο δίσκος μπήκε στο top 3 και επίσης στην Ολλανδία και Φιλανδία ο δίσκος έφτασε στο top 10. Στην Αμερική όμως τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά, μιας και ο δίσκος έφτασε στο # 85 των charts, η πιο χαμηλή θέση στα ανάλογα charts από την εποχή του “Look at yourself”. Παρόλα αυτά αυτό δεν θα εμποδίσει το σχήμα να βγει και πάλι στον δρόμο, αυτή την φορά για να ακολουθήσει εξάμηνη περιοδεία τόσο σε Ευρώπη και Αμερική.

Eπίσης να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο ότι περίπου την ίδια περίοδο κυκλοφορίας με το “Return to fantasy” θα κυκλοφορήσει και ο δεύτερος δίσκος προσωπικός δίσκος του Ken Hensley “Eager to please” με την συμμετοχή του παλιού Heep μπασίστα, Mark Clarke, σε αυτό.

Ας δούμε όμως το μουσικό περιεχόμενο του “Return to fantasy” που κυρίως μας ενδιαφέρει, ο δίσκος θα ξεκινήσει με το ομότιτλο κομμάτι, σύνθεση των Hensley/ Byron μας θυμίζει κάτι από την ατμόσφαιρα των Demons/ Μagicians. Ένα αριστουργηματικό κομμάτι, ικανό να σε ταξιδέψει στην μαγεία τους, αθάνατο άσμα που ακούγεται φρέσκο ακόμα και μετά από εκατοντάδες ακροάσεις. Η ερμηνεία του Byron είναι αυτή που ξεχωρίζει και δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα στην σύνθεση, με την δυναμική και την καθαρότητα που διακρίνει την φωνή του. Ο Hensley όπως πάντα έχει γράψει μια εξαιρετική μουσική, το ταξιδιάρικο/space feeling ενισχύεται με τα πλήκτρα, τα tricks και τα εφέ που κάνει με αυτά ώστε να μας μεταδώσει την ανάλογη αίσθηση. Σε μια λίστα με τα 10 πιο αγαπημένα μου κομμάτια ever, το “Return to fantasy” το τοποθετώ εύκολα στην πρώτη πεντάδα. Τόσο απλά. Μαγευτικό κομμάτι, από τα καλύτερα της πρώτης εποχής της μπάντας. Παρόλα αυτά, επιλέχθηκε σαν δεύτερο single από τον δίσκο!

Το “Shady lady”, σύνθεση των Byron/Hensley/ Box/ Kerslake είναι ένα κομμάτι διαφορετικό από τον προκάτοχό του, πιο boogie hard rock με στίχους που γράφθηκαν από τoν Byron για μια τύπισσα που ο ήρωας γνωρίζει σε ένα κακόφημο bar, φθάνοντας ωστόσο στο δωμάτιο και ανακαλύπτει τελικά ότι πρόκειται για πόρνη. Εξαιρετική ερμηνεία από τον Byron, φοβερή μπασογραμμή από τον Wetton και γενικότερα ένα ωραίο κομμάτι.

Το “Devils daughter” που ακολουθεί, πάλι σύνθεση της παραπάνω τετράδας (όλοι δηλαδή εκτός του νεοφερμένου Wetton, δες στα “did you know” για περισσότερες λεπτομέρειες) είναι ένα κομμάτι στα μέτρα της μπάντας, όπου ουσιαστικά γίνεται μια μάχη μεταξύ κιθάρας/ πλήκτρων και γενικότερα υπάρχει τόσο το heaviness του ήχου τους και οι περιπετειώδεις εκφάνσεις των πλήκτρων και της κιθάρας συν τα ανάλογα cowbells για χρώμα, γεγονός που σαν συνολικό αποτέλεσμα προσωπικά με καλύπτει απόλυτα.

Η πρώτη πλευρά θα κλείσει με ένα από τα τρία καλύτερα κομμάτια του δίσκου και μιλάμε για το “Beautiful dream” (σύνθεση πάλι της τετράδας) μια ονειρική σύνθεση που μας πάει λίγο πίσω στις επικές ημέρες του σχήματος με μια ερμηνεία ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ από τον Byron συνεπικουρούμενη από τα “απόκοσμα” πλήκτρα του Hensley, της λυρικές κιθάρες του Box και το στακάτο rhythm section. Μαγευτικό τελείωμα της πρώτης πλευράς, πραγματικά!

Η δεύτερη πλευρά θα ανοίξει με ένα χαρούμενο κομμάτι, το “Prima donna” μια rock ‘n’ roll σύνθεση της γνώριμης τετράδας που μάλιστα επιλέχθηκε να κυκλοφορήσει και σαν το πρώτο single του δίσκου(!!!!!!), χωρίς να καταφέρει και πολλά πέρα από κάποια επιτυχία σε κάποιες Σκανδιναβικές χώρες. Στο κομμάτι συμμετέχει και ο γνώριμος της μπάντας Mel Collins στο σαξόφωνο.

Ο Ηensley σαν βασικός συνθέτης της μπάντας προσφέρει στον δίσκο δύο μόνο ολοδικές του συνθέσεις, με την bluesy ερωτική μπαλάντα “Your turn to remember” να αποτελεί την πρώτη από αυτές. Ωραίο κομμάτι, με πολύ καλή και πάλι ερμηνεία του Byron σε αυτό και με ωραίο και σφιχτό rhythm section. To “Showdown” μας επαναφέρεις στις hard rock στιγμές τους με δυνατές κιθάρες και μια ατμόσφαιρα εποχής “Look at yourself”. Χωρίς να είναι κάτι το εξαιρετικό δεν παύει να είναι ένα ωραίο κομμάτι.

Άλλη μια μπαλάντα ακολουθεί, αυτή την φορά με πιο country και gospel διαθέσεις μιας και στο “Why did you go” συμμετέχει ο παλιός γνώριμος Β. J Cole στην pedal steel κιθάρα και η μπάντα με τις φωνητικές αρμονίες της μας δίνει αυτή την gospel χροιά που αναφέρω.

To άλμπουμ θα ρίξει αυλαία με μια ΤΕΡΑΣΤΙΑ Ηensley σύνθεση. Το σχεδόν αυτό άγνωστο κομμάτι στον πολύ κόσμο μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει και τον λόγο να αποκτήσει κάποιος αυτόν τον δίσκο. Μπορεί να αποτελεί obscure κομμάτι ανάμεσα στην πληθώρα της δισκογραφίας τους, κατ’ εμέ προσωπικά είναι από τα πιο αγαπημένα μου όχι μόνο τον συγκριμένο δίσκο αλλά στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Το τραγούδι στηρίζεται και πάλι στο δίπολο Byron/ Ηensley. Ο πρώτος νομίζω πως ανεβάζει συνολικά την αξία της σύνθεσης με την καθαρότητα, την ένταση και τις αλλαγές στην ερμηνεία του. Δύσκολο να φανταστείς άλλον σε αυτήν την ΤΕΡΑΣΤΙΑ ερμηνεία. Ο δε Hensley εδώ προσφέρει μια σύνθεση που ΜΟΝΟ ΑΥΤΟΣ θα μπορούσε να γράψει και αφήνει σχεδόν απλόχερα στον Byron το έργο να την απογειώσει. Yπάρχουν ενστάσεις από οπαδούς που θα επιθυμούσαν το κομμάτι να είναι κατά κάποια λεπτά μεγαλύτερο ώστε να πλησιάσει κομμάτια όπως το “Circle of hands” ή το “July Morning”. Παρόλα αυτά παραμένει ένα από τα top 3 highlights του “Return to fantasy”.

Ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του δίσκου η μπάντα θα βγει για μια Σκανδιναβική περιοδεία( Μάιος) για να ακολουθήσει μια μεγάλη Ευρωπαϊκή περιοδεία 17 συναυλιών σε 23 ημέρες με support στις περισσότερες από αυτές τους ΗΕΑVY METAL KIDS και τους MANFRED MAN’S EARTH BAND. Aπό τον ακυκλοφόρητο μέχρι στιγμής νέο δίσκο συμπεριέλαβαν τα “Devil’s daughter”, Shady lady”, “Prima donna” και “Return to fantasy”. Θα ακολουθήσει Αμερικάνικη περιοδεία που είχε προγραμματισθεί για σαράντα συναυλίες σε τρείς μήνες, με μπάντες όπως οι ΑΕROSMITH, FACES, BLUE OYSTER CULT, ATLANTA RHYTHM SECTION και JOURNEY. Στις περισσότερες συναυλίες με τα παραπάνω ονόματα οι URIAH HEEP ήταν οι headliners. Σε μια από αυτές ο Μick Box έπεσε από την σκηνή και έσπασε το κερκιδικό οστό στο δεξί του χέρι και αναγκάστηκε να παίζει κάνοντας τρεις ενέσεις κάθε βράδυ. Αλλά το κερασάκι στην τούρτα ήταν ο David Byron που λόγω ποτού ήταν κάθε βράδυ μεθυσμένος και η συμπεριφορά του στην σκηνή δεν ήταν πάντα και η πιο κατάλληλη. Το αντίθετο θα λέγαμε. Aποκορύφωμα η συναυλία στην Philadelphia όπου σε ένα κοινό με 25.000 κόσμο άρχισε να τους βρίζει, με τα υπόλοιπα μέλη να μην ξέρουν που να κρυφτούν. Ήταν τέτοιος ο αντίκτυπος αυτού του γεγονότος με τον Mick Box να αναφέρει ότι την επόμενη χρονιά στην Philadelphia με το ζόρι κατάφερναν να γεμίσουν χώρους 3.000 ατόμων.

Το “Return to fantasy” όμως, παρόλη την θετική του αύρα και τον αέρα ανανέωσης που έφερνε στην μπάντα, έμελλε να αποδειχτεί το τελευταίο σπουδαίο άλμπουμ της Byron εποχής. Μιας εποχής που θα έφτανε σύντομα στο τέλος της μιας και οι καταχρήσεις και το rockstar lifestyle του σπουδαίου ερμηνευτή David Byron θα είχαν πια το πάνω χέρι και θα οδηγούσαν πρώτα στην απομάκρυνση του από το σχήμα και αργότερα στο προδιαγεγραμμένο -δυστυχώς– τέλος του.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα προβλήματα σε μια δύσκολη χρονιά για την μπάντα, στις 8 Δεκεμβρίου ο μεγάλος μπασίστας Gary Thain που είχε απολυθεί από την μπάντα τον Φεβρουάριο, θα βρεθεί νεκρός στο διαμέρισμα του από υπερβολική δόση ηρωίνης. Ήταν μόλις 27 ετών!

Did you know that?

– O τίτλος του δίσκου φανερώνει μια σχετική αισιοδοξία αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του όλα όσα συνέβησαν μέχρι να φτάσουμε στην κυκλοφορία του.

– Ο John Wetton παρόλο που δεν αναφέρεται στα credits των κομματιών, o ίδιος αναφέρει ότι συμμετείχε στην συνθετική διαδικασία των “Shady lady” και “Devil’s daughter” και μάλιστα το management του υποσχέθηκε να τον πληρώσει ανεπίσημα αντί για credits. O ίδιος μετέπειτα δήλωσε ότι μετάνιωσε που το δέχθηκε.

– Στο studio προέκυψαν και δύο κομμάτια που δεν μπήκαν στον δίσκο αλλά σαν b-sides σε singles. To πρώτο είναι το “Shout it out” που δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο σαν κομμάτι και το βρίσκουμε σαν b-side στο πρώτο single “Prima donna”. To “Time will come”, το δεύτερο από αυτά τα κομμάτια των sessions θα το βρούμε σαν b-side στο single του “Return to fantasy”. Heavy κομμάτι, και πάλι όχι κάτι ιδιαίτερο και αυτό.

– Το “Return to fantasy” ήταν το τελευταίο άλμπουμ του σχήματος που μπήκε στο top 100 των billboard charts στην Αμερική, έστω και χαμηλά στην 85η θέση. Ποτέ κανένα άλλο μελλοντικό άλμπουμ τους δεν θα καταφέρει να μπει στο top 100 στην Αμερική!

– Ο John Wetton αναφέρει σχετικά με την πρόσληψή του στην μπάντα. “Τελείωσα την περιοδεία που είχα με τους ROXY MUSIC και αμέσως μου προτάθηκε να μπω στο γκρουπ. Για μένα ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο μιας και γνώριζα τα παιδιά εκεί από καιρό”.

– O Mel Collins που συμμετέχει με το σαξόφωνό του στο κομμάτι “Prima donna” έχει συνεργαστεί με τεράστια ονόματα μερικά από τα οποία είναι οι ΚΙΝG CRIMSON, CAMEL, ROLLING STONES κτλ.

– O B.J Cole που συμμετέχει στο “Why did you go” είχε συνεργαστεί ξανά με την μπάντα στο κομμάτι “Tales” από το “The magician’s birthday”.

Ο μπασίστας Gary Μervin Thain έμεινε στην μπάντα από τον Φεβρουάριο του 1972 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1975, ουσιαστικά για τρία ολόκληρα χρόνια. Κατάφερε και κυκλοφόρησε μαζί τους τέσσερα στούντιο άλμπουμ και απολύθηκε λόγω των προβλημάτων που είχε με τα ναρκωτικά όπως ανέφερα παραπάνω. Παρόλο το σύντομο χρονικό του διάστημα στις τάξεις του σχήματος, παραμένει μέχρι και σήμερα ο κορυφαίος μπασίστας που πέρασε ποτέ από το σχήμα και πέρασαν αρκετοί είναι η αλήθεια. Το απαράμιλλο παίξιμο του και οι μελωδικές του μπασογραμμές είναι χαρακτηριστικές και αναγνωρίσιμες με την πρώτη κιόλας ακρόαση. Δεν είναι τυχαίο που μνημονεύεται ακόμα από τους οπαδούς της μπάντας.

-50 χρόνια “Return to fantasy” σήμερα, το ακούμε δυνατά και τραγουδάμε …. “Moonlight night, after moonlight night. Side by side, they will see us ride. But if they cared to look, then they would see. It’s our return to fantasy. Fantasy, fantasyyyyy!

Γιάννης Παπαευθυμίου

A Day to Remember… 12/06 [MEGADETH]

0
Megadeth

Megadeth

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Killing is my business…. and business is good!” – MEGADETH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Combat Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Karat Faye, Dave Mustaine
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά –  Dave Mustaine
Κιθάρες – Dave Mustaine, Chris Poland
Μπάσο – Dave Ellefson
Drums – Gar Samuelson (R.I.P. 1999)

Επέτειος σήμερα για ένα πάρα πολύ σημαντικό ντεμπούτο, το “Killing is my business…and business is good!”, σημαντικό όχι μόνο για την μουσική του αξία αλλά κυρίως γιατί σηματοδότησε την αρχή της καριέρας ενός από τα σπουδαιότερα thrash metal σχήματα, τους θρυλικούς MEGADETH. Έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές για αυτόν τον δίσκο, νομίζω ότι τόσο ο Σάκης Φράγκος με το Insider και τα podcasts για τους MEGADETH, όσο και ο γράφων με το Worst To Best, έχουμε αναλύσει ενδελεχώς κάθε πτυχή του, γνωστή ή άγνωστη, οπότε δεν έχουμε και πολλά να προσθέσουμε εδώ. Ίσως μόνο μερικές σκόρπιες σκέψεις γύρω από τη σημαντικότητα της κυκλοφορίας του…

Όταν ο Mustaine εκδιώχθηκε από τους METALLICA, τα κύρια συναισθήματα που ένιωθε ήταν πίκρα, οργή και εκδίκηση. Πίκρα για τον τρόπο που εκδιώχθηκε, οργή για τους πρώην συναδέλφους του αλλά κυρίως εκδίκηση καθώς έβαλε στο μυαλό του να σχηματίσει μια μπάντα που, θα ξεπερνούσε τους METALLICA. Η ιστορία εν μέρει τον δικαίωσε καθώς στην πορεία οι MEGADETH έγιναν από τα πιο σπουδαία ονόματα στο χώρο, μέλος των Big 4 και με απίστευτες δισκάρες που έφτασαν πολύ κοντά να υποσκελίσουν τους METALLICA.

Τίποτα όμως δεν θα συνέβαινε αν δεν κυκλοφορούσε το “Killing…”. Ένας δίσκος που παρά την χαντακωμένη παραγωγή του και το άθλιο εξώφυλλο του (ευτυχώς οι επανεκδόσεις του διόρθωσαν σε μεγάλο βαθμό κάποια πράγματα, τόσο ηχητικά όσο και οπτικά) δεν μπορεί να κρύψει την μουσική ευφυΐα (ή παράνοια, αν προτιμάτε) του Dave Mustaine. Ένας δίσκος που θα μπορούσε να βγει σαφώς καλύτερος αν τα μέλη της μπάντας δεν ήταν βουτηγμένα στις καταχρήσεις  αλλά παράλληλα μπολιασμένος με τα τρία συναισθήματα που ανέφερα παραπάνω. Πίκρα, οργή, εκδίκηση.

Η αρχή, λένε, είναι το ήμισυ του παντός. Και η αρχή μιας σπουδαίας πορείας, άρχισε από εδώ. Και μπορεί το “Killing…” να είναι κατώτερο από δίσκους όπως το “Peace sells…” ή το “Rust in peace”,δεν μπορεί όμως να αμφισβητήσει κανείς τη βαρύτητα του. Και με διαχρονικά κομμάτια όπως το ομώνυμο, το “Mechanix”, το “The skull beneath the skin” και “Rattlehead”, το “Killing….” δικαίως εισπράττει τον σεβασμό που του αξίζει. Οπότε, μέρα που είναι, βάλτε το να παίξει δυνατά και…

RATTLE YOUR GODDAMN HEAD!

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 12/6 [PARADISE LOST]

0
Lost

Lost

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “Draconian times ” – PARADISE LOST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Music for Nations
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Simon Efemey
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Nick Holmes – Φωνητικά
Gregor Mackintosh – Κιθάρες
Aaron Aedy – Κιθάρες
Steve Edmondson – Μπάσο
Lee Morris – Τύμπανα

Το 1995, οι Άρχοντες της μελαγχολίας PARADISE LOST κυκλοφορούν το “Draconian times”, έναν δίσκο που έμελλε όχι μόνο να σηματοδοτήσει την κορύφωση της δημιουργικής τους πορείας, αλλά και να μείνει στην ιστορία ως ένα από τα πιο εμβληματικά άλμπουμ του gothic metal, του παρακλαδιού που οι ίδιοι ουσιαστικά δημιούργησαν, συνεχίζοντας να το επηρεάζουν καθοριστικά ως και σήμερα. Ερχόμενοι από την ήδη εξαιρετική κυκλοφορία που ακούει στο όνομα “Icon” του 1993, η μπάντα καταφέρνει με το “Draconian times” να δημιουργήσει ένα άλμπουμ γεμάτο δραματικότητα, μελαγχολία και ατμόσφαιρα, εδραιώνοντας τον ρόλο της ως θεμελιώδης πυλώνας του ευρωπαϊκού σκοτεινού ήχου της δεκαετίας του ’90. Ο δίσκος αυτός δεν είναι απλώς ένα ακόμα βήμα προόδου, είναι ένα μείγμα μελαγχολίας και δύναμης, μια τέλεια ισορροπία μεταξύ μεταλλικής οξύτητας και γοτθικής σκοτεινιάς.

Μία από τις πιο αξιοσημείωτες αλλαγές που συνέβησαν πριν την κυκλοφορία του “Draconian times” ήταν η αντικατάσταση του drummer, καθώς ο Matthew Archer αποχώρησε μετά το “Icon”, δίνοντας τη θέση του στον Lee Morris. Η συνεισφορά του Morris αποδείχτηκε καθοριστική, καθώς η σταθερότητα και ο δυναμισμός του στα τύμπανα έδωσαν νέα ώθηση στο συγκρότημα, επιτρέποντας μια πιο δομημένη και «καθαρή» προσέγγιση στον ήχο τους. Εκεί που το Icon είχε ακόμη στοιχεία του doom/death παρελθόντος τους, το “Draconian times” σηματοδοτεί την πλήρη στροφή προς ένα πιο ώριμο και επικό gothic metal ήχο, χωρίς ωστόσο να χάνει τη σκοτεινή ουσία που χαρακτήριζε πάντα τη μπάντα.

Το άλμπουμ είναι γεμάτο με κομμάτια που όχι μόνο ξεχωρίζουν, αλλά στέκονται ακόμα και σήμερα ως πρότυπα σύνθεσης για το είδος. Από το εναρκτήριο “Enchantment”, που με την στοιχειωτική εισαγωγή του και την επιβλητική του ανάπτυξη εισάγει ιδανικά τον ακροατή στο σύμπαν του δίσκου, έως το “Forever failure”, ένα κομμάτι που αποτυπώνει με τον πιο εκφραστικό τρόπο τη βαθιά ανθρώπινη απόγνωση, οι PARADISE LOST ξεδιπλώνουν την ωριμότητά τους με κάθε μέσο. Οι κιθάρες των Greg Mackintosh και Aaron Aedy πλέκουν μια μελαγχολική συμφωνία, ενώ τα φωνητικά του Nick Holmes φτάνουν σε νέα επίπεδα εκφραστικότητας, αποτυπώνοντας απόγνωση, θυμό, αλλά και θλίψη, χωρίς την ανάγκη ακραίων φωνητικών, όπως στο παρελθόν.

Κομμάτια όπως το “The last time” και το “Hallowed land” αποτελούν ύμνους του γοτθικού metal. Το πρώτο, πιο «πιασάρικο» και άμεσο, κατάφερε να φέρει τους PARADISE LOST σε ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς να θυσιάσει την ποιότητα ή την καλλιτεχνική τους ταυτότητα. Το δεύτερο, με το μελαγχολικό riff και τους στίχους γεμάτους αμφιβολία και υπαρξιακή αναζήτηση, αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές στιγμές του δίσκου. Άλλα κομμάτια όπως το “Shadowkings” (του οποίου το όνομα κατέληξε να είναι ένα από τα «παρατσούκλια» της μπάντας) και το “Elusive cure” συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο, χωρίς ποτέ να επαναλαμβάνονται ή να γίνονται προβλέψιμα. Η ποικιλία στην ενορχήστρωση και η ισορροπία ανάμεσα στη δυναμική και τη μελαγχολία καθιστούν κάθε ακρόαση μια ξεχωριστή εμπειρία.

Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για το “Draconian times” χωρίς να αναγνωρίσει την απόσταση που έχουν διανύσει οι PARADISE LOST από τις μέρες του “Gothic” και του “Lost Paradise”. Από το ακατέργαστο doom/death των πρώτων χρόνων, έχουν εξελιχθεί σε δημιουργούς περίτεχνης, λυρικής και βαθιά συναισθηματικής μουσικής, που διατηρεί τη βαριά ατμόσφαιρα, αλλά την ενδύει με καθαρότερες γραμμές, μελωδικές εμπνεύσεις και στιχουργικό βάθος. Δεν πρόκειται για απλή εμπορική στροφή, αλλά για μια φυσική ωρίμανση που ήρθε μέσα από την εμπειρία, τη φιλοδοξία και την εσωτερική αναζήτηση του συγκροτήματος. Το “Draconian times” είναι η ζωντανή απόδειξη ότι το metal μπορεί να είναι σκοτεινό αλλά και ευαίσθητο, βαρύ αλλά και εύθραυστο.

Ένα ακόμη στοιχείο που καθιστά το “Draconian times” τόσο σπουδαίο είναι η εξαιρετική του παραγωγή, την οποία ανέλαβε ο βρετανός παραγωγός Simon Efemey. Η καθαρότητα του ήχου, ο τρόπος που δόθηκε χώρος στην κάθε κιθάρα να «αναπνεύσει», τα λεπτομερώς δουλεμένα τύμπανα και η τοποθέτηση της φωνής του Holmes στο επίκεντρο, αποδεικνύουν πως ο δίσκος δεν στηρίζεται μόνο στην έμπνευση, αλλά και στην απόλυτη προσοχή στη λεπτομέρεια. Επιπλέον, το εξώφυλλο του δίσκου, σκοτεινό, δημιουργικά άψογο, συμπληρώνει ιδανικά την ατμόσφαιρα που διατρέχει το άλμπουμ. Η συνολική αισθητική του “Draconian times” είναι ενοποιημένη, συνειδητή και αδιαπραγμάτευτη. Δεν υπάρχουν ρήγματα ούτε υπαναχωρήσεις, και αυτό το καθιστά όχι μόνο ένα εξαιρετικό άκουσμα, αλλά και ένα έργο τέχνης με ενιαία ταυτότητα.

Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την ίδρυση της μπάντας και τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του “Draconian times”, το άλμπουμ αυτό παραμένει αξεπέραστο. Στεκόμενο σαν φάρος στο πάνθεον της αυθεντικής γοτθικής σκηνής, έχει επηρεάσει αμέτρητους καλλιτέχνες και συνεχίζει να συγκινεί νέους ακροατές. Η απόφαση των PARADISE LOST να το εκτελέσουν ολόκληρο σε περιοδείες χρόνια αργότερα επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη θέση που κατέχει τόσο στην καρδιά των μελών της μπάντας όσο και στην καρδιά των οπαδών. Το “Draconian times” δεν είναι απλά ένας «δίσκος-σταθμός». Είναι ένας κόσμος από μόνος του, ένας καμβάς συναισθημάτων, μια κατάθεση ψυχής που όρισε και συνεχίζει να ορίζει το τι μπορεί να σημαίνει πραγματικά PARADISE LOST.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

HEAVENS GATE interview (Sascha Paeth)

0
Heavens

Heavens

“Livin’ in hysteria for one (last?) time”

Σε προσωπικό επίπεδο, πέρα από την ΤΕΡΑΣΤΙΑ one off επανασύνδεση των CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin για το Rock Hard Festival στην Αθήνα, στις 12-13 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη, η επανασύνδεση των HEAVENS GATE για μία (ίσως και τελευταία) φορά, μετά από 26 τουλάχιστον χρόνια, ήταν ένα τεράστιο στοίχημα, που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί δίχως τη βοήθεια του Γιώργο Κουκουλάκη και πολλούς μήνες «υπόγειας» δουλειάς. Ένα από τα κορυφαία power metal σχήματα της δεκαετίας του ’90, με τα 4/5 της σύνθεσής τους, θα είναι στην Αθήνα και θα απολαύσουμε για μία και μοναδική φορά ύμνους όπως το “Livin’ in hysteria”, το “Gate of heaven” και τόσους άλλους. Μαζί με τον Γιώργο, λοιπόν, μιλήσαμε για μία ακόμη φορά με τον Sascha Paeth, αυτή τη φορά με το κουμπί “record” πατημένο και είπαμε πολλά και ωραία, που θα κάνουν όλον τον κόσμο που νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια, να ετοιμάζεται για κάτι μοναδικό.

Σάκης: Είναι μεγάλη μας χαρά και τιμή να σε έχουμε μαζί μας, Sascha, για να συζητήσουμε για τους HEAVENS GATE. Όχι για κάποιο από τα άλλα projects με τα οποία παίζεις, κάνεις παραγωγή και πάει λέγοντας. Καλωσήρθες!
Ναι, γεια σου Σάκη, γεια σου Γιώργο, χαίρομαι που σας βλέπω!

Σάκης: Αυτή η εικόνα ήταν ένα συνεχόμενο μοτίβο τους τελευταίους μήνες, αλλά είναι η πρώτη φορά που το ηχογραφούμε! Γιατί συνέβαιναν πάρα πολλά πράγματα, τα οποία έχουν να κάνουν με τη συμμετοχή των HEAVENS GATE στο Rock Hard festival στην Αθήνα στις 13 του Σεπτεμβρίου μαζί με τους MASTERS OF CEREMONY. Τι ενέπνευσε την ιδέα του να παίξετε στο Rock Hard Festival στην Ελλάδα μετά από τόσα χρόνια;
Εσύ, υποθέτω! (γέλια)

Γιώργος: Κατηγορήστε εμένα (γέλια)
Ή ο Γιώργος, ναι. Πίστευα ότι θα ήταν κάτι μεμονωμένο που κάναμε πέρυσι, σε παρόμοια φάση, απλά όχι σε αυτή τη διάσταση. Γιατί έχουμε περισσότερα μέλη τώρα (γέλια). Γιατί κάναμε κάτι παρόμοιο αλλά ήταν μικρότερο ή πιο σύντομο ας το πούμε έτσι, σε ένα festival στη Γερμανία πέρυσι. Και επίσης, αυτός πιστεύω πως ήταν ο λόγος που ήρθε ο Γιώργος και ρώτησε αν θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, απλά περισσότερο και μεγαλύτερο. Πιθανότατα και με περισσότερα αυθεντικά μέλη. Πρώτα από όλα, νόμιζα ότι θα ήταν κάτι μεμονωμένο.
Αλλά φυσικά, μου αρέσει η ιδέα γιατί γουστάρω τα παιδιά στους HEAVENS GATE. Γράψανε σπουδαία κομμάτια για την εποχή τους. Είναι μια καλή ευκαιρία. Ποτέ δεν παίξαμε στην Ελλάδα, όσο αστείο κι αν ακούγεται, σίγουρα όχι ως HEAVENS GATE. Οπότε πήραμε το ρίσκο, να το κάνουμε να συμβεί σαν οικογενειακή μάζωξη. Οπότε θα έρθουμε, θα περάσουμε λίγο καιρό στην Αθήνα και θα προσπαθήσουμε να περάσουμε καλά. Σίγουρα θα περάσουμε καλά παίζοντας ωραία κομμάτια.
Είναι ένα split show που παίζουμε: μισό set MASTERS OF CEREMONY, μισό set HEAVENS GATE. Φυσικά, δεν θα είναι όλοι εκεί, δυστυχώς.

Σάκης: Μπορείς να μας πεις περισσότερες λεπτομέρειες για το τι θα συμβεί; Ώστε ο κόσμος να έχει περισσότερες πληροφορίες πάνω σε αυτό. Όχι να αποκαλύψουμε το setlist, φυσικά!
Ναι, φυσικά, θα βγούμε πρώτα να παίξουμε σαν MASTERS OF CEREMONY και μετά, θα αλλάξουν οι υπόλοιποι στη σκηνή και θα παίξουμε σαν HEAVENS GATE. Με μια μικρή διαφορά: κάποιος άλλος θα πρέπει να τραγουδήσει. Και αυτός θα είναι ο Herbie Langhans. Καναδύο κομμάτια, ίσως και τρία, επίσης σαν ντουέτο με τον Adrian. Οπότε ο Herbie θα αναλάβει και θα είναι ο τραγουδιστής των HEAVENS GATE λίγο πολύ γι’ αυτή τη συναυλία. Ξέρεις είναι φίλος από πολλά χρόνια πίσω. Τον ξέρω από τότε που υπήρχαν οι HEAVENS GATE. Είναι από εκείνη τη περιοχή.
Για την ακρίβεια, ο Thomas Rettke ήταν πρότυπό του όταν ξεκινούσε να τραγουδάει. Οπότε για εκείνον, είναι τεράστια τιμή, από τη στιγμή που θεωρεί τον Thomas έναν από τους καλύτερους τραγουδιστές όλων των εποχών στο είδος. Και οπωσδήποτε είναι. Για εκείνον λοιπόν είναι τιμή και ανυπομονούμε να το κάνουμε αυτό μαζί του, γιατί θα κάνει εξαιρετική δουλειά και θα περάσουμε πολύ ωραία.

Σάκης: Κι αυτό νομίζω πως είναι το μυστικό πίσω από αυτό. Το να περνάς καλά, το να απολαμβάνεις το χρόνο που περνάς στο σανίδι.
Ξεκάθαρα. Αυτό δεν γίνεται για κάποιο άλλο λόγο. Ποιοι άλλοι λόγοι θα μπορούσαν να υπάρχουν άλλωστε; Πρώτα από όλα, επειδή άκουσα πως “γίνεται για τα λεφτά”. Δεν υπάρχουν λεφτά στην εξίσωση βασικά. Υπάρχουν για τις πτήσεις και τα λοιπά, θα περάσουμε καλά, αλλά κανένας δεν θα γυρίσει σπίτι με λεφτά στις τσέπες του. Οπότε αυτός δεν είναι ο λόγος. Δεν είναι για τη φήμη ή κάτι τέτοιο, είναι γιατί περνάμε καλά κάνοντας το και να περάσουμε καλά με παλιούς φίλους. Ο Γιώργος είναι φίλος από τότε που ήμουν, πόσο, 25 χρονών; Πόσο καιρό πριν ήταν, Γιώργο;

Γιώργος: Δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι ότι το μπλουζάκι μου πλέον έχει τρύπες. (γέλια)
Οπότε ναι, πάει πολύς καιρός. Απλά είναι για να περάσουμε καλά με παλιούς φίλους. Να παίξουμε μερικά φοβερά κομμάτια και μετά μερικά ακόμα φοβερά κομμάτια με το καλύτερο τρόπο που μπορούμε και να το απολαύσουμε. Ίσως και να κάνουμε ορισμένους ανθρώπους χαρούμενους εκεί.

Σάκης: Νομίζω ότι υπάρχει μια ολόκληρη γενιά οπαδών του heavy metal και του power metal που δεν σας έχουν δει live, όπως εγώ για παράδειγμα.
Γιώργος: Νομίζω πως είναι επειδή είμαστε στην Ελλάδα. Διόρθωσε με αν κάνω λάθος, πάνε 25 χρόνια από τη τελευταία φορά που παίξανε όντως οι HEAVENS GATE;
Νομίζω η τελευταία συναυλία των HEAVENS GATE ήταν το ‘97 ή το ‘98.

Σάκης: Το τελευταίο άλμπουμ, “Menergy”, βγήκε το ‘99. Παίξατε συναυλία μετά από αυτό;
Ναι, το “Menergy” βγήκε το ‘99 και παίξαμε μια συναυλία μετά από αυτό, στη Σουηδία. Οπότε ναι, το ‘99.

Σάκης: Ναι, οπότε πάνε 26 χρόνια πλέον.
Πάνω από τα διπλάσια χρόνια από αυτά για τα οποία υπήρξαν. Η μπάντα υπήρξε για κάπου 10 χρόνια και τώρα είμαστε 26 χρόνια μετά από αυτή τη δεκαετία. Είναι αρχαία πλέον. Πολλά έγιναν ενδιάμεσα.

Photo by Martin Huch

Σάκης: Πολλά έγιναν στο ενδιάμεσο, αλλά το κύριο μας πρόβλημα ήταν να βρούμε χρόνο ανάμεσα στις συναυλίες των AVANTASIA στις οποίες συμμετέχεις και να δούμε αν έπεφταν οι ημερομηνίες τους, πάνω στην ημερομηνία του Rock Hard Festival.
Ευτυχώς, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Υπήρξε χρονοδιάγραμμα για τα πράγματα που έπρεπε να κάνουμε αλλά εν τέλει βγήκε πολύ καλό.

Σάκης: Τέλεια, αυτό πιστεύω είναι ό,τι ήθελε να ακούσει και ο κόσμος, αναφορικά με την εμφάνιση σας στο Rock Hard Festival. Οπότε Γιώργο και Sascha, τι λέτε να κάνουμε μια βουτιά στο παρελθόν; Να θυμηθούμε ορισμένα πράγματα για τους HEAVENS GATE. Γιατί αυτό αφορά κυρίως τους HEAVENS GATE. Νομίζω ότι ο Frank των ELOY, ανακάλυψε τους HEAVENS GATE τότε, πριν κυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ. Πόσο σημαντική ήταν η παρουσία του ως μέντορα ας το πούμε έτσι και πόσο σημαντικό ήταν να συνεργάζεσαι με τον Frank Bornemann και με τον Tommy Hansen που ήταν μεγάλη φυσιογνωμία τότε στο πρώτο σας άλμπουμ;
O Frank Bornemann πρώτα από όλα μας έδινε την ευκαιρία να υπογράψουμε ένα εκδοτικό συμβόλαιο με την εκδοτική του εταιρεία, η οποία είχε και ένα studio φυσικά. Οπότε αυτό μας έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσουμε στο studio. Και ερχόταν από τα προβάδικα. Ήμουν 18 και υπέγραφα ένα εκδοτικό συμβόλαιο με την Warner. Θυμάμαι τον Frank στο τραπέζι της κουζίνας μας όταν ήμουν 17 και ο πατέρας μου έπρεπε να υπογράψει το συμβόλαιο. Ο Tommy Hansen, θα έλεγα πως είχε μεγάλη επιρροή στη παραγωγή. Η οπτική του στα πράγματα, πολύ εύκολος άνθρωπος, πολύ ευγενικός και χαλαρός. Μας έκανε να περάσουμε καλά στις ηχογραφήσεις.
Για την ακρίβεια, ήταν τόσο καλός που δούλευα μαζί του τα βράδια, οπότε άρχισα μαζί του να δουλεύω στο studio. Ήταν η πρώτη φορά που δούλευα στο studio για κάποιον άλλο. Οπότε γοητεύτηκα από όλο αυτό το πράγμα, ξέρεις. Εκείνος άναψε τη φλόγα, είδε πως με ενδιέφερε πολύ. Οπότε, ο Frank μας έδινε την ευκαιρία επιχειρηματικά, αλλά και μας έδωσε κάποιες καλλιτεχνικές συμβουλές, κυρίως στο προβάδικο, αλλά στις ηχογραφήσεις ήταν πιο πολύ ο Tommy που ανέλαβε τα πράγματα, και αργότερα με άλλους παραγωγούς, στο “In control”, το πρώτο άλμπουμ. Που φυσικά ήταν η πρώτη σπίθα.
Και ναι, δεν θα ξεχάσω ποτέ το καιρό που περάσαμε στα Horus Sound studios, θα περνούσα χρόνια μετά εκεί δουλεύοντας με μπάντες, δουλεύοντας με τους HEAVENS GATE. Οπότε κάναμε πολλά πράγματα με τον Frank και όσους δούλευαν εκεί. Αλλά αυτό είναι πολύ καιρό πριν, πάνω από 30 χρόνια πίσω. (γέλια)

Σάκης: Ναι, αλλά όντως άναψε τη σπίθα για σένα προκειμένου να γίνεις παραγωγός αργότερα.
Η αρχική σπίθα, ναι. Αλλά ο κύριος λόγος που έγινα παραγωγός ήταν ο Charlie Bauerfeind.

Σάκης: Άρχισες να δουλεύεις μαζί του στο ξεκίνημα της καριέρας σου ως παραγωγού.
Στο “Livin’ in hysteria”, που ήταν το πρώτο HEAVENS GATE άλμπουμ στο οποίο έκανε τη παραγωγή. Και μετά μου ζήτησε να δουλέψω μαζί του. Και από εκεί και έπειτα έκανα μόνο αυτό. Οπότε ήταν η περίοδος που αποφάσισα ότι δεν θα ξαναπάω στη πρωινή μου δουλειά, άρχισε να με πληρώνει και εγώ άρχισα να ταξιδεύω δεξιά κι αριστερά σε studios, δουλεύοντας σε χιλιάδες άλμπουμ μαζί του.

Γιώργος: Οπότε είναι δικό του “φταίξιμο” στη πραγματικότητα ε;
Κατά κάποιο τρόπο ναι. Όλο το πράγμα με ενθουσίαζε όπως σου είπα και πριν, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα είχα την ευκαιρία να μπω σε αυτή τη βιομηχανία. Ούτε καν το είχα σκεφτεί. Αλλά εκείνος με ρώτησε, αν θα με ενδιέφερε να κάνω παραγωγές μαζί του, οπότε “πήδησα μέσα στο κρύο νερό” όπως λέμε στη Γερμανία και απλά το έκανα. Προσπάθησα και κατά κάποιο τρόπο, δούλεψε (γέλια). Ήταν χαρούμενος και από τότε συνεργαστήκαμε. Ξεκίνησα περισσότερο με ενορχηστρώσεις σε πλήκτρα και τέτοια πράγματα, έπαιξα αρκετά για άλλους ανθρώπους και μπήκε περισσότερο η πτυχή του μηχανικού ήχου, του παραγωγού και της μίξης αργότερα. Οπότε έμαθα πολλά από εκείνον.

Photo by Martin Huch

Γιώργος: O Sascha είναι ο άνθρωπος που ποτέ δεν κοιμάται, ποτέ δεν σταματάει. Ακόμα κι όταν έχει ρεπό, δουλεύει. Δεν έχει αλλάξει μέχρι και τώρα, όλα αυτά τα χρόνια μετά. Αλλά συνεχίζουμε να βλέπουμε το όνομα σου σε τόσα πολλά άλμπουμ, είτε ως συμμετέχων, είτε ως παραγωγός, είτε ως τραγουδιστής, είτε τα πάντα. Sascha, ποια είναι τα άλμπουμ – κλειδιά για σένα, αυτά που απόλαυσες περισσότερο, αυτά για τα οποία είσαι περισσότερο περήφανος;
Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Υπάρχουν κάποια που ξεχωρίζουν για μένα τα οποία κοιτάζω πίσω και λέω “ουάου αυτό άλλαξε κάτι για μένα”, που ακόμα θυμάμαι τη στιγμή εκείνη που τα φτιάχναμε. Το πρώτο είναι το “Angels cry” (ANGRA), δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Υπάρχει μια συγκεκριμένη μαγεία γύρω από αυτή τη περίοδο στη ζωή μου. Το “Livin’ in hysteria” για παράδειγμα. Και το “In control” φυσικά, αλλά το “Livin’ in hysteria” ήταν περισσότερο διαφορετικό. Συμμετείχα περισσότερο επίσης, στο “In control” κάποια πράγματα ήταν ήδη σεταρισμένα όταν μπήκα. Οπότε δούλεψα πάνω στο κάθε κομμάτι, αλλά στο “Livin’ in hysteria” ξεκινήσαμε μαζί από το μηδέν. To “Open the gate and watch!” ήταν έτσι, επίσης, οπότε περισσότερες ευκαιρίες για να συμμετάσχω.
Πρέπει να πω επίσης τo VIRGO. Μια πολύ ωραία εμπειρία, γιατί εκεί κάναμε τα πάντα διαφορετικά. Το “Planet E” ήταν μια καλή εμπειρία γιατί πρώτη φορά το κάναμε μόνοι μας, αναλάβαμε τα πάντα εμείς. Προσπαθήσαμε να το κάνουμε μόνοι μας. Το VIRGO ήταν μια πολύ ξεχωριστή εμπειρία γιατί ήταν ζωντανή ηχογράφηση στο studio, με μια φοβερή μπάντα και έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Και δεν είπαμε “ΟΚ, χρειάζεται να παίξουμε heavy metal”. Είπαμε “θα κάνουμε ό,τι θέλουμε”. Οπότε ναι, αυτό ήταν μια καλή εμπειρία. Το “Scarecrow” των AVANTASIA θα έλεγα επίσης. Πολλά άλμπουμ ενδιάμεσα, ξεχνάω πολλά σημαντικά άλμπουμ. Εννοώ, κοιτάζοντας πίσω, βλέπω και τους RHAPSODY, ήταν κι αυτό μια εμπειρία (γέλια).
Τα πρώτα άλμπουμ των RHAPSODY ήταν φανταστικά. Πολύ διαφορετικά. Ακραία, σε κάθε τρόπο. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις εποχές. Οπότε υπάρχουν πράγματα που βρέθηκαν στο δρόμο μου και τα οποία μου έχουν αφήσει μια καλή ανάμνηση. Αλλά κυρίως τα άλμπουμ που περισσότεροι άνθρωποι μαζεύτηκαν για να δημιουργήσουν κάτι. Αυτά ήταν και τα πλέον αξιομνημόνευτα. Κι αυτός είναι και ο λόγος που προσπαθώ να το κάνω συνέχεια. Όσο περισσότερο μπορώ να το κάνω, τόσο το καλύτερο για μένα. Για παράδειγμα, το νέο άλμπουμ των MASTERS OF CEREMONY, το κάναμε επίσης με αυτό το τρόπο, το κάναμε βασικά κατά τον ίδιο τρόπο που κάναμε το VIRGO. Ακόμα και τη σύνθεση τη κάναμε έτσι.
Το πρώτο άλμπουμ γράφτηκε με ένα εντελώς άλλο τρόπο, αλλά αυτό μαζευτήκαμε απλά στο studio. Και κάποιες φορές, υπήρχαν κομμάτια που δεν είχαμε τίποτα το πρωί, αλλά όσο περισσότερο δουλεύαμε τα κομμάτια μαζί όλη η μπάντα μαζί, όσο περισσότερο παίζαμε τα κομμάτια live στο μεγάλο studio, τα προβάραμε, γράφαμε στίχους και το βράδυ είχαμε το κομμάτι. Και αυτή ήταν μια εξουθενωτική αλλά πολύ ξεχωριστή εμπειρία. Δηλαδή γυρίζεις σπίτι το βράδυ και είσαι πολύ πολύ χαρούμενος. Και δεν το ξεχνάς. Αυτό θα σου μείνει σαν ανάμνηση και αυτά είναι τα πράγματα που μου μένουν. Όχι απαραίτητα επιτυχημένα πράγματα. Απλά ενδιαφέροντα πράγματα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ που δούλεψα με τους SISTERS OF MERCY για παράδειγμα, με τον Andrew γιατί είχε κάτι το μαγικό. Απλά μια βδομάδα, αλλά είδα πολλά πράγματα τότε. Δεν ξέρω καν σε πόσα άλμπουμ έχω συμμετάσχει πια, 350; 400; Δεν ξέρω.

Γιώργος: Και συνεχίζεται, ακόμα δουλεύεις πάνω σε ένα άλμπουμ, σε δύο άλμπουμ, σε πέντε…
Αρκετά άλμπουμ ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή, ναι.

Σάκης: Περίμενες την επιτυχία που είχες στην Ιαπωνία, ακόμα κι από το ντεμπούτο σας; Κάνατε επιτυχία στην Ιαπωνία και όλα πήγαιναν τρένο. Ειδικά άλμπουμ, ακουστικά άλμπουμ, από την πρώτη στιγμή με τους HEAVENS GATE. Τι ήταν αυτό;
Δεν ξέρω. Είχαμε εκπλαγεί και εμείς. Όταν φτιάχναμε αυτό το άλμπουμ, δεν ξέραμε τίποτα για την Ιαπωνία, όταν γράφαμε το “In control”. Και ξαφνικά ακούμε ότι έχουμε μια καλή επιτυχία στα import charts στην Ιαπωνία. Δεν ξέρω πως συνέβη αυτό. Και μας προσκάλεσαν, ήμασταν εγώ και ο Thomas και ήταν το πρώτο μέρος για promotion tour. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ γιατί το πρώτο μου παιδί γεννήθηκε όσο ήμουν στο αεροπλάνο γι’ αυτό. Μια άβολη κατάσταση, ευχόμουν να έρθει αργότερα. Οπότε δεν θα το ξεχάσω ποτέ και ήταν πολύ ωραία ανάμνηση, φυσικά, το να είσαι στην Ιαπωνία. Ήταν ένας διαφορετικός κόσμος τότε, η Ιαπωνία άλλαξε επίσης πολύ τα τελευταία 35 χρόνια. Ήταν πολύ διαφορετικά, δεν έβρισκες αρκετά Αγγλικά πράγματα, ξέρεις. Όλα ήταν γραμμένα μόνο στα Ιαπωνικά. Και ήταν δύσκολο να βρεις ανθρώπους που μιλούσαν Αγγλικά.
Εγώ και ο Thomas χαθήκαμε τη πρώτη νύχτα, θυμάμαι, περπατώντας στους δρόμους της Shibuya, σκεπτόμενοι “ω, αυτό είναι τόσο φοβερό εδώ και τόσο χρωματιστό”. Και χαθήκαμε, δεν ξέραμε καν το όνομα του ξενοδοχείου. Δεν είχαμε και λεφτά και ήταν παράξενο. Όλα είναι λίγο διαφορετικά στην Ιαπωνία. Αλλά η επιτυχία, δεν ξέραμε γιατί συνέβαινε. Ίσως γιατί οι άνθρωποι στην Ιαπωνία γουστάρουν αυτή τη μουσική και ήμασταν απλά οι κατάλληλοι, κάναμε το κατάλληλο πράγμα για το γούστο των Ιαπώνων εκείνη την εποχή. Υπήρχαν αρκετές Γερμανικές μπάντες που ήταν επιτυχημένες εκεί. Ήμασταν απλά μια από αυτές. Και μετά μας καλέσανε για περιοδείες, παίξαμε στο MTV ακουστικά, θα ήθελα να έχω ηχογράφηση αυτού, αλλά ποτέ δεν το βρήκα.

Σάκης: Αυτή είναι η ιστορία σου αναφορικά με το να είσαι “Big in Japan” (γέλια)
Ναι, ναι, Big in Japan! (γέλια) Αυτή ήταν η ιστορία! Ξέρεις, ήταν περίεργο. Επίσης οι επιχειρήσεις στην Ιαπωνία προσέγγιζαν ανθρώπους σαν εμάς, ήταν εντελώς διαφορετικά από ότι στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη, ήσουν απλά ένας φυσιολογικός τύπος. Αλλά εκεί, ήσουν rockstar. Ήταν πολύ περίεργο, ήμασταν θυμάμαι κάναμε ένα signing session πίσω από τζαμαρία, που κόσμος περνούσε να από μπροστά για να αγοράσει πράγματα. Και υπήρχαν άνθρωποι πίσω από τη τζαμαρία, που δεν μπορούσαμε να τους μιλήσουμε. Τα πάντα μας φαίνονταν περίεργα.
Θυμάμαι επίσης, ότι ο Bonny, εγώ και ο Thomas, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι ακουστικό backstage, γιατί μαζεύτηκαν κάποιοι οπαδοί, ίσως 100. Γιατί ήταν απόγευμα πριν την συναυλία και είπαμε “ας βγάλουμε τις ακουστικές έξω και να τραγουδήσουμε για εκείνους”. Το κάναμε και θυμάμαι τη δισκογραφική στην οποία ήμασταν να είναι θυμωμένη που το κάναμε (γέλια) γιατί υποτίθεται δεν έπρεπε να κάνουμε κάτι τέτοιο, να είμαστε τόσο κοντά στο κόσμο. Οπότε μας αντιμετώπιζαν ως ανθρώπους που δεν πιστεύαμε ότι ήμαστε ή θα γίνουμε ποτέ.

Σάκης: Μερικές σύντομες ερωτήσεις πριν το τέλος. Μπορείς να μας πεις τρία κομμάτια HEAVENS GATE που θα έβαζες σε χρονοκάψουλα;
Σίγουρα το “Livin’ in hysteria”. Πιθανότατα το “In control” – τo πρώτο single, το πρώτο video. Πιστεύω πως είναι ένα ωραίο κομμάτι, η ερμηνεία του Thomas τότε ήταν πολύ εντυπωσιακή. Όταν το έκανε ζωντανά ήταν πολύ δυνατό. Οπότε αυτά τα δύο είναι ορόσημα για τους HEAVENS GATE. Αλλά υπάρχουν κι άλλα, φυσικά. Το επόμενο ας το διαλέξει ο Γιώργος!

Γιώργος: Αυτό είναι αδύνατον, η playlist μου δεν πάει κάτω από 12 τραγούδια. Είναι δύσκολο! (γέλια) Αλλά έχω ξεχωριστές αναμνήσεις από τις ηχογραφήσεις του “Planet E”. Ήμασταν στο studio τότε. Έχω ακόμα εκείνη τη κασέτα με τα 5 ή 6 κομμάτια που είχατε τελειώσει τότε. Θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν για εσένα, πόσο δύσκολο ήταν για τον Thorsten Muller τότε.
Ήμασταν ανηλεείς υπό μια έννοια. (γέλια)

Σάκης: Τι συμβουλή θα έδινες, στον 18χρονο Sascha Paeth, τώρα;
Δεν ξέρω, ποτέ δεν έκανα αναδρομή σε αυτά τα πράγματα. Γιατί άφηνα απλά τη ζωή μου να κυλήσει. Δεν θα έκανα τίποτα διαφορετικά. Όλα ήταν καλά. Τι εννοώ, πως μπορώ να κοιτάξω πίσω και να μην είμαι χαρούμενος; Ναι πάντα μπορείς να έχεις περισσότερα, να παλεύεις για περισσότερα χρήματα και πάει λέγοντας. Αλλά ποτέ δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Δεν είμαι τόσο καλός στο να κυνηγάω χρήματα. Μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους, που είναι καλοί και περνάμε καλά. “Γνώρισε πολλούς ανθρώπους και πέρνα καλά”. Αυτό έχω σαν φράση βασικά όλη μου τη ζωή. Ξέρω τόσους ανθρώπους και γνώρισα τόσους ανθρώπους στη ζωή μου, έκανα κάποιες καλές φιλίες και μπόρεσα να βγάζω το ψωμί μου ως παραγωγός. Δεν είμαι πλούσιος, τουλάχιστον κάποιοι έτσι νομίζουν, αλλά ο Γιώργος ξέρει.

Γιώργος: Είσαι πλούσιος σε εμπειρίες. Συνήθως δεν είναι οι καλοί τύποι που επιβιώνουν ή αυτοί που πάνε μακριά, αλλά μπορώ μετά χαράς να πω ότι ο Sascha είναι από τους καλύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη βιομηχανία αυτή, μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που είμαστε ακόμα σε επαφή μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Με εσένα, τον Bonny…και είμαι πολύ χαρούμενος που μπορούμε να το κάνουμε πραγματικότητα αυτό, να σας φέρουμε στο σανίδι, να παίξετε μερικά κομμάτια, γιατί όλοι θέλαμε να συμβεί. Θα είναι υπέροχη στιγμή για όλους.
Ξεκάθαρα. Πραγματικά ανυπομονώ γι’ αυτό.

Σάκης Φράγκος / Γιώργος Κουκουλάκης
Απομαγνητοφώνηση: Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece