Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 75

Bruce Dickinson – “Balls to Picasso” – Worst to best

0
Dickinson

Dickinson

Πίσω στο 1994, όταν ο Bruce Dickinson, ακόμη μακριά από την επανένωσή του με το Θηρίο, βυθιζόταν σε μια υπαρξιακή και μουσική αναζήτηση που θα του έδινε νέο καλλιτεχνικό οξυγόνο. Το “Balls to Picasso” είναι το δεύτερο σόλο άλμπουμ του, και αποτελεί μια καθοριστική στιγμή τόσο για τον ίδιο όσο και για το metal γενικότερα. Δεν είναι απλώς μια ηχητική στροφή, αλλά ένα προσωπικό μανιφέστο καλλιτεχνικής ελευθερίας και πειραματισμού, που κουβαλά την απογοήτευση, την τόλμη και την επιθυμία για επαναπροσδιορισμό.

Ο τίτλος από μόνος του είναι ειρωνικός όπως και το εξώφυλλο, που παραπέμπει περισσότερο σε παιδική ζωγραφιά με κολλάζ τον Bruce πάνω στα πλακάκια παρά σε κάτι το υψηλόφρον. Πίσω του όμως κρύβεται μια σαρκαστική διάθεση: η απόφαση του Dickinson να ρίξει το βάρος του όχι στην “τέχνη για την τέχνη”, αλλά στην ωμή έκφραση, στην αμεσότητα. Το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο με τον Roy Z και τους TRIBE OF GYPSIES, με τον σπουδαίο κιθαρίστα και παραγωγό Roy Z να κάνει την πρώτη του μεγάλη εμφάνιση στη ζωή του Bruce, δίνει δε ήδη σημάδια για κάποιες από τις μεγαλειώδεις στιγμές που θα ζούσαμε μετά την παρένθεση του “Skunkworks”.

Η μουσική του άλμπουμ απέχει αισθητά από το γνωστό ύφος των IRON MAIDEN. Εδώ βρίσκουμε heavy rock με έντονες alternative αποχρώσεις, ψήγματα blues και funk, ακόμα και world music επιρροές. Η ενορχήστρωση είναι λιτή αλλά καίρια, με έμφαση στη φωνητική ερμηνεία και στον στίχο. Τα “Tears of the dragon” και “Shoot all the clowns” είναι δύο από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές που αποδεικνύουν τα παραπάνω: το πρώτο, ένα βαθιά συναισθηματικό έπος για τον φόβο και την προσωπική απελευθέρωση, και το δεύτερο, ένα πειραματικό κομμάτι με funk ρυθμό και ειρωνικό στίχο που σατιρίζει τα media και τη μαζική κουλτούρα.

Το “Balls to Picasso” είναι επίσης ένας σταθμός αυτογνωσίας. Ο Dickinson βρισκόταν σε μια κρίσιμη περίοδο της καριέρας του, έχοντας μόλις αποχωρήσει από ένα συγκρότημα-θρύλο, αναζητώντας πια το δικό του καλλιτεχνικό μονοπάτι. Αυτός ο δίσκος, αν και σε κάποιους φάνηκε άνισος ή αποπροσανατολισμένος, αποπνέει έντιμη καλλιτεχνική ανάγκη. Οι στίχοι είναι προσωπικοί, στοχαστικοί και συχνά εσωστρεφείς, δίνοντας στον ακροατή την αίσθηση πως εισχωρεί στο μυαλό ενός ανθρώπου που ψάχνει το φως μέσα στο χάος.

Με την πάροδο του χρόνου, το άλμπουμ έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των οπαδών του Dickinson. Δεν έχει τη στιβαρή θεματική συνοχή ή την ενέργεια των επόμενων σόλο δίσκων του, όμως διατηρεί έναν άμεσο και ανθρώπινο χαρακτήρα που το καθιστά αυθεντικό. Η παραγωγή είναι απλή, σχεδόν “γυμνή” σε σχέση με το metal του τέλους της δεκαετίας του ‘80, και αυτό είναι μέρος της γοητείας του: δεν προσποιείται, δεν φωνάζει, αλλά επιμένει να λέει την αλήθεια του.

Σε τελική ανάλυση, το “Balls to Picasso” είναι ένα άλμπουμ μετάβασης. Όχι μόνο για τον Bruce Dickinson, αλλά και για το ευρύτερο hard rock και heavy metal της εποχής, που άρχιζε να αναμετράται με τα φαντάσματα του grunge και της εσωστρέφειας των 90s. Είναι ένα έργο που αξίζει να ακουστεί ξανά και ξανά, με καθαρό μυαλό και ανοιχτά αυτιά, όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να μιλήσει. Και εκεί βρίσκεται η δύναμή του: στην ειλικρίνεια της στροφής.

Ας δούμε αναλυτικότερα τον δίσκο, σε μια αναμέτρηση μεταξύ των τραγουδιών που το απαρτίζουν.

The “Balls to Picasso” countdown:

  1. Fire” – (04:30)

Το “Fire” είναι συμπαγές κομμάτι, αλλά η αίσθηση που αφήνει είναι οτι μοιάζει περισσότερο με «ενδιάμεσο πέρασμα» παρά με ολοκληρωμένη ιδέα. Η ερμηνεία του Bruce είναι γεμάτη ένταση, όμως το κομμάτι είναι πιο πολύ ένα δυνατό «ξέσπασμα», χωρίς όμως να αφήνει ιδιαίτερο αποτύπωμα.

  1. “Gods of war” – (05:02)

Ένα τραγούδι που δεν συζητιέται όσο θα έπρεπε. Μυσταγωγικό, σχεδόν υποβλητικό, με στιχουργική απελπισία που γίνεται ποίηση. Εδώ ο Bruce μεταμορφώνεται από performer σε αφηγητή υπαρξιακού θρίλερ. Το minimal στήσιμο το κάνει ακόμα πιο έντονο. Είναι ένα κομμάτι που έρχεται σιγά σιγά, αλλά έρχεται.

  1. “Shoot all the clowns” – (04:24)

Εδώ έχουμε μια ξεκάθαρα πειραματική στιγμή με funk metal βάσεις και έντονο groove, κάτι που δεν θα περίμενε κανείς από τον Bruce. Το κομμάτι είναι ιδιόρρυθμο, με στιχουργική ειρωνεία και έναν παράξενο σχεδόν ασυντόνιστο ρυθμό, που όμως λειτουργεί. Μπορεί να διχάσει, αλλά για όσους είναι ανοιχτοί σε κάτι εκτός MAIDEN-κανονικότητας, είναι μια αναπάντεχα ενδιαφέρουσα στιγμή.

  1. “Hell no” – (05:12)

Αντισυμβατικό και πεισματάρικο, το “Hell no” διαθέτει μια σφιχτή δομή, mid-tempo ρυθμό και μια στιβαρή ερμηνεία, μα παραμένει σχετικά επίπεδο μουσικά. Το ρεφρέν δεν απογειώνεται και η παραγωγή ακούγεται ελαφρώς «στεγνή». Παρόλα αυτά, το attitude του τραγουδιού ταιριάζει απόλυτα στο ύφος του Bruce εκείνης της εποχής – ανεξάρτητος και προκλητικός.

  1. “1000 points of light” – (04:25)

Μια από τις πιο πολιτικές στιγμές του δίσκου, με δυναμικό riffing και εξαιρετική ερμηνεία. Το κομμάτι ξεχωρίζει για τη δομή του και τον “οργισμένο” Bruce που ξεσπάει χωρίς φανφάρες, με ειλικρίνεια. Είναι ένα από τα τραγούδια που έχει αντέξει στον χρόνο, λόγω της θεματολογίας του και της ενέργειάς του.

  1. Change of heart” – (04:59)

Μια δυναμική μπαλάντα που αποκαλύπτει την πιο ευαίσθητη πλευρά του Bruce χωρίς να γίνεται μελό. Η μελωδία του refrain είναι από τις πιο έντονες του άλμπουμ, και το κιθαριστικό σόλο προσθέτει συναίσθημα χωρίς να παρασύρεται σε επιδεικτικότητες. Είναι από τα τραγούδια που κερδίζουν ακροάσεις ξανά και ξανά.

  1. “Laughing in the hiding bush” – (04:21)

Γραμμένο για τον γιο του, το κομμάτι κουβαλάει μια συναισθηματική ένταση που σπάνια εμφανίζεται τόσο ωμά σε δίσκους του Bruce. Η μελωδία είναι μελαγχολική, με στιγμές έκρηξης που καθρεφτίζουν την εσωτερική πάλη και την ανάγκη προστασίας. Είναι από τα πιο προσωπικά τραγούδια του άλμπουμ, και η σύνθεση του ισορροπεί άψογα ανάμεσα σε ευαισθησία και δύναμη. Ο Bruce εδώ δοκιμάζει έναν πιο προσωπικό τόνο, με πιο αφηγηματική δομή. (σ.σ. – Σύμφωνα με τον Bruce, όταν ο γιος του ήταν μικρός, έλεγε ότι «γελούσε στον κρυμμένο θάμνο» αντί ότι ήταν «κρυμμένος στον γελαστό θάμνο». Ως αποτέλεσμα, το «γελαστός θάμνος» ήταν το παρατσούκλι για έναν θάμνο στο σπίτι τους).

  1. “Cyclops” – (07:57)

To εναρκτήριο κομμάτι του άλμπουμ ανοίγει με βαριά riff, εσωτερική ένταση και έναν Bruce να φωνάζει «Εσείς είστε οι Κύκλωπες που σας τυραννάτε». Μια δήλωση, μια επανάσταση, μια προσπάθεια αφύπνισης. Η διάρκεια είναι μεγάλη, αλλά δικαιολογείται από την ατμοσφαιρική του εξέλιξη. Είναι σκοτεινό και επιβλητικό, και δίνει το στίγμα του δίσκου, ικανό για να μείνει αξέχαστο.

  1. “Sacred cowboys” – (03:54)

Μια ιδιόρρυθμη στιγμή του άλμπουμ και παράλληλα η μικρότερη σε διάρκεια, με καυστικό ύφος και ειρωνική διάθεση. Το στιχουργικό περιεχόμενο είναι ενδιαφέρον. Κοινωνική σάτιρα και πολιτικό σχόλιο. Σκοτεινό, ρυθμικό, με σχεδόν spoken word ερμηνεία στην αρχή και υπόγεια ένταση που κλιμακώνεται. Το “Sacred cowboys” ξεφεύγει από την κλασικά φόρμα του heavy rock, βυθίζεται σε μια σχεδόν western-noir ατμόσφαιρα και παίζει με τον τόνο του σαρκασμού. Είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα κομμάτια του άλμπουμ, αφήνοντας τον ακροατή με μια περίεργη αίσθηση ευχάριστης έκπληξης. (σ.σ. Κάποιοι το είχαν χαρακτηρίσει «συνέχεια του “Run to the hills”» λόγω της παρεμφερούς θεματολογίας. Αν και μουσικά δεν έχουν καμία συνάφεια, δεν τους αδικείς για την σκέψη τους).

  1. “Tears of the dragon” – (06:20)

Η μπαλάντα-έπος του δίσκου και ίσως η πιο αναγνωρίσιμη σόλο στιγμή του Dickinson. Το “Tears of the dragon” είναι καθαρτικό, στιχουργικά βαθύ και μουσικά καλοδουλεμένο, με μια ερμηνεία που ξεχειλίζει από ψυχή. Η δομή του κομματιού ακολουθεί ένα συνεχή δραματικό τόξο, που κορυφώνεται στο τελευταίο λεπτό. Ένα αληθινό highlight — τόσο καλλιτεχνικά όσο και συναισθηματικά. Το αδιαφιλονίκητο έπος του δίσκου, και ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια της solo καριέρας του Bruce. Συγκινητικό, λυρικό, δομημένο με άψογη συναισθηματική καμπύλη, με ερμηνεία-σεμινάριο. Μιλάει για την αποχώρηση του Bruce από το Θηρίο; Είναι μια προσωπική εξομολόγηση του πως ένιωθε ο Bruce τα τελευταία χρόνια του στην Σιδηρά Παρθένο; Είναι η ανάγκη της δημιουργίας μακριά από νόρμες μη ανταποκρινόμενες στις προσωπικές αγωνίες της εποχής; Είναι όλα τα παραπάνω ή και τίποτα από αυτά; Σίγουρα όμως στον καθένα γεννά συναισθήματα. Ας τα μεταφράσει όπως θέλει, κάνοντας το δικό του.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Weekly Metal Meltdown (24-30/5) (AVATAR, HALESTORM, LORD OF THE LOST and more)

1
Weekly

Weekly

Άλλη μια βδομάδα ξεκινά, με λίγα αλλά ποιοτικά και διαφορετικά μεταξύ τους κομμάτια στο Weekly Metal Meltdown. Από τους AVATAR στους LORD OF THE LOST και από τους ΙRON SAVIOR στους HALESTORM. Eπίσης ΝΕFARIOUS, YELLOWCARD και Burton C. Bell συμπληρώνουν το καρέ της εβδομάδας. Enjoy!

Photo by Johan Càrlen

Oι Σουηδοί ΑVATAR επιστρέφουν με ένα καινούργιο video για το κομμάτι “Captain goat” που παρακολουθούμε παρακάτω.
“Νομίζω ότι θα είναι πολύ σαφές στους ανθρώπους που ακούν το “Captain Goat”, ότι οι κανόνες για άλλη μια φορά έχουν αλλάξει”, δηλώνει ο τραγουδιστής Eckerström. “Θα είναι πάντα metal. Θα είναι πάντα AVATAR. Δεν θα κάνουμε ποτέ το ίδιο τραγούδι δύο φορές και πάντα θα βρίσκουμε τρόπους να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας. Είναι ο μόνος τρόπος που ξέρουμε πώς να το κάνουμε αυτό και ο μόνος τρόπος να δώσουμε στον εαυτό μας μια ευκαιρία να είμαστε οι καλύτεροι που έχουμε υπάρξει ποτέ. Το ‘Captain Goat’ χρησιμοποιεί το μοτίβο του Σατανά και το ταξίδι του πνεύματος στον κάτω κόσμο ως διαλογισμό. Είναι μια διαπραγμάτευση με τη σκληρή κατάσταση της ύπαρξης και την εύρεση αποδοχής καθώς περιηγείστε στο ανελέητο σκοτάδι της ζωής”.
Όσον αφορά το συνοδευτικό οπτικό υλικό, συνεχίζει: “Στο βίντεο, βρίσκουμε έναν τρόπο να παίξουμε με αυτό, δανείζοντας ξεδιάντροπα εικόνες από διάφορους μύθους, λαογραφία και θρύλους. Εκτός αυτού, κάθε μέρα που βλέπω τα αγόρια να γδύνονται για ένα ρόλο είναι μια καλή μέρα για όλους μας”.
Επιπλέον η μπάντα ανοίγει φέτος για τους ΙRON MAIDEN για την Run for your lives tour ενώ το επόμενο έτος(2026) έχει σχεδιάσει την δική της Ευρωπαϊκή περιοδεία και θα εμφανισθεί σε κάποιες από τις συναυλίες των ΜΕΤΑLLICA στην Ευρώπη. Καθόλου άσχημα για τους Σουηδούς θα λέγαμε!

Photo by VD pictures

Οι Γερμανοί LORD OF THE LOST επιστρέφουν με το πανέμορφο darkwave-metal έπος, “I Will Die In It”, το δεύτερο single από το επερχόμενο νέο άλμπουμ, “Opvs noir Vol. 1”, που κυκλοφορεί στις 8 Αυγούστου από την Napalm Records! Το κομμάτι βγαίνει μέσα από μελαγχολικά ηχοτοπία, αντηχώντας ένα κάλεσμα να ξεπεράσεις τη στασιμότητα και τη φευγαλέα άνεση, να γίνεις ο αρχιτέκτονας της μοίρας σου. Συνοδεύεται από ένα επίσημο μουσικό βίντεο που συμπληρώνει τέλεια τη σκοτεινή, μυστικιστική και σκληρή ατμόσφαιρα του τραγουδιού. Το παρακολουθούμε παρακάτω:
Η μπάντα μας λέει για τον νέο της δίσκο : “Ένα έργο, μια μεταμόρφωση, μια επανείσοδος στον μελαγχολικό εαυτό – το “Ppvs noir” δεν κινδυνεύει να γίνει τέκνο υποτίμησης, ούτε στον τίτλο του ούτε στη μουσική του χλιδή. Και δικαίως: Όχι μόνο θα είναι το πρώτο άλμπουμ ως εξαμελές συγκρότημα, αλλά σηματοδοτεί επίσης την αρχή μιας ολόκληρης τριλογίας άλμπουμ, που θα κυκλοφορήσει σε πολλαπλές εκδόσεις, συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, αυστηρά περιορισμένων συλλεκτικών αντικειμένων.

Οι Γερμανοί ΙRON SAVIOR πρόκειται να κυκλοφορήσουν το τελευταίο μέρος της σειράς διπλών άλμπουμ, “Reforged”, με τον δίσκο “Machine World” στις 22 Αυγούστου.
«Προκειμένου να ανταποκριθούν στη ζήτηση, οι IRON SAVIOR επανηχογράφησαν το υλικό από τα χρόνια της Noise Records [1997-2004], αλλά πρόσθεσαν ακόμη και μια επιπλέον δόση ενθουσιασμού στα αρχικά τραγούδια. Το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτών των συνεδριών έχουν γίνει δεκτά εξαιρετικά καλά από τους οπαδούς, γι’ αυτό το συγκρότημα είναι ακόμη πιο περήφανο να ανακοινώσει την κυκλοφορία του τελικού τρίτου μέρους της σειράς “Reforged” που λατρεύει την κληρονομιά τους σήμερα. Το “Reforged – Machine World”, που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 22 Αυγούστου, περιλαμβάνει επανερμηνευμένα τραγούδια καθώς και μια διασκευή του “Starbreaker” των JUDAS PRIEST, γεφυρώνοντας επιδέξια την παλιά παράδοση των IRON SAVIOR να αποτίουν συχνά φόρο τιμής στους “metal θεούς”. Το νέο διπλό CD/ LP σηματοδοτεί την πρώτη κυκλοφορία του κουαρτέτου στη νέα τους δισκογραφική εταιρεία Perception, το πολλά υποσχόμενο νέο τμήμα της Reigning Phoenix Music, όπου (επαν)ενώνονται με άλλα γνωστά συγκροτήματα όπως οι DANKO JONES, GRAILKNIGHTS, J.B.O. και SERIOUS BLACK μεταξύ άλλων. Τα 16 κομμάτια που περιλαμβάνονται ηχογραφήθηκαν και παράχθηκαν στο Powerhouse Studio Hamburg από τον frontman Sielck, ο οποίος επιπλέον φρόντισε για τη μίξη, το mastering και το artwork/layout του άλμπουμ.
Ο ηγέτης του συγκροτήματος Piet Sielck σχολιάζει: “Μετά τη συνεργασία μου με τον Nils Wasko και τον Jochen Richert [διευθύνων σύμβουλος] στην AFM Records, δεν χρειάστηκε να σκεφτώ δύο φορές όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσω για έναν νέο συνεργάτη. Η συνεχιζόμενη επιτυχία, οι συμμετοχές στα charts και τα τρία ικανοποιημένα μέρη – συγκρότημα, οπαδοί και δισκογραφική – είναι υπεραρκετοί λόγοι για να ακολουθήσεις τους δυο τους στους PERCEPTION και την οικογένεια της Reigning Phoenix Music. Κατευθυνόμαστε για άλλα 15 χρόνια αυτής της γόνιμης ένωσης”.
Το clip για το κομμάτι “Eye Of The World” (2025 version) παρακάτω :

Photo by Jimmy Fontaine

Οι HALESTORM, το βραβευμένο με Grammy συγκρότημα που σχηματίστηκε αρχικά από τα αδέρφια Lzzy και Arejay Hale με τον κιθαρίστα Joe Hottinger και τον μπασίστα Josh Smith, θα κυκλοφορήσει το “Everest”, το έκτο στούντιο άλμπουμ του, στις 8 Αυγούστου από την Atlantic Records. Το επίσημο μουσικό βίντεο για το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου μπορείτε να το δείτε παρακάτω.
«Το τραγούδι μας “Everest” είναι η κορυφή όλων όσων έχουμε αγωνιστεί – κάθε κραυγή, κάθε ουλή, κάθε θρίαμβος», δηλώνει η frontwoman των HALESTORM, Lzzy Hale. «Αυτό το άλμπουμ είμαστε εμείς, πιο δυνατοί και πιο τολμηροί, και πιο βάναυσα ειλικρινείς από ποτέ, που στεκόμαστε ψηλά μπροστά στην καταιγίδα». Η έντονη εικόνα του “Everest” περιλαμβάνει μια ποικιλία από κλιπ ανθρώπων στο χείλος του γκρεμού και επικείμενες εκρήξεις, τόσο κυριολεκτικές όσο και μεταφορικές. Διανθισμένη με τις βινιέτες είναι μια οργισμένη, παθιασμένη ερμηνεία από το συγκρότημα.

Source: Facebook page

Oι Αμερικάνοι ΥΕLLOWCARD ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν τον νέο τους, ενδέκατο δίσκο, με τον τίτλο “Better days”. Την άνοιξη του 2025, ανακοινώθηκε ότι η μπάντα υπέγραψες με την Better Noise Music και θα κυκλοφορήσουν τον νέο της δίσκο σε παραγωγή του Travis Barker, του drummer των BLNK 182. Το ομότιτλο κομμάτι που μόλις κυκλοφόρησε, το βλέπουμε παρακάτω.

Οι NEFARIOUS, το νέο thrash metal συγκρότημα με έδρα την Καλιφόρνια με τους Katon W. De Pena (HIRAX) στα φωνητικά, Rick Hunolt (EXODUS, DIEHUMANE) και Doug Piercy (HEATHEN, ANVIL CHORUS) στην κιθάρα, Tom Gears (BLIND ILLUSION, ANCIENT MARINER) στο μπάσο και Will Carroll (DEATH ANGEL) στα τύμπανα, κυκλοφόρησε το δεύτερο single του, “Master Plan”. Το κομμάτι προέρχεται από το επερχόμενο ντεμπούτο άλμπουμ των NEFARIOUS, “Addicted To Power”, το οποίο αναμένεται στις 18 Ιουλίου από την Relentless “Metal” Records, με το συλλεκτικό βινύλιο διαθέσιμο από την Hectic/Bleeding Priest Records. Με κοφτερά riffs, δηλητηριώδη φωνητικά και αμείλικτο ρυθμό, το “Master Plan” προσφέρει μια καταιγιστική επίθεση στη διαφθορά και τον έλεγχο. Το συνοδευτικό βίντεο – το οποίο γυρίσθηκε στα Soundwave Studios στο Όκλαντ της Καλιφόρνια από τον George Anderson είναι μια χαοτική οπτική επίθεση που αντικατοπτρίζει την ένταση του κομματιού – ωμή, επιθετική και αμετανόητα thrash. Το βλέπουμε πατώντας παρακάτω.

Photo by Erica Vincent

Ο πρωτοπόρος της μουσικής, ταλέντο πολυμέσων και εικονοκλαστικός προβοκάτορας Burton C. Bell είναι γνωστός ως η αυθεντική φωνή του FEAR FACTORY (αποχώρησε από την μπάντα τον Σεπτέμβριο του 2020), το οποίο καθόρισε το φουτουριστικό άγχος, την υπαρξιακή απελπισία και τη σταθερή αντίσταση. Συνέχισε να εξερευνά θέματα δυστοπικών αγωνιών, ταυτότητας και τεχνολογίας που πήγαν στραβά στη solo δουλειά του. Το lyric video είναι για το νέο του single “Savages” και το παρακολουθήστε το παρακάτω.
Ο ίδιος δηλώνει και μπορούμε να φανταστούμε ποιόν περιγράφει «Οι στίχοι για το “Savages” δεν πραγματοποιήθηκαν μέχρι την επομένη των ταραχωδών, προεδρικών εκλογών», δηλώνει ο Bell. «Όταν έμαθα ότι πολλοί ευαγγελικοί χριστιανοί έκαναν τα στραβά μάτια στη λιγοστή, ηθική πυξίδα σε έναν λανθασμένο υποψήφιο για να εκλεγεί πρόεδρος, ήταν συγκλονιστικό. Αποφάσισα ότι ο τίτλος εργασίας ήταν αρκετά κατάλληλος για να περιγράψει εκείνους τους ευαγγελικούς που εσκεμμένα εξέλεξαν έναν ψυχαναγκαστικό ψεύτη, [υποτιθέμενο] παραγωγικό μοιχό, απατεώνα, καταδικασμένο εγκληματία και τεκμηριωμένο ρατσιστή του οποίου ο μόνος στόχος είναι να γδάρει όλους στο δρόμο του για να κερδίσει την εξουσία. Αν αυτό είναι το πρότυπο της θείας πρόνοιάς τους, δεν υπάρχει θεός που να έρχεται να τους σώσει τώρα»

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

 

VOLBEAT – “God of angels trust” (Vertigo/Republic)

0
Volbeat

Volbeat

Δηλώνω φανατικός οπαδός των VOLBEAT από το ντεμπούτο τους, όταν τους είχα δει κιόλας για πρώτη φορά στο φεστιβάλ του Γερμανικού Rock Hard. Τόσο φανατικός, που έχουν παίξει κι έναν «έμμεσο» ρόλο στο να κάνω πρόταση γάμου στη σύζυγό μου, πολλά πολλά χρόνια πριν. Έχουν αυτό το love/hate ύφος με τις επιρροές που είναι ίσως κάπου εξεζητημένες και πολλοί πίστευαν και πιστεύουν ότι δεν κολλάνε, δηλαδή τα rockabilly φωνητικά με τον ήχο METALLICA, για να το πούμε χονδροειδώς, αλλά η τεράστια επιτυχία τους, έχει διαψεύσει τους haters.

Σίγουρα, ο trademark ήχος τους, δεν επιδέχεται και πάρα πολλούς πειραματισμούς πέραν αυτών που ήδη έχουν κάνει, ειδάλλως νομίζω ότι θα χάσουν την αυθεντικότητά τους. Μετά από ένα σερί αδιανόητα καλών δίσκων, το 2019 έβγαλαν το “Rewind, replay, rebound”, που ήταν μεν εμπορικά επιτυχημένο, προσωπικά όμως το βρίσκω μέτριο, κατώτερο των προσδοκιών μου, αλλά κάτι που νομοτελειακά θα συνέβαινε. Και φάνηκε ότι ήταν ένα στραβοπάτημα, αφού το “Servant of the mind” ήταν εκκωφαντικά καλό και μ’ έκανε να παραβλέψω άμεσα το προηγούμενο στραβοπάτημά τους.

Το death metal άλμπουμ που έβγαλε ο Michael Poulsen με τους ASINHELL (“Impii hora”) ήταν αρκούντως συμπαθητικό και σκεφτόμουν ότι και ο χρόνος που πήρε για να αναρρώσει από την επέμβασή που έκανε στις φωνητικές του χορδές, θα του έδιναν τις ανάσες που χρειαζόταν για να μας παραδώσει έναν δίσκο σε παρόμοιο επίπεδο με το “Servant…”. Έλα όμως που κάποιες δηλώσεις του τύπου: «θέλαμε να δουλέψουμε με ταχύτητα και να βασιστούμε στο ένστικτο» (τα επιβεβαιώνει και στη συνέντευξη που κάναμε, ο μπασίστας τους, Kaspar Boye Larsen, κάτι που δείχνει ότι δεν είναι εφεύρημα της δισκογραφικής τους εταιρίας), άρχισαν να σπέρνουν ανησυχίες.

Ανησυχίες, που εν μέρει κόπασαν, στο άκουσμα (και ιδιαίτερα στο video clip) του πρώτου single, “By a monsters hand”. Βγήκαν όμως στην επιφάνεια, πολύ έντονα με το δεύτερο single, του σιγά-μην-δεν-το-κάνω-copy-paste, “In the barn of the goat giving birth to Satan’s spawn in a dying world of doom”, που πέρα του χαβαλέ για τον ασυνήθιστα μεγάλο τίτλο, δεν θα έλεγα ότι προσθέτει κάτι αξιομνημόνευτο στον θρύλο των VOLBEAT.

Κάπου εκεί, στα μέσα Απριλίου, έφτασε και ολόκληρος ο δίσκος για ακρόαση. Και άκουσον, άκουσον, μετά την πρώτη ακρόαση, πήρα λίγο τον χρόνο μου για να το ξανακούσω, διότι η απογοήτευσή μου ήταν τέτοια που χρειαζόμουν την αποστασιοποίηση και την εκ νέου ακρόαση. Η επόμενη φορά, ήταν λίγο καλύτερη, αλλά όχι εντυπωσιακά καλύτερη. Το ίδιο και όσες ακολούθησαν.

Ξέρετε κάτι; Στα δικά μου τα αυτιά, στα αυτιά ενός τρελαμένου οπαδού των VOLBEAT δηλαδή, το “God of angels trust” (G.O.A.T. δηλαδή), ακούγεται ΒΙΑΣΤΙΚΟ!!! Δηλαδή ότι τα κομμάτια θα μπορούσαν να δουλευτούν ίσως λίγο παραπάνω ή και να αλλάξουν ριζικά. Μέχρι και να απαλειφθούν κάποια, όπως το “At the end of the sirens” ή το “Lonely fields”, για παράδειγμα, που είναι παντελώς αδιάφορα.

«Αδιάφορο», τώρα που το σκέφτομαι. Αυτή είναι η λέξη που χαρακτηρίζει πολλά από τα τραγούδια του ‘God of angels trust”. Τους VOLBEAT τους λατρεύω για τα μοναδικά ρεφρέν που «ντύνουν» την εξαιρετική όσο και ιδιαίτερη μουσική τους. Σ’ αυτόν το δίσκο, ειλικρινά, δεν βρίσκω ούτε ένα που να με ξεσηκώσει. Όλα είναι flat. Επίπεδα. Με την εξαίρεση του εναρκτήριου “Devils are awake”, του “By a monster’s hand”, άντε και του “Enlightening the disorder (by a monster’s hand part 2)”.

Εσείς για παράδειγμα δεν βρήκατε υποτονικό το τρίτο single, “Time will heal”; Ή θα έλεγα, πέραν του ότι είναι επιθετικό, προσφέρει κάτι παραπάνω το “Demonic depression”;

Σκληρά τα λόγια μου, αλλά έχω μάθει να είμαι αυστηρός με τα συγκροτήματα που αγαπάω. Οι VOLBEAT δεν είναι τίποτα νεούδια. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους εδώ από το ξεκίνημά τους ήδη και αν ήταν το πρώτο τους στραβοπάτημα, θα έκανα τα στραβά μάτια, όπως στο “Rewind…”. Με δύο στις τρεις τελευταίες δισκογραφικές δουλειές τους όμως, να κυμαίνονται στη μετριότητα, αρχίζω να αναθεωρώ μερικά πράγματα.

Θέλω να πιστεύω ότι η ενασχόληση του Poulsen με τους ASINHELL, δεν ήταν για να εξωτερικεύσει τις πιο σκληρές του στιγμές σ’ αυτό το project και να γίνει πιο εμπορικός στο βασικό του όχημα, που είναι οι VOLBEAT. Επίσης, θέλω να πιστεύω ότι δεν έχει σχέση και η απώλεια του Rob Caggiano, αφού εκείνος ήταν παρών και στο προηγούμενο «στραβοπάτημα».

Αν ο κόσμος αγκαλιάσει το “God of angels trust” (ρε παιδιά Angel’s δεν έπρεπε να γράφει, τα πτυχία μου μέσα;), θα μπορούν να τρίψουν την παρουσίασή μου στη μούρη μου και να δικαιωθούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα αλλάξω και την άποψή μου για ένα άλμπουμ που μόνο ως GOAT δεν τους παρουσιάζει…

5 / 10

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 2/6 [ARMORED SAINT]

0
armored

armored

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Win hands down” – ARMORED SAINT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Joey Vera
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
John Bush – Φωνητικά
Jeff Duncan – Κιθάρες
Phil Sandoval – Κιθάρες
Joey Vera – Μπάσο
Gonzo Sandoval – Τύμπανα, κρουστά
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Pearl Aday, Kayleigh, Jezebelle, Giuzeppe – Φωνητικά
Eric Ragno – Πιάνο, πλήκτρα

Αν κοιτάξεις πίσω στο έτος 2015 σε περιοδικά, sites, blogspots ή κι εγώ δεν ξέρω που αλλού, θα δεις πως σε πολλές συζητήσεις – πολλούς «καυγάδες» για τα καλύτερα metal άλμπουμ, υπήρχε ένας κοινός παρονομαστής: Επρόκειτο για τους θεούς του αμερικανικού heavy metal, ARMORED SAINT και για το έβδομο studio πόνημά τους, το “Win hands down”. Μεταξύ αυτών μάλιστα που το αποθέωσαν τόσο, ώστε έφτασαν να του δώσουν μέχρι και την πρωτιά στα καλύτερα της χρονιάς, ήταν και οι τότε συντάκτες του περιοδικού στο οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να είμαι μέλος, χρόνια τώρα. Για να καταλάβουμε όμως καλύτερα την έκπληξη που δημιούργησε το “Win hands down”, θα πρέπει να πάμε στις κυκλοφορίες που προηγήθηκαν.

Από το 1999, οπότε και επανήλθαν στην ενεργό δράση, οι Καλιφορνέζοι είχαν να επιδείξουν δύο άλμπουμ, τα “Revelations” και “La Raza”. Αντικειμενικά μιλώντας, το “Revelations” ήταν ο ορισμός του “placebo effect”. Ακούγαμε πάλι μετά από χρόνια ARMORED SAINT, αυτό ήταν που μας ένοιαζε περισσότερο, οπότε η συνθετική του αξία πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Δεν ήταν κακό, αλίμονο, καλό ήταν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν κάτι το εξαιρετικό. Πάντα όμως θα το έχω στην καρδιά μου, γιατί ήταν αυτό που έφερε το συγκρότημα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε εκείνο το ασύλληπτο live στο An Club, μαζί με τους BRAINSTORM, όπου «έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα»… κι εγώ το εισιτήριό μου, αλλά άλλο θέμα αυτό.

Το “La Raza”, να πω την αμαρτία μου, μου άρεσε περισσότερο. Ήταν καλύτερο, όπως και να το κάνουμε. Τι πάει να πει το χαρακτήριζες, πανεύκολα και σε πολλά σημεία του, σχεδόν alternative metal… ήταν καλό; Ήταν! Είχε κομματάρες μέσα; Είχε! Πώς να το κάνουμε, ARMORED SAINT ρε φίλε… Δεν έχει σημασία το ύφος, ακόμη και reggae να παίξουν, θα είναι συνώνυμο της ποιότητας! Αλλά μην τα ξαναγράφω, τα έχω γράψει για το “La Raza”, αναλυτικά εδώ. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί το τιμώμενο “Win hands down” έκανε τέτοια αίσθηση; Δεν ήταν μόνο υπέρμετρα ποιοτικό… επανάφερε και τις όποιες ισορροπίες!

Ο τίτλος σημαίνει «αυτονόητη νίκη, χωρίς καμία σχεδόν προσπάθεια». Δηλαδή, όταν ο άλλος χάνει με «κάτω τα χέρια». Θα μπορούσε να ταιριάζει (και ταιριάζει) στην παρούσα φάση στους ARMORED SAINT, υπό το πρίσμα της ανωτερότητάς τους, έναντι κάποιων άλλων «και καλά αστέρων» οι οποίοι μπροστά τους, κλαίνε σε εμβρυακή στάση. Σε χρόνια που το NWOTHM είχε για τα καλά πια γίνει «σημαία», οι ARMORED SAINT δεν ακολουθήσαν καμία «τρουμεταλλική» μόδα, δεν είχαν άλλωστε καμία ανάγκη να προσαρμοστούν με το οποιοδήποτε «ρεύμα». Έπρεπε απλά να επαναφέρουν το δικό τους, (μετα) μοντέρνο heavy metal του θεϊκού “Symbol of salvation”, προσαρμόζοντάς το στο 2015, να συμπλεύσουν με την εποχή τους και να οδηγήσουν ξανά την κούρσα…

Και το έκαναν!

Γι’ αυτό και μια άλλη φράση που υπάρχει στον δίσκο είναι εξίσου ταιριαστή, ίσως και περισσότερο: Είναι ο τίτλος του τετάρτου κατά σειρά τραγουδιού, “Muscle memory”. Η μυϊκή μνήμη, είναι αυτή που ενεργοποιείται όταν οι μύες ενός πρώην αθλητή ή αθλούμενου, επανέρχονται σε προπονητική κατάσταση μετά από μεγάλη παύση. Η μυϊκή μνήμη είναι που τον βοηθά να επανέλθει αν όχι στην πρότερη κατάσταση, σε μια αρκετά κοντά σε αυτήν που είχε όταν σταμάτησε. Έτσι συμπεριφέρθηκε και το «μυϊκό σύστημα» των ARMORED SAINT.

Με όλους τους συντελεστές σε τρομερή φόρμα, παραγωγή από αυτές που τις ζηλεύεις, συνθέσεις για “best of” και την απαιτούμενη ποικιλία με πολλές αλλαγές (από γρήγορους, in your face δυναμίτες μέχρι μπαλάντες), οι Καλιφορνέζοι φάνταζαν ξανά ως οι παντοδύναμοι metalheads των early 90s, όταν κυκλοφορούσαν ένα από τα καλύτερα metal άλμπουμ όλων των εποχών και έσπερναν δέος σε κάθε σκηνή των Η.Π.Α και της Ευρώπης. Βασικά, μόνη της η Pearl «βάζω κάτω δέκα άνδρες» Aday, κόρη του Meatloaf και γυναίκα του Scott Ian των ANTHRAX, στέλνει για χόρτα όλα τα «τσουτσέκια», στο ντουέτο του “With a head full of steam”!

Αυτά έγιναν το 2015. Με το “Win hands down” ενθουσιάστηκαν όλοι οι οπαδοί του γκρουπ που «ζούσαν στο σήμερα», ήξεραν πως οι μέρες των 80s είχαν πια παρέλθει ανεπιστρεπτί και επιζητούσαν έναν δίσκο αντάξιο του ονόματός του. Ενθουσιάστηκαν επίσης οι πιο «αποστασιοποιημένοι», που συμπαθούσαν τη μπάντα και αναζητούσαν κλασσικομεταλλική ποιότητα, από όπου αυτή κι αν προερχόταν. Το heavy metal του 21ου αιώνα απέκτησε άλλο ένα άλμπουμ – σημείο αναφοράς και εγώ έβγαζα αφρούς από τα αυτιά… αλλά αυτή η πληροφορία μάλλον ήταν περιττή.

Τώρα, για αυτούς που ακόμη περιμένουν ένα νέο “March of the Saint” ή “Raising fear”… «ε, τι να κάνουμε», που έλεγε και ο Κατέλης, άλλαξαν οι καιροί, πέρασαν τα χρόνια, άλλαξε και η μπάντα, έβγαλε τα σίδερα και τα δέρματα, φόρεσε πουκάμισα και κυριλέ παντελόνια. “Maybe another time, another place, but not here not now” που λέει και το σοφό ρητό.

Ή και όχι.

Δημήτρης Τσέλλος

Underground Halls Vol. 209 (BLOODY VALKYRIA, PALANTYR, ROKETS, THE OSSUARY)

0
Halls

Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BLOODY VALKYRIA
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “In our home, across the fog”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Northern Silence Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jere Kervinen – Όλα τα όργανα, φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Deezer
Facebook
Soundcloud
Spotify

Το “In our home, across the fog” είναι το δεύτερο άλμπουμ του φινλανδικού one-man project BLOODY VALKYRIA. Πίσω από το εγχείρημα βρίσκεται ο Jere Kervinen, ο οποίος υπογράφει τη σύνθεση, την ερμηνεία και την παραγωγή του δίσκου. Το άλμπουμ αποτελεί μια εξερεύνηση του επικού και μελωδικού black metal, εμπλουτισμένου με στοιχεία dungeon synth και συμφωνικής ενορχήστρωσης, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που αντλεί έμπνευση από τον κόσμο του βιντεοπαιχνιδιού “Elden Ring”.

Σε σύγκριση με το ντεμπούτο “Kingdom in fire”, το “In our home, across the fog” παρουσιάζει μια πιο ώριμη και καθαρή παραγωγή. Η μίξη των πλήκτρων με τις κιθάρες είναι πιο φυσική, ενώ η συνολική ηχητική προσέγγιση είναι πιο πλούσια και γεμάτη. Το άλμπουμ διατηρεί το επικό και μελωδικό ύφος του προκατόχου του, αλλά με μια πιο συμπαγή και συνεκτική δομή.

Η θεματολογία του άλμπουμ είναι βαθιά επηρεασμένη από το “Elden Ring”, με τίτλους τραγουδιών και στίχους που αναφέρονται σε χαρακτήρες και γεγονότα του παιχνιδιού. Αυτό προσδίδει μια αφηγηματική συνοχή στο άλμπουμ, καθιστώντας το μια μουσική απόδοση του κόσμου του παιχνιδιού. Η χρήση συμφωνικών στοιχείων και παραδοσιακών οργάνων ενισχύει την ατμόσφαιρα και την επική διάσταση του έργου.

Η παραγωγή του άλμπουμ είναι αποτέλεσμα της δουλειάς του Kervinen στο Moonless Home Studio, ενώ το mastering έγινε από τον Jarno Hänninen στο D-Studio. Η προσεγμένη παραγωγή συμβάλλει στη δημιουργία ενός καθαρού και ισορροπημένου ήχου, που αναδεικνύει τόσο τα μελωδικά όσο και τα πιο επιθετικά στοιχεία της μουσικής.

Το “In our home, across the fog” αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην εξέλιξη των BLOODY VALKYRIA, παρουσιάζοντας μια ιδιαίτερη και πολύ ενδιαφέρουσα μουσική πρότασhς, ειδικά για όσους είναι μυημένοι στον κόσμο του φανταστικού. Η συνύπαρξη επικών μελωδιών, συμφωνικών στοιχείων και θεματολογίας καθιστά το άλμπουμ μια αξιόλογη προσθήκη στο χώρο του μελωδικού black metal. Για τους λάτρεις του είδους, το άλμπουμ προσφέρει μια καθηλωτική ακουστική εμπειρία που συνδυάζει την επιθετικότητα με την ατμόσφαιρα και την αφήγηση.

Το εξώφυλλο, είναι φιλοτεχνημένο με μια αισθητική που θυμίζει concept art παιχνιδιών φαντασίας. Παρότι πρόκειται για προσωπικό project, ο Jere Kervinen επιδεικνύει αξιοθαύμαστη συνέπεια και φαντασία, καταφέρνοντας να δημιουργήσει όχι απλώς ένα μουσικό έργο, αλλά να μελοποιήσει έναν ολόκληρο κόσμο. Το “In our home, across the fog” δεν είναι απλώς ένα black metal άλμπουμ, είναι μια συναισθηματική και αφηγηματική εμπειρία, ικανή να αγγίξει εξίσου τους λάτρεις του ατμοσφαιρικού metal όσο και τους οπαδούς της μυθοπλασίας.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Photo by Mika Paananen

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: ROKETS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Bad choices”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Svart Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Sami Mustonen – Φωνητικά
Sakke Väntinen – Κιθάρα
Elias Laurila – Κιθάρα
Lauri Lyytinen – Μπάσο
Otto Bigler – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify

Να και το τρίτο άλμπουμ για τους Φινλανδούς rockers ROKETS (ωραίο παιχνίδισμα της γλώσσας αυτό). Από το 2017 τους βλέπουμε στην «πιάτσα», αρχικά με το EP “Speed & Sound”, μετά με το ντεμπούτο full length “Fast times”, έπειτα στο δεύτερο άλμπουμ τους “Break free”, από την The Sign Records και τώρα με το Bad choices από την Svart Records. Από τη μία πολύ καλή εταιρεία στην άλλη δηλαδή, τούτοι οι Φινλανδοί ξέρουν τι πρέπει να κάνουν για να έχουν δίπλα τους ένα label που να ξέρει το είδος που υπηρετούν και πώς να το υποστηρίζει.

Και τι παίζουν ακριβώς αυτοί οι τύποι από το Ελσίνκι; Αυτό το “rockers” είναι λιγάκι αόριστο… Αμ, δε! Είναι άκρως κατατοπιστικό και περιγραφικό! Rock παίζουν οι ROKETS, rock ‘n’ roll, πως το λένε! Αρχέγονο, γρήγορο, παθιασμένο. Και THE HELLACOPTERS ακούς στη μουσική τους και MOTORHEAD και ROSE TATTOO και όλα αυτά τα όμορφα που σε βάζουν στην «πρίζα» και που, σε τελική ανάλυση, δε γίνεται να μην σου αρέσουν! Μικρά τραγούδια σε διάρκεια, με το μεγαλύτερο να μην πιάνει καλά-καλά τα τέσσερα λεπτά σε διάρκεια και το μικρότερο τα δυόμισι, που αφηγούνται ιστορίες για το άγχος, την καταπίεση, τις ταινίες τρόμου, το μακρύ χέρι του νόμου, τις κτητικές γάτες (!), τα «τελευταία τηλεφωνήματα», τα «αρπακτικά» και το αναπόφευκτο τέλος.

Ένα οπωσδήποτε αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ROKETS είναι πως απαρτίζονται από μέλη που το καθένας τους έχει ένα ξεχωριστό μουσικό παρελθόν, που κυμαίνεται από heavy metal μέχρι hardcore. Αξιοσημείωτο και παράξενο βέβαια για όποιον αδυνατεί να συλλάβει το ότι ένας μουσικός μπορεί να είναι ταυτόχρονα και οπαδός και να ακούει πολλά και διαφορετικά πράγματα, ετερόκλητα μεταξύ τους

Στο “Bad choices” οι κιθάρες είναι οι πρωταγωνίστριες, τα refrains είναι ξεσηκωτικά και το rhythm section «χτυπά» με τον παλιό, «ορθόδοξο» τρόπο. Vintage ο εξοπλισμός, vintage η παραγωγή, vintage το παρουσιαστικό του group, vintage όλα. Μουσική γεμάτη ένταση, που επιβάλλεται (όχι απλά προτείνεται), να ακούγεται σε μικρά clubs, συνοδεία άφθονης μπύρας, ακόμη και για αυτούς που δεν πίνουν γουλιά!

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: THE OSSUARY
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Requiem for the Sun”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Supreme Chaos Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Stefano Fiore – Φωνητικά
Alex Nespoli – Κιθάρα
Max Marzocca – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Spotify
Instagram
Tidal

Επιστροφή στη δράση για τους THE OSSUARY. Οι Ιταλοί ιδρύθηκαν τον Οκτώβριο του 2014, όταν ο Alex Nespoli και ο Max Marzocca, μαζί τότε και με τον μπασίστα Dario De Falco, αποφάσισαν να βάλουν στον «πάγο» το tech death metal σχήμα των NATRON και να δημιουργήσουν ένα νέο project, με σκοπό να επικεντρωθούν σε πιο κλασικά πράγματα. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν οι THE OSSUARY, οι οποίοι και έκαναν το ντεμπούτο τους το 2017, με το πολύ δυνατό Post mortem blues.

Όταν κυκλοφόρησε το Post mortem blues, κάποιοι προσπάθησαν με το ζόρι να τους εντάξουν στο “stoner” κίνημα, όπως έγινε εξάλλου και με πολλές ακόμη μπάντες του ιδίου στυλ. Ποιου στυλ; Του 70s heavy/doom rock και proto-metal, αυτού που ήταν «ποτισμένο» με blues και ψυχεδέλεια, που άλλοτε πιο επιθετικά και άλλοτε με έρποντα, ογκώδη riffs, τιμούσε την κληρονομιά των BLACK SABBATH, PENTAGRAM, ST. VITUS. Βέβαια, όλο αυτό ήταν και απεδείχθη μια μπούρδα, με τη μεγαλύτερη «χυλόπιτα» σε όλους τους stoner-άδες (δηλαδή τους τύπους που ντρέπονται να πουν πως ακούν heavy metal στην ουσία) να τη δίνει ένα από τα υποτιθέμενα totems τους, ο τιτάνας Ben Ward των μεγάλων ORANGE GOBLIN, όταν αποκάλεσε τη μπάντα και τη μουσική του ως “heavy metal”. ΣΚΕΤΟ.

Σταθεροί λοιπόν σε αυτό το μονοπάτι, οι THE OSSUARY δεν αλλάζουν φορεσιά ούτε στον τέταρτο δίσκο τους. Ακούγονται εξίσου vintage, εξίσου «τσαμπουκαλεμένοι», αγκαλιάζουν το doom και τη ψυχεδέλεια, μοιάζουν ενίοτε με μπάντες – θηρία σαν τους ORANGE GOBLIN και SPIRITUAL BEGGARS ή σύγχρονους αστέρες σαν τους GREEN LUNG και στο τέλος της ημέρας, έχουν τη δική τους ταυτότητα. Σε αυτό, συμβάλουν πολύ και τα άκρως αναγνωρίσιμα φωνητικά του Stefano Fiore, με την πολύ χαρακτηριστική χροιά. Η απόδοση είναι εξαιρετική, η παραγωγή καλή και ο ήχος «αναπνέει», όπως γίνεται γενικότερα σε όλα τα vintage groups που απεχθάνονται τις digital παραγωγές, οι οποίες αξίζουν μόνο για χωματερή.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα… Το πρώτο μισό του δίσκου, είναι σαφέστατα ανώτερο του δευτέρου. Εκεί λοιπόν που στα τέσσερα πρώτα κομμάτια λες «πάμε για πολύ καλό δίσκο», τα υπόλοιπα τέσσερα σου μειώνουν τον ενθουσιασμό. Προς Θεού, το αποτέλεσμα δε γίνεται μέτριο ή κακό, η «πτώση» όμως είναι αισθητή. Ας είμαστε ευθείς, ειλικρινείς, «ντόμπροι»: Όλα δείχνουν ότι το ντεμπούτο τους, οι THE OSSUARY, δεν θα το ξεπεράσουν ποτέ. Το “Southern funeral” (2019) ήταν αρκετά καλό αλλά σίγουρα ένα “click” πιο κάτω, το “Oltretomba” (2021) στην ίδια φάση, ούτε στο “Requiem for the Sun” δείχνουν οι Ιταλοί πως μπορούν το «κάτι παραπάνω», αυτό που θα τους ανεβάσει κατηγορία. Ωστόσο, είναι μια κυκλοφορία που τους εδραιώνει πια στα «καλά συγκροτήματα» του vintage/occult/psych heavy rock. Δεν είναι και μικρό επίτευγμα αυτό!

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

EPs/LIVES & COMPILATIONS

Πολύ ωραία η παρθενική δουλειά των PALANTYR, με καταγωγή από τη Thionville της Γαλλίας. Όχι όμως η παρθενική τους δουλειά γενικά, ως μουσικοί, αφού προϋπήρχαν ως τον Αύγουστο του 2024 με το όνομα DESTRUKT. Από το τελευταίο τους EP λοιπόν ως DESTRUKT, με τίτλο The ascent, πήραν τα τρία του κομμάτια, πρόσθεσαν δύο ολοκαίνουργια και μια διασκευή στο “Nosferatu” του Paul Roland και έφτιαξαν το “The ascent & the hunger”. Εξού και οι ομοιότητες μεταξύ των εξωφύλλων.

Ο ήχος των PALANTYR είναι κάτι μεταξύ κλασσικού heavy και speed metal, αμερικανικής και γερμανικής «κοπής». Από σύγχρονα σχήματα, οι Γάλλοι μου θυμίζουν τους MYSTIK, BLOOD STAR και TOWER, όλα τους με κυρίες στα φωνητικά, όπως οι PALANTYR έχουν την Athena, κατά κόσμον Athénais Kordian. Από παλαιότερα, οι RUNNING WILD κάνουν αισθητή την παρουσία τους εδώ, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Broken mirror” ή το “Son of the White Mare”, με όλα τα θετικά που αυτό έχει. Αρκετά ορμητικό μέταλλο, γεμάτο ενθουσιασμό, αξιόλογα κομμάτια, ωραία και η διασκευή, την «έφεραν στα μέτρα τους»… οι PALANTYR δείχνουν να έχουν τις δυνατότητες για κάτι καλό στο μέλλον.

Τα μόνα που με προβληματίζουν, είναι πρώτον, μήπως τελικά ακολουθήσουν τη μοίρα τόσων και τόσων παρομοίων σχημάτων, που τελικά δεν επαλήθευσαν τις προσδοκίες του κόσμου και απεδείχθησαν διάττοντες αστέρες και δεύτερον, αν μπορούν να αποδώσουν το ίδιο καλά, υπό συνθήκες live. Δεν έχουμε δει και λίγες περιπτώσεις υπέροχων στο studio μπαντών, που στο σανίδι ήταν απαράδεκτες.

Κυκλοφορεί από τη Jawbreaker Records, σε παραγωγή Olof Wikstrand (ENFORCER)

Για περισσότερα, στους παρακάτω συνδέσμους:

Jawbreaker Records Bandcamp
Spotify
Facebook

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 1/6 [SODOM]

0
Sodom

Sodom

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Masquerade in blood” – SODOM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Uli Pösselt, Tom Angelripper
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, Μπάσο – Tom Angelripper
Κιθάρες – Dirk Strahlmeier (R.I.P. 2011)
Drums – Atomic Steif

Επέτειος σήμερα για ένα από τα πιο παρεξηγημένα άλμπουμ των λατρεμένων μας SODOM, το “Masquerade in blood” που κυκλοφόρησε το 1995, την ίδια μέρα που έξι χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το θρυλικό “Agent orange”. Φυσικά και δεν τίθεται θέμα σύγκρισης ανάμεσα στα δύο άλμπουμ, εδώ όμως είμαστε για να λέμε αλήθειες και να μιλήσουμε όσο πιο αντικειμενικά (ή υποκειμενικά!) γίνεται για ένα άλμπουμ που μάλλον χρήζει μεγαλύτερης προσοχής.

Ήδη από το προηγούμενο τους άλμπουμ, το “Get what you deserve”, οι Γερμανοί thrashers είχαν πάρει μια πιο, ας πούμε χαοτική, στροφή στον ήχο τους. Πολλά punk και crossover στοιχεία, ανάμεσα στα γνωστά  thrash τους ξεσπάσματα, και το “Get what you deserve” δίχασε αρκετά, καθώς ακουγόταν πολύ punk για τους παραδοσιακούς thrashers. Με λίγα λόγια, ένας δίσκος, πολύ punk για να είναι thrash, ή αν θέλετε, πολύ thrash για να είναι punk. Προσωπικά μου άρεσε πολύ το συγκεκριμένο άλμπουμ και περίμενα με ανυπομονησία την νέα τους δουλειά. Αρχές του 1994 κυκλοφόρησε το “Get what you deserve” και τέλη της ίδιας χρονιάς, οι SODOM κυκλοφόρησαν το live “Marooned” που ήταν ουσιαστικά η τελευταία εμφάνιση του Andy Brings ως κιθαρίστα των SODOM καθώς αποχώρησε στις αρχές του 1995 για προσωπικούς λόγους. O Angelripper δεν έχασε καιρό και βρήκε γρήγορα τον αντικαταστάτη του στο πρόσωπο του Drik Strahlmeier. Φαινομενικά, ο Angelripper έδειχνε για μια ακόμη φορά να έχει χτυπήσει λαβράκι. Πιτσιρικάς, ταλαντούχος και μορφονιός, ο Strahli έδειχνε να έχει όλο το πακέτο. Όπως όμως θα δούμε παρακάτω, τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν….

Με την ένταξη του Strahli, οι SODOM μπήκαν κατευθείαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το έβδομο τους άλμπουμ. Το “Masquerade in blood”, όπως ονομάστηκε, σηματοδότησε την στροφή των SODOM σε πιο thrash και λιγότερο punk ρίζες από τον προκάτοχο του. Το φοβερό εξώφυλλο του Andreas Marschall προδιαθέτει τον ακροατή για το μακελειό που θα αντιμετωπίσει, ένα μακελειό που ηχητικά παραπέμπει στο “Tapping the vein”. Τα πολύ αγαπημένα μου κομμάτια είναι το ομώνυμο και το φανταστικό “Gathering of minds”, με μικρή διαφορά από τα υπέροχα “Peacemaker’s law” και “Murder in my eyes”. Από εκεί και πέρα εντύπωση προκαλούν τα “Scum” και “Mantelmann” με την ωμότητα τους, το “Fields of honor” θυμίζει εποχές “Better off dead” καθώς βρωμάει και ζέχνει MOTORHEAD από μακριά, και υπάρχει και μια πολύ καλή διασκευή στο “Let’s break the law” των ANTI-NOWHERE LEAGUE.

Το “Unwanted youth” είναι από τα κρυμμένα διαμαντάκια του δίσκου, τόσο στιχουργικά , όσο και μουσικά, πολύ αγαπημένο κομμάτι επίσης. Τα υπόλοιπα κομμάτια, ενδεχομένως να μην είναι τόσο καλά όσο τα προαναφερθέντα, δεν είναι όμως και για πέταμα. Συνολικά ο δίσκος ακούγεται απόλυτα συμπαγής, με μια πολεμική ατμόσφαιρα που είχε λείψει κάπως στο “Get what you deserve” και με εξαιρετική απόδοση από την τριάδα. O Strahli δείχνει με τον καλύτερο τρόπο γιατί επιλέχθηκε από τον Angelipper να αναλάβει τον κιθαριστικό όλεθρο, ο Atomic Steif μάλλον εδώ παίζει τα καλύτερα τύμπανα που έχει παίξει ποτέ στην καριέρα του, ενώ ο Angelripper…. είναι απλά ο Angelripper!

Ναι, το “Masquerade in blood” δεν είναι μέσα στα πρώτα άλμπουμ που θα περάσουν από το μυαλό κάποιου όταν σκεφτεί τη δισκογραφία των SODOM. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι κακό άλμπουμ, το αντίθετο μάλιστα! Αν, μάλιστα, με ρωτήσετε, το θεωρώ ελαφρώς καλύτερο από το “Get what you deserve”. Και, για όσους το έχουν παραμελήσει, σήμερα είναι μια καλή ευκαιρία να του δώσουν μια ευκαιρία!

Did you know that:

  • Η Ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ περιέχει σαν bonus τη διασκευή στο “20.000 feet” των SAXON.
  • Αναφέραμε στην αρχή για τον Strahli. Δυστυχώς, ο Strahli, αποδείχθηκε πολύ αυτοκαταστροφικός, καθώς ήταν βαθιά εθισμένος στα ναρκωτικά. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο το 1996 καθώς συνελήφθηκε και φυλακίστηκε για χρήση και διακίνηση. O Angelripper, που είχε φτάσει ήδη σε σημείο να απολύσει τον Witchhunter λόγω του εθισμού του στο αλκοόλ, δεν είχε άλλη επιλογή από το να απολύσει τον Strahli, καθώς δεν μπορούσε να διαχειριστεί άλλη μια περίπτωση μέλους της μπάντας εθισμένου σε ουσίες. Για χρόνια, τα ίχνη του χάθηκαν, μέχρι τον Ιανουάριο του 2011, οπότε και έγινε γνωστό ότι πέθανε από υπερβολική δόση….
  • To “Masquerade in blood” ήταν και το τελευταίο άλμπουμ του Atomic Steif με τους SODOM. Σε αντίθεση με τον Andy Brings που αποχώρησε σε απόλυτα φιλικό τρόπο από τη μπάντα και διατηρεί και ακόμα και σήμερα άριστες σχέσεις με τον Angelripper (φανταστείτε ότι ο Brings έκανε την παραγωγή στο ομότιτλο άλμπουμ των SODOM το 2006, έκανε το remix στην επανέκδοση του “Tapping the vein” και γύρισε και το video clip του “Witchhunter” από το επερχόμενο νέο άλμπουμ τους), η αποχώρηση του Steif δεν έγινε και σε απόλυτα ήρεμους ρυθμούς. Χωρίς να έχουν γίνει γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες, είναι γεγονός ότι ο Steif δεν θέλει να ακούει το όνομα του Angelripper ούτε για αστείο, ενώ και από τη μεριά του ο ηγέτης των SODOM αποφεύγει ακόμα και σήμερα να συζητά για το συγκεκριμένο θέμα.

Θοδωρής Κλώνης

OPETH – “Watershed” – Worst to best

0
Opeth

Opeth

Το “Watershed”, το ένατο στούντιο άλμπουμ των OPETH, κυκλοφόρησε το 2008 και σηματοδοτεί μια καμπή στην ηχητική πορεία της σουηδικής μπάντας. Ερχόμενο μετά το ιδιαίτερα επιτυχημένο “Ghost reveries”, το “Watershed” είναι το πρώτο άλμπουμ χωρίς τον μακροχρόνιο κιθαρίστα Peter Lindgren και τον ντράμερ Martin Lopez, γεγονός που φέρνει φρέσκο αέρα στον ήχο της μπάντας. Οι νέες προσθήκες, είναι ο Fredrik Åkesson στην κιθάρα και Martin Axenrot στα τύμπανα. Το άλμπουμ αποτελεί ένα υβρίδιο προοδευτικού metal, death metal και progressive rock στοιχείων, δημιουργώντας ένα ηχητικό αποτέλεσμα που είναι ταυτόχρονα βαρύ, εκλεπτυσμένο και λυρικό. Ο Mikael Åkerfeldt, η ψυχή της μπάντας, συνεχίζει να πειραματίζεται και να εξερευνά τα όρια της μουσικής έκφρασης, αναζητώντας την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Από την πρώτη κιόλας νότα του “Coil”, ενός ακουστικού ντουέτου με την Nathalie Lorichs, γίνεται φανερό ότι το “Watershed” δεν θα είναι ένα συμβατικό metal άλμπουμ. Η εισαγωγική αυτή σύνθεση είναι μια ωδή στην ηρεμία και την απλότητα και λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην επόμενη καταιγιστική σύνθεση, το “Heir Apparent”, ένα από τα πιο σκληρά και σκοτεινά κομμάτια του δίσκου. Η αντίθεση αυτή χαρακτηρίζει ολόκληρο το άλμπουμ — στιγμές λυρικής μελαγχολίας εναλλάσσονται με εκρήξεις ωμής δύναμης. Το “The lotus eater”, ένα από τα πλέον εμβληματικά κομμάτια του δίσκου, παντρεύει ακραίο death metal με jazz περάσματα και παράξενες αλλαγές ρυθμού, αποτελώντας ίσως την πιο τολμηρή σύνθεση της καριέρας τους ως τότε. Οι στίχοι του άλμπουμ είναι αινιγματικοί, βαθιά υπαρξιακοί και συχνά μελαγχολικοί, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα του μυστηρίου και της εσωστρέφειας.

Η παραγωγή του άλμπουμ, την οποία ανέλαβε και πάλι ο Mikael Åkerfeldt με τον Jens Bogren, είναι καθαρή και ισορροπημένη, δίνοντας χώρο σε κάθε όργανο να αναπνεύσει. Η μουσική πολυπλοκότητα δεν θυσιάζει την εκφραστικότητα — οι κιθάρες είναι άλλοτε βαριές και ατμοσφαιρικές, άλλοτε μελωδικές και απαλά παιγμένες, ενώ τα τύμπανα του Axenrot επιδεικνύουν εντυπωσιακή ακρίβεια και δημιουργικότητα. Το “Burden”, μια καθαρά progressive rock μπαλάντα, θυμίζει τις επιρροές από 70s μπάντες όπως οι CAMEL και οι KING CRIMSON, και κορυφώνεται με ένα ξεθωριασμένο πιάνο που σταδιακά αποσυντίθεται — μια μεταφορά για τη φθορά, τον χρόνο και την ανθρώπινη ύπαρξη. Αξιοσημείωτο είναι και το κλείσιμο με το “Hex omega”, το οποίο κλείνει τον δίσκο με μια αίσθηση αναπόφευκτου τέλους και μιας υπόγειας θλίψης που δεν εκτονώνεται.

Το “Watershed” θεωρείται από πολλούς το τελευταίο άλμπουμ της πιο “metal” εποχής των OPETH, καθώς τα επόμενα έργα τους (“Heritage” και εξής) κινούνται καθαρά σε prog rock μονοπάτια, εγκαταλείποντας πλήρως τα growls και τα death metal στοιχεία. Έτσι, το “Watershed” λειτουργεί και ως μεταίχμιο. Μια σύνοψη όλων όσων ήταν οι OPETH μέχρι τότε, αλλά και ένας προάγγελος της ηχητικής ωρίμανσης που θα ακολουθούσε. Είναι ένα έργο γεμάτο αντιθέσεις: βαρύ αλλά εύθραυστο, σκοτεινό αλλά διαυγές, τεχνικά εντυπωσιακό αλλά συναισθηματικά ευθύβολο. Όχι μόνο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ της μπάντας, αλλά παραμένει και μια πολύπλευρη εμπειρία ακρόασης, που επιβραβεύει κάθε επιστροφή με νέες αποκαλύψεις.

The “Watershed” countdown:

  1. “Hex omega” – (06:59)

Το “Hex omega” κλείνει το άλμπουμ με μια σύνθεση που συνδυάζει βαριά riffs με ατμοσφαιρικά πλήκτρα. Αν και δεν ξεχωρίζει όσο τα προηγούμενα κομμάτια, προσφέρει ένα ικανοποιητικό φινάλε, ολοκληρώνοντας την ακουστική εμπειρία του “Watershed”.

  1. “Coil” – (03:07)

Ως εναρκτήριο κομμάτι του άλμπουμ, το “Coil” προσφέρει μια ήρεμη εισαγωγή με ακουστικές κιθάρες και ντουέτο φωνητικών μεταξύ του Mikael Åkerfeldt και της Nathalie Lorichs. Αν και σύντομο, το κομμάτι θέτει τον τόνο για το υπόλοιπο άλμπουμ, παρουσιάζοντας την πιο ευαίσθητη πλευρά των OPETH.

  1. “Porcelain heart” – (08:01)

Το “Porcelain heart” είναι ένα κομμάτι που συνδυάζει βαριά riffs με μελωδικά περάσματα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση και συναισθηματική φόρτιση. Οι εναλλαγές στον ρυθμό και τη δυναμική του κομματιού το καθιστούν μια ενδιαφέρουσα ακουστική εμπειρία.

  1. “Heir Apparent” – (08:51)

Ένα από τα πιο σκληρά κομμάτια του άλμπουμ, το “Heir Apparent” παρουσιάζει την πιο επιθετική πλευρά των OPETH. Με δυναμικά riffs και έντονα growls, το κομμάτι αποτελεί μια ωδή στο προοδευτικό death metal, διατηρώντας παράλληλα την τεχνική αρτιότητα που χαρακτηρίζει τη μπάντα.

  1. “Burden” – (07:42)

Το “Burden” είναι μια μελαγχολική μπαλάντα που αναδεικνύει την ικανότητα των OPETH να δημιουργούν συναισθηματικά φορτισμένες συνθέσεις. Με επιρροές από την progressive rock σκηνή των 70s, το κομμάτι ξεχωρίζει για την εκφραστικότητα των φωνητικών και την πλούσια ενορχήστρωση του.

  1. “The lotus eater” – (08:48)

Ένα από τα πιο πειραματικά κομμάτια του άλμπουμ, το “The lotus eater” συνδυάζει δυναμικά στοιχεία με καθαρά φωνητικά, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα. Οι απρόβλεπτες αλλαγές ρυθμού και η ενσωμάτωση στοιχείων από jazz και funk καθιστούν το κομμάτι ένα από τα πιο καινοτόμα της δισκογραφίας των OPETH.

  1. “Hessian peel” – (11:26)

Το “Hessian peel” αποτελεί την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ. Με διάρκεια άνω των 11 λεπτών, το κομμάτι ξεκινά με ήρεμες, ακουστικές μελωδίες και εξελίσσεται σε μια επική σύνθεση που συνδυάζει folk, progressive rock και death metal στοιχεία. Οι απότομες μεταβάσεις και η ποικιλία των ηχητικών τοπίων καθιστούν το κομμάτι ένα αριστούργημα της δημιουργικότητας των OPETH.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

SOLD OUT η συναυλία των METALLICA!!!

0
Metallica

Metallica

Όπως ανακοίνωσε μόλις τώρα η διοργανώτρια εταιρία της συναυλίας των METALLICA, High Priority, το μεγάλο αυτό event, είναι ήδη SOLD OUT!!! Αναλυτικά το social media post!

A day to remember… 29/5 [GAMMA RAY]

0
Gamma Ray

Gamma Ray

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ”Land of the free” – GAMMA RAY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kai Hansen – Dirk Schlächter – Charlie Bauerfeind
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Κιθάρες/Δεύτερα φωνητικά – Kai Hansen
Κιθάρες/Πλήκτρα – Dirk Schlächter
Μπάσο – Jan Rubach
Τύμπανα – Thomas Nack
Guest musicians:
Φωνητικά ”Time to break free”, ”Land of the free” /Δεύτερα φωνητικά – Michael Kiske
Φωνητικά ”Farewell” / Δεύτερα φωνητικά – Hansi Kursch
Πλήκτρα – Sascha Paeth

Καλώς τα παιδιά λοιπόν που έλεγε και ο μακαρίτης ο ”Αλέφας”, δηλαδή GAMMA RAY και όχι μόνον αυτό, αλλά και ”Land of the free” παρακαλώ. Έψαχνε, που λέει ο λόγος δηλαδή, (γιατί ήταν ηλίου φαεινότερον ποιος θα το έπαιρνε επ’ ώμου), ο φίλος και αρχισυντάκτης μας Σάκης Φράγκος το που θα το φορτώσει για την επέτειο των 30 χρόνων του και το βρήκε στην αφεντιά μου. Άλλωστε ξάδερφος του Kai που λέει ο λόγος ο Panagiotis Hansen. Αφού τελικά ευχαριστήσω τον Σάκη που μου έκανε την τιμή αλλά και τον Kai που μου έδωσε ένας ακόμη δίσκαρο για να πορεύομαι στην ζωή μου πάμε να γράψουμε και δυο λόγια γι’ αυτό.

Είμαστε στο σωτήριον έτος 1995 και ο νονός του power metal αφήνει παρακαταθήκη το τρίτο μνημειώδες άλμπουμ για το είδος, ”Land of the free” αυτή την φορά με το προσωπικό του σχήμα τους GAMMA RAΥ. O Kai Hansen ή αλλιώς και όχι άδικα ”νονός του power” είναι ο άνθρωπος που το όρισε, μέσω των HELLOWEEN φυσικά, κυκλοφορώντας μαζί τους τρεις υπέροχους δίσκους και 2 από τους πιο σημαντικούς στο ιδίωμα και όχι μόνο. Εν συνεχεία έκανε πράξη το ”I want out” που φώναζε στο ”Keeper…. II”, έφτιαξε το δικό του σχήμα, τους GAMMA RAY ένα χρόνο και κάτι μετά την φυγή του, κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικό ντεμπούτο και δύο ακόμα πολύ καλούς σε γενικές γραμμές δίσκους με τον Ralf Scheepers στα φωνητικά. Έδωσε την ευκαιρία έτσι στον εαυτό του να βρει τα πατήματά του, να βγάλει τα γούστα του, να πειραματιστεί και γενικά να νιώσει πλήρως απελευθερωμένος και άνετος συνθετικά και στιχουργικά. Το βασικότερο όμως από όλα ήταν το γεγονός πως πλέον ένιωθε χαρούμενος με αυτό που έκανε και αυτό είναι κάτι που για τον άνθρωπο και μουσικό Kai Hansen είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.

Έτσι πολύ απλά μετά και την φυγή του ψηλού (Scheepers) που το είχε καημό να γίνει Halford στην θέση του Halford, κάτι που δυστυχώς για εκείνον δεν του έκατσε καθώς η θέση ως γνωστόν κατελήφθη από τον Tim “Ripper” Owens. Ο Hansen στην αρχή έχει κατά νου να βρει καινούργιο τραγουδιστή μεν αλλά τελικώς αναλαμβάνει τα φωνητικά ο ίδιος, μετά από λαΐκή απαίτηση του κοινού αλλά και φίλων. Αφού είχε λυθεί το θέμα με τον τραγουδιστή, είχε πλέον βρεθεί και το βασικό θέμα του άλμπουμ που είχε μια λογική concept, αυτό ήταν μια ιστορία εξέγερσης του καλού απέναντι στο κακό, θέμα το οποίο θα ολοκληρώσει στον επόμενο δίσκαρο που θα ακολουθούσε, το ”Somewhere Out in Space”, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία για άλλη στιγμή. Οπότε με όλα τα ζητήματα λυμένα μας προσφέρει τον υπερδίσκαρο ”Land of the free” που κλείνει τα 30 χρόνια κυκλοφορίας.

Το βασικό όπως είπαμε πριν που βγαίνει και εδώ είναι πως περνάει καλά και το ευχαριστιέται όσο δεν πάει, έχει βρει ακριβώς πως θέλει να κινηθεί και καταφέρνει να γράψει έναν εκπληκτικό δίσκο από την αρχή ως το τέλος, αποτελούμενο από δέκα υπέροχες συνθέσεις και τρία ιντερλούδια. Μεταξύ μας θα πω πως ακόμα και αν υπήρχαν σε αυτό τον δίσκο μόνο τα ”Rebellion in dreamland”, ”Land of the free”, ”Man on a mission”, ”Gods of deliverance”, ”Abyss of the void” και πάλι δισκάρα θα τον λέγαμε. Πόσο δε όταν δίπλα σε αυτά στέκουν κάτι ”All of the damned”, ”Salvation calling”, ”Time to break free” με τον φίλο Michael Kiske στα φωνητικά για παρέα, ”Farewell” με τον άλλο φίλο και αγαπημένο μας ”βάρδο” Hansi Kursch να το ντύνει υπέροχα με την φωνή του και φυσικά το ”Afterlife” που ήταν αφιερωμένο στον αδικοχαμένο, φίλο και συνοδοιπόρο του Hansen στους HELLOWEEN  Ingo Schwichtenberg.

Σε αυτές τις συμμετοχές που αναφέραμε των πάντα πολύ καλών φίλων του Kai, Michael Kiske και Hansi Kursch που χαρίζουν τις φωνές τους τόσο τραγουδώντας ντουέτο με τον Hansen όσο και κάνοντας δεύτερα φωνητικά στο άλμπουμ, υπάρχει και η βοήθεια του μουσικού και παραγωγού Sascha Paeth που έπαιξε τα πολύ στοχευμένα πλήκτρα και βοήθησε ως τεχνικός ήχου. Οι συνθέσεις αλλά και το στιχουργικό κομμάτι ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος φυσικά στον Kai Hansen, που όμως πάντα αφήνει χώρο και στους εκάστοτε συνοδοιπόρους του για να εκφραστούν και να δώσουν τις δικές τους ιδέες. Έτσι για την ιστορία να πούμε πως ο μπασίστας τότε και για τελευταία φορά σε στούντιο δουλειά της μπάντας Jan Rubach θα βάλει την υπογραφή του συνθετικά σε 3 κομμάτια, αυτά είναι τα ”Gods Of Deliverance”, ”Salvation’s Calling” στο οποίο γράφει και τους στίχους αλλά και το ”Afterlife” που όπως είπαμε είναι αφιερωμένο στον μακαρίτη τον Ingo, οι στίχοι του οποίου ανήκουν στον Hansen.

Συνθετικά και στιχουργικά συνεισφέρει και ο πλέον μακροβιότερος συνοδοιπόρος του Kai Hansen στο γκρουπ, Dirk Schlächter, στον ρόλο του κιθαρίστα ακόμα τότε κάτι που θα αλλάξει σύντομα και θα μεταπηδήσει στο μπάσο, στο υπέροχο και αρκετά αδικημένο ”Farewell”. Εκπληκτική φυσικά και η αψεγάδιαστη παραγωγή της τριάδας των Charlie Bauerfeind, Kai Hansen και Dirk Schlächter. Θέλετε να πούμε και άλλα; Νομίζω πως δεν χρειάζεται! Πατάτε λοιπόν το play και απολαύστε έναν από τους κορυφαίους δίσκους κατ’ εμέ γενικότερα του heavy metal, ανεξαρτήτως ιδιώματος. Δυο χρόνια μετά οι GAMMA RAY και ο Kai Hansen θα κυκλοφορήσουν ένα ακόμη μεγαλειώδη δίσκο το ”Somewhere out in space” που θα πάρει και αυτός δικαιολογημένα την θέση του δίπλα στα ”Keepers… I&II” και ”Land of the free”, μεγαλώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο των μύθο του ”νονού του power”, αλλά αυτά όπως αναφέραμε και πριν όταν έρθει η ώρα του. Για την ώρα όμως 30 χρόνια κάπως έτσι…

”Voices are calling from somewhere below
Melting on the eastern shore
Rain is falling down on me,
Been waiting for eternity…
I’ll be there!
Freedom for us all!”

 

Did you know that:

  • Η περιοδεία για την υποστήριξη του άλμπουμ ονομάστηκε ”Men on a Tour”, όπου ηχογράφηθηκε και έφερε την κυκλοφορία του live άλμπουμ Alive ’95 το 1996. Με το πέρας αυτής δε υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του γκρουπ. Οι Jan Rubach και Thomas Nack έφυγαν και οι δύο για να επιστρέψουν στους ANESTHESIA. Στα τύμπανα οι Gamma Ray προσλαμβάνουν για νέο ντράμερ τον Dan Zimmermann ιδρυτικό μέλος και του γερμανικού power metal συγκροτήματος FREEDOM CALL. Ο δε Schlächter, ο οποίος ήταν αρχικά μπασίστας, θέση που κατείχε και το 1990 στο ”Heading for the East”, άφησε επιτέλους για τον ίδιο, την δεύτερη θέση της κιθάρας και πήρε πίσω την αρχική του θέση στο μπάσο, αντικατασταθείς στην κιθάρα από τον πιο ταιριαστό συμπαίκτη του Kai Hansen κατά την άποψή μου, τον Henjo Richter που ανέλαβε και τα πλήκτρα έκτοτε.
  • Το κομμάτι “Afterlife” γράφτηκε στιχουργικά από τον Hansen ως φόρος τιμής στον Ingo Schwichtenberg, φίλο και συνοδοιπόρο του στους HELLOWEEN, ο οποίος αυτοκτόνησε περίπου 11 εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ.
  • Το πρόσωπο της φιγούρας που βρίσκεται στο εξώφυλλο του δίσκου είναι το ίδιο με το άλμπουμ των HELLOWEEN, ”Walls of Jericho”.
  • Στην επανέκδοση του άλμπουμ το 2003, συμπεριλήφθηκαν σαν bonus track, η διασκευάρα του ”Heavy metal mania” των HOLOCAUST και μια έκδοση σε προπαραγωγή του ”As time goes by” που η κανονική του εκδοχή βρισκόταν στο ”Sigh no more”, εδώ φυσικά στα φωνητικά ήταν ο Hansen. Επίσης υπήρχε και η επανεκτέλεση του λατρεμένου ”The silence” αυτήν την φορά με τον Hansen στα φωνητικά, μεταξύ μας ετούτη εδώ πάντα την προτιμώ από την έκδοση με τον Scheepers, χωρίς να σημαίνει πως έχει κάτι κακό η πρώτη εκτέλεση με τον ψηλό, απλά γούστα είναι αυτά.
  • Στην Anniversary edition του άλμπουμ εκτός από τα 3 προαναφερθέντα bonus track, υπήρχαν και οι instrumental live εκτελέσεις των ”Dream healer”, ”Tribute to the past”, ”Heaven can wait” και ”Valley of the kings”.

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

A day to remember… 29/5 [HELLOWEEN]

0
Helloween

Helloween

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “My God-given right” – HELLOWEEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Charlie Bauerfeind
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Andi Deris
Κιθάρες – Michael Weikath / Sascha Gerstner
Μπάσο – Markus Grosskopf
Drums – Dani Löble

Πιστεύω αν όχι όλοι, οι περισσότεροι αγαπάμε τις κολοκύθες του Power Metal! Δεν έχει μείνει να πούμε κάτι που δεν έχει ειπωθεί ήδη πολλές φορές, οπότε πάμε κατευθείαν στο ψαχνό και να μιλήσουμε για το “My God-given right”, ή αλλιώς τον 15ο δίσκο των HELLOWEEN, 10ο με τον Andi Deris στο μικρόφωνο. Ξεκινώντας με το που βρισκόταν η μπάντα όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ αυτό. Η αλήθεια είναι πως την προηγούμενη δεκαετία και όσον αφορά τις στούντιο δουλειές, οι HELLOWEEN δεν αποτέλεσαν αιτία για εορτασμούς και πυροτεχνήματα. Έγραψαν πολύ ωραία τραγούδια προς τέρψη των πολυάριθμων φανατικών τους οπαδών, το πρόβλημα όμως είναι πως επιλέξανε την ποσότητα εις βάρος της ποιότητας, στριμώχνοντας κάθε φορά 13 κομμάτια σε κάθε κυκλοφορία, με αποτέλεσμα οι καλές στιγμές να χάνονται. 

Αφετηρία στο “7 Sinners” όπου πιστεύω η ποιότητα ακολουθεί την ποσότητα από πολύ κοντά, αφού μετά από όλα τα κλασικά τους (“Walls…”, “Keepers…”, “Time…” κλπ) ίσως είναι από τις αγαπημένες μου στιγμές τους. Πάμε στο “Straight out of hell” που είχε τις κομματάρες του αλλά τα fillers άρχισαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Καταλήγουμε στο “My God-given right” όπου ο μεγάλος αριθμός του tracklist κάνει πραγματικά κακό στην τελική εντύπωση, αφού παρά το γεγονός πως και εδώ υπάρχουν ωραία τραγούδια, λείπουν τα hits και καταλήγω πως μου μένουν πιο πολύ μεμονωμένα σημεία παρά ολόκληρες συνθέσεις. Λείπει ένα “Nabataea” από το οποίο δεν μπορούσα να ξεκολλήσω με τίποτα, ενώ υπάρχει κομμάτι που να μπορεί να κοιτάξει χωρίς ντροπή τα “Who Is Mr. Madman?”, “Long Live the King” και “If a Mountain Could Talk”;

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν πως όταν έπεφτε το βλέμμα μου στο “My God-given right”, σφύριζα αδιάφορα καθώς δεν μου ερχόταν ούτε ένα τραγούδι στο μυαλό. Επαναφέροντάς το στην καθημερινότητά μου στα πλαίσια της στήλης αυτής, επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά η άποψη αυτή, αφού ο χρόνος που πέρασα με το άλμπουμ δεν ήταν ικανός να κουνήσει την βελόνα σε πιο θετική κατεύθυνση. Θυμήθηκα όμως κάποια πράγματα που αξίζουν. Τα “Heroes” και “Lost in America” έχουν άκρως κολλητικά ρεφραίν ας πούμε, οι lead μελωδίες του “Russian Roule” είναι σε άλλο επίπεδο, ενώ ας πάμε και στο “Creatures in Heaven” με το “Come along, come along, can you see there’s more?” μέρος να είναι σκέτη πώρωση. Στο “If God loves Rock ‘n’ Roll” συναντάμε και την πιο ανάλαφρη στιγμή του δίσκου, η οποία τυχαίνει να έχει και πολύ ωραίες μελωδίες, οπότε εκτός από τον χαβαλέ της υπόθεσης έχουμε μια συμπαθητική σύνθεση. Υπάρχουν δηλαδή τραγούδια που έχουν αυτό το χαρακτηριστικό HELLOWEEN στοιχείο, θα περάσεις ωραία όταν τα ακούσεις, αλλά σε τελική ανάλυση και σε σύγκριση με την υπόλοιπη δισκογραφία τους, καταλήγουν να είναι μία από τα ίδια σε ακραίο βαθμό. 

Η ατμόσφαιρα που αποπνέει ο δίσκος είναι πιο ποικιλόμορφη από την σκοτεινότερη και βαριά προσέγγιση των “7 sinners” και “Straight out of hell”. Επανέρχεται η πιο χαρούμενη και ευχάριστη πτυχή της μπάντας, που συνεπάγεται σε μεγαλύτερο αριθμό happy happy Helloween στιγμών, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και σοβαροφάνεια όπως π.χ. στο “The swing of a fallen world”. Για άλλη μία φορά οι συνθετικές ευθύνες μοιράζονται από τα μέλη της μπάντας, με τον Andi Deris να παίρνει το χρυσό μετάλλιο από άποψη ποσοτικής συνεισφοράς, με το όνομά του να βρίσκεται σε 7 τραγούδια. Ακολουθεί ο Gerstner με 4, ο Weikath με 3, ο Grosskopf με 1 (“Living on the edge” που είναι και αδιάφορο”), ενώ ο Löble είναι ο μόνος που έμεινε εκτός. 

Αν συγκεντρώσουμε μόνο τα δυνατά σημεία για χάριν ενός πιο συμπαγούς και μαζεμένου συνόλου, είμαι σίγουρος πως το “My God-given right” θα άφηνε μία πιο γλυκιά επίγευση. Δεν είναι αυτή η περίπτωση όμως, αφού συναντάμε και αρκετή μετριότητα. Αν πάρουμε και μία από τις special edition που ανεβάζει τον αριθμό του tracklist στα 15 ή 16, η ολοκλήρωση μιας πλήρους ακρόασης γίνεται ακόμα πιο δύσκολη υπόθεση. Βάζοντας στο τσουκάλι ένα κακό εξώφυλλο και ένα τελείως κιτς βίντεο για το ομότιτλο κομμάτι, ολοκληρώνουμε την συνταγή για έναν δίσκο που θα ακούσουν αποκλειστικά οι πιο ταγμένοι οπαδοί των HELLOWEEN, οι οποίοι δεν χορταίνουν να τους ακούν, και μάλιστα όχι όλοι. Ευτυχώς το μέλλον έφερε μεγάλες αλλαγές στο στρατόπεδο των pumpkins, αφού λίγα χρόνια μετά από την κυκλοφορία του δίσκου ήρθε η στιγμή για το reunion, με τους Kiskse και Hansen να επιστρέφουν ως μόνιμα μέλη. Αυτή η σύμπραξη που ήρθε χέρι χέρι μαζί με ένα σημαντικό διάστημα αποχής έξι χρόνων από τη δισκογραφία, έδωσαν το φιλί της ζωής στους αγαπημένους πατέρες του Ευρωπαϊκού Power Metal, κάτι που είχαν πολύ μεγάλη ανάγκη αν με ρωτάτε.

Παύλος Παυλάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece