Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 86

A day to remember… 25/04 [EXODUS]

0
Exodus

Exodus

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Bonded by blood” – EXODUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Torrid Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mark Whitaker
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά –  Paul Baloff (R.I.P. 2002)
Κιθάρες – Gary Holt, Rick Hunolt
Μπάσο – Rob McKillop
Drums – Tom Hunting

Σήμερα thrashάρουμε άσχημα. Όχι ότι τις υπόλοιπες ημέρες δεν το κάνουμε, αλλά σήμερα έχουμε έναν λόγο παραπάνω καθώς έχει επέτειο το κολοσσιαίο “Bonded by blood”, το ντεμπούτο των Αμερικανών thrashers EXODUS που συντάραξε συθέμελα τον μεταλλικό κόσμο με την κυκλοφορία του. Ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά σημαντικά πραγματάκια γύρω από αυτό το άλμπουμ αλλά και για την ιστορία των EXODUS ακούγοντας το δυνατά, όπως του αρμόζει.

Οι EXODUS ιδρύθηκαν κάπου το 1979 από τους Kirk Hammett και Tom Hunting. Στην πρώιμη μορφή τους ξεκίνησαν ως μπάντα NWOBHM διασκευών, με τον Tom Hunting να αναλαμβάνει εκτός από τα τύμπανα και τα φωνητικά. Ο Hammett θεωρείται επίσης αυτός που βρήκε το όνομα της μπάντας.

Το 1981 οι VENOM κυκλοφορούν το “Welcome to hell”, την αρχή των πάντων όσον αφορά τον ακραίο ήχο, και φυσικά οι EXODUS δεν γινόταν να μείνουν ανεπηρέαστοι. Την ίδια χρονιά, η γνωριμία του Hammett με τον θεότρελο Paul Baloff αποδείχθηκε καταλυτική, καθώς ο Σοβιετικής καταγωγής λεβέντης, αναλαμβάνει τα φωνητικά. Γρήγορα οι EXODUS αποκτούν τη φήμη μιας ιδιαίτερα δολοφονικής και επικίνδυνης μπάντας επί σκηνής, με τη δημοφιλία τους να εξελίσσεται ταχύτατα στο χώρο του underground, και όλα αυτά χωρίς να έχουν κυκλοφορήσει ούτε ένα demo! Όταν μάλιστα κυκλοφόρησε το πρώτο τους demo  το 1982, έγινε χαμός. Σε αυτό το demo, αλλά και στο επόμενο, η σύνθεση των EXODUS αποτελείται από τον Baloff στα φωνητικά, Holt και Hammett στις κιθάρες, Hunting στα τύμπανα και Jeff Andrews στο μπάσο. To demo του 1983 ήταν η τελευταία ηχογράφηση των Andrews και Hammett με τους EXODUS, καθώς ο πρώτος αποχώρησε για να πάρει μέρος στην πρώτη, πρώιμη σύνθεση των POSSESSED, ενώ ο δεύτερος….

Εκείνη τη χρονιά, οι ταχύτατα ανερχόμενοι METALLICA, διώχνουν τον Dave Mustaine κακήν κακώς και ο manager των EXODUS, Mark Whitaker προτείνει τον Hammett ως αντικαταστάτη του! O Hammett σοκαρίζεται και αρχικά δεν θέλει να πάει, εξάλλου οι EXODUS ήταν δικό του “παιδί” σε μεγάλο ποσοστό.  Ύστερα όμως από συζητήσεις και με τις ευλογίες των υπόλοιπων μελών των EXODUS, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα και να προσχωρήσει στους METALLICA. Και τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία….

Οι EXODUS δεν χάνουν καιρό και βρίσκουν γρήγορα αντικαταστάτες στα πρόσωπα των Rob McKillop και Rick Hunolt στο μπάσο και στην κιθάρα αντίστοιχα. Με αυτή τη νέα σύνθεση, ηχογραφούν ένα demo το 1983 και άλλο ένα, το “A lesson in violence” το 1984. Παράλληλα δουλεύουν πυρετωδώς στο πρώτο τους άλμπουμ και ετοιμάζονται να το κυκλοφορήσουν την ίδια χρονιά, με τον τίτλο του demo, δηλαδή “A lesson in violence”.  Διάφορα, όμως, θέματα νομικής φύσεως καθώς και η αδυναμία να βρουν κατάλληλο εξώφυλλο συναφές με τον τίτλο, οδηγούν σε αλλεπάλληλες καθυστερήσεις. Με τα πολλά, ο τίτλος του άλμπουμ αλλάζει, το εξώφυλλο βρίσκεται, και τον Απρίλιο του 1985, μια μέρα σαν αυτή, κυκλοφορεί το “Bonded by blood”.

Η μικρή εισαγωγή που ακούγεται σαν απογείωση αεροπλάνου, προετοιμάζει ψυχολογικά τον ακροατή σαν να λέει “Παρακαλώ δέστε τις ζώνες σας, αναμένονται αναταράξεις” και πραγματικά μόλις σκάει το ομώνυμο κομμάτι, αρχίζει ο χαμός. Απίστευτα riffs και ένας Baloff να ακούγεται σαν φρενιασμένος τρόφιμος τρελοκομείου δίνουν το στίγμα που θα επικρατήσει στη διάρκεια όλου του άλμπουμ. Το “Exodus” συνεχίζει στο ίδιο δαιμονισμένο τέμπο, και από εκεί και πέρα, τι να λέμε!

Να πούμε για την μοχθηρία που βγάζουν τα “And then there were none” και “Piranha”. Να πούμε για το ισοπεδωτικό “A lesson in violence” που ακόμη και σήμερα προκαλεί τον απόλυτο πανικό . Να πούμε για το “ερωτικό” “No love” με την ακουστική εισαγωγή του,  το mid tempo ρυθμό του και την εξέλιξή του στο thrash ξέσπασμα του. Να πούμε για το κολασμένο “Deliver us to evil” και το εξαιρετικό “Strike of the beast” που κλείνει αυτή τη δισκάρα. Φήμες λένε μάλιστα ότι από αυτό το κομμάτι επηρεάστηκαν οι KREATOR όταν έγραψαν το “Total death” για το ντεμπούτο τους “Endless pain”. Μικρή σημασία έχει όμως. Μοναδική παραφωνία, σε εμένα τουλάχιστον, το “Metal command”, ένα κομμάτι που, ακόμη και σήμερα, εκτιμώ ότι δεν ταιριάζει απόλυτα με την βαρβαρότητα και την τραχύτητα των υπόλοιπων κομματιών. Χαρακτηριστικό, τέλος, το εμβληματικό εξώφυλλο με τα δύο σιαμαία αδέρφια που αποτυπώνει με τον ιδανικότερο τρόπο το μουσικό περιεχόμενο του δίσκου.

Ο δίσκος προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις όταν κυκλοφόρησε, αν και σε ορισμένους κύκλους του underground ήταν ήδη γνωστός μέσω tape trading και εκτόξευσε κατευθείαν τους EXODUS στην ελίτ του thrash metal , αν και, όπως γνωρίζουμε, η εξέλιξη της καριέρας τους, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, είχε πολλά σκαμπανεβάσματα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία  όμως ότι η επιρροή του “Bonded by blood” στο χώρο του thrash metal παραμένει τεράστια ακόμη και σήμερα. Και αν και ακόμα αιωρούνται δύο τεράστια “What if…” γύρω του, το ένα αν το άλμπουμ κυκλοφορούσε ένα χρόνο νωρίτερα όπως είχε προγραμματιστεί , το δεύτερο και κυριότερο, αν ο Hammett παρέμενε στους EXODUS, σε τελική ανάλυση, μικρή σημασία έχουν. Η ιστορία έχει ήδη καταγράψει το “Bonded by blood” ως ένα από τα πιο επιδραστικά thrash άλμπουμ, και ταυτόχρονα ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα στο χώρο. Και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα.

Murder in the front row, crowd begins to bang and there’s blood upon the stage
Bang you head against the stage and metal takes its price, bonded by blood

Did you know that:

  • Σύμφωνα με τους Hammett και Holt τα μέλη των EXODUS σε κάποια στιγμή τρύπησαν τα δάχτυλα τους για ενώσουν το αίμα τους και να επισφραγίσουν τη φιλία τους. Και κάπως έτσι βγήκε ο τίτλος “Bonded by blood”.
  • Στον δίσκο αρχικά προοριζόταν να συμπεριληφθεί και το“Impaler”, η ιδέα όμως απορρίφθηκε επειδή ο Hammett χρησιμοποίησε το βασικό riff του όταν προσχώρησε στους METALLICA στο “Trapped under ice”. Η τάξη αποκαταστάθηκε πολλά χρόνια αργότερα όταν το κομμάτι μπήκε στο “Tempo of the damned”.
  • Αν αναρωτιέστε για το μακελειό που προκαλούσαν οι EXODUS επί σκηνής εκείνη την εποχή, προτείνεται ανεπιφύλακτα να δείτε το “Combat Tour Live : The Ultimate Revenge” βιντεοσκοπημένο στο περίφημο Studio 54 στη Νέα Υόρκη, στα πλαίσια της περιοδείας που έκαναν μαζί με τους SLAYER και VENOM.
  • Η επανακυκλοφορία του άλμπουμ περιέχει και δύο live κομμάτια με τον Steve “Zetro” Souza στα φωνητικά, τα “And then there were none” και “A lesson in violence”. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρώτες επανακυκλοφορίες είχαν διαφορετικό εξώφυλλο από το αυθεντικό, ενώ, αρκετά αργότερα, το γνωστό σε όλους μας εξώφυλλο επανήλθε κανονικά.
  • Το 2008 οι EXODUS επανηχογράφησαν το άλμπουμ με τον τίτλο “Let there be blood”, προκαλώντας ανάμικτες αντιδράσεις. Το πιο σημαντικό σε αυτό το άλμπουμ, είναι η εμφάνιση του “Hell’s breath”, ενός δυσεύρετου κομματιού που υπήρχε στο demo του 1983.

Θοδωρής Κλώνης

ELVENKING – “Reader of the Runes – Luna” (Reaper Entertainment)

0
Elvenking

Elvenking

Στα χαρτιά το folk Metal θα έπρεπε να μου αρέσει πολύ, αλλά επειδή συνήθως έρχεται με πλούσια συνοδία ακραίων φωνητικών δεν έχει καταφέρει να με κερδίσει σαν είδος. Όχι ότι έχω κάτι με τα brutal φωνητικά, ίσα ίσα, απλά ο συνδυασμός εδώ κάπου με χαλάει και για αυτό δεν έχω αγκαλιάσει πραγματικά συγκροτήματα όπως οι ELUVEITIE. Το κενό αυτό έρχονται να καλύψουν οι ELVENKING με τις τέρμα power αποχρώσεις τους. Φαντάζομαι δεν χρειάζονται πολλές εισαγωγές, κοντά 25 χρόνια μπάντα είναι και πλέον μιλάμε για τη 12η δουλειά τους, οπότε πάμε απευθείας εκεί. 

Το “Luna” αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας “Reader of the runes” που ξεκίνησε το 2019 με το “Divination” και συνέχισε στο “Rapture”. Είναι επίσης ο πρώτος δίσκος του συγκροτήματος που δεν κυκλοφορεί από την AFM, μετά από 24 χρόνια συνεργασίας. Μουσικά βέβαια δεν έχει επηρεαστεί κάπως το αποτέλεσμα αφού πρόκειται για την ίδια συνθετική φιλοσοφία και προσέγγιση που ξέρουμε. Αυτή θα ήταν και η καλύτερη περιγραφή του άλμπουμ, δεν υπάρχει καμία έκπληξη αλλά συνάμα δεν είναι και τίποτα κακό. 

Όλα τα τραγούδια στέκονται σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο, είναι δουλεμένα, με αγαπημένα μου στοιχεία να αναδεικνύονται τα ρεφραίν και οι Folk πινελιές κυρίως μέσω της χρήσης βιολιού. Κάποιες συνθέσεις καταφέρνουν να ανελιχθούν στην κορυφή των προτιμήσεών μου όπως το εξαιρετικό “Gone Epoch”, ενώ ο δίσκος γέρνει λίγο ποιοτικά υπέρ του πρώτου μισού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ακροάσεις με φθίνον ενθουσιασμό όσο μπαίνουμε πιο βαθιά στο tracklist, αλλά να πω πως δεν φτάνω σε σημείο να πατάω το stop, φτάνω ευχάριστα μέχρι το 11λεπτο “Reader of the runes – Book II”. Μιας και το αναφέραμε, έχει μια φωνητική μελωδία που μου θύμισε έντονα το “La Isla Bonita” (μην μου πείτε πως είμαι ο μόνος!), ενώ αντίστοιχα στο κλείσιμο του “The weeping” θα συναντήσουμε ένα σύντομο χορωδιακό μέρος που κλείνει το μάτι στο “The king for a 1000 years” των HELLOWEEN.   

Μένοντας στο κομμάτι των επιρροών, το γεγονός ότι μιλάμε για άντληση έμπνευσης από μπάντες όπως οι SKYCLAD είναι σίγουρα ένα επίσης ένα δυνατό χαρτί. Έτσι οι ELVENKING με το “Luna”, αποφεύγοντας να γίνουν μία ακόμα εναλλακτική έκδοση του σημερινού ανθεμικού και εύπεπτου Power Metal (το οποίο λατρεύω, δεν είναι μπηχτή), κατάφεραν να μείνουν σχετικοί στις μουσικές προτιμήσεις μου ακόμα και μετά από κάποιους μήνες το οποίο δεν το περίμενα. Ο λόγος είναι ότι δεν βομβαρδίστηκα με δεκάδες παρεμφερείς εναλλακτικές στην πορεία και έτσι οι ρούνοι των Ιταλών κατάφεραν να διατηρήσουν τη δύναμή τους στο χρόνο. Καταφέρνουν και δημιουργούν τη σωστή ατμόσφαιρα με τρόπο που μου θύμισε τους RHAPSODY επί εποχής “Triumph or agony” (για πολλούς πατάτα, για μένα πολύ καλό). 

Σε ποιους απευθύνεται το “Luna” λοιπόν; Προφανώς στους φίλους των ELVENKING που ξέρουν ήδη τι θα ακούσουν, αλλά και στους λάτρεις του Folk Power, σε αυτούς θα αρέσει κατά πάσα πιθανότητα. Κατά τα άλλα τους θεωρώ ένα εντάξει συγκρότημα αλλά μέχρι εκεί. Ακόμα και κατά την πρώτη ακρόαση του άλμπουμ δεν μου έκαναν καμία έκπληξη, είτε θετική είτε αρνητική. Θέλετε να βάλετε κάτι καινούργιο να παίζει που εγγυημένα στέκεται σαν ποιοτική μουσική; Μόνο χαμένος χρόνος δεν θα είναι. Δεν βρήκατε χρόνο να το ακούσετε; Δεν χάθηκε και κάτι.  

7 / 10

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 25/4 [FLOTSAM AND JETSAM]

0
Flotsam

Flotsam

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Drift” – FLOTSAM & JETSAM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: MCA Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Neil Kernon
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Eric A.K. – φωνητικά
Kelly David-Smith – ντραμς
Edward Carlson – κιθάρα
Jason Ward – μπάσο
Michael Gilbert – κιθάρα

Μέσα δεκαετίας ’90, μία περίοδος όπου οι περισσότεροι μεταλλάδες ασχολούνταν με το πόσο ΜΕΤΣΟΛ ήταν κάθε δίσκος, όταν το grunge ήταν στο ζενίθ του και τα metal συγκροτήματα έψαχναν τρόπους να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της μουσικής βιομηχανίας. Ιδιαίτερα τα thrash metal σχήματα, προβληματίστηκαν ακόμα περισσότερο, αφού κάποια πήγαιναν προς το death metal, κάποια προς το industrial/punk, πολλά διαλύθηκαν, αλλά το «παραδοσιακό» thrash ήταν σε παντελή έλλειψη.

Οι Τεξανοί FLOTSAM & JETSAM, έχοντας βγάλει δύο δίσκους που έκαναν πάταγο, το “Doomsday for deceiver” και το “No place for disgrace”, υπέγραψαν στην πολυεθνική MCA Records και κυκλοφόρησαν το “When the storm comes down” (έναν δίσκο που ποτέ δεν κατάλαβα πως μπόρεσαν να τον βγάλουν μετά το “No place…”, αλλά ουδείς μπορεί να μπει κολαούζος στην έμπνευση του καθενός) και το εκπληκτικό, αλλά ιδιαίτερα υποτιμημένο “Cuatro” (που στην Ελλάδα δεν μπορούσες να το βρεις με τίποτα όταν είχε βγει).

Οι συνθήκες όμως πίσω από την κυκλοφορία του “Drift” δεν ήταν και οι πιο ευνοϊκές. Αντιγράφω δηλώσεις του μπασίστα, Jason Ward: «Είχαμε επιτυχία, αλλά επίσης είχαμε να κάνουμε με θάνατο, διαζύγιο, απάτη, ανθρώπους να παίζουν με τα συναισθήματά σου, δύσκολες επαγγελματικές αποφάσεις, κακό timing, παρόλα αυτά το γκρουπ δεν πέθανε». Μάλιστα, εκείνη την περίοδο, οι FLOTS την ονόμαζαν “O-hell”.

Παρά αυτές τις δυσκολίες, αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι εντελώς διαφορετικό από παλιά. Μπήκαν σ’ ένα μικρό στούντιο σε μία φάρμα στο Texas, που τους έφερε σε μία πιο χαλαρή φάση στη σύνθεση των κομματιών. Στην κονσόλα της παραγωγής είχαν και πάλι τον σπουδαίο Neil Kernon, ενώ στη μίξη ήταν ο Michael Barbiero, που είχε δουλέψει με καλλιτέχνες όπως οι METALLICA και οι GUNS N’ ROSES.

Το θέμα με το “Drift”, είναι ότι το συγκρότημα συνέχισε ακόμα παραπέρα από τον ξεχωριστό ήχο του “Cuatro”, που λίγο θύμιζε –ούτως ή άλλως- το thrash παρελθόν τους. Οι ταχύτητες είχαν ήδη πέσει, το groove τσάκιζε κόκαλα και πλέον υπήρχαν industrial αναφορές, ακόμα και alternative και ολίγον grunge στοιχεία, αλλά πάντα με την FLOTSAM ταυτότητα.

Αυτή η φωνάρα του Eric A.K., είναι κάτι το μοναδικό. Ακόμα και τηλεφωνικό κατάλογο να διαβάζει αυτός ο άνθρωπος θα σε κάνει να ανατριχιάσεις, ενώ και το rhythm section ήταν τόσο στιβαρό που σε συνδυασμό με την ευκρινέστατη παραγωγή, γινόταν ακόμα πιο τεράστιο. Το “Me” που ξεκινούσε το άλμπουμ, θύμιζε τις παλιές μέρες του γκρουπ, αλλά ήταν η μοναδική αναλαμπή. Από εκεί και πέρα, ξεχωρίζει σίγουρα το «ανατολίτικο» “Empty air”, το “Missing” με το πολύ ωραίο «χτίσιμο» στη σύνθεση, το groovy “Blindside” και σίγουρα το πάρα πολύ ιδιαίτερο “Poet’s tell” που κλείνει το “Drift” με ξεχωριστό τρόπο και τον A.K. να χαρίζει μία ερμηνεία ανατριχιαστική.

Προσωπικά, ο δίσκος μου άρεσε και μου αρέσει. Δεν είναι στο Top-5 του γκρουπ, σίγουρα όμως δεν άξιζε τη λέζα που έφαγε εκείνα τα χρόνια και ώθησε την MCA να μην τους ανανεώσει το συμβόλαιο και να ψάχνουν εταιρία. Βλέπετε, ακόμα και σήμερα, δεν κοιτάμε αν κάτι είναι ωραίο, αλλά αν είναι αρκετά metal για τα γούστα μας… Όταν, λοιπόν, οι FLOTSAM & JETSAM υπέγραψαν στη Metal Blade αμέσως μετά κι έβγαλαν το “High” (1997), οι promo κόπιες που μας είχαν φτάσει έγραφαν το χαρακτηριστικό: “it’s metal, so f**k off!!!”

Σάκης Φράγκος

Unknown stories behind “Headless cross” by BLACK SABBATH

0
Sabbath

Sabbath

“Listen for the feet as they pound the land to a tune of thunder
Watch as the legions ride again to a fate of death or torture
At the Headless Cross, at the Headless Cross…”

Η αλήθεια…

Αν προσέξει κανείς την ιστορία, θα διαπιστώσει πως αρκετές μπάντες οι οποίες στα 70s μεγαλούργησαν, στα 80s υπέφεραν. Όχι όλες φυσικά, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό τα βρήκαν πολύ σκούρα. URIAH HEEP, BAD COMPANY, UFO, WISHBONE ASH, BLUE ÖYSTER CULT, NAZARETH, THIN LIZZY κ.α για αυτές τα χρόνια αυτά ήταν πραγματικός εφιάλτης. Το 1987, οι BLACK SABBATH βρίσκονταν σε οριακό σημείο, μετά το αποτυχημένο εμπορικά “Eternal Idol”, το στραπάτσο με την αποχώρηση του Dio, τις παλινωδίες και τις Spinal Tap καταστάσεις του “Born again” και την σύγχυση του “Seventh star”. Ο Iommi προσπαθούσε να κρατήσει στην επιφάνεια ένα καράβι του έδειχνε να βυθίζεται χωρίς καμία ελπίδα…

Παρά το γεγονός ότι μια σειρά από σπουδαίους ερμηνευτές και μουσικούς πέρασαν από την μπάντα, Dio, Gillan, Glenn Hughes (σκέφτεστε πολλούς καλύτερους;) το συγκρότημα έχασε εντελώς τις ισορροπίες του, η σταθερή σύνθεση ήταν κάτι σαν άπιαστο όνειρο και η μια αποτυχία διαδέχονταν την άλλη. Περίπου 17 διαφορετικά line ups είχαν παρουσιάσει από την ημέρα που χώρισαν οι δρόμοι τους με τον Ozzy. Οι SABBATH φαίνονταν εκτός τόπου και χρόνου, σε αντίθεση με την σκηνή του heavy metal, που οι ίδιοι ίδρυσαν και σχεδόν εδραίωσαν, η οποία βρισκόταν εκείνα τα χρόνια σε πλήρη άνθηση. Τι αντίθεση, ε; Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι κύριοι ανταγωνιστές τους, Ozzy και Dio γνώριζαν πολύ μεγάλη επιτυχία παράλληλα ως σόλο καλλιτέχνες.

To “Eternal idol” ένα άλμπουμ που αγαπάμε ιδιαιτέρως, εμπορικά απέτυχε εντελώς, οι πωλήσεις έπεσαν στα τάρταρα και η μπάντα έχασε το δισκογραφικό της συμβόλαιο. Όμως έδειξε και κάποια στοιχεία τα οποία θα ήταν αποφασιστικής σημασίας για την πορεία της μπάντας. Πρώτον, στην μπάντα δεν υπήρχε ένας ερμηνευτής με παρελθόν από τον οποίο ο κόσμος θα είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις. Εμφανίστηκε ένας νέος μουσικός, ο Tony Martin ο οποίος είχε την φωνή αλλά και την ικανότητα να μπορεί αξιοπρεπώς (και λίγα λέω..) να ερμηνεύσει το παρελθόν της μπάντας. Δεύτερον, υπήρξε ξεκάθαρη μουσική πορεία στο ύφος της περιόδου Dio, δηλαδή προς το ορθόδοξο και τίμιο heavy metal. Τρίτον και πολύ βασικό, παρα τις αντίξοες συνθήκες και το κατακρήμνισμα του ονόματος της μπάντας, συνθετικά το “Eternal Idol” ήταν σε εξαιρετικά (ειδικά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε) επίπεδα. Οι κρίσεις όμως, αν δεν οδηγήσουν σε καταστροφή, μπορεί να δημιουργήσουν ευκαιρίες. Και ο Iommi δεν ήταν τύπος που τα έβαζε εύκολα κάτω ή σήκωνε ψηλά τα χέρια.

Η αλήθεια είναι πως θα είχε κάθε λόγο εκείνη την περίοδο να διαλύσει την μπάντα. Οι συνεχείς αλλαγές μελών, τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα, οι αποτυχίες σε πωλήσεις και περιοδείες, αλλά και η απώλεια της μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας θα μπορούσαν πολύ άνετα να ήταν το τέλος της μπάντας. «Ήξερα πως αν σταματούσα, ίσως δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ξανά το όνομα BLACK SABBATH. Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό» δήλωσε και ήταν λογικό αφού η μπάντα ήταν το δικό του «μουσικό παιδί», άλλωστε ακόμα και όταν ένιωσε την ανάγκη, εκείνα τα χρόνια, να κάνει ένα προσωπικό άλμπουμ το “The seventh star”, ούτε και τότε η δισκογραφική του δεν τον άφησε.

Η IRS Records

Οι SABBATH μετά το “Eternal Idol” έχασαν την συνεργασία τους με την Warner και την Vertigo σε Αμερική και Ευρώπη, με αποτέλεσμα να βρεθούν χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο για πρώτη φορά. Ήταν μια πολύ άβολη κατάσταση. Η I.R.S. Records (International Record Syndicate) αρχικά ήταν μια ανεξάρτητη δισκογραφική η οποία ιδρύθηκε το 1979 από τον Miles Copeland, αδερφό του Stewart Copeland των THE POLICE. Η εταιρεία έγινε γνωστή για την υποστήριξη εναλλακτικών και new wave καλλιτεχνών στη δεκαετία του ’80, και ήταν μια έκπληξη η συνεργασία της με τους BLACK SABBATH αρχικά. Ήταν μία από τις πιο επιδραστικές indie δισκογραφικές, δίνοντας ευκαιρίες σε συγκροτήματα που δεν είχαν ακόμα τη στήριξη των μεγάλων labels. Για να καταλάβετε από αυτή ξεκίνησαν μπάντες όπως οι R.E.M., THE GO-GO’S, THE BANGLES, οι ALARM, FINE YOUNG CANNIBALS και οι WALL OF VOODOO.

Photo by I.R.S. Metal (promotional photo)

Παρότι ήταν ανεξάρτητη εταιρία είχε καταφέρει να συνάψει σημαντικές συμφωνίες διανομής και συνεργαζόταν με μεγάλες δισκογραφικές όπως η A&M και η MCA για τις κυκλοφορίες της, πράγμα που της έδωσε μια δυναμική ιδιαίτερη. Τελικά όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, στα μέσα των ’90s, η I.R.S. απορρίφθηκε από την EMI και ως label εξαφανίστηκε. Η αναπάντεχη μάλλον συνεργασία των BLACK SABBATH με την I.R.S. έδωσε στο συγκρότημα μια πιο «εναλλακτική» δισκογραφική στέγη, απεριόριστη καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και την σιγουριά ενός δισκογραφικού συμβολαίου σε μια εποχή που όλα ήταν εξαιρετικά ρευστά για αυτούς.

Όμως παρά τα θετικά με τον χρόνο φάνηκαν και κάποια μειονεκτήματα που είχε η I.R.S. Πέρα από του ότι, φυσιολογικά, δεν είχε την δυναμική των μεγάλων labels, δεν είχε και το κατάλληλο υπόβαθρο όσον αφορούσε την προώθηση των άλμπουμ που κυκλοφορούσε, ιδιαίτερα στην Αμερική. Για τους BLACK SABBATH όμως, οι επιλογές ήταν πολύ περιορισμένες πλέον. Τελικά πέρα από τους SABBATH υπήρξαν και άλλες rock ή metal μπάντες που συνεργάστηκαν με αυτή την παράξενη δισκογραφική εταιρία όπως οι MARILLION, MEKONG DELTA, NUCLEAR ASSAULT, THE LORDS OF THE NEW CHURCH..

Ο Cozy Powell – Η εσωτερική δύναμη

Ο Cozy Powell δεν ήταν ένα κοινός drummer. Ήταν ένας ολοκληρωμένος μουσικός και μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα που δεν δίστασε ποτέ, σε όποια μπάντα και εάν συμμετείχε να λάβει ενεργητικό ρόλο. Είναι από τους ελάχιστους drummer με προσωπική δισκογραφία και επιτυχία, ένας drummer που αποφάσιζε ο ίδιος για τον εαυτό του. Δεν δίστασε ποτέ να έρθει σε αντιπαράθεση με μεγάλες προσωπικότητες όπως ήταν οι Blackmore, Coverdale, Michael Schenker, Dio κλπ, ή αντιθέτως να πλησιάσει ο ίδιος μπάντες οι οποίες θεωρούσε ότι με αυτόν στην σύνθεση θα μπορούσαν να κάνουν σπουδαία πράγματα. Ο Iommi τον γνώριζε πολλά χρόνια και μάλιστα είχε δηλώσει ότι ήταν ο πρώτος drummer που θα ήθελε στην μπάντα μετα τον Bill Ward. Του είχε προτείνει μάλιστα άλλες δύο φορές το 1982 και το 1983 να μπει στους SABBATH αλλά ο Powell ήταν ήδη δεσμευμένος τότε με άλλα σχήματα.

Όταν όμως τελείωσε το θαυμάσιο “Long cold winter” των CINDERELLA ο καιρός είχε φτάσει. Για τους BLACK SABBATH το να εισέλθει στην μπάντα μια προσωπικότητα όπως ο Powell ήταν αποφασιστικής σημασίας, όχι μόνο γιατί ήταν ένας σπουδαίος drummer, αλλά γιατί ήταν και ένα μουσικός που δεν περιορίζονταν μόνο σε ένα ρόλο. Ήταν ο άνθρωπος που έφερε σε επαφή την IRS με το συγκρότημα και ξαναβρήκαν δισκογραφικό συμβόλαιο, είχε λόγο και άποψη για σχεδόν τα πάντα, κάτι που σαφώς ξεκούραζε τον Iommi, άποψη για το με ποιον τραγουδιστή θα έπρεπε να δουλέψουν, ποιον μπασίστα, ξεκάθαρη εικόνα για τον ήχο και το ύφος της μπάντας και συνέβαλε σε αυτό καθήμενος στην καρέκλα του παραγωγού μαζί με τον έτερο Tony. Ο Powell ήταν ο δεύτερος άνθρωπος της μπάντας και λειτούργησε αποφασιστικά στην επιβίωση και αναβίωση του συγκροτήματος.

Ο Tony Martin – Ο πιο πιστός υπηρέτης

Ο Tony Martin διαχρονικά είναι ο άνθρωπος που κράτησε το επίπεδο των BLACK SABBATH ακόμα και όταν είχε τον κάθε λόγο να μην το κάνει και να σηκωθεί να φύγει. Είναι η πιο συμπαθητική φιγούρα (μετα τον Iommi) και αυτό όχι μόνο γιατί είναι ένας εξαίρετος χαρακτήρας και άνθρωπος, αλλά γιατί στάθηκε με τόση αξιοπρέπεια πάνω στην σκηνή και έδωσε αξιοπιστία σε ένα συγκρότημα το οποίο στην κυριολεξία για πολλά χρόνια παράπαιε δεξιά και αριστερά. Η θέση του στην μπάντα ποτέ δεν ήταν δεδομένη, ακόμα και όταν μπήκε σε αυτή αναγκάστηκε σε μόλις τρεις εβδομάδες να ηχογραφήσει το “Eternal idol”, για το οποίο σχεδόν δεν περιόδευσαν καθόλου.

Ακολούθως και μέχρι να μπει στην μπάντα ο Cozy Powell η θέση του δεν ήταν εξασφαλισμένη. Είχε μπει στους BLUE MURDER του Sykes και έβλεπε από εκεί την συνέχεια της καριέρας του. Αρχική σκέψη του Iommi ήταν η επιστροφή του Dio και κατόπιν να δώσει την θέση στον David Coverdale. Ο Powell είχε πολλές αντιρρήσεις για τον παλιό του συνεργάτη στους RAINBOW και φυσικά το να έρθει ο Coverdale στην μπάντα εκείνα τα χρόνια ανήκε στην σφαίρα της φαντασίας. Οι επιδόσεις όμως του Martin στα demo του “Headless cross” ήταν αυτές που έδιωξαν κάθε αμφιβολία για το ποιος θα ήταν πίσω από το μικρόφωνο. Και ο πιστός υπηρέτης των SABBATH ήταν ξανά εκεί για να δώσει, ποιότητα, ύφος και δύναμη στο άλμπουμ.

Geoff Nicholls – The unsung hero

Δέκα άλμπουμ με τους BLACK SABBATH, τρία επίσημα live και πάντα έμεινε το παρασκήνιο, ένας από τους πλέον ανώνυμους και παραγνωρισμένους μουσικούς. Συνθέτης, κιθαρίστας, μπασίστας, πληκτράς. Τόσο ταλέντο κρυμμένο πάντα στα παρασκήνια, πάντα στην σκιά πίσω από τα φώτα των προβολέων. Άλλοτε τον ανάφεραν, άλλοτε όχι, κάποιες φορές απλά ως special guest, κάποιες φορές τον έκρυβαν. Στην σκηνή νομίζω δεν εμφανίστηκε ποτέ, ακόμα και όταν έπαιζε πλήκτρα ή έπαιζε τις ρυθμικές κιθάρες για να υποστηρίξει τον Iommi.

Μαζί με τον Tony Martin οι πιο αδικημένες φιγούρες στην ιστορία της μπάντας. Αλλά ήταν και αυτός πάντα εκεί πάντα, αθόρυβος μα τόσο ουσιαστικός. Τα πλήκτρα του στο “Headless cross” χρωματίζουν τα τραγούδια και δίνουν ακόμα μια πιο επική χροιά στο όλο εγχείρημα που ούτως ή αλλιώς καλλιτεχνικά ήταν μια πραγματικά αναγέννηση για την ταλαίπωρη μπάντα. Του έδωσαν την ευκαιρία να προσθέσει τα keyboards αφού είχαν τελειώσει όλες τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις και αυτός αντί να στριμωχτεί μέσα στον όγκο των συνθέσεων κατάφερε να τους δώσει περισσότερο βάθος και ατμόσφαιρα. Η συνεισφορά του στο αγαπημένο “Headless cross” και στην τελική του μορφή είναι ανεκτίμητη. Το “When death calls” θα στέκει εκεί αδιάψευστος μάρτυρας.

Το άλμπουμ

Το “Headless cross” αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας άκρως επικής τριλογίας των BLACK SABBATH όπου παρά τις δυσκολίες, καλλιτεχνικά μαζί με τα “Eternal idol” και “Tyr”, χαρακτηρίζουν την πιο επική και heavy metal πλευρά του συγκροτήματος με απόλυτη πιστότητα, και επί της ουσίας αποτελούν μια συνέχεια της περιόδου με τον Ronnie James Dio. Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τα παρασκήνιά του, τα τραγούδια του και την αδιαμφισβήτητη ποιότητά του. Και δικαίως. Αυτό που από την πλευρά μου θα ήθελα να τονίσω είναι τον ρόλο που με τα χρόνια έλαβε το “Headless cross” στην δισκογραφία της μπάντας. Μπορεί και εδώ οι πωλήσεις να μην ήταν αντίστοιχες των ανταγωνιστών του (δεν έφτασε ποτέ καν το εκατομμύριο) και το όνομα της μπάντας να ήταν πολύ πληγωμένο, αλλά κατάφερε με την ποιότητά του μερικά πολύ σημαντικά πράγματα.

Πρώτον να διατηρήσει ξανά το όνομα των BLACK SABBATH ενεργό, καταφέρνοντας να δείξει ότι η μπάντα θα μπορούσε να επιβιώσει μετά από μια σειρά καταστροφών, ότι η συνθετική ικανότητα του Iommi παράμενε ακμαία και δημιουργική και πως η μπάντα είχε πλέον σαφή μουσικό προσανατολισμό ξεφεύγοντας από τον ήχο των 70s. Παραμένει μεν από τα άλμπουμ όπου ένα ορισμένο κοινό οπαδών της μπάντας εξακολουθεί να αγνοεί επιδεικτικά, αλλά ποτέ μην υποτιμάτε την αξία των άλμπουμ με τον Tony Martin γιατί κρύβουν ανεκτίμητη ποιότητα.

Το “Headless cross” στέκει ψηλά στην δισκογραφία των BLACK SABBATH, έχει την δική του θέση και ήταν ένα come back του συγκροτήματος το οποίο του έδωσε ώθηση να συνεχίσει και να επιβιώσει με αξιοπρέπεια στα 80s, να τα κλείσει με θετικό πρόσημο την τελευταία στιγμή. Βέβαια, μετά από μια περίοδο ηρεμίας οι παλινωδίες της μπάντας θα συνεχιστούν με την αποτυχημένη επιστροφή του Dio και το “Dehumanizer”, την εκ νέου αποχώρησή του, τα live με τον Halford, την επιστροφή ξανά του Tony Martin για τα “Cross purposes” και “Forbidden”, το Reunion με τον Ozzy, μετά με τους HEAVEN AND HELL, τα επόμενα reunion και το «13» με τον Ozzy και πάει λέγοντας…

Μέχρι που τα χρόνια πέρασαν, οι άνθρωποι γέρασαν ή έφυγαν, αλλά το όνομα των BLACK SABBATH έγινε ξανά σύμβολο και παραμένει έτσι… Μέρος αυτού του θρύλου αποτελεί και το “Headless cross” και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε. Και εάν ένας άνθρωπος ήταν πάντα εκεί στα εύκολα, αλλά κυρίως, στα δύσκολα αυτός ήταν ένας. Ο Tony Iommi. Κανένας άλλος!

Δημήτρης Σειρηνάκης

Underground Halls Vol. 205 – “Never quite dead” – The PAGAN ALTAR special edition

0
Pagan Altar

Pagan Altar

Οι PAGAN ALTAR… Ίσως ό,τι πιο “cult”, με την πλήρη έννοια του όρου, ξεπήδησε από τη Γηραιά Αλβιώνα και το NWOBHM. Μαζί με τους WITCHFINDER GENERAL, εκ των πρωτεργατών της (proto) doom metal πλευράς του. Τόσο μοναδικοί, που είναι αναγνωρίσιμοι από τις πρώτες νότες, δίχως να χρειάζεται να ακουστεί η τόσο χαρακτηριστική φωνή του μακαρίτη πια Terry Jones. Επίσης τόσο μοναδικοί σε βαθμό που, ενώ αποτέλεσαν βασική επιρροή όλων αυτών των σχημάτων που φόρεσαν παντελόνια καμπάνες, πουκαμίσες και τραγούδησαν για τον Εωσφόρο, μαγείες και απόκρυφες τέχνες, ελάχιστοι ήταν αυτοί που δοκίμασαν, ανεξαρτήτου αποτελέσματος, να τους μιμηθούν, βαθιά επηρεασμένοι από τη μουσική και στιχουργική τους άποψη.

Η επιστροφή τους, αποτελεί μια μεγάλη, όσο και ευχάριστη έκπληξη. Όταν κυκλοφορούσε, το 2017, το “The room of shadows”, τους αποχαιρετούσαμε, καθώς είχαμε πληροφορηθεί επισήμως ότι εκείνο θα ήταν το τελευταίο τους άλμπουμ. Δόθηκαν και κάποια τελευταία live shows και επήλθε μια… «σιωπή», προσωρινή τελικά, αφού το Never quite dead (πόσο ταιριαστός τίτλος!) ήρθε για να προστεθεί στους κρίκους της αλυσίδας των PAGAN ALTAR κυκλοφοριών και να αναθερμάνει το ενδιαφέρον των οπαδών και ίσως, λέω ΙΣΩΣ, να προσελκύσει και κάποιους καινούργιους!

Όχι, οι ίδιοι οι PAGAN ALTAR δεν έχουν αυταπάτες πως θα «αλιεύσουν» οπαδούς από τον mainstream χώρο, είμαι σίγουρος για αυτό. Ο χώρος του underground είναι όμως τόσο μεγάλος και η παρουσία εκεί του εξαιρετικού frontman Brendan Radigan (SUMERLANDS, SAVAGE OATH, MAGIC CIRCLE μεταξύ άλλων) τόσο επιβλητική και αναγνωρίσιμη από τη νέα γενιά οπαδών, εκείνων των «πεινασμένων» για «παλιακούς» ήχους, που οπωσδήποτε θα λειτουργήσει ως «κράχτης». Ειδικά οι SUMERLANDS έχουν κάνει πολύ μεγάλο «γκελ».

Πάμε όμως στο καινούργιο άλμπουμ. Για έναν λάτρη της μουσικής των PAGAN ALTAR, όλα τα «κουτάκια» είναι «τικαρισμένα». Η απόκοσμη, δραματική ατμόσφαιρα, οι occult στίχοι, το πρώιμο βρετανικό heavy rock/doom metal που φλερτάρει με το hard rock, οι folk επιρροές, τα ένρινα φωνητικά. Δεν ήταν διόλου δύσκολο βέβαια, από την στιγμή που ο Radigan μοιάζει ο ιδανικός ερμηνευτής για τη μπάντα και τα τραγούδια είναι όλα γραμμένα από την εποχή που ο Terry Jones ήταν εν ζωή και δραστήριος, κατά τη μακρά περίοδο μεταξύ 1984 και 2012-2013.

Ουδεμία σύνθεση του “Never quite dead” δείχνει να υστερεί. Ξεκινάμε από το – εντελώς BLUE OYSTER CULT – ιδανικό opener “Saints and Sinners”, για να «σκοτεινιάσει» ο ήχος με το “Liston church” και τη διλογία “Madame M’Rachael”/“Madame M’Rachael’s grave”. Πώς να μην «σκοτεινιάσει» βέβαια, όταν λόγος γίνεται στο πρώτο για ένα από τα πιο στοιχειωμένα μέρη της Αγγλίας και στο δεύτερο για έναν εξίσου τρομακτικό, γκροτέσκο θρύλο!

Το doom εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στα “Well of despair” και “The Dead’s last march” για να έρθει, με εντυπωσιακό τρόπο, η καταληκτική ενότητα του δίσκου: Το ονειρικό “Kismet” μαζί με τη folk, τρόπον τινά εισαγωγή του, “Westbury express”, μακράν η καλύτερη στιγμή του και συνάμα μια από τις καλύτερες στιγμές στο σύνολο της PAGAN ALTAR εποποιΐας. Όσοι λατρεύουν το “Endless skies” των ASHBURY και το “Argus” των WISHBONE ASH, να ετοιμάζονται ίσως για το top of the tops ολόκληρης της χρονιάς! Η κιθάρα του υιού Jones, του Alan, «κεντάει»!

Με το “Never quite dead” τουλάχιστον ισάξιο του The room of shadows, oι Βρετανοί διατηρούν και τιμούν το cult/obscure status τους, με πρόθεση να το κρατήσουν αμετάβλητο και σεβαστό τόσο στον χώρο του underground metal όσο και σε αυτόν του “vintage/occult rock”. Δεν είναι οι «δεινόσαυροι» που σέρνουν το κουφάρι τους από studio σε live stage για τα φράγκα, είναι ένα ακμαιότατο σχήμα με «γεμάτο καβάλο». Μένει μόνο να δούμε αν όντως με αυτόν τον τρόπο κλείσει θριαμβευτικά το κεφάλαιο PAGAN ALTAR, ή το “Never quite dead” θα μας κάνει να καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα για τον διάδοχό του.

Δίσκος λίστας, με τα μέχρι τώρα δεδομένα.

(8,5 / 10)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: PAGAN ALTAR
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Never quite dead”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Dying Victims Production
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Brendan Radigan – Φωνητικά
Alan Jones – Κιθάρα
Denis Schneider – Κιθάρα
Diccon Harper – Μπάσο
Andy Green – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Pagan Altar
Dying Victims Productions Bandcamp
Pagan Altar Bandcamp
Facebook
Spotify
Tidal
Deezer

Αφού μιλήσαμε για το «σήμερα», πάμε να μιλήσουμε λίγο για το «χθες» και σε περίπτωση που η σχέση σου με τους PAGAN ALTAR είναι επιφανειακή ή μηδαμινή, να σε καθοδηγήσω περί τα σχετικά. Γερή «βουτιά» λοιπόν στο παρελθόν, για να θυμηθούμε δίσκους κλασσικούς, που η αξία τους δεν αλλοιώνεται με το πέρασμα του χρόνου.

  1. “Judgement of the Dead”
    Το ντεμπούτο. Ή πιο σωστά… ΤΟ ντεμπούτο! Ηχογραφημένο το 1982, το “Judgement of the Dead” είναι ένα διαχρονικό, κλασσικό άλμπουμ, από αυτά που επέδρασαν όσο λίγα σε μια ολόκληρη μουσική σχολή. Αποκρυφιστικό heavy rock/doom metal, παιγμένο από μεγάλους δασκάλους του είδους αυτού, προορισμένο όχι για τις «μάζες», μα για όσους έχουν τη θέληση αλλά κυρίως την αντοχή να το.. «κοινωνήσουν». Ένας από τους πιο αγνούς, «μαγικούς» δίσκους που γράφτηκαν ποτέ.

2. “The Time Lord

Μπορεί να κυκλοφόρησε μετά το “Judgement of the Dead”, ωστόσο τούτο το EP ηχογραφήθηκε την περίοδο 1978-79 και περιλαμβάνει τις πρώτες ηχογραφήσεις των PAGAN ALTAR, αρκετές από τις οποίες θα τις βρίσκαμε και στο ντεμπούτο, υπό νέα μορφή.

3. “Lords of Hypocrisy

Μέσα στην ατυχία τους, οι PAGAN ALTAR στάθηκαν τυχεροί γιατί ήταν παρόντες όταν το κοινό στράφηκε προς το underground metal αναβιώνοντάς το και όταν είχε ήδη ξεκινήσει η άνθιση του λεγόμενου “vintage rock”, παρακλάδι του οποίου ήταν και το occult rock. Έτσι, υπήρχε κόσμος που «διψούσε» για μουσική σαν αυτή που δημιουργούσαν τούτοι οι Βρετανοί μάγιστροι. Με τραγούδια που γράφτηκαν μεταξύ 1976 και 1983, το δεύτερο άλμπουμ των PAGAN ALTAR, συνεχίζει την πορεία του “Judgement of the Dead” και η μοναδική του ατμόσφαιρα, μαζί με το μακάβριο concept του (η παρακμή και το τέλος της Ανθρωπότητας), το καθιστούν μοναδικό.

  1. Mythical & Magical
    To “magnum opus” του γκρουπ, γραμμένο κι αυτό την ίδια περίοδο με το “Lords of Hypocrisy”. Μπορεί αρκετοί από τους οπαδούς να ισχυρίζονται ότι όλα τα άλμπουμ της μπάντας είναι ισάξια, ωστόσο αν πάρουμε τα πράγματα «ψυχρά» και αντικειμενικά, εδώ έχουμε το καλύτερο PAGAN ALTAR άλμπουμ και ένα από τα ποιοτικότερα που βγήκαν ποτέ από τη Γηραιά Αλβιώνα. Ένα μεγαλοπρεπές, αρχέγονο ηχητικό αριστούργημα, που περικλείει στις συνθέσεις του μια (βρετανική) μουσική παράδοση αιώνων. Ας γράψω και το παλιό, τετριμμένο moto, του αρμόζει: Το “Mythical & Magical” είναι «απαραίτητο για κάθε ενημερωμένη δισκοθήκη».

  1. The Room of shadows
    Συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησε το “Mythical & Magical”, τούτο το άλμπουμ δεν ήταν τελικά το κύκνειο άσμα των PAGAN ALTAR, όπως περιμέναμε, αλλά ένας ακόμη δίσκος – θριαμβευτική επιστροφή. Επιστροφή στα ίδια επικά heavy rock riffs, στην ίδια folk ατμόσφαιρα, στους ίδιους ποιητικούς στίχους. O καλύτερος τρόπος για να τιμηθεί η μνήμη του εκλιπόντος αρχηγού Terry Jones, ο οποίος ακούγεται εδώ για τελευταία φορά πίσω από το μικρόφωνο.

  1. The story of Pagan Altar
    Ιστορική συλλογή, μόνο για συλλέκτες και (πολύ) φανατικούς οπαδούς, γεμάτη από πρωτόλειο, σπάνιο υλικό. Περιέχει πρόβες, demo εκτελέσεις και singles από το 1976 και μετά. Υπάρχουν τραγούδια από τους LIQUID GAS, την πρώτη μπάντα του Alan Jones, τους HYDRA, που έπαιξαν μαζί πατέρας και γιός πριν τους PAGAN ALTAR και τους MALAC’S CROSS, ένα project του Alan μετά τους PAGAN ALTAR, με την αδερφή του στα φωνητικά και τον Terry να συμμετέχει σε δύο κομμάτια.

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 24/4 [TROUBLE]

0
Trouble

Trouble

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Plastic green head”- TROUBLE
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Bullet Proof Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: TROUBLE & Vince Wojno
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Eric Wagner
Kιθάρες – Βruce Franklin
Κιθάρες – Rick Wartell
Mπάσο – Ron Holzner
Τύμπανα – Jeff Olson

Πριν μιλήσουμε για το “Plastic green head” καλό είναι να δούμε λίγο πώς φτάσαμε μέχρι εδώ. Η δισκάρα “Manic frustration” που προηγήθηκε κυκλοφόρησε το 1992 και ήταν ο δίσκος που το doom metal σχήμα αποφάσισε να μπολιάσει και άλλο τον ήχο του, πιο ξεκάθαρα αυτή την φορά και πιο απελευθερωμένα, με BEATLES στοιχεία αλλά και γενικά ψυχεδέλεια των τελών της δεκαετίας του ‘60. Έτσι, σ’ αυτόν το δίσκο βλέπουμε την μπάντα να διασκευάζει Donovan (ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς της folk) και να κυκλοφορεί ένα δίσκο πιο groovy από ποτέ, χωρίς όμως να χάνεται ούτε η ταυτότητα αλλά και ούτε o doom χαρακτήρας της μπάντας. Όλοι τότε το αγαπήσαμε τρελά και λιώσαμε και το βινύλιο από τα απανωτά παιξίματα (σημείωση: οι δίσκοι εκείνης της περιόδου ήταν φυσικά τρομερής αντοχής και ποιότητας σε σχέση με τα σημερινά σκουπίδια και φυσικά δεν έχουν πάθει το παραμικρό, παρά το λιώσιμο που έχουν υποστεί) αλλά ο δίσκος δυστυχώς δεν κατάφερε να κερδίσει νέους οπαδούς και σε μια grunge/alternative εποχή από την μια και επιπλέον με την δισκογραφική τους να τους αγνοεί μιας και η ίδια αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα οι TROUBLE να βρεθούν χωρίς εταιρία πολύ σύντομα.

Θα υπογράψουν όμως στην Γερμανική Bullet Proof Records (μια μικρή αλλά δυναμική και δραστήρια εταιρία που είχε στο δυναμικό της σπουδαία ονόματα εκείνη την εποχή σαν τους SCATERBRAIN, TAD, LETHAL, CROWBAR, PSYCHOTIC WALTZ, MIND OVER FOUR και άλλα) λίγο καιρό μετά και μόλις τρία χρόνια έπειτα θα δει το φως της δημοσιότητας το “Plastic green head” υπό την στέγη της.

Εδώ παρατηρούμε ότι η μπάντα θα εμβαθύνει κι’ άλλο στον ψυχεδελικό ήχο που μας είχαν παρουσιάσει προ τριετίας και αυτό μαρτυρούν κομμάτι σαν το bonus track “Till the end of time”, το ψυχεδελικό flower pop “Flowers”, η διασκευή στους ΜΟΝΚEYS (το σχήμα αυτό θεωρείτο τότε η απάντηση της Αμερικής στους BEATLES και είχαν τεράστια εμπορική επιτυχία) στο κομμάτι “Porpoise song” που βγήκε το 1968, στο peak της ψυχεδελικής μουσικής. Επίσης, δεν θα μπορούσε σε μια εποχή που απ’ ότι φαίνεται η μπάντα αδιαφορούσε για της επιταγές της δισκογραφίας και της τρέχουσες τάσεις της μουσικής να μην διασκευάσει την αγαπημένη της μπάντα, και φυσικά δεν λείπει μια εξαιρετική διασκευή στο “Tomorrow never knows” των BEATLES (η πρώτη εκτέλεση υπάρχει φυσικά στο “Revolver” του 1966) που κλείνει τον δίσκο και ίσως ο τίτλος του να αποτελεί και ένα statement τους για την τρέχουσα κατάσταση που βρίσκονταν σαν σχήμα εκείνη την εποχή!

Όμως ο δίσκος δεν είναι όλος ψυχεδέλεια φυσικά και το doom metal στοιχείο δεν μπορεί παρά να υπερισχύσει. Το εναρκτήριο ομότιτλο κομμάτι είναι απλά εκπληκτικό και οι κιθάρες των Franklin/ Wartell θερίζουν, το “The eye” που ακολουθεί δείχνει ότι μουσικά συνεχίζουν από εκεί που μας αφήσαν στο “Manic frustration”. Της ίδιας αισθητικής doom άσμα είναι και το μαγευτικό “Opium-eater” που είναι άνετα ένα από τα καλύτερα κομμάτια εδώ μέσα. Τα ταξιδιάρικο heavy- doom “Hear the earth” φέρει την μαγική σφραγίδα της μπάντα και εδώ απολαμβάνουμε τρομερή ερμηνεία από το Eric Wagner, στο groovy δε “Below me” οι ταχύτητες έχουν ανέβει σε αντίθεση με το ψυχεδελικό doomy “Another day”. Την μαγική μπαλάντα “Requiem” αξίζει να την ακούσει κανείς για να καταλάβει την στόφα και την μεγάλη κλάση αυτού του σχήματος.

Moυσικά έχουμε να κάνουμε με άλλο ένα εξαιρετικό TROUBLE δίσκο που όμως δεν μπόρεσε να προσφέρει διάρκεια στην μπάντα γιατί ο δίσκος αρχικά δεν κυκλοφόρησε στην πατρίδα τους και το συγκρότημα μετά την ακύρωση της Ευρωπαϊκής τους περιοδείας θα μπει στον πάγο, και θα μείνει στην αδράνεια για αρκετά χρόνια. Να πούμε ότι για το άλμπουμ αυτό θα γυρίσει στο σχήμα ο ντράμερ Jeff Olson (ο οποίος έγραψε και το “Till the end of time”) και επιπλέον ξεχωρίζει και το τρομερό εξώφυλλο του Jeff Sadowski με το μωβ και πράσινο χρωματισμό να αποτελούν από τα highlight για εμένα του όλου δίσκου. Μπορεί σαν δίσκος να μην βρίσκεται από πολλούς οπαδούς τους στις ψηλές θέσεις της δισκογραφίας τους, μπορώ να το καταλάβω αυτό και να το αποδεχτώ, πιστέψτε με όμως ο χρόνος του έχει φερθεί άψογα και πλέον, τριάντα χρόνια από την αρχική κυκλοφορία του, ακούγεται το ίδιο φρέσκος, περιπετειώδες και ουσιαστικός όπως τότε, ανασύροντάς μου μνήμες από την εποχή που το CD σαν format ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος για την αγορά των νέων κυκλοφοριών μας και την ενημέρωση μας γενικότερα στα metal δρώμενα.

In loving memory of Eric Wagner (24 April 1959 – 22 August 2021). RIP

Γιάννης Παπαευθυμίου

REFLECTION – “The battles I have won” (Pitch Black Records – προακρόαση)

0
Reflection
Photo by Elena Vasilaki
Reflection
Photo by Elena Vasilaki

Την Κυριακή των Βαΐων, βρεθήκαμε στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Κορυδαλλού για να ακούσουμε το νέο άλμπουμ των Αθηναίων epic metallers, REFLECTION, με τίτλο “The battles I have won”, που θα βγει τον Ιούνιο από την Pitch Black Records (και σε βινύλιο από το Vinylstore).

Αυτό με το οποίο θα ήθελα να ξεκινήσω, είναι το γεγονός ότι το συγκρότημα επέλεξε έναν εξαιρετικό χώρο για μία τέτοιου είδους εκδήλωση, ένα πολύ προσεγμένο αμφιθέατρο του Δήμου Κορυδαλλού, όπου προσκεκλημένοι ήταν όχι μόνο εκπρόσωποι του Τύπου, αλλά και φίλοι της μπάντας, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο οικογενειακή.

Ο κιθαρίστας, παραγωγός και βασικός συνθέτης, Στάθης Παυλάντης, προλόγιζε κάθε τραγούδι, παραθέτοντας όλα τα δεδομένα για τη σύνθεσή του, τον τρόπο που παίχτηκε και βάζοντάς μας όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα στο κλίμα της ακρόασης, ενώ αργότερα στάθηκαν δίπλα του και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, ο αδερφός του Γιώργος (ντραμς), ο μπασίστας Γιάννης Λιτινάκης και ο νέος τραγουδιστής, Κώστας Τόκας που οι πιο πολλοί τον γνωρίζουμε από τη θητεία του στους POWER CRUE.

Δεν θα ήθελα να υπεραναλύσω τραγούδια που άκουσα μόνο μία φορά, απλά να δώσω μερικές γενικές κατευθύνσεις για το “The battles I have won”. Κατ’ αρχάς, να ξεκινήσω με το εξώφυλλο του Αλέξανδρου Βασιλόπουλου, σε προδιαθέτει για τις «μάχες» που θα ακούσεις να εκτυλίσσονται μουσικά τα επόμενα λεπτά. Από εκεί και πέρα, θεωρώ ότι οι οπαδοί των REFLECTION, θα αποζημιωθούν για τα οχτώ χρόνια απουσίας (“Bleed Babylon bleed” – 2017), με τις γερές δόσεις λυρικού, επικού metal, με ψήγματα doom. Αυτό δηλαδή που θέλουν όλοι να ακούσουν από τους Αθηναίους…

Το “Only the swords survive”, ανοίγει το δίσκο με ασυνήθιστα γρήγορο τρόπο για το σχήμα, πολύ uptempo, αν θυμάμαι καλά, ο Παυλάντης αναρωτήθηκε αν θα μπορούν να το παίξουν live!!! Δεύτερο σερί πολεμικό τραγούδι, το ομώνυμο του άλμπουμ, με σίγουρη θέση στο setlist των επερχόμενων συναυλιών τους, ένα mid tempo έπος, με έντονη εσάνς από MANOWAR, που δεν νομίζω ότι χάλασε κανέναν. Το “Lord of the wind” το γνωρίσαμε ήδη από το σχετικό lyric video, με τους WARLORD να πλανώνται στον …αέρα για να φτάσουμε στο “Siren’s song”, με αργούς ρυθμούς και θεματολογία βγαλμένη μέσα από την «Οδύσσεια» του 2003. Ένα επικό doom τραγούδι, με σαφείς επιρροές από τους SOLITUDE AETURNUS.

“Once again (Crime in the valley of death)” για τη συνέχεια και φτάνουμε στον φόρο τιμής στα θύματα των Τεμπών. Ήταν να βγει single, αλλά τελικά αποφασίστηκε να μην γίνει κάτι τέτοιο για προφανείς λόγους. Γρήγορο, «δίκασο», US Metal. Οι WARLORD και οι LORDIAN GUARD, κάνουν την εμφάνισή τους και πάλι στο “Celestial war”, με σημείο που έχει έναν ρυθμό καλαματιανού, που όπως μας ανέφερε ο Παυλάντης, είναι ένας φόρος τιμής στους SARISSA. Το “March of the Argonauts”, το γνωρίζουμε από την κυκλοφορία του ως single πριν λίγα χρόνια, αλλά πρόκειται για μία νέα ηχογράφηση με τον Τόκα στα φωνητικά και μία λίγο πιο λυρική προσέγγιση. Πριν το τέλος, έχουμε το ίσως καλύτερο τραγούδι του δίσκου, το “Lady in the water”, που κατά το “Lady of winter” έχει μπόλικους CRIMSON GLORY, ενώ το “City walls of Malta – The great siege”, ένα αργόσυρτο έπος, με πολύ μεγάλη διάρκεια, ιδανικό για κλείσιμο του δίσκου.

Τα υπόλοιπα πιο κοντά στην κυκλοφορία του “The battles I have won”…

Σάκης Φράγκος

Q5: Το τελευταίο τους live στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο

0
Q5

Q5

Q5

STEEL THE LAST LIVE IN ATHENS

ΠΕΜΠΤΗ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025

-AN CLUB-

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Οι Q5 (hard rock / heavy metal) σχηματίστηκαν το 1983 στο Seattle της Washington από τον κιθαρίστα Floyd Rose (εφευρέτης του περίφημου tremolo για τις κιθάρες!) και τον τραγουδιστή/συνθέτη Jonathan Scott K. Με αρκετά τραγούδια έτοιμα και θέλοντας να στείλουν ένα demo σε δισκογραφικές εταιρείες επιστράτευσαν τους: Evan Sheeley (bass), τον ντράμερ Gary Thompson και τον κιθαρίστα Rick Pierce από το τοπικό συγκρότημα TKO, για να τους βοηθήσουν με τα καθήκοντα ηχογράφησης. Το demo που προέκυψε το υπέβαλαν στον τοπικό rock ιμπρεσάριο Ken Kinnear. Αυτός εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ και υπέγραψε συμβόλαιο να μανατζάρει την μπάντα φέρνοντας τον -βραβευμένο με Grammy- παραγωγό Mike Flicker και έτσι ηχογραφείται το πρώτο άλμπουμ της μπάντας, Steel The Light. Αφού κέρδισαν επαίνους από τους κριτικούς, το σχήμα περιόδευσε με ονόματα όπως η Lita Ford και οι Twisted Sister.  Οι Q5 υπέγραψαν συμβόλαιο με την Polygram για τη δεύτερη κυκλοφορία τους το 1986, When the Mirror Cracks. Προσωπικές διαφορές διέλυσαν το συγκρότημα λίγο μετά την εν λόγω κυκλοφορία και αφού ο Floyd Rose παραιτήθηκε, τα υπόλοιπα μέλη σχημάτισαν τους Nightshade και κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ με τίτλο Dead of Night το 1991. Μετά από αυτό το συγκρότημα σιώπησε για δέκα χρόνια, αλλά κυκλοφόρησαν άλλα δύο άλμπουμ στη συνέχεια πάλι ως Nighshade, τα Men of Iron (2001) και Stand And Be True (2008). Επανενώθηκαν δε ως Q5 για λίγο για να παίξουν στο Headbangers Open Air το 2009 και ξανά το 2014 για να εμφανιστούν στο Sweden Rock Festival. Απλά το συγκρότημα διαπίστωσε ότι αυτά τα one-off shows δεν ήταν αρκετά, και έτσι αποφάσισαν να συνεχίσουν με πιο σταθερούς ρυθμούς.

Την Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2025 οι Q5 θα επισκεφθούν ξανά –μετά από κάμποσα χρόνια- και για τελευταία φορά την πατρίδα μας για ένα ιστορικό αποχαιρετιστήριο show προς το ελληνικό κοινό που τόσο τους έχει αγαπήσει και αγκαλιάσει στο πέρασμα των χρόνων.

Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στο AN CLUB (Εξάρχεια) στο κέντρο της Αθήνας. Εκκρεμεί ανακοίνωση για την μπάντα που θα τους πλαισιώσει ως support act, καθώς και λεπτομέρειες για τιμές και σημεία πώλησης των εισιτηρίων, ζητήματα που θα γνωστοποιηθούν πολύ σύντομα!

Stay tuned and steel the last live in ATHENS! 

https://www.facebook.com/Q5Rocks

https://www.facebook.com/DJHMRM

https://www.facebook.com/AnClubofficial

ALIEN FORCE – STRIKELIGHT live in Athens

0
Alien

Alien

Οι ALIEN FORCE, αν και προερχόμενοι από τη Δανία, λόγω του πρώτου, εμβληματικού τους άλμπουμ, Hell and High Water και του ύφους του δίσκου, συχνά αναφέρονται με άλλες NWOBHM μπάντες και κυκλοφορίες του κινήματος. Μέχρι σήμερα μετρούν 3 full length κυκλοφορίες, παρά τα διάφορα προβλήματα και ατυχίες στην πορεία τους, αλλαγές στη σύνθεση μελών, τη μουσική κλπ. Πλέον όμως η μπάντα ξαναβρίσκεται στην αρχική της σύνθεση με: Henrik Rasmussen (κιθάρα), Michael Rasmussen (ντραμς), Peter Svale Andersen (φωνητικά) και Michael Østerfelt (μπάσο) όπως το 1985 και με το ύφος τους ανέπαφο από εκείνη την εποχή, δηλαδή old school heavy metal, έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα (HORNS UP festival στα Τρίκαλα το Σάββατο 3 Μαΐου) και Αθήνα ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΜΑΙΟΥ στην Αρχιτεκτονική live stage στου Ζωγράφου, για ένα special Hell And High Water 40th  Anniversary show!

Μαζί τους, στο gig της Αθήνας δεν θα μπορούσαν να σταθούν και να τους supportάρουν καλύτερα παρά μόνο οι STRIKELIGHT, άκρως επηρεασμένοι και οι ίδιοι από τις μουσικές και τη φιλοσοφία που διακατέχει το κίνημα του νησιού και ειδικά τώρα που επιστρέφουν, μετά από μεγάλη απουσία από τα δρώμενα της ελληνικής σκηνής, ανανεωμένοι, δυνατοί, με νέα σύνθεση και ισχυρά όπλα (νέα μέλη, συνθέσεις) στην traditional heavy metal φαρέτρα τους. Strikelight 2025: Θοδωρής Βογιατζής (μπάσο), William Joestar (φωνή), Λευτέρης Κοντός (κιθάρα), Γιώργος Σωτηρόπουλος (ντραμς), Κωνσταντίνος Μπίρκος (κιθάρα). The kids are back and you’d better beer there!

Η προπώληση στα 15ευρώ (ταμείο 20ευρώ) συνεχίζεται και τα εισιτήρια διατίθενται από τα κάτωθι δισκοπωλεία του κέντρου:

No Remorse

Sirens

& Eat Metal

ALIEN FORCE – https://www.facebook.com/AlienForceDK

STRIKELIGHT – https://www.facebook.com/StrikelightOfficial

HORNS UP – https://www.facebook.com/HornsUpFestival

HMRM! – https://www.facebook.com/DJHMRM

ARCHITECTURE – https://www.facebook.com/Architecturelivestage

Ο θρύλος του power metal Fabio Lione σε ένα Rhapsody exclusive show (!!!) για την Ελλάδα, στο GRF2025 του Βόλου

0
Dawn of Victory

Fabio

Περιτριγυρισμένος από πρώην μέλη του θρυλικού συγκροτήματος

Φέτος, στην πεδιάδα της Ν. Αγχιάλου, δίπλα στην θάλασσα του Παγασητικού Κόλπου, ξαναζωντανεύει ο θρύλος των μεγάλων Rhapsody!

Ένας θρύλος της power metal σκηνής! Η φωνή του Fabio Lione είναι ο ήχος του power metal! Ως νυν frontman των Angra και πρώην των θρυλικών Rhapsody, η συνεισφορά του Fabio Lione στο power metal χαρακτηρίζεται κάτι παραπάνω από τεράστια.

Φέτος, με τους DAWN OF VICTORY, ο Fabio ανεβαίνει στη σκηνή του Golden R. Festival 2025 με ένα ειδικό old school set των Rhapsody, το οποίο σίγουρα θα ενθουσιάσει όλους τους θαυμαστές του θρυλικού συγκροτήματος. Περιτριγυρισμένος από τα πρώην μέλη του συγκροτήματος Alex Holzwarth, Patrice Guers και Dominique Leurquin, έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και αποκλειστικά στο GRF2025.

Ο κόσμος του φανταστικού φέτος ζωντανεύει σε ρυθμούς symphonic power metal δίπλα στις επιπλέον προσθήκες στις οποίες προχώρησε το GRF τις προηγούμενες ημέρες, αφού πέραν των τεράστιων Old Man’s Child, ανακοίνωσε τις ζωντανές εμφανίσεις – παρουσιάσεις νέων δίσκων των δικών μας Reflection και Lucifer’s Child, ενώ υπόσχεται τις ανακοινώσεις ακόμα είκοσι (20) συνολικά συγκροτημάτων.

Όπως όλα δείχνουν, η αρένα του φετινού Golden R. Festival αναμένεται ιδιαίτερα καυτή!

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece