EINAR SOLBERG interview

Solberg
Photo by Leo Liberty








"/>



Solberg
Photo by Leo Liberty

“The voice of a genius”

Οι LEPROUS είναι από τα αγαπημένα μου σχήματα και λατρεύω τα φωνητικά του Einar Solberg. Το προηγούμενο σόλο άλμπουμ του, “16”, ήταν εξαιρετικό. Το “Vox occulta” όμως, ξεπέρασε τα όρια, φτάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον αναζητήσω και φυσικά να τον βρω, σε μία καλύβα στη Νορβηγία και αν δεν μας σταματούσαν από την εταιρία για την επόμενη συνέντευξη, ακόμα θα μιλούσαμε!

Και εδώ έχουμε στο Rock Hard Greece τον Einar Solberg. Πώς είσαι, Einar;
Είμαι πολύ καλά, πολύ καλά. Όπως κάθε Νορβηγός, βρίσκομαι αυτή τη στιγμή στο εξοχικό. Αυτό κάνουν όλοι οι Νορβηγοί το Πάσχα. Πηγαίνουμε στο εξοχικό στα βουνά ή στα δάση ή κάπου τέτοια.

Νομίζω πως κάθε Νορβηγός ακούει AHA! Ισχύει;
Μπα… Δηλαδή, πολύς κόσμος εδώ αγαπάει τους A-HA, αλλά οι A-HA είναι μια πολύ διεθνής μπάντα, οπότε νομίζω… Είναι διεθνής μπάντα, αλλά ξέρεις…

Στο Rock Hard Festival Greece πέρυσι είχα τους CONCEPTION από τη Νορβηγία. Έπαιξαν μια ακουστική εκδοχή του “Hunting High and Low”.
Καταπληκτικό. Πολύ ωραίο. Το θέμα με μένα είναι ότι ποτέ δεν επέλεξα από μόνος μου να παίξω διασκευή των A-HA. Πάντα μου “ερχόταν”. Την πρώτη φορά ήταν ο Ihsahn που με ρώτησε: «Θες να τραγουδήσεις σε αυτό το κομμάτι;». ΟΚ, φυσικά. Και τότε δεν είχα καν ακούσει το τραγούδι που ήθελε να τραγουδήσω, το “The Sun Always Shines on T.V.” ή το “Manhattan Skyline”, δεν το είχα ακούσει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και μετά το “Take On Me” προέκυψε σαν challenge από το Musora. Οπότε ήμασταν απλώς σε φάση «πάμε να το κάνουμε», χωρίς να ξέρουμε τι θα προκύψει. Ίσως λοιπόν ο κόσμος να νομίζει ότι είμαι ο μεγαλύτερος fan των A-HA στον κόσμο επειδή συνεχώς κάνω διασκευές τους, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν το επέλεξα συνειδητά. Μου αρέσουν πολύ οι A-HA, αλλά δεν είμαι και φανατικός ή κάτι τέτοιο.

Photo by Leo Liberty

Ας επικεντρωθούμε στο “Vox Occulta”, το επερχόμενο solo άλμπουμ σου, το δεύτερο μετά το “16”. Το έχεις περιγράψει ως ένα κινηματογραφικό άλμπουμ, κάτι με το οποίο συμφωνώ απόλυτα έχοντας το ακούσει αρκετές φορές. Τι σημαίνει όμως “κινηματογραφικό” στη δική σου συνθετική γλώσσα;
Νομίζω ότι ο όρος “κινηματογραφικό” συνήθως αναφέρεται σε κάτι που ενισχύει το συναίσθημα χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να το εκφράσει με λόγια. Αυτός είναι λίγο ο ρόλος της κινηματογραφικής μουσικής. Και πιστεύω ότι η μουσική που το πετυχαίνει καλύτερα είναι εκείνη που έχει έντονες κλασικές επιρροές. Γι’ αυτό και πολλή από τη μουσική που ακούμε σε μεγάλες ταινίες είναι βαθιά επηρεασμένη από την κλασική μουσική και την ορχηστρική σύνθεση. Αυτό υπάρχει και στη δική μου μουσική. Όταν λέω ότι είναι κινηματογραφική, εννοώ ότι υπάρχει πολύ δράμα μέσα της. Με αυτή την έννοια, πυροδοτεί συναισθήματα και μάλιστα πολλά διαφορετικά συναισθήματα. Και τα όργανα που χρησιμοποιώ είναι επίσης άρρηκτα συνδεδεμένα με την κινηματογραφική μουσική. Είτε μιλάμε για πλήρη ορχήστρα είτε μόνο για έγχορδα ή ένα grand piano, όλα αυτά είναι όργανα που χρησιμοποιούνται πάρα πολύ στη μουσική κινηματογράφου.

Προσέγγισες αυτόν τον δίσκο περισσότερο σαν να έγραφες μουσική για ταινία παρά σαν ένα παραδοσιακό άλμπουμ;
Όχι, όχι, όχι, όχι. Καθόλου. Το προσέγγισα 100% σαν δίσκο. Δεν σκέφτηκα καθόλου τη λογική του film scoring. Για μένα, το ιδανικό θα ήταν να φτιάχνω πολύ κινηματογραφική μουσική και μετά κάποιος σκηνοθέτης να σκεφτεί «αυτό θα ταίριαζε στην ταινία μου», όχι το αντίστροφο, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Δεν μου αρέσει να γράφω με λογική προσέγγιση τύπου «τώρα πρέπει να κάνω αυτό για να πετύχω εκείνο». Δεν δουλεύω έτσι. Ο τρόπος που δημιουργώ μουσική είναι πιο χαοτικός. Όλα είναι πιο τυχαία. Και τη στιγμή που κάποιος σου λέει «γράψε κάτι για την ταινία μου», ξαφνικά πρέπει να αρχίσεις να σκέφτεσαι πολύ λογικά. Κι εγώ δεν λειτουργώ έτσι όταν γράφω μουσική.

Έχεις πει ότι αυτός ο δίσκος είναι μια απεικόνιση του ποιος είσαι το 2026. Τι έχει αλλάξει περισσότερο από το πρώτο solo άλμπουμ σου;
Η ευτυχία μου, νομίζω, έχει αυξηθεί πολύ. Τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Παρότι υπάρχουν αρκετά πράγματα στον δίσκο που δεν είναι “χαρούμενα”, εξακολουθεί να είναι μουσική που μου αρέσει να εξερευνώ. Όμως πλέον ό,τι γράφω προέρχεται από ένα σημείο γαλήνης κατά κάποιον τρόπο. Νιώθω πολύ ήρεμος με το πού βρίσκομαι στη ζωή μου. Τουλάχιστον σε σύγκριση με παλιότερα. Και αυτό φαίνεται ακόμα και σε κάποια κομμάτια όπως το “Serenitas” και το “Anima Lucis”. Μπορείς να ακούσεις αυτή τη γαλήνη μέσα στη μουσική, κάτι που δεν υπήρχε ποτέ παλαιότερα για μένα.

Photo by Leo Liberty

Και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό, γιατί την τελευταία φορά που μιλήσαμε τα πράγματα ήταν πιο σκοτεινά και καταθλιπτικά. Οι λατινικοί τίτλοι —γιατί όλα τα κομμάτια έχουν λατινικούς τίτλους— λειτουργούν σαν συνεκτικός δεσμός; Ή υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στην αρχαία φύση της λατινικής γλώσσας και στα κλασικά στοιχεία του άλμπουμ;
Νομίζω απλώς ήθελα κάτι… Στην αρχή δοκίμασα αγγλικούς τίτλους. Και δεν μου φαίνονταν αρκετά “classy”, κατά κάποιον τρόπο. Δεν ένιωθα ότι ταίριαζαν πραγματικά στη μουσική. Έμοιαζαν περισσότερο με τίτλους pop rock τραγουδιών. Ήθελα κάτι πιο κομψό, υποθέτω. Ναι, μπορείς να το πεις κομψό ή κάποιοι ίσως να το πουν πιο pretentious. Αλλά για μένα ήθελα να πάω μέχρι τέλους στον τρόπο που εκφράζω αυτόν τον δίσκο και στο πώς τον παρουσιάζω. Οι τίτλοι ήταν μάλιστα τα πρώτα πράγματα που δημιούργησα. Έγραψα πρώτα τη μουσική, μετά τα sketches και έπειτα έδωσα τίτλο σε κάθε κομμάτι. Οι στίχοι ήρθαν πολύ αργότερα. Οι τίτλοι υπήρχαν για πολύ καιρό πριν γραφτούν οι στίχοι.

Και πώς άλλαξε τη διαδικασία σύνθεσής σου η συνεργασία με τη Norwegian Radio Orchestra;
Με ανάγκασε ουσιαστικά να γράφω ενώ βρισκόμουν σε περιοδεία, γιατί υπήρχε deadline που έπρεπε να τηρήσω. Είχα κλείσει την ορχήστρα χωρίς να έχω καν έτοιμη μουσική και κάπως το άφησα στην άκρη για λίγο. Και μετά συνειδητοποίησα: «Ωχ, πρέπει να το τελειώσω τώρα». Και ταυτόχρονα έφευγα περιοδεία με τους LEPROUS. Δεν είχα επιλογή. Λατρεύω να μπαίνω σε θέση όπου δεν έχω επιλογή. «ΟΚ, τώρα πρέπει να γράψεις». Γιατί τότε αναγκάζεσαι να σκάψεις πιο βαθιά αντί να κάθεσαι και να περιμένεις την έμπνευση. Αυτές οι στιγμές συχνά βγάζουν κάτι πιο “ασφαλές” ή προβλέψιμο. Εδώ όμως έπρεπε να πιέσω πραγματικά τον εαυτό μου.
Το ακούς αυτό σε κομμάτια όπως το ομώνυμο “Vox Occulta”. Δεν θα έγραφα ποτέ αυτό το τραγούδι μέσα σε ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον. Ακούγεται χαοτικό, πηγαίνει προς διάφορες κατευθύνσεις, και πραγματικά δεν ήξερα πού να το οδηγήσω. Προσπαθούσα τόσο πολύ να το ολοκληρώσω και στο τέλος σκέφτηκα: «Ίσως να μην χρειάζεται να βγάζει απόλυτο νόημα». Οπότε απλώς το άφησα να υπάρξει έτσι όπως ήταν και το έστειλα στον ενορχηστρωτή της ορχήστρας. Εκείνος έκανε κάποιες αλλαγές, διόρθωσε ορισμένα πράγματα ώστε να λειτουργούν καλύτερα για τα όργανα, μετακίνησε κάποια μέρη, έκανε μικρές προσαρμογές και τελικά το έκανε να ακούγεται ακόμη καλύτερο.
Μετά πήγα απλώς να παρακολουθήσω την ηχογράφηση. Και ειλικρινά, κράτησα χαμηλό προφίλ, γιατί δεν είμαι μαέστρος. Δεν ξέρω πώς να επικοινωνώ με μια ορχήστρα σε τέτοιο περιβάλλον. Οπότε έμεινα στο background και εμπιστεύτηκα τους επαγγελματίες. Αυτή ήταν η διαδικασία. Και μάλιστα αυτή ήταν η πρώτη ηχογράφηση που έγινε πριν από οτιδήποτε άλλο.

Η ερμηνεία σου εδώ είναι ακραία, ακόμα και για τα δικά σου standards.
Ευχαριστώ. Είναι ακραία.

Έσπρωξες συνειδητά τον εαυτό σου στα άκρα; Υπήρξαν στιγμές στις ηχογραφήσεις που σκέφτηκες «μέχρι εδώ μπορώ να φτάσω»;
Όχι, δεν σκέφτομαι ποτέ έτσι. Ποτέ δεν βλέπω περιορισμούς στα πράγματα. Δεν λέω «όχι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω». Σκέφτομαι περισσότερο «ΟΚ, αν δεν μπορώ να το κάνω τώρα, θα βρω τρόπο να το καταφέρω». Έτσι λειτουργώ. Αλλά ποτέ δεν κάνω κάτι μόνο και μόνο για να δείξω «κοίτα τι μπορώ να κάνω». Απλώς γράφω γραμμές που εκείνη τη στιγμή βγάζουν νόημα μέσα στο κεφάλι μου.
Για παράδειγμα, υπάρχουν τραγούδια όπου ξαφνικά χρησιμοποιώ πιο “φυσικά” mid-range chest voice refrains, όπως στο “Medulla”, κάτι που είχα καιρό να κάνω. Συνήθως τα refrains μου είναι πολύ ψηλά. Οπότε όχι, δεν το σκέφτομαι συνειδητά. Τα screaming μέρη επίσης προέκυψαν οργανικά. Στο “Vita Fragilis”, που έχει από τα μεγαλύτερα screaming passages του άλμπουμ, η μελωδία των οργάνων ήταν ήδη τόσο δυνατή, που όταν προσπάθησα να βάλω επιπλέον φωνητικές μελωδίες, συγκρούονταν μεταξύ τους. Μετά σκέφτηκα «ας το κάνουμε instrumental», αλλά αυτό μου φάνηκε βαρετό. Οπότε τι απέμενε; Τα screams. Και τελικά είχε απόλυτο νόημα.
Το ίδιο και με εκείνη την πολύ ψηλή νότα στο “Serenitas”. Το κομμάτι χτιζόταν συνεχώς, όλο και περισσότερο, και όταν έφτασε στο αποκορύφωμα, σκέφτηκα: «Πού αλλού μπορώ να το πάω;». Και μετά αναρωτήθηκα αν μπορώ καν να πιάσω αυτή τη νότα. Τελικά είπα «ΟΚ, πάμε γι’ αυτήν». Νομίζω ότι πολλοί θεωρούν πως ό,τι κάνω είναι πολύ πιο μελετημένο απ’ όσο πραγματικά είναι. Εγώ απλώς ακολουθώ τη ροή.
Και δεν πιστεύω ότι το τραγούδι υπάρχει για να εντυπωσιάζει τον κόσμο. Υπάρχει για να κάνει τους ανθρώπους να νιώσουν κάτι. Υπάρχουν καταπληκτικοί τραγουδιστές που δεν σου προκαλούν κανένα συναίσθημα και υπάρχουν μέτριοι τεχνικά τραγουδιστές που σε διαλύουν συναισθηματικά. Ναι, ξέρω ότι πολλές φορές “κακοποιώ” την τεχνική μου και κάνω πράγματα που θεωρούνται δύσκολα στο τραγούδι, αλλά αυτό δεν είναι ο στόχος μου. Νομίζω ότι αρκετοί θα ακούσουν τον δίσκο και θα σκεφτούν «ο Einar θέλει να δείξει όλα όσα μπορεί να κάνει». Αλλά εγώ δεν το σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο έτσι. Απλώς έκανα ό,τι μου έβγαινε φυσικά. Αν τελικά ακούγεται και ακραίο, τότε μάλλον στάθηκα τυχερός! Θέλω απλώς ο κόσμος να ακούει τα τραγούδια και να λέει «τι στο καλό κάνει εδώ;».

Photo by Leo Liberty

Τι έφερε ο David Castillo στον δίσκο ως συμπαραγωγός;
Ο David είναι ένας από τους καλύτερούς μου φίλους εδώ και πολλά χρόνια. Τον ξέρω απίστευτα καλά. Κάνουμε σχεδόν τα πάντα μαζί από το 2015 — βασικά από τα τέλη του 2014. Άρα μιλάμε για σχεδόν 12 χρόνια συνεργασίας. Για μένα δεν είναι μόνο κάτι συγκεκριμένο που προσφέρει. Ναι, τεχνικά είναι εξαιρετικός, ειδικά στο recording και στο πώς κάνει όλα τα όργανα να ακούγονται σωστά και ζωντανά. Αλλά περισσότερο απ’ όλα έχει να κάνει με τη χημεία και τη σύνδεση που έχουμε.
Μαζί του αποδίδω πάντα στο καλύτερό μου επίπεδο. Ξέρει ακριβώς πότε πρέπει να με πιέσει και πότε όχι. Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται με αχρείαστες απόψεις ή άλλοι που φοβούνται να εκφράσουν οποιαδήποτε άποψη. Εκείνος όμως ξέρει ακριβώς σε τι είναι καλύτερος από μένα και ξέρει επίσης πού είμαι εγώ καλύτερος από εκείνον. Και αυτό είναι η ιδανική συνεργασία.

Αυτό λέγεται χημεία.
Ναι, ακριβώς. Υπέροχη χημεία. Ήταν δίπλα μου και στις πιο δύσκολες περιόδους. Στο άλμπουμ “Pitfalls”, για παράδειγμα, πρέπει να ήμουν εφιάλτης στη συνεργασία. Ήμουν τόσο καταθλιπτικός, τόσο συναισθηματικός, αντιδρούσα υπερβολικά στα πάντα, προσβαλλόμουν εύκολα. Θυμάμαι μια μέρα στις ηχογραφήσεις του “Pitfalls” που θίχτηκα από κάτι που είπε κάποιος για ένα τραγούδι. Εντελώς παιδική αντίδραση, αλλά όταν δεν είσαι καλά ψυχολογικά χάνεις αρκετή από τη λογική σου. Καθόμουν λοιπόν εκεί προσβεβλημένος, ένιωθα απαίσια με τον εαυτό μου, λυπόμουν τον εαυτό μου, και πέρασα ολόκληρη μέρα στο studio χωρίς να κάνω τίποτα.
Κι εκείνος απλώς με αποδέχτηκε όπως ήμουν εκείνη τη στιγμή. Πήρε πρωτοβουλία και είπε: «ΟΚ, εγώ θα αρχίσω να ψάχνω ωραίους synth bass ήχους για σένα». Και άρχισε απλώς να δουλεύει. Το γεγονός ότι έχει περάσει μαζί μου όλη αυτή τη διαδρομή είναι πολύ καθησυχαστικό. Ξέρω ότι ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα με κρίνει ποτέ. Δεν θα κλιμακώσει ποτέ μια κατάσταση, πάντα την αποφορτίζει. Είναι σπουδαίο να έχεις έναν τέτοιο άνθρωπο δίπλα σου.

Photo by Leo Liberty

Κράτησες κάποιους μουσικούς από το “16” και άλλαξες κάποιους άλλους. Το βασικό όμως είναι ότι συνεργάζεσαι κυρίως με μουσικούς με τους οποίους έχεις περιοδεύσει. Γιατί;
Ναι και όχι. Ο μόνος που δεν είχα γνωρίσει ποτέ από κοντά ήταν ο μπασίστας, ο Jed Lingat. Μου τον πρότεινε η βιολονίστρια. Είναι από αυτούς τους Berklee-pro τύπους στις ΗΠΑ στους οποίους μπορείς να στείλεις οτιδήποτε και θα το παίξουν άψογα.
Σκεφτόμουν αν είχα περιοδεύσει με τον Pierre Danel, τον κιθαρίστα, και μετά θυμήθηκα ότι όντως είχαμε παίξει κάποιες συναυλίες μαζί στην Αυστραλία όταν ήταν στους NOVELISTS. Αλλά τότε δεν τον γνώριζα καλά. Μου τον πρότεινε ο ηχολήπτης μας. Του είπα ότι χρειάζομαι κάποιον πολύ τεχνικό αλλά με ψυχή στο παίξιμό του. Δεν μου αρέσουν οι κιθαρίστες που κάνουν shredding μόνο για να εντυπωσιάσουν. Υπάρχουν άπειροι τέτοιοι στα social media και στο YouTube. Ναι, είναι εντυπωσιακό, αλλά η μουσική δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακή για μένα. Θέλω να νιώσω κάτι.
Ταυτόχρονα όμως ήξερα ότι το υλικό απαιτούσε έναν εξαιρετικά ικανό μουσικό. Ήθελα και τις δύο πλευρές. Και τελικά έκανε καταπληκτική δουλειά. Για κάποια άλλα τραγούδια χρειαζόμουν διαφορετική προσέγγιση, οπότε επέλεξα τον John Browne, που προέρχεται από πιο heavy metal background, ενώ για πιο indie πινελιές είχα ξανά τον Ben Levin από το προηγούμενο άλμπουμ. Δεν συμμετέχει τόσο πολύ αυτή τη φορά και λίγο στενοχωριέμαι γι’ αυτό, γιατί είναι φοβερός τύπος. Αλλά είναι indie κιθαρίστας και αυτός ο δίσκος χρειαζόταν περισσότερο metal guitarist.

Πόσο διαφορετικό είναι να ηγείσαι ενός solo project σε σχέση με το να δουλεύεις μέσα στους LEPROUS ως κανονική μπάντα; Αν και πάλι είσαι ουσιαστικά ο ηγέτης της μπάντας.
Είναι πολύ διαφορετικό. Και λατρεύω αυτή τη διαφοροποίηση. Αν έκανα μόνο το ένα από τα δύο, θα κουραζόμουν. Αυτή τη στιγμή ειδικά, έχουμε κάνει επτά περιοδείες μέσα σε ενάμιση χρόνο με τους LEPROUS και οι περισσότεροι στην μπάντα είμαστε σε φάση «δώστε μας ένα διάλειμμα, παρακαλώ». Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα μεταξύ μας. Όλα είναι καλά. Απλώς είμαστε εξαντλημένοι. Στραγγισμένοι.
Η βασική διαφορά στο studio είναι ότι όταν γράφω κάτι για τους LEPROUS, ξέρω ότι θα αλλάξει. Αν γράψω κάποιο instrumental μέρος, ξέρω ότι ο Tor (Oddmund Suhrke) συνήθως θέλει να του δώσω σχεδόν ολοκληρωμένες τις κιθάρες και μετά θα δουλέψει πάνω στις λεπτομέρειες. Ο Robin (Ognedal), αντίθετα, προτιμά να του δώσω μια πολύ αόριστη ιδέα και να εξελίξει μόνος του το κιθαριστικό μέρος. Για τον Baard στα drums δεν μπαίνω καν στον κόπο να γράψω κάτι σοβαρό. Κάνω ένα απλό drum programming και του λέω «κάν’ το δικό σου». Κάπως έτσι λειτουργεί και με τον Simon. Όλοι παίρνουν αυτό που γράφω και το εξελίσσουν.
Στο solo project δεν λειτουργεί έτσι. Ακόμα και όταν ζητώ από κάποιον να κάνει “το δικό του”, συνήθως οι μουσικοί φοβούνται να πάρουν πολύ χώρο, ίσως επειδή πρόκειται για solo project και αισθάνονται ότι πρέπει να είναι πιο συγκρατημένοι. Επίσης, δεν είναι το προσωπικό τους συγκρότημα, άρα δεν έχουν την ίδια συναισθηματική επένδυση. Οπότε εγώ πρέπει να πάρω ανθρώπους που έχουν τις κατάλληλες ικανότητες και μπορούν να εκτελέσουν αυτό που ζητάω.
Από την άλλη, έχω αρχίσει να απολαμβάνω αυτή την πρόκληση, να γράφω δηλαδή τα πάντα με λεπτομέρεια. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν και φοβερές δημιουργικές στιγμές. Ο Pierre, για παράδειγμα, στα δύο solos έκανε απίστευτη δουλειά. Του είπα απλώς: «Θέλω solo εδώ και εδώ. Κάνε ό,τι θέλεις, απλώς μην το παρακάνεις με το shredding. Μπορείς να χτίσεις προς τα εκεί, αλλά όχι να ξεκινήσεις κατευθείαν με επίδειξη τεχνικής». Και στην πρώτη κιόλας προσπάθεια ήταν 10/10. Και στα δύο solos. Είναι από αυτούς τους κιθαρίστες τύπου Guthrie Govan που μπορούν να μπουν μέσα και να αυτοσχεδιάσουν καταπληκτικά.
Και πιστεύω ότι όσο περισσότερο δουλεύω με ανθρώπους, τόσο περισσότερο θα νιώθουν άνετα να προτείνουν ιδέες. Κι εγώ το λατρεύω αυτό. Δεν είμαι από εκείνους που λένε «όχι, έτσι το έγραψα, έτσι θα το παίξεις». Είμαι πάντα ανοιχτός σε προτάσεις, αρκεί ο άλλος να είναι ΟΚ και με το ενδεχόμενο να μην μου αρέσει. Θα το ακούσω πάντα. Αν μου αρέσει, τέλεια. Αν όχι, όχι. Τόσο απλά. Ξέρω αρκετούς ανθρώπους στη prog σκηνή —δεν θα πω ονόματα— που είναι σε φάση «έτσι το έγραψα, έτσι θα το παίξεις». Εγώ δεν δουλεύω έτσι.

Υπάρχουν ιδέες στο “Vox Occulta” που δεν θα μπορούσαν ποτέ να λειτουργήσουν μέσα στους LEPROUS;
Το κομμάτι “Vox Occulta”, σίγουρα. Δεν θα λειτουργούσε ποτέ. Είναι υπερβολικά ορχηστρικό και υπερβολικά “σκορπισμένο” προς κάθε κατεύθυνση. Υπάρχουν αρκετά τραγούδια σαν κι αυτό στον δίσκο. Επίσης το “Anima Lucis” δεν θα λειτουργούσε ποτέ στους LEPROUS, παρότι είχα κάνει κάποτε κάτι παρόμοιο με το “The Last Milestone” πριν από πολλά χρόνια. Αλλά, ειλικρινά, εκείνο το τραγούδι δεν ήταν πραγματικά LEPROUS. Ήταν ουσιαστικά ένα τραγούδι του Einar Solberg με το όνομα LEPROUS πάνω του. Απλώς τότε δεν υπήρχε ακόμα το solo project μου. Δεν παίζει κανένα μέλος της μπάντας εκεί μέσα, κανείς δεν συνέθεσε τίποτα γι’ αυτό το τραγούδι. Δεν συμμετείχαν καν στις ηχογραφήσεις. Οπότε ναι, ήταν απλώς ένα τραγούδι δικό μου που κυκλοφόρησε ως LEPROUS.
Αλλά ναι, τα “Anima Lucis”, “Vox Occulta”, “Serenitas” δεν θα λειτουργούσαν ιδιαίτερα καλά με τη μπάντα. Από την άλλη, κομμάτια όπως το “Medulla” θα μπορούσαν. Βασικά τα singles είναι πιο κοντά σε αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν οι LEPROUS, ειδικά τα “Medulla” και “Liberatio”. Το “Liberatio” βέβαια είναι πιο “φορτωμένο” απ’ όσο θα το κάναμε στους Leprous. Δεν θα βάζαμε εκείνη την κιθαριστική μελωδία. Νομίζω ότι με το σημερινό lineup της μπάντας το κομμάτι θα εξελισσόταν διαφορετικά.

Photo by Leo Liberty

Μετά το “Melodies of Atonement”, προς ποια κατεύθυνση βλέπεις να κινούνται οι LEPROUS μουσικά;
Ποτέ δεν ξέρω πραγματικά. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι όταν γράφαμε για το “Melodies of Atonement”, στην ουσία γράψαμε υλικό για δύο άλμπουμs. Και από όλο αυτό το υλικό πήραμε τα πιο ελεγχόμενα και δομημένα τραγούδια και τα βάλαμε στο “Melodies of Atonement”. Άρα τώρα μας έχουν μείνει μόνο τα πιο χαοτικά κομμάτια. Και αυτό είναι το σημείο εκκίνησης για τον επόμενο δίσκο.
Νομίζω ότι θα είναι ένας πιο “περίεργος” δίσκος. Πολύ πιο prog και πολύ λιγότερο catchy, με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά. Πρέπει να έχουμε κι ένα-δύο singles, δεν γίνεται να είμαστε εντελώς ηλίθιοι εμπορικά. Και ήδη έχουμε μερικά πολύ δυνατά υποψήφια singles. Αλλά πέρα από αυτό, το υπόλοιπο υλικό είναι αρκετά διαφορετικό. Και μάλλον θα γράψουμε κι άλλη μουσική ακόμα. Γενικά το φαντάζομαι σαν έναν πιο απαιτητικό δίσκο για τον ακροατή. Νομίζω ότι θα ενθουσιάσει κάποιους fans και θα εκνευρίσει άλλους.
Αλλά έχω περάσει όλη μου την καριέρα προσπαθώντας να προβλέψω ποιος θα αγαπήσει ή θα μισήσει κάτι και σταμάτησα εδώ και καιρό να το κάνω. Πάντα τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά απ’ ό,τι φανταζόμουν.

Το βασικό είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείς μουσική. Αυτό είναι το δικό σου κομμάτι. Από εκεί και πέρα, το υπόλοιπο ανήκει σε όσους ακούν τα τραγούδια σου.
Αυτό είναι εντελώς έξω από τον έλεγχό μας έτσι κι αλλιώς. Το τι θα σκεφτεί ο κόσμος δεν μπορούμε να το επηρεάσουμε.

Το μόνο που έχει σημασία είναι η μουσική να βγαίνει από την ψυχή σου. Από τη στιγμή που είναι αληθινή μουσική, ο κόσμος το καταλαβαίνει.
100%. Και πολλές φορές ο κόσμος δεν αγαπά έναν δίσκο όταν κυκλοφορεί, επειδή είναι διαφορετικός από αυτό που περίμενε ή από αυτό που είχε συνηθίσει. Και μετά, χρόνια αργότερα, ξαφνικά λένε «τελικά αυτό είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ των LEPROUS». Το έχω δει να συμβαίνει πάρα πολλές φορές με fans μας.
Ειδικά με τα “Pitfalls” και “The Congregation”. Αυτοί οι δύο δίσκοι δέχθηκαν τρομερό hate όταν βγήκαν. Και τώρα είναι ίσως οι δύο δίσκοι που βλέπω να αναφέρονται περισσότερο από διαφορετικές “πλευρές” του fanbase μας. Οπότε πιθανότατα ήταν οι δύο πιο «μισητοί» δίσκοι όταν κυκλοφόρησαν, και μετά από χρόνια ο κόσμος άρχισε να λέει «τελικά αυτό μου αρέσει πολύ».

Το “Pitfalls” ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος δίσκος, αλλά γνωρίζοντας τι είχες περάσει για να τον δημιουργήσεις, όλα βγάζουν νόημα.
Ναι, ναι. Δυστυχώς όμως, πρέπει να σε αφήσω, γιατί θα καθυστερήσουμε για την επόμενη συνέντευξη!!! Ευχαριστώ πολύ για την υποστήριξη.

Σάκης Φράγκος

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here