Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 77

CANDLEMASS – “Chapter VI” – Worst to best

0
Candlemass

Candlemass

«Μου αρέσει το “Chapter VI” και πιστεύω ότι είναι ένας πραγματικά καλός δίσκος. Ακόμα και σήμερα βγαίνει κόσμος και λέει ότι του αρέσει. Θα έλεγα ότι είναι ένας πολύ υποτιμημένος δίσκος και ο Thomas είναι ένας σπουδαίος τραγουδιστής και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει αυτό και κάνει τα τραγούδια να ακούγονται ακόμα καλύτερα απ’ ότι είναι.»

Τάδε έφη Leif Edling, στον Σάκη Φράγκο, στην πρόσφατη συνέντευξη που μας παραχώρησε, με αφορμή την αποκλειστική, one – off εμφάνιση των CANDLEMASS στο Rock Hard Festival, στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου. Ωραία πάσα για σχόλιο αυτή, από τον αρχηγό… Νιώθω σαν τον Zamorano, όταν του πέταγαν μπροστά τη μπάλα ο Souza, o Djorkaeff ή o Berti, άφηνε «ξερούς» τους αντίπαλους αμυντικούς και τα «παστέλωνε». Τι εννοείς «γιατί Inter. Η απάντηση είναι «μόνο Inter. Αλλά ας αφήσουμε το ποδόσφαιρο και ας επικεντρωθούμε στη μουσική και στο “Chapter VI”.

Γενικά, την άποψή μου την έχω γράψει και δημόσια στα τριακοστά του γενέθλια, στο αντίστοιχο κείμενο. Για μένα, επαναλαμβάνω, είναι top-3 CANDLEMASS album, πιο συγκεκριμένα δε, είναι το τρίτο καλύτερο, μετά το ντεμπούτο και το “Nightfall”. Διαφορετικό αλλά και τόσο CANDLEMASS ταυτόχρονα, με σπουδαία τραγούδια, άριστα παιξίματα και έναν Thomas Vikström σε πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνειών, σνομπαρίστηκε, πέρασε απαρατήρητο μέχρι που χλευάστηκε, στην εποχή του. Με την ραγδαία πρόοδο όμως του internet, αυτού του ευλογημένου εργαλείου που διέλυσε την υπόσταση κάθε κολλημένου μεταλλοπατέρα, κανένα αφοριστικό ή μειωτικό κείμενο δεν είχε πια βάση, ο δίσκος ακούστηκε όπως του άξιζε και εν τέλει, εκτιμήθηκε όπως του άξιζε.

Αυτός είναι ο «κόσμος που λέει ότι του αρέσει», σε αυτόν αναφέρεται ο Leif. Και εμείς που από την αρχή αγαπήσαμε το “Chapter VI”, νιώθουμε δικαιωμένοι. Έστω κι αν το «ταλαιπωρούμε», βάζοντας σε σειρά τα τραγούδια του από το «χειρότερο» στο «καλύτερο». Για πάμε…

TheChapter XIcountdown:

  1. “The end of pain” (04:32)
    “Broken banners mourn fallen crowns, grieving swords lay all around…”

Δε νομίζω πως υπάρχει κάποιος που να πιστεύει ότι κάποιο από τα τρία τελευταία κομμάτια του “Chapter VI” θα μπορούσε να μπει «σφήνα» ανάμεσα στην πρώτη πεντάδα και να εκτοπίσει κάποιο από εκεί. Το “The end of pain” είναι ένα τραγούδι που δεν υπήρχε στην έκδοση του βινυλίου, όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος και το βρίσκαμε σε αυτήν του cd. Το ότι το βάζω τελευταίο στην κατάταξη, δε σημαίνει πως είναι «του πεταματού», έτσι; Μπορεί σε σύγκριση με τα έπη του άλμπουμ να υστερεί, αλλά για να είμαι ειλικρινής, τέτοιο κομμάτι εν έτει 2025, μάλλον δε μπορούν να γράψουν οι CANDLEMASS.

  1. “Aftermath” (05:37)
    “Black inferno, chaos reigns supreme…”

Άλλο ένα κομμάτι, μαζί με το “The end of pain” που από την πρώτη στιγμή που το άκουσα, μου θυμίζει έντονα τους BLACK SABBATH του “The Eternal Idol” και του “Cross purposes”. Όχι μόνο μουσικά, αλλά και με την εντελώς “Tony Martin” ερμηνεία του Vikström. Ψυχροπολεμικές και Μετα-Αποκαλυπτικές ανησυχίες για τον Leif, ένα concept που ανέκαθεν φοριόταν πολύ στο heavy metal, από τα «γεννοφάσκια» του.

  1. “Black eyes” (05:52)
    “Black eyes, the crystals of fire are calling my soul…”

Παραμένουμε στους BLACK SABBATH αλλά πάμε προς “Dehumanizer” μεριά. Ή μήπως να πάμε προς τους μεγάλους TROUBLE; Επίσης θυμόμαστε καταπληκτικά συγκροτήματα σαν τους θεούς SORCERER και με αυτόν τον τρόπο, αναλογιζόμαστε ξανά ΚΑΙ το μέγεθος της επιδραστικότητας των CANDLEMASS. Μα τι λέω… εδώ οι άνθρωποι δημιούργησαν ένα ολόκληρο υπο-είδος, το επικό doom metal, αυτό από μόνο του ως πρόταση, αρκεί.

  1. “The ebony throne” (04:24)
    “I sail the depths of apathy alone… the world is fading”

Η μεγαλοπρέπεια και η απόλυτα επική διάθεση των CANDLEMASS συνεχίζεται και στο “Chapter VI”. Ώρες – ώρες πραγματικά απορώ με όσους ακόμη υποβαθμίζουν αυτό το άλμπουμ… Το έχουν ακούσει άραγε; Μέχρι και αυτό έχω φτάσει να σκέφτομαι. Τραγούδι – ταμάμ για τον Messiah, αν ήταν μέρος του “Tales of Creation” θα τα «κάναμε πάνω μας», αλλά όταν πρωτακούστηκε, ήταν απλά… Δευτέρα! Δεν κάνω πλάκα, όντως ήταν Δευτέρα τότε, είδα το ημερολόγιο στο internet.

  1. “The dying illusion” (05:51)
    “When the moon is so cold, when the air breathes of evil…”

Και κάπου εδώ όχι, δε ξεκινούν τα δύσκολα, όπως ίσως περίμενες να πω. Τίποτα δεν είναι δύσκολο σε ένα “worst to best”, άσε τον αρχισυντάκτη μου, τον Εξηνταβελόνη και τους υπολοίπους να γκρινιάζουν. Από εδώ ξεκινούν τα μεγάλα έπη του “Chapter VI”, με πρώτη την κομματάρα “The dying illusion”, ένα γρήγορο, ιδανικό “opener”, που συστήνει πολύ επιτυχημένα τον Thomas Vikström και τη φωνάρα του στους οπαδούς αλλά και γενικότερα στον μεταλλικό «γλόμπο».

  1. “Temple of the Dead” (07:10)
    “I am the moongod, who dwelleth among the dead…”

Ταξίδι από την αρχαία Αίγυπτο στα Ηλύσια Πεδία και από τα άστρα στον Κάτω Κόσμο. Oriental έπος, φέρνει ξανά στο νου όλων ημών των οπαδών το “Ancient dreams” και πιο συγκεκριμένα, στο δικό μου, τον Messiah. Όχι ότι ο Vikström δεν αποδίδει τα μέγιστα, αλλά έχω την εντύπωση πως αυτό εδώ είναι από τα κομμάτια που θα ταίριαζαν πολύ στη φωνή του πάλαι ποτέ (γιατί τώρα είναι άλλος άνθρωπος, όπως φαίνεται) ευτραφούς frontman.

  1. “Where the runes still speak” (04:24)
    “Alone I stand on this stony coast, winds of spring whisper through the trees…”

Απόλυτη ισοβαθμία για την πρώτη θέση, μάχη μεταξύ αντικειμενικότητας και fanboy-ισμού, οπότε τι να κάνω; Έριξα ζάρι και ό,τι δείξει. Έδειξε το “Where the runes still speak” ως το δεύτερο καλύτερο του δίσκου, οπότε το άλλο φαβορί, πήρε την πρωτιά. Αργό, ασήκωτο, λυρικό doom metal, με καταπληκτική ερμηνεία από τον ξανθομάλλη Thomas και πολύ ευφάνταστα effects στα παιξίματα του Lars Johansson, ο οποίος ήταν έτσι κι αλλιώς σε μεγάλη φόρμα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Στιχουργικά, μιλά για κάποιον Βίκινγκ που οραματίζεται την επιστροφή στην πατρίδα του. Οπότε, εγώ με την σειρά μου θα τον φανταστώ βετεράνο της Βαράγγιας Φρουράς του Βυζαντινού αυτοκράτορα, να επιστρέφει στο σπίτι του φορτωμένος πλούτη και σημάδια από μάχες, γιατί πολύ απλά, ΜΠΟΡΩ.

  1. “Julie laughs no more” (04:22)
    “A fallen princess bends her head in shame, in the end there’s no one else to blame…”

Όταν φτιάχνουμε μια συλλογή από επιλεγμένα τραγούδια μιας μπάντας, διαλέγουμε τα καλύτερα κάθε δίσκου (εκτός αν ο δίσκος είναι μούφα, εννοείται). Αντικειμενικά λοιπόν, όσο γίνεται, το “Julie laughs no more”, μαζί με το “Where the runes still speak”, θα έπρεπε να μπαίνει σε οποιαδήποτε CANDLEMASS συλλογή «σέβεται τον εαυτό της», όπως λέει και η γνωστή ρήση. Υποκειμενικά όμως, είναι ένα από τα 10-15 αγαπημένα μου κομμάτια των Σουηδών και νομίζω αυτό λέει πολλά και για την πρωτιά του εδώ. Ένα παραμυθάκι στο στυλ της Χιονάτης, της Κοκκινοσκουφίτσας, των Χάνσελ και Γκρέτελ, μόνο που είναι μακάβριο, διότι… CANDLEMASS και doom metal.

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 25/5 [VICIOUS RUMORS]

0
Vicious Rumors

Vicious Rumors

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Soldiers of the night” – VICIOUS RUMORS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Shrapnel
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Steve Fontano, VICIOUS RUMORS
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Gary St. Pierre – φωνή
Geoff Thorpe – κιθάρες
Dave Starr – μπάσο
Vinnie Moore – κιθάρες
Larry Howe – τύμπανα

Γνωρίζω πολύ καλά πόσοι αποθεώνουν αυτό εδώ το άλμπουμ, αλλά καταλαβαίνω και όσους το άκουσαν για πρώτη φορά τα τελευταία 20 χρόνια, την περίοδο της ψηφιακής μουσικής και της διαδικτυακής επανάστασης που έφερε τα άπαντα του metal σε μια εύκολα προσβάσιμη πραγματικότητα. Για μένα, όταν ξεκίνησα να το ψάχνω, ήταν πραγματικά δυσεύρετο και δεν θυμάμαι κάποιον από τους συμμαθητές μου να το έχει. Ακόμα και η Ευρωπαϊκή κοπή της Roadrunner ήταν δύσκολο να βρεθεί, πόσο μάλλον αυτή της Shrapnel.

Η εταιρεία του Mike Varney είχε κάνει αρκετά βήματα στο να ανακαλύψει, να υπογράψει και να χρηματοδοτήσει πολλά ανερχόμενα συγκροτήματα από τις ΗΠΑ. Οι VICIOUS RUMORS υπήρχαν στον underground χώρο για αρκετά χρόνια ως η μπάντα του Geoff Thorpe, όμως δεν είχαν καταφέρει να κερδίσουν πολλούς ακόμα και με τα δύο demo που έγραψαν με τον Gary St. Pierre, έναν τραγουδιστή που πατούσε καλά στα δυνατά τραγούδια του Thorpe, αλλά δεν είχε την περσόνα και την χροιά που θα τον έκανε να ξεχωρίσει.

Αυτός όμως ήταν αυτός που τελικά έφερε το συγκρότημα στις τάξεις της Shrapnel, αφού είχε τραγουδήσει στο demo και το πρώτο άλμπουμ του Marty Friedman με τους HAWAI. Ο Varney όπως είχε λατρέψει το ταλέντο του Friedman, έτσι είχε υποστηρίξει κι έναν άλλο ανερχόμενο guitar-god, τον Vinnie Moore, ο οποίος όμως δεν είχε συγκρότημα. Αφού ο Varney με μια θεαματική κίνηση τον έχωσε σε μια διαφήμιση της Pepsi, βιαζόταν να τον βάλει να κυκλοφορήσει δίσκο και έτσι έγινε ο γάμος με τους VICIOUS RUMORS.

Εντωμεταξύ, η σύνθεση του συγκροτήματος είχε αλλάξει με τον μπασίστα Dave Starr και τον Larry Howe στα τύμπανα, να πλαισιώνουν τον Thorpe και τον St. Pierre. Ο ξανθός ντράμερ είχε φήμη, όχι ως μουσικός, αλλά ως πότης και οι φιλίες του με όλους τους υπόλοιπους μουσικούς της περιοχής ήταν λόγω της ικανότητάς του να πίνει και να βρίσκει φθηνό αλκοόλ. Παράλληλα όμως, τα πήγαινε καλά με τα τύμπανα και η προσθήκη του είχε ανεβάσει το επίπεδο τους VICIOUS RUMORS.

Έτσι φτάσαμε στην κυκλοφορία του “Soldiers of the night”, που δεν είναι όσο επικό όσο ηχεί ο τίτλος του, όμως είναι ένα διαμαντάκι της πρώιμης power metal σκηνής της Αμερικής και σωστά θεωρείται απαραίτητο για κάθε σωστή δισκοθήκη. Όσο κι αν ο Thorpe είχε τις βάσεις για τα τραγούδια και το ύφος των VICIOUS RUMORS, είναι εμφανέστατα ο Moore που τους απογειώνει. Σε συγκρότημα που ήρθε ¨δανεικός¨, καταφέρνει να βάλει δύο showcase συνθέσεις. Τόσο το εισαγωγικό “Premonition” των 64άρων δευτερολέπτων, όσο και το “Invader” στην δεύτερη πλευρά του δίσκου, βρίσκονται ως πάτημα για τον 20άχρονο κιθαρίστα.

Ο Vinnie Moore όμως λάμπει σε κάθε τραγούδι, με τα περισσότερα σόλο να του ανήκουν και στα οποία του επιτρέπεται να ξεδιπλώσει το άπλετο, αν και ακόμα ατίθασο ταλέντο του. Με έμφαση στην ταχύτητα, σε ανιούσες και κατιούσες κλίμακες και στα αρπίσματα, ο Moore παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο και είναι από τους καθοριστικούς συντελεστές της φήμης του “Soldiers of the night”. Όχι πως τα σόλο του Geoff Thorpe είναι υποδεέστερα, απλά ο άλλος ήταν αστέρας πριν καν τον μάθουμε.

Από τα εννιά τραγούδια του δίσκου, μόνο το “In fire” υπήρξε στα demo τους (από τα πιο ερασιτεχνικά του δίσκου), ενώ αν θυμάμαι καλά από μια παλιά συζήτηση με τον Thorpe, το “Medusa” (από τα καλύτερα) προέκυψε από το “Steeler” του δεύτερου demo. Τόσο η ταχύτητα του “Ride (into the sun)”, όσο και η ταιριαστή φωνή του St. Pierre, αρκούν για ν’ ανάγουν το άλμπουμ σε απαραίτητο προς όλους. To φοβερό και κλασικό “March or die”, θυμίζει τους γείτονές τους, ARMORED SAINT και το “Blitz the world” που ανοίγει την δεύτερη πλευρά… καταιγιστικά, όμως η υπόλοιπη δεύτερη πλευρά, ρίχνει τον μέσο όρο της ποιότητας.

Με λίγα λόγια, το “Soldiers of the night” θεωρείται κλασικό για πολλούς και διάφορους λόγους. Είναι το ντεμπούτο μια μπάντας που γιορτάζει τα 40 χρόνια πλέον, ημι-σταθερής παρουσίας. Είναι το πρώτο βήμα της πολυ-βραβευμένης καριέρας του Vinnie Moore, ενός θρύλου της κιθάρας που πέρασε από πολλά συγκροτήματα, αλλά έγραψε και διαχρονικά instrumental άλμπουμ. Είναι η αρχή της συνεργασίας του Thorpe με τον Howe, που παραμένουν ο κορμός των VICIOUS RUMORS, παρά τις διαμάχες τους. Είναι δίσκος με 3-4 εξαιρετικά τραγούδια, που σφραγίζουν με έντονο μελάνι τον ορισμό του U.S. Power Metal έτσι όπως το αγαπήσαμε.

Βέβαια, με την αποχώρηση του Vinnie Moore (είπαμε, πως ο Varney τον έδωσε δανεικό), το συγκρότημα χρειάστηκε χρόνο μέχρι να αντιδράσει και να ετοιμάσει τον διάδοχο του “Soldiers of the night”. Παράλληλα, αποχώρησε και ο St. Pierre, κάτι που αποτέλεσε την αφορμή να προσεγγίσουν τον Carl Albert, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Οι αλλαγές, όμως αυτές, έγιναν τροχοπέδη στην εγκαθίδρυση των VICIOUS RUMORS, που αναβλήθηκε για μερικά χρόνια.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 25/5 [LEPROUS]

0
Leprous

Leprous

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“The congregation” – LEPROUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ 2015
ΕΤΑΙΡΙΑInside Out
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣDavid Castillo
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Einar Solberg – πλήκτρα, φωνητικά
Torr Odmund Suhrke – κιθάρα
Øystein Landsverk – κιθάρα
Daniel Børven – μπάσο
Baard Kolstad – τύμπανα

Το 2015, οι LEPROUS συνέχισαν την ανοδική τους πορεία στις επάλξεις της σύγχρονης prog σκηνής μεταλλάσσοντας περαιτέρω τον ήχο  και την τεχνοτροπία, ανοίγοντας καινούργια και συναρπαστικά μουσικά μονοπάτια. Βλέπετε, ήδη από το δεύτερο και συγκλονιστικό τους άλμπουμ “Bilateral”, οι Νορβηγοί έδειξαν πως δεν φοβούνται να πειραματιστούν και να ρισκάρουν, κάτι που πλέον είναι κανόνας, ένα modus operandi. Και έτσι οφείλει να κάνει κάθε μπάντα του λεγόμενου progressive ιδιώματος, έτσι δεν είναι;

Πριν από δέκα χρόνια λοιπόν, οι LEPROUS, σταθεροί στο διετές ραντεβού τους, κυκλοφόρησαν άλλο ένα ιδιαίτερο άλμπουμ, το ομολογουμένως κλασσικό πλέον “The congregation” και λέω κλασσικό διότι περιέχει μερικά από τα πιο αγαπημένα κομμάτια των οπαδών του γκρουπ (όσων ανακάλυψαν τους LEPROUS πριν αλλά και πιο πρόσφατα) όπως το εναρκτήριο “The price” και το ανατριχιαστικό “Slave”. Μιλάμε επιπλέον για ένα άλμπουμ που λειτουργεί λίγο σαν χρονικό σημείο αναφοράς αφού από δω και μπρος οι LEPROUS θα μειώσουν αισθητά τις metal εντάσεις και θα αρχίσουν να πειραματίζονται με πιο ambient και pop στοιχεία που θα αποξενώσουν μια μερίδα οπαδών που έμεινε στο “The congregation”. Και ναι, το εν λόγω άλμπουμ είναι σαφώς σκοτεινό, βαρύ και σε φάσεις ακραίο αφού είναι ακόμα ένα άλμπουμ με συμμετοχή από τον στενό φίλο και κουμπάρο του Einar Solberg, Ihsahn.

Για ποιον άλλο λόγο είναι το “The congregation” ένας πολύ σημαντικός δίσκος που αξίζει να μνημονεύουμε; μα φυσικά γιατί ήταν το πρώτο με τον ντράμερ-φαινόμενο Baard Kolstad που θα φέρει έναν αέρα ανανέωσης και θα δημιουργήσει δική του σχολή με τα φημισμένα του ghost notes και το απίστευτα πολύπλοκο και συνάμα ρυθμικό του παίξιμο. Εδώ έχουμε ακόμα και οπαδούς που, ελληνιστί τουλάχιστον, αποκαλούμε «μπαρδίτσες»! Να πούμε φυσικά πως ο πρώην ντράμερ, Tobias Andersen, δεν ήταν κανένας τυχαίος αφού άφησε το στίγμα του σε πολύ σπουδαία κομμάτια. Αλλά η αλήθεια είναι πως η χρυσή εποχή των LEPROUS αρχίζει το 2015 καθώς μετά θα έχουμε μερικές από τις πιο εμπορικές στιγμές του γκρουπ με ολοένα και περισσότερους οπαδούς να μαζεύονται.

Μιλώντας για αλλαγές στο επιτελείο, το “The congregation” θα ήταν και το τελευταίο άλμπουμ με τον κιθαρίστα Øystein Landsverk ο οποίος θα αντικατασταθεί από τον Robin Ognedal. Τέλος, έχουμε και μεταγραφή μπασίστα με τον Daniel Børven στη θέση του Rein Blomquist, με αυτό το line-up να κρατά μέχρι το παρόν. Όσο για το άλμπουμ τι να πρωτοπεί κανείς; από το καλημέρα με το “The price” το γκρουπ μας έχει μπάσει σε ένα μοναδικό μουσικό σύμπαν που τικάρει όλα τα κουτάκια των prog οπαδών – metal και μη. Ήδη, από το “The congregation”, οι LEPROUS έχουν χτίσει το δικό τους μουσικό ιδίωμα που μπλέκει άψογα διάφορες επιρροές και τάσεις με τρόπο που μόνο εκείνοι ξέρουν. Τα έχουμε πει πολλάκις εδώ και κάτι μου λέει πως θα έχουμε ακόμα να λέμε στις προσεχείς δεκαετίες.

Did you know that:

– Ο τραγουδιστής, και κύριος συνθέτης του γκρουπ, Einar Solberg είχε δηλώσει πως το “The congregation” ήταν ο πιο απαιτητικός δίσκος τους μέχρι τότε. Στα 65 λεπτά είναι ο μεγαλύτερος σε διάρκεια δίσκος των LEPROUS και με μερικές από τις πιο τεχνικά απαιτητικές και φιλόδοξες συνθέσεις.

– Το εξώφυλλο φιλοτεχνήθηκε από τον Γάλλο ζωγράφο Nihil που έχει την Νορβηγία ως έδρα του. Σύμφωνα με τον Solberg, το εξώφυλλο αναπαριστά άψογα τη σκοτεινή θεματολογία και μουσική του άλμπουμ.

– Ο δίσκος κυκλοφόρησε σε CD με ένα bonus track, το “Pixel”.

– Η μίξη έγινε από τον σπουδαίο Jens Bogren (OPETH, SYMPHONY X, KATATONIA, KREATOR και ούτω καθ εξής).

– Το 2015, το άλμπουμ ήταν υποψήφιο για καλύτερο δίσκο στα Spellemannprisen μουσικά βραβεία στη Νορβηγία στην κατηγορία “metal”.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 25/5 [SENTENCED]

0
Sentenced

Sentenced

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The funeral album” – SENTENCED
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kai Hiilesmaa
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ville Laihiala – φωνητικά
Miika Tenkula – lead κιθάρα
Sami Lopakka – ρυθμική κιθάρα
Sami Kukkohovi – μπάσο
Vesa Ranta – ντραμς

Έχουν περάσει 20 χρόνια, ουσιαστικά, από τη διάλυση των Φινλανδών SENTENCED και μου είναι δύσκολο να ξεχάσω το πόσο δημοφιλείς ήταν στο ελληνικό κοινό, που έχει μία τάση να αγαπάει συγκροτήματα που είναι λίγο πιο «στεναχωρημένα» από τον μέσο όρο, αλλά και όσα παίζουν σαν τους METALLICA!!! Κι εκείνοι είχαν και τα δύο! Πραγματικά, από το “Amok” και μετά, οι gothic metallers από το Oulu της Φινλανδίας, τύγχαναν σχεδόν καθολικής αποδοχής από το ελληνικό metal κοινό.

Σε προσωπικό επίπεδο, μετά το “Down”, άρχισε να με ενοχλεί η πιο “HIM” προσέγγιση που είχαν στον ήχο τους (οι ίδιοι λένε με σαφήνεια ότι οι SENTENCED επηρέασαν τους HIM κι όχι το αντίστροφο) και με εξαιρέσεις ή εκλάμψεις, θα μπορούσε να πει κανείς, στο “Crimson”, ποτέ δεν αγάπησα πραγματικά τα “Frozen” και “Cold white light”. Όπως και να έχει, είχε προκαλέσει πολύ μεγάλη έκπληξη η ανακοίνωση στην αρχή του 2005, ότι το “The funeral album”, θα ήταν το κύκνειο άσμα του γκρουπ, καθώς ελάχιστοι μπορούσαν να το πιστέψουν ότι τη στιγμή που είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ γνωστοί, αλλά το κράτησαν –προς τιμήν τους- και βούλωσαν πολλά στόματα. Ακολούθησε και ο θάνατος του Miika Tenkula, βασικού συνθέτη και κιθαρίστα, από τα χρόνια προβλήματα που είχε στην καρδιά κι έτσι κάθε σκέψη επανασύνδεσης, έσβησε για πάντα.

Μετά το κείμενό μου, θα παραθέσω τη συνέντευξη που είχαμε κάνει με τον Sami Lopakka, στα πλαίσια της προώθησης εκείνου του δίσκου, για το πρώτο τεύχος του έντυπου Rock Hard, όπου εξηγεί αναλυτικά τους λόγους της διάλυσής τους, που είχαν να κάνουν αποκλειστικά με την ιεράρχηση των στόχων που είχαν στη ζωή τους, θέλοντας να επικεντρωθούν στις οικογένειές τους και όχι να περιοδεύουν 9 μήνες το χρόνο…

Το “The funeral album”, θεωρώ ότι είναι μία συλλογή τραγουδιών που εκφράζουν απόλυτα τη φιλοσοφία των SENTENCED από την περίοδο που μπήκε στο γκρουπ ο Ville Laihiala, δηλαδή από το “Down” και μετά (με ολίγη από το πρώιμο παρελθόν τους, με το φρενήρες instrumental “Where waters fall frozen”). Έχει δηλαδή τις εξόφθαλμες HIM στιγμές (“Consider us dead”, “Drain me”), έχει κλασικά SENTENCED τραγούδια “May today become the day”, “Ever-frost”), πιο εμπορικά (“We are but falling leaves”, “Despair-ridden hearts”) και δύο από τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας τους, το “Vengeance is mine” και το ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ “End of the road”, που είναι το τελευταίο τραγούδι, του τελευταίου τους δίσκου κι εκφράζει απόλυτα στιχουργικά και μουσικά, τι σημαίνουν οι SENTENCED.

Όλο το concept είχε ντυθεί όπως του αρμόζει. Video clip με τα μέλη του γκρουπ να θάβουν ουσιαστικά το σχήμα και σχετική φωτογράφηση, καθώς και μία μεγάλη, αποχαιρετιστήρια συναυλία στη γενέτειρά τους, την πόλη Oulu, που βιντεοσκοπήθηκε και κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Buried alive”. Το άλμπουμ έγινε χρυσό στη χώρα τους και το DVD πήγε στην κορυφή των charts, ο καλύτερος τρόπος για να κλείσουν την καριέρα τους. Προσωπικά, απολαμβάνω ακόμα και σήμερα κάθε ακρόαση του “The funeral album”, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ διαφωτιστικό, να διαβάσουμε ξανά, την face to face συνέντευξη που είχαμε κάνει, όταν κυκλοφορήσει ο δίσκος, όταν τα συγκροτήματα ακόμα ταξίδευαν στη χώρα μας για να προωθήσουν τις δουλειές τους, «ντυμένη» με φωτογραφίες εποχής.

Σάκης Φράγκος

 

SENTENCED

“End of the road”

Τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος κρίνεται από τις πράξεις και τις επιλογές του. Οι Φιλανδοί SENTENCED μετά από δεκατέσσερα χρόνια μεγάλης καριέρας αποφάσισαν να διαλύσουν χωρίς να έχουν μαλώσει τα μέλη μεταξύ τους, χωρίς να έχουν χάσει αγοραστική δύναμη και χωρίς κάποιον άλλο προφανή, σε ανάλογες περιστάσεις, λόγο. Απλώς αποφάσισαν ότι τώρα έπρεπε να σταματήσουν σαν SENTENCED. Ο τελευταίος δίσκος του συγκροτήματος, με τον αρμόδιο τίτλο “The funeral album” βρίσκεται εδώ και κάποιες εβδομάδες στα δισκοπωλεία και είναι ένας από τους καλύτερους που έχει κυκλοφορήσει το συγκρότημα. Ο κιθαρίστας Sami Lopakka, ένα από τα ιδρυτικά μέλη βρέθηκε στην Αθήνα και μας ανέλυσε τον τελευταίο δίσκο τους, τους λόγους διάλυσης και φυσικά τα μελλοντικά σχέδια.

 

Sami, καλώς ήρθες στην Ελλάδα και μακάρι η συνάντηση μας να γινόταν κάτω από πιο ευχάριστες συνθήκες. Αλλά πριν μιλήσουμε για τους λόγους της διάλυσης καλύτερα θα ήταν να ξεκινήσουμε με τον νέο και παράλληλα τελευταίο δίσκο σας, με τον τίτλο “The funeral album”.
Σ΄ ευχαριστώ πολύ για το καλωσόρισμα. Κατά την διάρκεια της διαδικασίας της ηχογράφησης και παραγωγής του “The funeral album” η ατμόσφαιρα ήταν πολύ περίεργη, καθώς γνωρίζαμε ότι δεν θα συνεργαζόμασταν ξανά μαζί ως συγκρότημα. Από την μία ήμασταν σφιγμένοι και από την άλλη προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε ένα καλό δίσκο, σαν αποχαιρετιστήριο δώρο στους φίλους μας ανά τον κόσμο.

Και τα καταφέρατε. Το “The funeral album”, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι ό,τι καλύτερο έχετε παρουσιάσει από το “Down” και μετά. Παρουσιάζει αρκετές διαφορές σε σχέση με τους τελευταίους σας δίσκους. Κρατάτε τον ατμοσφαιρικό, μελαγχολικό ήχο, αλλά αρκετά τραγούδια έχουν πιο σκληρό ήχο.
Όταν ξεκινήσαμε να συνθέτουμε τα τραγούδια, δεν είχαμε στο μυαλό μας ένα συγκεκριμένο μοτίβο όσον αφορά το μουσικό ύφος. Το μόνο που είχαμε στο μυαλό μας ήταν να υπήρχε συνέχεια σε σχέση με το προηγούμενο μας δίσκο “The cold white light”. Στην πορεία όμως καθώς αναλογιζόμασταν την πορεία μας ως συγκρότημα μέχρι τώρα και το τι δίσκους έχουμε ηχογραφήσει μας βγήκε αυθόρμητα μία τάση πιο «σκληρή» σε κάποια τραγούδια. Το όλο αποτέλεσμα μας άρεσε και προσπαθήσαμε να περιλάβουμε στον τελευταίο δίσκο έναν ήχο αναδρομή στην καριέρα μας. Δηλαδή θα ακούσετε μελωδικά τραγούδια στο ύφος του “The cold white light”, πιο μελαγχολικά σαν αυτά του “Frozen” και πιο heavy που θα μπορούσαν να ήταν και στο “Down”. Το όλο αποτέλεσμα μας ικανοποίησε απόλυτα. Μετά από πολλά ακούσματα μπορώ να πω με ευκολία ότι το “The funeral album” είναι ό,τι πιο πλήρες έχουμε συνθέσει.

Σε μια σχετική κουβέντα που είχα με τον αρχισυντάκτη μου, μου ανέφερε ότι σε κάποια σημεία του θυμίζατε HIM. Πώς σας φαίνεται σαν δήλωση;
Μα ποτέ δεν κρύψαμε το γεγονός ότι οι HIM έχουν επηρεαστεί από εμάς!!! Όταν κυκλοφορούσαμε το “Frozen” το 1998, τότε περίπου άρχισαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους οι HIM ως νέο συγκρότημα. Βασικά οι ίδιοι είχαν κάνει αρκετές δηλώσεις υπέρ μας στη Φιλανδία σε συνεντεύξεις. Εξάλλου δεν είμαστε μεγάλη χώρα και σχεδόν όλοι οι μουσικοί γνωριζόμαστε μεταξύ μας και έχουμε πολύ καλές σχέσεις. Οι HIM είναι ένα από τα συγκροτήματα, που παρόλο τα μέλη τους ακούν metal αποφάσισαν να έχουν ένα πιο goth και εμπορικό ήχο. Πολύ καλά παιδιά. Το να μας συγκρίνουν το βρίσκω λογικό, εφόσον είμαστε από την ίδια χώρα και έχουμε συγκεκριμένες «μουσικές σχολές» που κυριαρχούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάποια τραγούδια να μοιάζουν. Τέλος στην καρέκλα του παραγωγού για τον συγκεκριμένο δίσκο καθόταν ο Hiili Hiilesmaa που επίσης έχει δουλέψει με τους HIM, ενώ και με MOONSPELL, APOCALYPTICA, THEATRE OF TRAGEDY μεταξύ άλλων.

Ποιο τραγούδι από το νέο δίσκο σου αρέσει περισσότερο και γιατί;
Μου αρέσει πάρα πολύ το “Vengeance is mine” γιατί έχει αρκετή οργή μέσα του και είναι ένα αρκετά «σκληρό» τραγούδι, ότι πρέπει για συναυλίες. Επίσης μου αρέσει και το τραγούδι που είναι τελευταίο στο δίσκο, το “End of the road” όπου οι στίχοι του έχουν ιδιαίτερη, συναισθηματική σημασία για τα μέλη του συγκροτήματος.

Ποια είναι τα σχέδια σας μετά την κυκλοφορία του “The funeral album”, όσον αφορά ακόμα το όνομα SENTENCED;
Πολλές συναυλίες και περιοδείες στην Ευρώπη, ώστε να μπορέσουμε να δούμε όσους περισσότερους φίλους μας γίνεται και να γιορτάσουμε μαζί το τέλος μίας πετυχημένης πορείας. Έχουμε δεχτεί πολλές προτάσεις για festivals και θα προσπαθήσουμε να κανονίσουμε το πρόγραμμά μας ώστε να παίξουμε σε όσα περισσότερα μπορούμε. Μία συναισθηματικά φορτική ατμόσφαιρα αλλά παράλληλα πολύ ευχάριστη.

Τώρα θα ήθελα να περάσουμε στο λυπηρό γεγονός της διάλυσής σας.
Συγγνώμη που σε διορθώνω αλλά δεν είναι μία τυπική διαδικασία διάλυσης, γι’ αυτό και η λέξη «διάλυση» θα έλεγα ότι δεν είναι η πλέον αρμόδια για να περιγράψει την κατάσταση. Προσωπικά θα έλεγα ότι ήρθε το τέλος της μουσικής σταδιοδρομίας των SENTENCED. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Πολύ ωραία. Οπότε ποιοι είναι οι λόγοι του τέλους που οδηγηθήκατε;
Απλά πιστεύουμε ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε. Εγώ και ο Ville (σ.σ. ο τραγουδιστής του συγκροτήματος) μόλις έχουμε αποκτήσει παιδιά και αν σαν συγκρότημα δεχόμασταν όλες τις προτάσεις που είχαμε τότε θα κάναμε πολλούς μήνες όχι μόνο να δούμε τις οικογένειες μας, αλλά και να ζήσουμε από κοντά την ανάπτυξη των παιδιών μας. Παρόμοια προβλήματα και διλήμματα είχαν και τα άλλα παιδιά. Πλέον είχε έρθει η στιγμή να θέσουμε την προσωπική και οικογενειακή μας ζωή ως προτεραιότητα. Δεν έχει να κάνει με το ότι έχουμε τσακωθεί μαζί μας ή δεν τα βρίσκαμε με την δισκογραφική εταιρία και λόγω συμβολαίου η μόνη διέξοδος θα ήταν η διάλυση. Καμία σχέση. Απλώς ήταν θέμα προτεραιοτήτων. Γι’ αυτό εγώ δεν το βλέπω σαν διάλυση, το βλέπω σαν το τέλος της δισκογραφικής καριέρας μας που θέσαμε ομόφωνα. Το θετικό είναι ότι ούτε η δισκογραφική μας εταιρία, Century Media, προσπάθησε να μας αλλάξει γνώμη. Δέχτηκε την επιλογή μας με σύνεση και προσπαθεί να στηρίξει το “The funeral album” στον ίδιο βαθμό με τις προηγούμενες δουλειές μας.

Μετά το πέρας των υποχρεώσεων με τους SENTENCED τι σκοπεύεις να κάνεις; Θα σε δούμε σε ένα νέο συγκρότημα; Για τα υπόλοιπα παιδιά ξέρεις ποια θα είναι τα μελλοντικά τους σχέδια;
Προσωπικά μετά τις περιοδείες θα μείνω στο σπίτι, δίπλα στην οικογένεια μου για αρκετό καιρό πριν σκεφτώ το τι θέλω να κάνω. Μάλλον η πρώτη μου επαγγελματική προτεραιότητα θα είναι η συγγραφή και έκδοση ενός βιβλίου, το οποίο το έχω στο μυαλό μου εδώ και αρκετό καιρό. Θα είναι μυθιστόρημα με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και η βάση της έμπνευσής μου θα είναι η ζωή των SENTENCED, κατά την διάρκεια των περιοδειών όλα αυτά τα χρόνια. Όμως δεν έχει πάρει τελική μορφή ακόμα, οπότε κατά την διάρκεια της συγγραφής μπορεί να αλλάξει. Αυτή θα είναι η πρώτη μου επαγγελματική μου δραστηριότητα. Τώρα όσον αφορά την μουσική δεν θα ασχοληθώ με κάποιο άλλο συγκρότημα, καθώς θα είναι άτοπη η απόφαση που πήραμε για το τέλος των SENTENCED, αφού πάλι θα έχω τις ίδιες υποχρεώσεις. Το να συμμετέχω ως guest σε κάποιο συγκρότημα, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και σαφώς με ελάχιστες υποχρεώσεις και από την φύση του δεν σε αναγκάζει να λείψεις καιρό από το σπίτι σου. Όσον αφορά τα υπόλοιπα παιδιά, ο Ville βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με εμένα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σταματήσει την μουσική…

Συγγνώμη που σε διακόπτω, αλλά ο Ville έχει ένα ακόμη συγκρότημα, τους POISONBLACK.
Ναι, το γνωρίζω. Μάλλον θα φύγει και από εκεί, εκτός αν καταφέρει να επιβάλλει κάποιος όρους στα μέλη του συγκεκριμένου συγκροτήματος, ώστε να περνάει πολύ χρόνο με την οικογένειά του. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν έχουν καταλήξει για το τι θα κάνουν ακόμα.

Μάλιστα, αλλά μου φαίνεται δύσκολο ο Miika Tenkula (κιθαρίστας και ο κύριος συνθέτης του συγκροτήματος) με το ταλέντο που έχει στο να γράφει καλά τραγούδια να μείνει εκτός μουσικής.
Σε αυτό έχεις απόλυτο δίκιο. Ο Miika είναι ο εξυπνότερος άνθρωπος που έχω συνεργαστεί ποτέ μου και ένας από τους μουσικούς με μεγάλη φαντασία. Πιστεύω και καλό για τον ίδιο θα ήταν να συνέχιζε με ένα νέο συγκρότημα και το πιο πιθανόν είναι να κάνει αυτό ακριβώς. Θα περιμένω με αγωνία την νέα του δουλειά, γιατί πιστεύω ότι έχει πολλά να δώσει στη μουσική.

Sami θα ήθελα να σε ρωτήσω αν τελικά με τους SENTENCED καταφέρατε να κερδίσετε λεφτά, μέσα από τους δίσκους και τις περιοδείες;
Να σου πω την αλήθεια, αρχίσαμε να έχουμε κέρδος τα τελευταία επτά χρόνια. Δηλαδή χονδρικά από την κυκλοφορία του “Frozen” το 1998. Πιο πριν απλώς βγάζαμε ένα χαρτζιλίκι. Μετά τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά, χάρις σε ένα νέο συμβόλαιο με την Century Media. Από αυτό το σημείο ζούσαμε μόνο από την μουσική, κάτι που αποτελούσε όνειρο για μας, από το πρώτο δίσκο, το “Shadows of the past” το 1991.

Κατά την διάρκεια της καριέρας σας αλλάξατε τρεις φορές μουσικό στιλ. Η πιο μεγάλη αλλαγή έγινε με την κυκλοφορία του “Frozen”, στην οποία αφήσατε πίσω σας ένα προσωπικό, πρωτόγνωρο για την εποχή, στιλ, που είχατε δημιουργήσει με τα “Amok” και “Down”, για να στραφείτε σε ένα πιο βατό μελαγχολικό ήχο. Κατά την γνώμη σου γιατί δεν είχατε ένα μόνιμο, αναγνωρίσιμο, μουσικό ύφος;
Δεν το κάναμε επίτηδες, αν αυτό εννοείς. Κάποιες ιδέες μας έρχονταν αυτόματα και δεν φοβόμασταν να πειραματιστούμε. Ως συγκρότημα δεν μας άρεσε να μένουμε στάσιμοι και από την άλλη δεν φοβόμασταν να αντιμετωπίσουμε τους οπαδούς μας σε περίπτωση αλλαγών στη μουσική μας. Κατά της διάρκεια της καριέρας μας χάσαμε οπαδούς, εξαιτίας αυτών των αλλαγών, όμως κερδίσαμε νέους που ήρθαν να προστεθούν στον φανατικό πυρήνα που είχαμε δημιουργήσει. Δεν μπορείς να τους έχεις όλους ευχαριστημένους. Επίσης η γνώμη μου είναι ότι όσες αλλαγές και αν κάναμε είχαμε κάποια στοιχεία στη μουσική μας που παρέμεναν αμετάβλητα. Όπως για παράδειγμα οι μελωδίες μας, τα φωνητικά και μία μελαγχολική τάση που υπήρχε από το “Amok”. Νιώθω περήφανος ως μουσικός που κάναμε μία τέτοια πορεία χωρίς να έχουμε να αντιμετωπίσουμε χαμηλές πωλήσεις. Ο περισσότερος κόσμος είχε κάθε φορά την υπομονή να ακούσει αρκετές φορές ένα νέο δίσκο και μετά μας έκρινε. Αυτό αν μην τι άλλο δείχνει εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό μας.

Πάντως μέχρι τώρα διακατέχεστε από μεγάλη απαισιοδοξία στα τραγούδια σας, κάτι που φαινόταν αμέσως από τους τίτλους των τραγουδιών. Δεν κουραστήκατε να έχετε συνέχεια τέτοια διάθεση;
Μάλλον το παραπάνω χαρακτηριστικό αποτελεί ένα ακόμη μέρος της προσωπικότητας της μουσικής μας, που δεν άλλαξε κατά την διάρκεια της πορείας μας. Να σου πω την αλήθεια είναι κάτι που μας χαρακτηρίζει σαν συγκρότημα. Μπορεί για παράδειγμα εγώ πλέον να βλέπω πιο χαρούμενα τη ζωή, όμως μου βγαίνει πιο εύκολο να γράφω στίχους που έχουν να κάνουν με το θάνατο, την απώλεια αγάπης και την εκδίκηση. Έχει γίνει ένα είδος συνήθειας, ένα σημαντικό κομμάτι των SENTENCED.

Κλείνοντας την συνέντευξη θα ήθελα να σε ρωτήσω αν θα υπάρχει περίπτωση επανασύνδεσης των SENTENCED, καθώς ζούμε σε μία εποχή που οι επανασυνδέσεις έχουν γίνει κομμάτι της μουσικής μας, ειδικά όσο θα υπάρχει πολύ χρήμα για αυτό το σκοπό στην αγορά.
Το “The funeral album” είναι ο τελευταίος δίσκος των SENTENCED. Αυτό ήταν. Δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ επανασύνδεση, δεν θα δουλέψουμε ξανά μαζί και δεν πρόκειται να παίξουμε ζωντανά μαζί με το πέρας των προγραμματισμένων εμφανίσεων, που θα κρατήσουν πολλούς μήνες. Μπορεί να σου ακούγεται βαρύγδουπο, όμως σιχαινόμαστε αυτό που συμβαίνει τώρα, το κάθε συγκρότημα να γελοιοποιείται έχοντας ένα ύφος σαν να μην πέρασε μέρα, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Οι SENTENCED δεν θα υπάρξουν ξανά. Αυτό είναι το τέλος του δρόμου και θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κόσμο που στάθηκε δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια και μας στήριξαν με αγάπη. Δεν πρόκειται να σας ξεχάσουμε!!! Ακούστε τον τελευταίο μας δίσκο και ελάτε στα τελευταία πάρτι που θα στήσουμε.

A Day to Remember… 24/05 [DESTRUCTION]

0
Destruction

Destruction

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Infernal overkill” – DESTRUCTION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: DESTRUCTION
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, Μπάσο – Schmier
Κιθάρες – Mike Sifringer
Drums – Tommy Sandmann

Ύστερα από ένα demo (“Bestial invasion of hell” ) και ένα E.P. (“Sentence of death”) που κυκλοφόρησαν το 1984 και έδωσαν για τα καλά το στίγμα τους, ήρθε η ώρα για τους Γερμανούς thrashers DESTRUCTION να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους, με τίτλο “Infernal overkill”. Προσωπικά μιλώντας, το “Infernal overkill” είναι πολύ αγαπημένο μου άλμπουμ, καθώς περιέχει το “Bestial invasion”  που ήταν το πρώτο κομμάτι που με έφερε σε επαφή με τους Γερμανούς λεβέντες και μάλιστα μέσα από τη θρυλική συλλογή “Speed kills” του 1985.

Εντελώς αντικειμενικά μιλώντας, οι DESTRUCTION ήταν πάντα το πιο τεχνικό μέλος της Τευτονικής Τριάδας, και εκτιμώ ότι αν συγκρίνουμε το “Infernal overkill” με τα αντίστοιχα ντεμπούτα των KREATOR και SODOM, το δισκάκι που παρουσιάζουμε σήμερα, υπερέχει των άλλων δύο. Μη με παρεξηγήσετε, ξέρετε πολύ καλά ότι λατρεύω την ωμότητα του “Endless pain” και την… κουλαμάρα του “Obsessed by cruelty” αλλά δεν φτάνουν το “Infernal overkill”.

Βασικός υπεύθυνος για αυτό είναι ο Mike Sifringer, αναμφισβήτητος μάστορας της εξάχορδης, μεγάλο ταλέντο από τότε. Σε μια εποχή όπου η τεχνική περνούσε σε δεύτερη μοίρα σε σύγκριση με την βαρβαρότητα που επίτασσε ο ακραίος ήχος της εποχής, ο Sifringer, συνδύαζε ιδανικά και τα δύο, κάτι που είναι εμφανές σε όλο το άλμπουμ με επιτομή το instrumental “Thrash attack”. Από την άλλη ο Schmier δίνει πόνο με τις τσιρίδες του αλλά και τον μοχθηρό τόνο της φωνής του , που προσωπικά μου θυμίζει αρκετά Cronos, κάτι όχι και εντελώς τυχαίο, καθώς οι VENOM αποτέλεσαν μεγάλη επιρροή των DESTRUCTION στο ξεκίνημα τους.

Συνθετικά τώρα, το “Infernal overkill” σκοτώνει! Και μόνο τα “Invincible force” και “Bestial invasion” να είχε, θα αρκούσε. Όμως εδώ υπάρχουν και άλλες κομματάρες, δηλαδή όλα τα υπόλοιπα! Πάρτε για παράδειγμα το “Death trap” , ένα thrash δυναμίτη, ή το μοχθηρό, mid tempo “The ritual”, που βγάζει μια έντονη VENOM αύρα, χωρίς όμως την διαβόητη κουλαμάρα των ακατανόμαστων. Το “Tormentor” μπορεί να ακούγεται τρομερά απλοϊκό σήμερα αλλά προκαλεί μια αίσθηση νοσταλγίας με το in your face riff. Το “Antichrist” είναι και αυτό της ίδιας φιλοσοφίας με το “Tormentor” ενώ σίγουρα η μεγάλη έκπληξη έρχεται με το “Black death”, εξάλλου δεν μας συνήθιζαν οι thrash μπάντες της εποχής να κυκλοφορούν οκτάλεπτα, σχεδόν κομμάτια. Παιχνιδάκι όμως για τους DESTRUCTION που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να παρουσιάσουν ένα άρτια τεχνικό κομμάτι, όπου κατά τη γνώμη μου άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα ψήγματα της κατεύθυνσης που θα ακολουθούσαν στο δεύτερο τους άλμπουμ, το “Eternal devastation” αλλά κυρίως στο τρίτο, το “Release from agony”.

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω για το “Infernal overkill”. Ένας δίσκος που, όπως είπα είναι ίσως το καλύτερο ντεμπούτο άλμπουμ της Αγίας Τευτονικής Τριάδας, και πολύ αγαπημένος τόσο από τους οπαδού, όσο και από την ίδια τη μπάντα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το τιμούν υπέρ του δέοντος στις συναυλίες τους. Και όταν έχεις μια δισκογραφία 16 άλμπουμ και ακόμα παίζεις ζωντανά κομμάτια από το πρώτο σου, αυτό κάτι λέει για την αξία του, έτσι δεν είναι;

Hell storms
Rush over the earth
Bestial invasion

Did you know that:

  • Τα κομμάτια “Antichrist” και “Tormentor” ήταν ήδη γνωστά από το demo “Bestial invasion from hell”. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι μια πρώιμη μορφή των “Death trap” και “Invincible force” υπάρχει στην επανέκδοση του demo αυτού.

Θοδωρής Κλώνης

NIGHTWISH – “Century child” – Worst to Best

0
Nightwish

Nightwish

Τα πρώτα χρυσά χρόνια των Φινλανδών NIGHTWISH,  ενός συγκροτήματος που εμφανίστηκε λίγο πριν την αλλαγή της χιλιετίας στη σκηνή παίζοντας αρχικά κάτι σαν περιπετειώδες heavy με δόσεις power και symphonic metal από εδώ και από εκεί, χαρακτηρίστηκαν από την ευεργετική προώθηση της διεθνούς αναγνωρισιμότητας που ήδη χάριζαν στην Φινλανδική σκηνή οι συμπατριώτες τους STRATOVARIUS, SENTENCED και CHILDREN OF BODOM.

Με αυτό το τρόπο το σχήμα διένυε μια σταθερή πορεία προς την καταξίωση και την -τελικά- σαρωτική επιτυχία που τους επιφύλαξε η μοίρα με το “Once” (2004). Η τύχη ήταν εξ αρχής με το μέρος του συγκροτήματος, καθώς αφού πρώτα ανέβηκαν στο προαναφερθέν κύμα της επιτυχίας των συγκροτημάτων της χώρας τους, στην συνέχεια δέχθηκαν και μια ακόμη τονωτική ένεση από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και τους EVANESCENCE. Τα αποτελέσματα έγραψαν ιστορία καθώς το σχήμα με αιχμή του δόρατος την φωνή της Tarja Turunen και τη συνθετική δεινότητα του ταλαντούχου πληκτρά Tuomas Holopainen βρέθηκε αρκετές φορές στην σωστή ώρα την σωστή στιγμή. Έτσι έχτισε ένα απίστευτο status και fanbase που τους ακολουθεί μέχρι και σήμερα, πολλά-πολλά χρόνια από την αποχώρηση από τη θέση της lead vocalist μιας από τις σπουδαιότερες τραγουδίστριες της σκηνής που, όσος καιρός και αν περάσει, αποτελεί την φωνή-σήμα κατατεθέν των μεγάλων επιτυχιών του σχήματος.

Το “Century Child” (2002), τέταρτο studio άλμπουμ του σχήματος, κατά τη γνώμη μου αποτελεί ιστορικά πλέον τον τελευταίο δίσκο της πρώτης εποχής των NIGHTWISH πριν την εκτόξευση τους στην στρατόσφαιρα της επιτυχίας του blockbuster “Once”. Εδώ έχουμε και την πρώτη εμφάνιση στο γκρουπ του Marko Hietala (από τους TAROT αν τους θυμάται κανείς). Πρόκειται ένα εξαιρετικό δίσκο που πρέπει να ακούσουν όλες και όλοι οι φίλοι του melodic metal οποιασδηποτε ταμπέλας ή εποχής. Πάμε να βάλουμε τα τραγούδια του σε αξιολογική σειρά.

The “Century child” countdown:

  1. Forever Yours” (3:51)

Στη τελευταία θέση ένα ήρεμο, συναισθηματικά απλό κομμάτι, σχεδόν folk σε σημεία, με έντονο ρομαντισμό και έναν πιο “γήινο” χαρακτήρα. Η Tarja ερμηνεύει με χαρακτηριστική άνεση  και έντονο συναίσθημα, αλλά η ενορχήστρωση είναι αρκετά basic για τα δεδομένα των NIGHTWISH. Αν το δούμε με τα κριτήρια της εποχής θυμίζει μια προσπάθεια να ενώσουν τις μπαλάντες των STRATOVARIUS με δόσεις κινηματογραφικού ύφους των RHAPSODY της εποχής.  Σε ένα άλμπουμ γεμάτο epic moments, δράμα και σύνθετες δομές, αυτό το τραγούδι ακούγεται αρκετά απλοϊκό. Είναι όμορφο και ευχάριστο αλλά ως εκεί.

  1. “Bless the Child” (6:12)

“Bless the Child”, το κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ με πανέμορφα ατμοσφαιρικά πλήκτρα προετοιμάζοντας το έδαφος για όλο το επικό, περιπετειώδες, συμφωνικό αριστουργηματικό metal που θα ακολουθήσει στη διάρκεια του δίσκου. Τραγούδι που ακριβώς λόγω της αβανταδόρικης θέσης του στο tracklist πάντα μας θυμίζει τις πρώτες χαρακτηριστικά αποτυπωμένες μελωδίες που έχουμε ως ανάμνηση από το “Century Child”. Τότε ειδικά τα αφηγηματικά του σημεία και τα έντονα πλήκτρα μου ακούγονταν ιδιαίτερα ευρηματικά, σήμερα όμως στα 23 χρόνια μετά την κυκλοφορία του ίσως μου φαίνεται κάπως επαναλαμβανόμενο ή συνηθισμένο, εξ ου και η 9η θέση.

  1. “End of All Hope” (3:54)

Από τα πιο traditional metal κομμάτια του άλμπουμ. Η εναρκτήρια κιθαριστική γραμμή θυμίζει power metal και συγκεκριμένα SONATA ARCTICA εποχής “Silence”. Η ερμηνεία της Tarja σε συνδυασμό με τα πολλαπλά layers φωνητικών γεμίζει τον «χώρο», ενώ το τραγούδι έχει ένα έντονες ρυθμικές κιθάρες και αρκετά leadάκια πλήκτρων που του δίνουν έναν mainstream αέρα. Χωρίς να είναι το πιο πολυεπίπεδο κομμάτι, τονίζει πετυχημένα την πιο “κιθαριστική” πλευρά των NIGHTWISH.

  1. “Ever Dream” (4:43)

Στην 7η θέση ένα από τα πιο κλασικά και αναγνωρίσιμα τραγούδια των NIGHTWISH, με μια έντονη κεντρική μελωδία που αποτυπώνεται με τα πολλά keyboard layers που ηχογράφησε ο μαέστρος Tuomas.  Πρόκειται για ένα λυρικό και ταυτόχρονα εμπορικό track με συμφωνικά στοιχεία στο οποίο η Tarja τραγουδά σαν να εξομολογείται τα σώψυχά της, ενώ ακολουθείται από την βασική μελωδία που λέγαμε πριν. Αν και από άποψη δομής είναι απλό, το “Ever Dream” συναισθηματικά είναι απόλυτα αποτελεσματικό και κλείνει με ένα υπέροχο εξυψωτικό τρόπο. Ανέκαθεν κατείχε μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές των οπαδών του συγκροτήματος.

  1. “Ocean soul” (4:14)

Συνεχίζουμε με το “Ocean Soul”, ένα μελαγχολικό τραγούδι που εκπέμπει μια αίσθηση σχεδόν μυστικιστική, υπαρξιακή αγωνία για το ποιοι είμαστε μέσα στο απέραντο “ωκεανό” της ζωής. Η σύνθεση είναι ατμοσφαιρική, με ωραία εισαγωγή, αιθέριες μελωδίες και όμορφα πλήκτρα, έντονο ρυθμικό verse και πιασάρικο -παρότι σχετικά χαμηλών τόνων- chorus. Αρκετά ενδιαφέρον για τη μέση της λίστας μας ως ένα track που περιέχει πολλά από τα τυπικά στοιχεία του ήχου των NIGHTWISH.

  1. “Beauty of the Beast” (10.20)

Κάποτε θα αποτελούσε την αυτονόητη επιλογή για πρώτη θέση αλλά τελευταία προτιμώ σε αντίστοιχα κείμενα να παίζω με την πλευρά των outsiders. Το μνημειώδες δεκάλεπτο επικολυρικό συμφωνικό “Beauty and the Beast” αποτελεί μια εκπληκτική συμφωνική σύνθεση χωρισμένη σε τρία μέρη, που λειτουργεί ως ένα συναρπαστικό ταξίδι στο μουσικό σύμπαν των NIGHTWISH. Ξεκινά αργόσυρτα παραπέποντας στα epics του Blackmore με τους RAINBOW, με μυστηριώδη ατμόσφαιρα, χτίζει σιγά σιγά μια συμφωνική πανδαισία με φωνητικές αλλαγές, συναισθηματική κορύφωση η οποία θα λέγαμε πως από τη μια σβήνει και από την άλλη αναγεννιέται σε κάθε «στροφή» του κομματιού. Το τραγούδι αυτό αποτελεί μια πλήρη αποτύπωση της συνθετικής μαεστρίας του Tuomas Holopainen, την απόλυτη έκφραση της συμφωνικής και θεατρικής του πλευράς, ένα απολύτως αντιπροσωπευτικό track του τι ακριβώς ήχο είχαν οι NIGHTWISH την εποχή του “Century child”: μελαγχολικό, επικό, πολυδιάστατο, ολιστικό metal.

  1. “The Phantom of the Opera” (4:09)

Τι να πει κανείς για αυτή τη διασκευή που έγραψε ιστορία; Φωνητικά είναι από τις πιο θεατρικές και “μεγάλες” στιγμές του άλμπουμ, στη διασκευή του θρυλικού κομματιού του Andrew Lloyd Webber από το ομώνυμο μιούζικαλ που στολίζει κυριολεκτικά τον δίσκο. Η Tarja ενσαρκώνει εξαιρετικά την Christine Daaé με την οπερατική φωνή της, ενώ ο Marco Hietala αποδίδει με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ τον Phantom, προσφέροντας στο κομμάτι μια πιο heavy metal διάσταση. Παρότι δεν είναι πρωτότυπη σύνθεση εναρμονίζεται απόλυτα με την αισθητική του υπόλοιπου δίσκου. Λειτουργεί ως βασικό μέρος της συνολικής εμπειρίας του άλμπουμ και έφερε αρκετό κόσμο στο metal εκείνη την εποχή ως πρώτο κομμάτι που άκουσαν.

  1. “Slaying the Dreamer” (4:31)

Μπαίνουμε πλέον στα μετάλλια, στο top 3, με το πιο βαρύ και σκοτεινό τραγούδι του δίσκου, ίσως και ολόκληρης της δισκογραφίας των NIGHTWISH μέχρι τότε. Κοφτερές κιθάρες, βαρύ riffing, φωνητικές ακροβασίες από τον Marko και μια ιδιαίτερη ένταση που πιάνεις στην ατμόσφαιρα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Στο “Slaying the Dreamer” ακούμε απρόσμενα πράγματα όπως οι ριφάρες στο 2.30 ή τα αρκετά «θυμωμένα» vocals του Hietala μετά, μέχρι και blastbeats κουμπωμένα με female vocal choirs. Είναι η ωμή, πιο επική πλευρά των NIGHTWISH, μια αποθέωση της φινλανδικής μουσικής αριστοτεχνίας.

  1. “Dead to the World” (4:19)

Κοντά στην κορυφή το απόλυτα επιτυχημένο ντουέτο Tarja – Marko που κερδίζει τις εντυπώσεις από το πρώτο άκουσμα. Η χημεία των δύο φωνών σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές κιθάρες που πρωταγωνιστούν στο εν λόγω κομμάτι έρχονται σε ένα απόλυτο ταίριασμα με μια υπέροχη κεντρική μελωδία που σου κολλάει αμέσως στο μυαλό. Παρότι αρκετά εμπορικό, το “Dead to the World” μια βαθιά έντεχνη και καλλιτεχνικά άψογη σύνθεση με έντονα riffs, εθιστικό ρεφρέν και αισιόδοξες μελωδίες. Τι να πρωτοαναφέρεις; Τα πιο γρήγορα και power σημεία του, τις φοβερές lead κιθάρες, το πιάνο, οι αλλαγές, οι μελωδίες, τι άλλο να ζητήσεις από μια κομματάρα;

  1. “Feel for You” (3:54)

Κορυφαία κατά τη γνώμη μου στιγμή του δίσκου επιλέγω το outsider, υπέροχο, πανέμορφο, ταξιδιάρικο και κινηματογραφικό “Feel for You”, ένα πραγματικά αριστουργηματικό κομμάτι που απογειώνεται αφενός από τις εξαιρετικές μελωδίες που προσέχει κάποιος από το πρώτο άκουσμα, αφετέρου από την απόλυτα επιτυχημένη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ερμηνεία της Tarja από την αρχή ως το τέλος, η οποία εκτός από άριστη εκτελεστικά είναι και ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά. Η ενορχήστρωση είναι υποδειγματική: ισορροπημένη μεταξύ heavy στοιχείων και συμφωνικών ακροβασιών, με πλήκτρα που κατακλύζουν την ατμόσφαιρα μεταφέροντας τον ακροατή «αλλού», κιθάρες με ουσία που δίνουν την κατάλληλη δυναμική και ώθηση όταν και όσο χρειάζεται. Απόλυτα ταιριαστή η προσθήκη των φωνητικών του Hietala, σε ένα τραγούδι αυτό καταφέρνει μέσα στα περίπου 3.50 λεπτά της διάρκειάς του να ενσωματώσει όλα τα συστατικά στοιχεία του ήχου της πρώτης -και μαγευτικής- περιόδου των NIGHTWISH.

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 23/5 [SHAMAN]

0
Shaman

Shaman

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ : “Reason” – SHAMAN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ : 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ : AFM Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Sascha Paeth
ΣΥΝΘΕΣΗ :
Andre Matos – φωνή
Hugo Mariutti – κιθάρες
Luis Mariutti – μπάσο
Ricardo Confessori – τύμπανα

Πολλή μουσική που ακούω μέχρι και σήμερα, δημιουργήθηκε πριν κάνω την γνωριμία μου με το χώρο, όμως υπάρχουν και μουσικές κυκλοφορίες που λάτρεψα, από τα 13 μου και μετά, όταν ασχολήθηκα πιο έντονα. Το ντεμπούτο των SHAΜΑΝ, όπως και όλοι οι κολημμένοι με τους ANGRA, το έκανα σύντροφο πολλές φορές, ακούγοντας μονορούφι ολόκληρο το άλμπουμ, απολαμβάνοντας την δισκογραφική επιστροφή του Andre Matos στο power metal. Ο Βραζιλιάνος, για τρίτη φορά έκανε προσπάθεια να «ομαδοποιηθεί» και να μας χαρίσει την τόσο ιδιαίτερη φωνή του, μετά τους VIPER και βέβαια τους ANGRA. Η χροιά του, τόσο θεατρική, με φαλτσέτο, δύναμη και ένα σπάσιμο σε σημεία, λες και ο ίδιος δακρίζει. Ο Andre Matos, ό,τι ακουμπούσε ήταν ξεχωριστό διότι το μέταλλο της φωνής του ήταν μοναδικό, συγκινητικό και σε σημεία ανατριχιαστικό.

Όταν έφτασε η ώρα για το δεύτερο άλμπουμ, το συγκρότημα ήδη αντιμετώπιζε κλυδωνισμούς στο εσωτερικό, με αρκετές διαφωνίες για την μουσική κατεύθυνση που θα ακολουθούσε. Το “Reason” δεν δείχνει να έχει τις ίδιες ρίζες με το “Ritual” που είχε κυκλοφορήσει 3 χρόνια νωρίτερα. Είναι πολυδιάστατο, όπως οι προσωπικότητες των SHAMAN. Πιο σύγχρονο, πειραματικό και κοιτά περισσότερο στο μέλλον, παρά στο παρελθόν. Οι κιθάρες ιδιαίτερα, μαρτυρούν την τάση αυτή, ενώ ο Ricardo Confessori στα τύμπανα, είναι πιο λιτός και φειδωλός στα δίμποτα ξεσπάσματα.

Τα τραγούδια του “Reason” δεν πατούν σε κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο. Το καθένα από αυτά, ηχεί αυτόνομο, λες κι έχουν γραφτεί σε διαφορετική χρονική στιγμή, διατηρώντας έτσι το ενδιαφέρον στον ακροατή σε ολόκληρο το άλμπουμ αν και κάπως επηρεάζεται η συνοχή. Το “Turn away” ανοίγει την πόρτα με εντυπωσιακό τρόπο, δίνοντας το στίγμα για αυτό που θα ακολουθήσει και μέχρι σήμερα είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια που έχει αποδώσει ο Matos σε ολόκληρη την καριέρα του. Είναι ένα πιο μοντέρνο και αναβαθμισμένο “Distant thunder” δίχως να θέλω να το μειώσω. Αν και το δεύτερο σε σειρά, έχει δώσει το όνομα στον δίσκο, δεν είναι το αγαπημένο μου και το θεωρώ πιο προβλέψιμο, διατηρεί την ένταση πριν μπει απροσδόκητα η διασκευή στο “More” των SISTERS OF MERCY. Τόσο το μεταλλικό ντύσιμο στον ήχο, όσο και η χροιά του Andre, με κάνουν να το προτιμώ ακόμα κι από το αυθεντικό, ενώ η κορυφαία στιγμή του “Reason” έρχεται στο “Innocence”. Με λιγότερη αθωώτητα, μας δίνουν μια συγκινητική μπαλάντα, που αναδυκνύει το μεγαλείο του τραγουδιστή! To πιάνο, όπως και αρκετά ορχηστρικά γεμίσματα, προσδίδουν βάθος στο “Reason”, ενώ η παραγωγή, ακόμα και σήμερα ακούγεται γεμάτη και σύγχρονη.

Τόσο το “Scarred forever” που ακολουθεί, το πανέμορφο “In the night”, όσο και το “Trail of tears” μας δίνουν μια πιο νεωτεριστική μορφή των ANGRA, ξεχειλίζοντας από συναίσθημα. Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, αν και οι διαφορές είναι μεγάλες, τόσο στο κιθαριστικό κομμάτι, όσο και στις mid-tempo συνθέσεις. Τέλος, οι SHAMAN με το “Born to be” πατούν στο μουσικό τους παρελθόν και πώς ατενίζουν το μέλλον τους, όπως δηλώνει ο τίτλος του, είναι γεννημένοι για αυτό.

Δυστυχώς αυτό το μέλλον δεν ήταν μακρύ και σίγουρα ήταν δύσβατο. Δίχως να μπούμε σε λεπτομέρειες, η αποδόμηση των SHAMAN, είχε ήδη ξεκινήσει πριν καν κυκλοφορήσει το άλμπουμ, με τις δισκογραφικές τους εταιρείες αλλά και το management, να μην μπορούν να τους δώσουν την απαραίτητη ώθηση για να περιοδεύσουν και να θεμελιωθούν. Λες και δεν μπορεί να στεριώσει για τρία άλμπουμ και πάνω, ο Andre Matos, ο οποίος θα αποχωρήσει από το συγκρότημα για να κυκλοφορήσει προσωπικές δουλειές, όσο οι υπόλοιποι πολεμούσαν να βρουν το πώς θα συνεχίσουν. Προσωρινά μάλιστα άλλαξαν το όνομά τους σε SHAAMAN, άφησαν την AFM και την Βραζιλιάνικη εταιρεία τους και έφτασαν στα όρια διάλυσης. Αν και η περιοδεία του “Ritual” ήταν εκτενής, το 2005, δεν επαναλήφθηκε το ίδιο με συναυλίες κυρίως στην χώρα τους.

Μπορεί το “Reason” να μην είχε το αποτέλεσμα που ανέμεναν οι συντελεστές του, όμως αυτό δεν υποτιμά την ομορφιά του. Είναι από τα άλμπουμ που ακούγονται πολύ εύκολα μέχρι σήμερα και σε αυτό συμβάλλει τόσο η εξαιρετική παραγωγή του Sascha Paeth, όσο και τα ίδια τα τραγούδια. Δυστυχώς όμως το άλμπουμ αυτό δεν είχε τα κατάλληλα συστατικά και την απαιτούμενη υποστήριξη για να εδραιώσει τους SHAMAN.

Did you know that:

  • Ο κύκλος των VIPER – ANGRA – SHAMAN αποδείχτηκε ένα μεγάλο γαϊτανάκι. Ο Matos σίγουρα έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα, όμως ακολούθησαν κι άλλοι. O Matos ξεκίνησε από τους VIPER, με τους οποίους κυκλοφόρησε δυο άλμπουμ νωρίς, πριν πάει να ζήσει το όνειρο στους ANGRA.
  • Ο Hugo Mariutti, αφού ξεκίνησε με τους HENCEFORTH, μπήκε στους SHAMAN με τον αδερφό του, όμως μετά το “Reason” και βρέθηκε να παίζει ζωντανά με τους VIPER. Παράλληλα όμως, συνέβαλλε στα δύο από τα τρία άλμπουμ του Andre Matos.
  • Ο έτερος Mariutti, μετά το “Fireworks”, αποχώρησε από τους ANGRA μαζί με τον Matos με προορισμό τους SHAMAN από όπου ξανακολούθησε τον τραγουδιστή, στα δύο προσωπικά του άλμπουμ.
  • Τέλος ο ταλαντούχος Confessori, αφού είχε παίξει στο “Holy land” και το “Fireworks”, ένωσε τις δυνάμεις του με τους υπόλοιπους στους SHAMAN. Ήταν ο μόνος που απέμεινε για το τρίτο τους άλμπουμ, το “Immortal” του 2007, ενώ επέστρεψε στους ANGRA για το “Aqua” του 2010 δίχως να παρατήσει τους SHAMAN.
  • Το συγκρότημα εξακολουθεί να δισκογραφεί και να παίζει ζωντανά, με τελευταία απόπειρα το “Rescue” του 2022, το οποίο όμως, πέρασε απαρατήρητο.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 23/5 [BRUCE DICKINSON]

0
Dickinson

Dickinson

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Tyranny of souls” – Bruce Dickinson
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ – Mayan Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Roy Z
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Bruce Dickinson – Φωνητικά
Roy Z – Κιθάρες, μπάσο (κομμάτια 7, 9)
Guest/Session
Ray Burke – Μπάσο (κομμάτια 1, 4, 5, 6, 8, 10)
Juan Perez – Μπάσο (κομμάτια 2, 3)
Dave Moreno – Τύμπανα
Maestro Mistheria – Πλήκτρα

Μετά από μια επταετία σιωπής ως solo καλλιτέχνης, ο Bruce Dickinson επέστρεψε το 2005 με το “Tyranny of souls”, ένα άλμπουμ που δεν στέκεται απλώς ως η φυσική συνέχεια της προσωπικής του δισκογραφίας, αλλά και ως η ωρίμανση μιας καλλιτεχνικής πορείας γεμάτης πάθος, λογοτεχνικές αναφορές και μεταλλική εκφραστικότητα. Πρόκειται για έναν δίσκο που φέρει ξεκάθαρα τη σφραγίδα του ίδιου του Dickinson και του μακροχρόνιου συνεργάτη του Roy Z, και λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην παλιά σχολή heavy metal και τη μοντέρνα παραγωγική ευκρίνεια του 21ου αιώνα. Σε αντίθεση με τις πιο πομπώδεις στιγμές του παρελθόντος, εδώ ο Dickinson φαίνεται πιο συνειδητός, πιο εσωστρεφής και πιο συνθετικά ώριμος.

Ο δίσκος αποτελείται από δέκα κομμάτια, όλα με παραγωγή και κιθάρα του Roy Z και σύνθεση από κοινού με τον Bruce — και είναι αξιοσημείωτο ότι σχεδόν όλη η δημιουργία του έγινε εξ αποστάσεως, καθώς ο Dickinson έστελνε τις ιδέες του στον Roy Z μέσω email και τηλεφωνικών συζητήσεων, ενώ οι ηχογραφήσεις έγιναν σε διαφορετικά στούντιο. Παρά αυτή την ασυνήθιστη διαδικασία, ο δίσκος ακούγεται απολύτως συνεκτικός. Ο ήχος παραμένει πιστός στο βαρύ, μελωδικό και επικό ύφος που ανέκαθεν χαρακτήριζε τη solo καριέρα του Dickinson, αλλά με μια πιο στοχαστική και λιγότερο επιδεικτική προσέγγιση.

Το άνοιγμα με το “Mars within” είναι σκοτεινό, ατμοσφαιρικό. Ένα σύντομο ορχηστρικό πέρασμα που δημιουργεί ένταση πριν εκραγεί το “Abduction”, ένα τραγούδι με ξεκάθαρες επιρροές από την περίοδο του “Chemical wedding”, με επιθετικά ριφ, στακάτη φωνή και δυναμική ανάπτυξη. Το “Soul intruders” συνεχίζει με έναν πιο mid-tempo ρυθμό και στιχουργικό περιεχόμενο που αγγίζει την έννοια της πνευματικής κατοχής, της εσωτερικής πάλης με το άγνωστο, κάτι που επανέρχεται σε όλο το άλμπουμ. Τα “Kill Devil hill” και “Navigate the seas of the sun” λειτουργούν ως αντίθετοι πόλοι: το πρώτο είναι αφιερωμένο στους πρώτους αεροπόρους της Ιστορίας αδελφούς Wright (μια αγαπημένη θεματική του Dickinson ως πιλότος), ενώ το δεύτερο αποτελεί μια μπαλάντα με ακουστική βάση και ένα μελαγχολικό, σχεδόν Pink Floyd-ικό άγγιγμα που αποκαλύπτει τη μελωδική ευαισθησία του καλλιτέχνη.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο “River of no return”, ένα έπος με progressive δομή, βαριές κιθάρες και ανατρεπτικές αλλαγές ρυθμού, που επιτρέπει στον Dickinson να αναδείξει το εύρος της φωνής του σε όλες τις εκφραστικές του διαστάσεις. Το “Believil” είναι ίσως το πιο “μεταλλικό” τραγούδι του δίσκου, με θυελλώδη riffing και στιχουργική αναφορά στη διαστρέβλωση της πίστης από την εξουσία. Όμως, το αποκορύφωμα του άλμπουμ έρχεται στο ομώνυμο “Tyranny of souls”, ένα τραγούδι που παντρεύει την ατμόσφαιρα, την τραγικότητα και την ποιητική αφήγηση με το δραματικό ύφος του μεγάλου θεάτρου. Πρόκειται για έναν επίλογο με συγκινησιακό βάθος, που σχεδόν θυμίζει επική πρόζα ντυμένη με κιθάρες.

Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτόν τον δίσκο, είναι η αίσθηση ότι ο Bruce Dickinson δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα. Δεν χρειάζεται να φωνάξει πως είναι ο frontman των IRON MAIDEN, η ερμηνεία του μιλάει από μόνη της. Το “Tyranny of souls” δεν είναι μια επίδειξη δεξιοτεχνίας αλλά ένα έργο εσωτερικής έκφρασης. Τα θέματα που εξερευνά — υπαρξιακή αγωνία, πνευματική αλλοτρίωση, ιστορική μνήμη και απόκοσμα όνειρα — παρουσιάζονται μέσα από έναν λογοτεχνικό φακό, κάτι που ο Dickinson κάνει καλύτερα από κάθε άλλον στο metal. Η παραγωγή του Roy Z είναι καθαρή, στιβαρή και ευκρινής, επιτρέποντας στο κάθε στοιχείο να αναδειχθεί χωρίς να χάνεται στο μείγμα.

Εν κατακλείδι, το “Tyranny of souls” αποτελεί ένα από τα πιο ώριμα, καλοδομημένα και συναισθηματικά πλούσια έργα της solo δισκογραφίας του Bruce Dickinson. Δεν έχει την πυρακτωμένη φλόγα του “Accident of birth” ή την απόκοσμη μαγεία του “The chemical wedding”, αλλά έχει μια ήρεμη δύναμη που υποδηλώνει έναν καλλιτέχνη σε πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται καλύτερα με προσοχή και διάθεση για ενδοσκόπηση — όχι για να ταρακουνήσει, αλλά για να σε παρασύρει σε ένα ταξίδι στην πιο ανθρώπινη και φιλοσοφική πλευρά του heavy metal.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 23/5 [NILE]

0
Nile

Nile

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Annihilation of the Wicked” – NILE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Relapse Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Neil Kernon
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες, φωνητικά, πλήκτρα, μπαγλαμάς, μπουζούκι – Karl Sanders
Κιθάρες, φωνητικά – Dallas Toler-Wade
Τύμπανα – George Kollias
Μπάσο, φωνητικά – Jon Vesano

Δεν ήταν λίγος ο κόσμος που είχε ψαρώσει πίσω, στις αρχές των 00s, με τις κυκλοφορίες των “Black Seeds of Vengeance” και “In Their Darkened Shrines”. Οι δίσκοι αυτοί (και ιδιαίτερα ο δεύτερος) παρουσίαζαν κάτι φρέσκο σε έναν ήχο που θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις και τελματωμένο. Τα απίστευτα riffs που «σπονδύλωναν» τα εξαιρετικά κομμάτια τους, ο ήχος, τα εκστατικά brutal φωνητικά και ακόμη περισσότερο οι ανατολίτικες πινελιές, που έδεναν απίστευτα με το concept της μπάντας, ήταν όλα στοιχεία που κατέστησαν σύντομα τους NILE να συγκαταλέγονται στους μεγάλους τους ιδιώματος.

To “Annihilation of the Wicked” ήταν το 4ο στούντιο άλμπουμ των Αμερικανών και ήταν κομβικής σημασίας για την ίδια τη μπάντα, μιας και στα προηγούμενα οι ίδιοι είχαν καλλιεργήσει υψηλές προσδοκίες στις τάξεις των οπαδών του ακραίου ήχου. Εδώ η μπάντα δεν άλλαξε μονοπάτι, αλλά τελειοποίησε τη “συνταγή” και απογείωσε το αποτέλεσμα. Πιο κιθαριστικοί από ποτέ, με ακραία δεξιοτεχνικά riffs, καταιγιστικά blast beats, μονολιθικά doom περάσματα, συνδυαστικά φωνητικά κυρίως από τους Sanders και Toler-Wade, ανατολίτικα όργανα και αισθητική, τρομερές ατμόσφαιρες μια ευρύτατη τελετουργική αίσθηση και soundtrack-ικο ύφος, όλα αριστοτεχνικά συνδυασμένα, σε ένα αποτέλεσμα που έκοβε την ανάσα του ακροατή.

Οι πολύπλοκες δομές δεν αποτελούσαν επ’ ουδενί τροχοπέδη και απαγορευτικές για να μπει κάποιος μέσα στα κομμάτια και να γευτεί την πεμπτουσία τους. Τουναντίον μάλιστα! Η απίστευτη παραγωγή του Neil Kernon ήταν για σεμινάριο, αβαντάροντας το υλικό του δίσκου, ενώ κομμάτι της όλης “εμπειρίας” – γιατί περί τέτοιας πρόκειται – η πολύπλευρη προσέγγιση της Αρχαιο-αιγυπτιακής μυθολογίας και η βαθιά μελέτη που έβγαινε στους στίχους του βασικού συνθέτη της μπάντας Karl Sanders. Κερασάκι στο στιχουργικό κομμάτι και οι τζούρες από το Lovecraft-ικό σύμπαν.

Σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσα να παραλείψω και τον δικό μας Γιώργο Κόλλια, ο οποίος πήρε τη θέση πίσω από τα drums της μπάντας μετά την αποχώρηση του τρομερού Tony Laureano, ντεμπουτάροντας σε αυτό το δίσκο με τη μπάντα, δείχνοντας με τον εμφατικότερο τρόπο πως εκτός από drummer με υψηλή τεχνική κατάρτιση μπορεί να παραμένει απόλυτα ουσιαστικός στο παίξιμό του. Απλά καθηλωτικός!

Το “Annihilation of the Wicked” αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα μνημείο του extreme metal και ήταν ο δίσκος που έδωσε στους NILE τα σκήπτρα και τους έχρισε όχι απλά σαν μια μεγάλη death metal μπάντα, αλλά σαν εκείνους που οδηγούσαν πλέον τις εξελίξεις…

Θανάσης Μπόγρης

A day to remember… 23/5 [SUFFOCATION]

0
Suffocation

Suffocation

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Pierced from within” – SUFFOCATION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Scott Burns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Frank Mullen
Κιθάρες – Terrence Hobbs
Κιθάρες – Doug Cerrito
Μπάσο – Chris Richards
Drums – Doug Bohn

Σε αντίθεση με τους Φλοριδιανούς συνοδοιπόρους τους MALEVOLENT CREATION που γειώθηκαν πλήρως από την Roadrunner και χρειάστηκε να αναζητήσουν άλλη εταιρεία για το “Eternal” (αναλύονται επαρκώς στο δικό τους κείμενο), οι Νεοϋορκέζοι death metal θρύλοι SUFFOCATION, θα έβλεπαν ξανά τις πόρτες των Morrisound studios να ανοίγουν για την πάρτη τους, μετά το “Breeding the spawn”. Φυσικά, ομάδα που κέρδισε, δεν αλλάζει. Έτσι ο Scott Burns, βρίσκεται εκ νέου πίσω από τη κονσόλα, με την μπάντα να ηχογραφεί τον τρίτο και πλέον κρίσιμο της δίσκο. Και βρίσκεται εκεί, χωρίς τον εμβληματικό drummer Mike Smith. Ως μάννα εξ ουρανού ήρθε και τον αντικατέστησε ο Doug Bohn. Πρώτη ηχογράφηση, θα ήταν η συλλογή “Live death” του ‘94, όπου είναι live εκτελέσεις κομματιών των SUFFOCATION, MALEVOLENT CREATION, CANCER, EXHORDER στο Milwaukee Metalfest της ίδιας χρονιάς.

Έτσι, μια μέρα σαν τη σημερινή πριν 30 ολόκληρα χρόνια, το τρίτο άλμπουμ των SUFFOCATION, “Pierced from within” βγαίνει στη γύρα με μόνο σκοπό, να πάρει κεφάλια! Μαζί με το “Despise the sun” EP (1998) οι αγαπημένες μου παραγωγές στην ιστορία του συγκροτήματος, χώρια που το υλικό παραμένει καταστροφικό μα και πιο εξελιγμένο ταυτόχρονα. Ο πιο μεστός δίσκος των SUFFOCATION κατά την ταπεινή μου άποψη, άλλο που η καρδιά εξακολουθεί να δείχνει προς το “Effigy of the forgotten” ως αγαπημένο. Εδώ έχουμε το ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΕΣ ομώνυμο, αγκαζέ με το “Throne of blood” να δείχνουν το δρόμο, τη μπάντα να ακούγεται σαν οδοστρωτήρας σε μεστωμένες κομματάρες όπως το “Brood of hatred” (ΜΑΑΑΑΝΟΥΛΑ που έλεγε και ο Βέγγος), ενώ τα παλαιότερα επανηχογραφημένα “Synthetically revived” (από το “Human waste” EP) και “Breeding the spawn” (από τον ομώνυμο προκάτοχο), αναδεικνύονται έτι περαιτέρω από τη σπουδαία παραγωγή του Scott Burns.

Επιπλέον, βλέπουμε τους SUFFOCATION να γίνονται ενίοτε περιπετειώδεις, χωρίς να χάνουν γραμμάριο βαναυσότητας. Ας πούμε, έχουμε ακουστικές κιθάρες στο “Torn into enthrallment”, πιο μελωδικά riffs και εκτεταμένα solos στο “Depths of depravity” (χώρια το break του μπάσου) ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου και ένα από τα αγαπημένα μου, το “Suspended in tribulation”, δείχνει συνολικά τις αρετές των SUFFOCATION, όταν δεν μένουν ΜΟΝΟ στη βία αλλά πάνε τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα, δημιουργώντας ατμόσφαιρα η οποία εξυπηρετεί εν τέλει, περισσότερο τη βία. Όλα αυτά, συνθέτουν ένα από τα πιο πολύπλευρα μα και βίαια death metal άλμπουμ που έχουν βγει από τη παλιά φρουρά. Τα 45 λεπτά του, 30 χρόνια μετά, δεν έχουν χάσει ούτε λίγη από τη φρεσκάδα τους. Απεναντίας, το “Pierced from within” στέκεται αγέρωχο, ως ο τελευταίος ΑΨΕΓΑΔΙΑΣΤΟΣ δίσκος των SUFFOCATION, το οποίο ήρθε και “ζευγάρωσε” με ένα από τα κορυφαία EP όλων των εποχών στο death metal (για κάποιους που ξέρω, ΤΟ κορυφαίο – δεν τους αδικώ καθόλου, το “Despise the sun” EP (1998). Αυτά όμως, θα τα πούμε άλλη στιγμή, να είστε σίγουροι για αυτό! Μέχρι τότε, σας αφήνω με το παρακάτω ρεφρέν:

I AM YOUR SAVIOR, SHAPELESS TO YOUR PERCEPTION
FOR I AM YOU, PIERCED FROM WITHIN!

Did you know that?

– Οι στίχοι στο “Torn into enthrallment” αποδίδονται στον drummer των MONSTROSITY, Lee Harrison.

– Το εμβληματικό εξώφυλλο αποδίδεται στον κύριο Hiro Takahashi, ο οποίος από το 2005 δεν είναι ανάμεσα μας. Εις μνήμην…

– Μοναδικός δίσκος με τον Doug Bohn, μια και στο “Despise the sun” EP, θα αντικατασταθεί από τον ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΑ Dave Culross.

Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece